Supreme Court dismisses appeal for lack of legal interest regarding expropriation revocation claim.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the First Instance Court's decision on expropriation. The appellant argued that the lower court incorrectly rejected a claim for automatic revocation of the expropriation, which they believed only the expropriated owner could assert. The court ruled that the appellant lacked legal standing because the property had already been transferred to the state and the expropriated entity had accepted compensation, thereby extinguishing the right to revoke.
Legislator headnote
AI generatedArticles 118(4), 566(1), 577(3) and 559 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that an appeal based on a lack of legal interest is inadmissible when the appellant is not the direct owner of the expropriated property and the expropriated entity has already accepted compensation, thus waiving the right to automatic revocation.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 820 / 2020 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 820/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Καλαϊτζή-Εισηγήτρια, Αναστασία Περιστεράκη, Λάμπρο Καρέλο, Ανθή Γκάμαρη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 5η Φεβρουαρίου 2020 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ν. Κ. του Γ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Απόστολο Παπακωνσταντίνου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ Του αναιρεσίβλητου: Ταμείου Εθνικού Στόλου, που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Όλγα Παπαχρήστου Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ .
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-8-2011 αγωγή του ήδη αναρεσιβλήτου, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 24/2016 οριστική ίδιου Δικαστηρίου, 368/2018 του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 28-8-2018 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ.3 του ΚΠολΔ συνάγεται, ότι στο αναιρετήριο δικόγραφο η πλημμέλεια, που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, πρέπει να έχει περιεχόμενο σαφές και ορισμένο, για να μπορεί να διαπιστωθεί αν και ποιός λόγος αναίρεσης από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 559 (ή 560 αν πρόκειται για απόφαση Ειρηνοδικείου ή Πρωτοδικείου επί εφέσεως κατ' αυτής) του ΚΠολΔ θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.
ΙΙ. Η αοριστία της αγωγής, (που στο δικόγραφό της δεν περιέχονται τα στοιχεία του άρθρου 216 ΚΠολΔ), ελέγχεται, είτε από τον αρ. 1, (εκάτερου των άνω άρθρων), αν συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, (είτε εφαρμοσθέντος παρά τα ελλειπή στοιχεία ή μη εφαρμοσθέντος γιατί αξιώθηκαν περισσότερα από εκείνα που απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του δικαιώματος), είτε από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αν είναι ποσοτική, (αν, δηλαδή, δεν αναφέρονται στο δικόγραφό της με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, που αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου, στον οποίο στηρίζεται το αγωγικό αίτημα, μεταξύ των οποίων και τα στοιχεία που θεμελιώνουν τη νομιμοποίηση του ενάγοντος και δικαιολογούν το έννομο συμφέρον για την άσκησή της), είτε από τον αρ. 14 του ίδιου (559) άρθρου ΚΠολΔ, αν είναι ποιοτική, που συνίσταται στο ότι στο ίδιο δικόγραφο γίνεται επίκληση απλώς των όρων του νόμου χωρίς να αναφέρονται τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την εφαρμογή του.
Ο λόγος δε αναίρεσης για τη συγκεκριμένη ενάριθμη πλημμέλεια (από την αοριστία της αγωγής) για να είναι ορισμένος πρέπει να εκτίθεται ότι το επικαλούμενο απαράδεκτο προτάθηκε από τον αναιρεσείοντα στο δικαστήριο της ουσίας (βλ. ΑΠ 1387/11 και 1654/05). Τέλος, ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αλυσιτελής, εφόσον η αγωγή έχει απορριφθεί ως απαράδεκτη, (ελλείψει ενεργητικής νομιμοποίησης), από το πρωτοβάθμιο (δικαστήριο) και επικυρώθηκε από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο.
Περαιτέρω, από τη διάταξη του πιο πάνω αριθμού (14) του άνω άρθρου (559 ΚΠολΔ), που προβλέπει ότι αναίρεση επιτρέπεται (και), αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε απαράδεκτο, προκύπτει ότι η σχετική παράβαση αφορά σε κανόνες του δικονομικού δικαίου, κατ' αντίθεση προς την ακυρότητα και την ακυρωσία του ουσιαστικού δικαίου, την απόσβεση ή αποδυνάμωση κάποιου ουσιαστικού δικαιώματος και το λεγόμενο ουσιαστικό απαράδεκτο.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης (μέρος α') ο αναιρεσείων υποστηρίζει, ότι η αγωγή και η έφεση που ασκήθηκε από το αναιρεσίβλητο (και) στο όνομά του πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, διότι τούτο στερείται νομικής προσωπικότητας και δεν έχει την ικανότητα να είναι διάδικος, ως αποκεντρωμένη αυτοτελής υπηρεσία του Υ.Ε.Α.
Ότι η ίδια αγωγή, κατά το μέρος αυτής που ασκείται υπό του Δημοσίου, θα έπρεπε να απορριφθεί ως απαράδεκτη, δεδομένου ότι το Ταμείο Εθνικού Στόλου (Τ.Ε.Σ.) και το Δημόσιο εμφανίζονται εν προκειμένω μη νόμιμα ως ομόδικοι, ζητώντας ο καθένας εξ ιδίου ονόματος και για τον εαυτό του να αναγνωρισθεί ότι είναι κύριος της επίδικης έκτασης.
Ακόμη, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, 368/2018, του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, η οποία δεν κήρυξε απαράδεκτη την παράσταση, ιδίω ονόματι, του αναιρεσιβλήτου και έκρινε την ασκηθείσα από αυτό έφεση ως παραδεκτή, καθώς και ότι αποτελεί διάδικο, ενώ παράλληλα έκρινε ότι αυτό νομιμοποιείται ενεργητικά στην άσκηση της αγωγής, υπέπεσε στην πλημμέλεια του αρ.14 του παραπάνω άρθρου.
Ο λόγος αυτός, είναι απαράδεκτος εξαιτίας της αοριστίας του, διότι, σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη, δεν εκτίθεται, ότι το επικαλούμενο απαράδεκτο προτάθηκε από τον αναιρεσείοντα στο δικαστήριο της ουσίας. Προσέτι, σύμφωνα με τον αρ. 17 του άνω άρθρου (559 ΚΠολΔ), θεμελιώνεται λόγος αναίρεσης, αν η ίδια απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις.
Η αντίφαση των διατάξεων πρέπει να εντοπίζεται στο διατακτικό της απόφασης και στο ίδιο διαδικαστικό έγγραφο της προσβαλλόμενης απόφασης και όχι στο αιτιολογικό και πρέπει να προκαλείται τέτοια αοριστία, ώστε να εμποδίζεται η δημιουργία εκτελεστότητας της απόφασης ή η πρόκληση της σκοπούμενης διάπλασης ή η ύπαρξη βεβαιότητας στις σχέσεις των διαδίκων με δεδικασμένο.
Εν προκειμένω, ο αναιρεσείων με τον ίδιο (πρώτο) λόγο αναίρεσης, μέρος β', αιτιάται ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του αρ. 17 του άνω άρθρου, αφού, αν και δέχθηκε ότι το αναιρεσίβλητο στερείται νομικής προσωπικότητας, κατά τρόπο αντιφατικό, έκρινε παραδεκτή την έφεση και την παράσταση αυτού ως διαδίκου στη δίκη. Ο λόγος αναίρεσης, κατά το (β') μέρος που αναφέρεται στην πλημμέλεια του αρ. 17, είναι απαράδεκτος, διότι, όπως αναπτύσσεται και στη νομική σκέψη, η επικαλούμενη αντίφαση δεν εντοπίζεται στις διατάξεις του διατακτικού της απόφασης, αλλά μεταξύ του αιτιολογικού και του διατακτικού αυτής, παρά τα όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων.
ΙΙΙ. Με το δεύτερο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε τον ισχυρισμό του που προέβαλε με τις προτάσεις του, σύμφωνα με τον οποίο η κρινόμενη αγωγή θα έπρεπε να απορριφθεί ως απαράδεκτη (αόριστη), αφού οι ενάγοντες, καίτοι τελούν σε ενεργητική ομοδικία, δεν προβάλλουν διακριτά και χωριστά αιτήματα ως θα έπρεπε, ενώ δεν αναφέρουν στην αγωγή τους "περί του, εάν ο καθένας από αυτούς διεκδικεί εξ αδιαιρέτου ποσοστό ή διαιρετό τμήμα (ένα συγκεκριμένο τμήμα) της εδαφικής επιφάνειας, η οποία διεκδικείται από αυτούς".
Περαιτέρω, ο αναιρεσείων αιτιάται ότι κατά τον τρόπο που εκτίθεται το αιτητικό της αγωγής, η τελευταία άγεται σε αοριστία, αφού δεν προκύπτει από αυτήν, κατ' άρθρ. 74 ΚΠολΔ : α) αν επί του επιδίκου έχουν κοινό δικαίωμα ή κοινή υποχρέωση ή αν τα δικαιώματα στηρίζονται στην ίδια πραγματική και νομική αιτία, β) εάν το αντικείμενο της διαφοράς συνιστά ομοειδή απαίτηση σε βάρος του (αναιρεσείοντος) και, (εφόσον συντρέχουν τα ανωτέρω), γ) την ειδικότερη φύση των αξιώσεών τους επί της επίδικης ιδιοκτησίας του, ήτοι το ποσοστό εξ αδιαιρέτου ή μη που διεκδικούν από αυτήν.
Τα ανωτέρω στοιχεία, κατά τον αναιρεσείοντα, είναι αναγκαία, προκειμένου να θεμελιωθεί, αφενός η συνδρομή των προϋποθέσεων του άρθρου 74 ΚΠολΔ και, αφετέρου, της υλικής αρμοδιότητας του δικαστηρίου για εκδίκαση της αγωγής (46 ΚΠολΔ). Ακόμη, ισχυρίζεται ο αναιρεσείων ότι είναι σαφές ότι το αιτητικό της αγωγής είναι αντιφατικό και άγει σε αοριστία, αφού οι δύο ομοδικούντες ενάγοντες διεκδικούν ο καθένας για τον ίδιο αυτοτελώς και χωριστά το επίδικο ακίνητο, δεδομένου ότι, αφενός μεν δεν εκτίθεται στο ιστορικό της αγωγής, ούτε περιλαμβάνεται σε αυτήν ισχυρισμός περί συνιδιοκτησίας (εξ αδιαιρέτου) του ακινήτου, αφετέρου δε, δεν μπορεί να νοηθεί, υπό την εκδοχή ότι δεν πρόκειται για συνδιοκτησία, ομοδικία επί αντικρουόμενων αιτημάτων, όπως, (κατά τον αναιρεσείοντα), συμβαίνει εν προκειμένω.
Ο λόγος αυτός, με τον οποίον αποδίδεται η πλημμέλεια από τον αρ. 14 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, για την προειπωθείσα αοριστία της αγωγής είναι αλυσιτελής, διότι, σύμφωνα με τη νομική σκέψη, η αγωγή ως προς το Δημόσιο απορρίφθηκε ως απαράδεκτη (για έλλειψη ενεργητικής νομιμοποίησης) από το πρωτοβάθμιο και επικυρώθηκε από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο.
IV. Κατά την έννοια της διάταξης του αρ. 19 του άνω άρθρου, η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης, όταν στην ελάσσονα πρότασή της δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του, επί ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ζητήματος και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.
Ο παραπάνω λόγος είναι δυνατό να φέρεται ότι πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση, γιατί παραβίασε εκ πλαγίου κανόνα δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα, υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση των αποδείξεων παραβιάστηκε κανόνας δικαίου, να πλήττει την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, οπότε ο λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος, κατ' άρθρ. 561 παρ.1 ΚΠολΔ, διότι πλήττει την ανέλεγκτη, περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου.
Ωσαύτως, απ' τον αρ. 20 του ίδιου άρθρου, λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο της ουσίας για την απόδειξη ή ανταπόδειξη ουσιώδους ισχυρισμού, δηλαδή, ισχυρισμού που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό.
Ως έγγραφα, η παραμόρφωση του περιεχομένου των οποίων θεμελιώνει τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, θεωρούνται τα αναφερόμενα στα άρθρα 339 και 432 ΚΠολΔ ως αποδεικτικά μέσα και μπορεί να είναι είτε ιδιωτικά είτε δημόσια και να χρησιμεύουν προς άμεση ή έμμεση απόδειξη και προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Επομένως, δεν αποτελούν έγγραφα με την έννοια των παραπάνω άρθρων, εκείνα στα οποία αποτυπώνεται άλλο αποδεικτικό μέσο, όπως η έκθεση πραγ/νης και το σχεδιάγραμμα που την συνοδεύει, τα πρακτικά συνεδρίασης, που περιέχουν καταθέσεις μαρτύρων, καθώς και τα τοπογραφικά διαγράμματα που συντάσσονται με αίτηση των διαδίκων, τα οποία φέρουν χαρακτήρα γνωμοδότησης του άρθρου 390 ΚΠολΔ.
Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, μέρος α', υποστηρίζει, ότι το 63/2006 τοπογραφικό διάγραμμα της Υδρογραφικής Υπηρεσίας του Πολεμικού Ναυτικού, επί του οποίου ερείδεται η κρίση του Εφετείου ότι η επίδικη έκταση "αποτελεί τμήμα του υπ' αρ…. αγροτεμαχίου του από 13-10-1936 κτηματολογικού πίνακα, που συντάχθηκε για την κηρυχθείσα με το β.δ.
της 21-12-1936 απαλλοτρίωση με φερόμενο ιδιοκτήτη ΑΓΝΩΣΤΟ" δεν συνιστά "εφαρμογή επί του εδάφους των ορίων των πράξεων απαλλοτρίωσης", όπως, εσφαλμένα διαλαμβάνει η εφετειακή απόφαση, αλλά απλή τοπογραφική αποτύπωση της περιοχής, με τα όρια της ιδιοκτησίας του αναιρεσιβλήτου, χωρίς όμως να προκύπτει, ούτε να αναφέρεται σε αυτό ότι η υπόψη, γραμμή ταυτίζεται με τα όρια της έκτασης που φέρεται απαλλοτριωθείσα με το β.δ.
της 21-12-1936. Το στοιχείο τούτο, κατά τον αναιρεσείοντα, "είναι κρίσιμο, διότι αντικείμενο απόδειξης εν προκειμένω είναι η συμπερίληψη ή μη του επιδίκου στην πράξη κήρυξης της απαλλοτρίωσης". Όπως δε ακόμη αναφέρει ο αναιρεσείων για το εν λόγω τοπογραφικό διάγραμμα, "το Εφετείο ήχθη σε παραμόρφωση του περιεχομένου αυτού με το να δεχθεί τα εν λόγω πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται σε αυτό" και ότι έτσι υπέπεσε στην πλημμέλεια του αρ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Ο λόγος, κατά τούτο, είναι απαράδεκτος, διότι, όπως αναλύεται στην (αναφερόμενη παραπάνω) νομική σκέψη, το τοπογραφικό διάγραμμα δεν συνιστά έγγραφο κατά την έννοια του πιο πάνω άρθρου. Με τον ίδιο λόγο και κατά το ίδιο μέρος αυτού ο αναιρεσείων παραπονείται, ότι "για το προεκτιθέμενο ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα η προσβαλλομένη διαλαμβάνει ανεπαρκή αιτιολογία και ότι έτσι, το Εφετείο υπέπεσε (και) στην πλημμέλεια του αρ. 19 του άνω άρθρου".
Κατά τούτο ο λόγος είναι απαράδεκτος, διότι με το πρόσχημα θεμελίωσής του, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση από το Εφετείο πραγματικών γεγονότων (άρθρ. 561 παρ.1 ΚΠολΔ).
V. Κατά την έννοια του αρ. 11γ του ίδιου (559) άρθρου του ΚΠολΔ, στοιχειοθετείται αναιρετικός λόγος, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως και 340 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που με επίκληση προσκομίστηκαν νόμιμα από τους διαδίκους.
Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, μέρος β' υποστηρίζει, ότι το Εφετείο υπέπεσε στην προμνησθείσα πλημμέλεια, διότι δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα, κρίσιμα για την έκβαση της δίκης, που εκείνος επικαλέστηκε και προσκόμισε και δη: α) το από Νοέμβριο 1991 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Ε.
Β., στο οποίο αποτυπώνεται το επίδικο ως τμήμα της ιδιοκτησίας του αναιρεσείοντος και ο συντάξας μηχανικός δηλώνει ότι το αγροτεμάχιο είναι εκτός σχεδίου και οικισμού, άρτιο και πολεοδομικά οικοδομήσιμο. β) την ένορκη κατάθεση της μάρτυρα Γ. Δ. (Πρακτικά από 11-4-1997 του Ειρηνοδικείου Αίγινας), ότι ουδέποτε απαλλοτριώθηκε το επίδικο και γ) την κατάθεση του μάρτυρα Π.
Μ. (Πρακτικά Μ.Πρ.Πειραιά) που κατέθεσε (όπως η προαναφερθείσα μάρτυρας) ότι το όριο της ιδιοκτησίας του Δημοσίου είναι μια χαρουπιά. Κατά το μέρος αυτό ο πιο πάνω λόγος είναι αβάσιμος, διότι από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση διαβεβαίωση ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα (καταθέσεις μαρτύρων που εξετάσθηκαν στο πρωτόδικο δικαστήριο και όλα τα έγγραφα) που οι διάδικοι επικαλέστηκαν νόμιμα και προσκόμισαν, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο και από όλο το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος και τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα.
Προσέτι, ο αναιρεσείων με τον ίδιο (τρίτο) λόγο (και κατά το ίδιο β', μέρος αυτού) αποδίδει στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο (και) την πλημμέλεια του αρ. 19 του άνω άρθρου διότι εξαιτίας των προαναφερόμενων αιτιάσεων (μη λήψης υπόψη, κατά τον αναιρεσείοντα, των παραπάνω κρίσιμων αποδεικτικών μέσων), η προσβαλλομένη έχει ανεπαρκή αιτιολογία ως προς το ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα της συμπερίληψης της επίδικης ιδιοκτησίας του στην κηρυχθείσα κατά τα ανωτέρω απαλλοτριωτέα έκταση.
Ο λόγος κατά το εδώ μέρος του είναι απαράδεκτος, διότι υπό το πρόσχημα συνδρομής της πιο πάνω πλημμέλειας πλήττει την περί τα πράγματα αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. VI. Σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. ΓΣΙΣΤ'/1907 (Α'112) "περί αναγκαστικής απαλλοτριώσεως αγροτικών ή αστικών κτημάτων προς ανέγερσιν στρατιωτικών και ναυτικών κτιρίων και οχυρωτικών εν γένει έργων", ορίζεται ότι "τα ακίνητα κτήματα τα χρησιμεύοντα προς ανέγερσιν οχυρωμάτων ή στρατιωτικών και ναυτικών κτιρίων, πολυγώνων βολής, στρατιωτικών τηλεγραφικών σταθμών και παντός είδους αποθηκών, ως και τ' αποτελούντα τον αναγκαίον περί ταύτα χώρον, εις οιονδήποτε ανήκοντα, απαλλοτριούνται υποχρεωτικώς λόγω δημοσίας ανάγκης" (άρθρο 1), ότι "η δημοσία ανάγκη αναγνωρίζεται δια Β.Δ/τος εκδιδομένου προτάσει του αρμοδίου υπουργού των Στρατιωτικών ή των Ναυτικών, καθ' όσον το έργον είναι χρήσιμον εις τον στρατόν της ξηράς ή της θαλάσσης, της δε προτάσεως υποβαλλομένης προηγουμένως εις την έγκρισιν υπουργικού συμβουλίου" (άρθρο 2) και ότι "η προς έκδοσιν του δ/τος πρότασις δέον να ερείδηται έτι: 1.
Επί εκθέσεως ητιολογημένης βεβαιούσης την ανάγκην του έργου... 2. Επί διαγράμματος ορίζοντος την θέσιν, το είδος, την έκτασιν και τα όρια του απαλλοτριωτέου ακινήτου κτήματος και περιλαμβάνοντος πρόχειρον εκτίμησιν αυτού... Η έκθεσις της επιτροπής και το διάγραμμα προσαρτώνται εις το Β.Δ/μα" (άρθρο 3). Εξ άλλου, σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 68 του ν. 4442/1929 "περί κυρώσεως του από 21 Σεπτ. 1926 Ν.Δ/τος "περί στρατιωτικών και ναυτικών εισφορών και ναυλώσεων" (Α' 339), τα σχετικά με τη διαδικασία και την αποζημίωση των κατ' εφαρμογή του ν.
ΓΣΙΣΤ'/1907 κηρυσσομένων απαλλοτριώσεων ρυθμίζονταν κατά τις διατάξεις του ν. ΓΠΝΑ'/1911 (Α'335), όπως αυτός ερμηνεύθηκε αυθεντικώς από το ν. 103/1913 (Α'266). Το άρθρο 3 του ν.ΓΠΝΑ'/1911, όπως είχε ερμηνευθεί με το άρθρο μόνο του ν. 103/1913, όριζε ότι "το ποσόν της αποζημιώσεως κατατίθεται εις το αρμόδιον ταμείον, ειδοποιουμένου περί τούτου του ιδιοκτήτου και των ενυποθήκων ή κατασχόντων δανειστών και δημοσιευομένης της ειδοποιήσεως δια της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως, το δε κτήμα καταλαμβάνεται ακωλύτως οκτώ ημέρας μετά τη δημοσίευσιν της ειδοποιήσεως...".
Από την παρατεθείσα διάταξη του άρθρου 3 του ν.ΓΠΝΑ'/1911, όπως αυτή ερμηνεύθηκε με το ν.103/1913, προκύπτει ότι ο υπό του Συντάγματος επιβαλλόμενος για τη συντέλεση της απαλλοτρίωσης όρος της προηγούμενης αποζημίωσης πληρούται και με την κατάθεση του ποσού αυτής στο αρμόδιο Ταμείο, υπό τις προβλεπόμενες σε αυτή (ανωτέρω διάταξη) προϋποθέσεις.
Και ορίζεται μεν από την προειπωθείσα διάταξη ότι πρέπει να ειδοποιείται ο ιδιοκτήτης για τη γενόμενη κατάθεση και να δημοσιεύεται η ειδοποίηση αυτή στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης, αλλά η εν λόγω ειδοποίηση δεν επιβάλλεται, κατά την έννοια της παραπάνω διάταξης ως τυπικό στοιχείο αναγκαίο για τη συντέλεση της απαλλοτρίωσης, καθόσον η ειδοποίηση και δημοσίευση αυτής, οριζόμενες από την διάταξη προς το συμφέρον των αναφερόμενων προσώπων (ιδιοκτήτη, δανειστών) σκοπούν απλώς στο να λάβουν γνώση της γενόμενης κατάθεσης.
Συνεπώς, εφόσον διαπιστώνεται προσηκόντως, ότι ο καθού η απαλλοτρίωση ιδιοκτήτης έλαβε πλήρη και σαφή γνώση της γενόμενης κατάθεσης ολόκληρης της αποζημίωσης στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, ο ως άνω σκοπός του νόμου πληρούται και η απαλλοτρίωση πρέπει, υπό το κράτος του ν. ΓΠΝΑ'/1911, όπως ερμηνεύθηκε με το ν.103/1913, να θεωρείται ως συντελεσθείσα, καίτοι δεν ειδοποιήθηκαν οι ενδιαφερόμενοι με ειδική προς αυτούς ειδοποίηση για τη γενόμενη κατάθεση της αποζημίωσης (Ολ ΣτΕ 495/1974).
Περαιτέρω, από το άρθρο 19 του Συντάγματος του έτους 1927, σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 2 και 3 του ν. ΓΠΝΑ/1911, όπως το άρθρο 3 ερμηνεύθηκε αυθεντικά με το ν.103/1913, και περιλήφθηκε στα άρθρα 7 παρ.1 και 24 παρ. 1 του ΑΝ 1731/1939 "περί αναγκαστικών απαλλοτριώσεων, με σαφήνεια προκύπτει ότι η αναγκαστική απαλλοτρίωση συντελείται, δηλαδή, επέρχεται η μετάθεση της κυριότητας στον υπερού η απαλλοτρίωση, από τη στο δικαιούχο καταβολή της προσωρινά ή οριστικά ορισθείσας πλήρους αποζημίωσης ή από τη στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης δημοσίευση της γενόμενης κατάθεσης στο Τ.Π.Δ. (Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων).
Όμως, όπως προκύπτει από τις ίδιες διατάξεις, αν υπόχρεος προς καταβολή της αποζημίωσης είναι το Δημόσιο, η συντέλεση της απαλλοτρίωσης επέρχεται είτε από την ως άνω δημοσίευση της κατάθεσης είτε από την υπέρ του δικαιούχου έκδοση του σχετικού χρηματικού εντάλματος πληρωμής. Με τη συντέλεση δε της απαλλοτρίωσης επέρχεται πρωτότυπα η κτήση της κυριότητας από τον υπερού η απαλλοτρίωση, ανεξάρτητα από το αν ο αναγραφόμενος ως δικαιούχος είναι ή όχι ο πραγματικός κύριος του απαλλοτριωθέντος (βλ.
ΑΠ 243/1999). Αυτός (αληθινός κύριος) έχει μόνο ενοχική αξίωση κατ' εκείνου που εισέπραξε την αποζημίωση (ΑΠ 922/09) και δεν προστατεύεται με διεκδικητική αγωγή (ΑΠ 243/1999). Τέλος, κατά τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 43 του παραπάνω νόμου, "διατηρείται εν ισχύϊ ο νόμος ΓΣΙΣΤ του 1907 "περί αναγκαστικής απαλλοτριώσεως αγροτικών ή αστικών κτημάτων προς ανέγερσιν Στρατιωτικών και Ναυτικών κτιρίων και οχυρωματικών εν γένει έργων "ως ηρμηνεύθη και ετροποποιήθη υπό του Αναγκ.
Νόμου 995/1937". Προσέτι, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 35 παρ. 2 του κ.δ. από 26-6/10-7-1944, (άρθρο 4 ν.ΑΚΑ/1882, άρθρο 50 Β.Δ.8/13-11-1918 και άρθρο 12 ν.4975/1931), "αναγνωρισθείσης άπαξ υπό του Νομικού Συμβουλίου αξιώσεώς τινος κατά του Δημοσίου και εν γένει συμβιβαστικής λύσεως διαφοράς ή καταργήσεως δίκης, εγκριθείσης δε της τοιαύτης αναγνωριστικής γνωμοδοτήσεως και υπό του Υπουργού και συνταχθέντος του οικείου συμβουλίου, ουδείς πλέον έλεγχος δύναται να ασκηθεί".
VII. Κατά την έννοια της διάταξης 1α του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, αντιστοίχως δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό του κανόνα δικαίου για την επέλευση της απαγγελθείσας έννομης συνέπειας ή την άρνησή της.
VIII. Η προσβαλλόμενη, 368/2018, απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, επιτρεπτώς επισκοπούμενη, έχει ως εξής: "Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου με επιμέλεια των διαδίκων και περιλαμβάνονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά συνεδριάσεως αυτού, και όλα τα έγγραφα που νομίμως προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, εκ των οποίων άλλα λαμβάνονται υπόψη ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα και άλλα ως δικαστικά τεκμήρια αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
δυνάμει του β.δ της 21-12-1936 (ΦΕΚ Α 555/24-12-1936) απαλλοτριώθηκε από το πρώτο ενάγον και ήδη πρώτο εκκαλούν, Ελληνικό Δημόσιο με δαπάνη του δεύτερου ενάγοντος - δεύτερου εκκαλούντος, Ταμείου Εθνικού Στόλου, για λόγους δημοσίας ανάγκης και συγκεκριμένα τις ανάγκες του τότε Βασιλικού Ναυτικού, την οργάνωση της τοπικής επάκτιας άμυνας και την ανέγερση στρατιωτικών κτιρίων, έκταση συνολικού εμβαδού 337,507 στρεμμάτων, στη κτηματική περιφέρεια της Αίγινας, στη θέση ..., η οποία αποτυπώνεται με στοιχεία ...
στο από 13-10-1936 κτηματολογικό διάγραμμα, το οποίο συνετάγη από την Ανώτατη Διοίκηση Τοπικής Αμύνης, καθώς και στον αναφερόμενο σε αυτό κτηματολογικό πίνακα. Ακολούθως, δυνάμει του β.δ της 31-5-1939 (ΦΕΚ Α 237/15-6-1939) απαλλοτριώθηκε επιπλέον έκταση 12 στρεμμάτων, όπως αυτή αποτυπώνεται μαζί με την αρχικώς απαλλοτριωθείσα έκταση με τη μερικότερη οριογραμμή ...
στο από 3-4-1939 κτηματολογικό διάγραμμα, που συνετάγη από την Ανώτατη Διοίκηση Παρακτίου Αμύνης. Η ανωτέρω απαλλοτριωθείσα έκταση, συνολικού εμβαδού 349,507 στρεμμάτων, με βάση την αποτύπωση της στο υπ'αρίθμ. …2006 τοπογραφικό διάγραμμα της Υδρογραφικής Υπηρεσίας του Πολεμικού Ναυτικού, που βασίζεται στο με αριθμό …1986 τοπογραφικό διάγραμμα της ίδιας ως άνω Υπηρεσίας, που συντάχθηκε ύστερα από εφαρμογή επί του εδάφους, των ορίων των πράξεων απαλλοτρίωσης εκτείνεται βόρειο ανατολικά από τα όρια με αριθμούς 1-10 με συνολικό μήκος οριογραμμών 773,08 μ.
και ανατολικά από βορρά προς νότο (θάλασσα) από τα όρια με αριθμούς 10-14, με συνολικό μήκος οριογραμμών 462,45 μ. Η έκταση αυτή διαμορφώθηκε αρχικώς άτυπα από το Πολεμικό Ναυτικό ως Ναυτικό Οχυρό των Ενόπλων Δυνάμεων, για τις ανάγκες άμυνας της πόλης του Πειραιά κατά τη διάρκεια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, πραγματοποιηθέντος έτσι του σκοπού της απαλλοτρίωσης (βλ.
και 3308/2011 ΣΤΕ), ενώ κατά το έτος 1956 καθορίστηκε και νομοθετικά ως Ναυτικό οχυρό, δυνάμει του β.δ της 27-9-1956 (ΦΕΚ Α 295/10-12-1956), χαρακτήρα που εξακολούθησε να έχει και μετά τη θέση σε ισχύ του β.δ της 24-7-1969 (ΦΕΚ '53Δ/12-8-1969) και μέχρι το έτος 2002, οπότε αποχαρακτηρίστηκε δυνάμει του Π.Δ 216/2002 (ΦΕΚ Α 203/29-8-2002). Ακολούθως, δυνάμει των διατάξεων του άρθρων 1 παρ.1 και 3 του ν.δ 769/1970 (ΦΕΚ Α 280/21-12-1970), όπου ορίζεται ότι "1.
τα υπέρ του Δημοσίου και δαπάναις των Ταμείων Εθνικής Αμύνης και Εθνικού Στόλου αναγκαστικώς απαλλοτριωθέντα ακίνητα διά τας ανάγκας των ενόπλων Δυνάμεων και υπ'αυτών χρησιμοποιούμενα περιέρχονται εις την κυριότητα των οικείων, κατά κλάδον, Ταμείων, από της συντελέσεως της επελθούσης κατά τας κειμένας διατάξεις απαλλοτριώσεως. ...3.
Η κυριότης των εν ταις προηγουμέναις παραγράφοις ακινήτων περιέρχεται εις τα οικεία κατά κλάδον ταμεία δυνάμει του παρόντος μη απαιτουμένης ετέρας τινός μεταβιβαστικής πράξεως, η δε σχετική μεταγραφή της οικείας περί κηρύξεως αναγκαστικής απαλλοτρίωσης Διοικητικής πράξεως εις το βιβλίο μεταγραφών ή κτηματολόγιον ενεργείται υπ'ονόματι του αντιστοίχου κατά κλάδον Ταμείου", η κυριότητα της απαλλοτριωθείσας έκτασης περιήλθε από το Ελληνικό Δημόσιο στην κυριότητα του Ταμείου Εθνικού Στόλου, το οποίο στις 21-1-1973 μετέγραψε στα βιβλία μεταγραφών του τέως Δήμου Αιγινητών τα προαναφερόμενα β.δ κήρυξης της απαλλοτρίωσης.
Για τις ανωτέρω απαλλοτριωθείσες εκτάσεις ορίστηκαν προσωρινές αποζημιώσεις των ιδιοκτητών τους με την με αριθμό 206/1937 απόφαση του Προέδρου Πρωτοδικών Πειραιά, οι οποίες ακολούθως κατατέθηκαν στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, οι παρακαταθέσεις δε αυτές γνωστοποιήθηκαν σε όλους τους δικαιούχους της αποζημίωσης με την με αριθμό 1335/5-4-1938 απόφαση του Υφυπουργού των Ναυτικών, που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 121/9-4-1938.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι, δυνάμει του με αριθμό .../1990 νόμιμα μεταγραμμένου συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αίγινας, Μ. Ν.-Β., ο εναγόμενος και ήδη εφεσίβλητος φέρεται να αποκτά με παράγωγο τρόπο και συγκεκριμένα λόγω πώλησης από τις Μ. συζ. Ν. Μ. και Κ. Π. Ρ., δύο ακίνητα αγροτεμάχια, που βρίσκονται στη θέση … της κτηματικής περιφέρειας Αιγίνης, στη τότε κοινότητα ..., και ειδικότερα:
α) ένα αγροτεμάχιο εμβαδού 309 τμ, που αποτυπώνεται με στοιχεία ... στο συνημμένο στο με αριθμό .../1987 συμβόλαιο της ιδίας συμβολαιογράφου από 20-8-1987 τοπογραφικό διάγραμμα του τεχνολόγου - τοπογράφου μηχανικού Ν. Β., και το οποίο συνορεύει ανατολικά με ακίνητο κυριότητας Κ. Δ., νοτιοδυτικά με ακίνητο κληρονόμων Σ.
Λ., βόρεια με ακίνητο κυριότητας Ι. Δ., βορειοδυτικά με ακίνητο ιδιοκτησίας Ι. Δ., νοτιοανατολικά με ακίνητο κυριότητας Δ. και νότια με ακίνητο κυριότητας Δ. και β) ένα αγροτεμάχιο εμβαδού 423 τμ, που αποτυπώνεται με στοιχεία ... στο συνημμένο στο με αριθμό .../1989 συμβόλαιο της ιδίας συμβολαιογράφου από 20-4-1988 τοπογραφικό διάγραμμα του ιδίου τοπογράφου μηχανικού, και το οποίο συνορεύει ανατολικά με ακίνητο κυριότητας Κ.
Δ., δυτικά με ακίνητο αγνώστου, βόρια με ακίνητο κληρονόμων Σ. Δ. και νότια με ακίνητο κυριότητας αγνώστου. Τα ανωτέρω ακίνητα φέρεται να περιήλθαν στην συγκυριότητα των πωλητριών- δικαιοπαρόχων του εναγομένου με παράγωγο τρόπο και συγκεκριμένα λόγω πώλησης, δυνάμει των προαναφερόμενων υπ'αρίθμ. .../1987 και .../1989 συμβολαίων, νόμιμα μεταγραμμένων.
Επίσης ο εναγόμενος με το με αριθμό .../1990 νόμιμα μεταγραμμένο συμβόλαιο της ιδίας ως άνω συμβολαιογράφου, φέρεται να αποκτά με παράγωγο τρόπο λόγω πώλησης από τους Β. χήρα Κ. Μ., ..., Ε. συζ. Α. Σ., Δ. Α., Ε. Β., Ν. Δ. και Ε. Δ. ένα ακίνητο αγροτεμάχιο στην ίδια ως άνω κτηματική περιφέρεια και θέση και συγκεκριμένα ένα αγροτεμάχιο με τα εντός αυτού τρία ελαιόδενδρα, εμβαδού 4052 τμ, που αποτυπώνεται με στοιχεία ...
στο συνημμένο στο ανωτέρω συμβόλαιο από 28-8-1990 τοπογραφικό διάγραμμα του τεχνολόγου τοπογράφου μηχανικού Α. Μ., και συνορεύει ανατολικά με ακίνητα κυριότητας ... και κληρονόμων ..., δυτικά με Οχυρό, βόρεια εν μέρει με ακίνητο κυριότητας ..., εν μέρει με ακίνητο κυριότητας ... Δ. και ... και εν μέρει με ακίνητο κυριότητας κληρονόμων ..., βόρεια ανατολικά με ακίνητο κυριότητας κληρονόμων ..., νοτιοανατολικά με ακίνητο κυριότητας κληρονόμων ...
και νότια εν μέρει με ακίνητο κυριότητας ..., εν μέρει με ακίνητο κυριότητας ... και ... και εν μέρει με ακίνητο κυριότητας κληρονόμων Σ. Μ.. Το εν λόγω ακίνητο κατά τα αναφερόμενα στο ανωτέρω πωλητήριο συμβόλαιο φέρεται να περιήλθε στη συγκυριότητα των ως άνω δικαιοπαρόχων του εναγόμενου με έκτακτη χρησικτησία.
Ακολούθως, δυνάμει του με αριθμό .../1991 νόμιμα μεταγραμμένου συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Δ. Π., ο εναγόμενος φέρεται να αποκτά την κυριότητα με παράγωγο τρόπο λόγω πώλησης από την Ε. ..., κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου επί ενός ακινήτου -αγροτεμαχίου στην ίδια κτηματική περιφέρεια, κοινότητα και θέση, εμβαδού 348,11 τμ, που αποτυπώνεται με στοιχεία ...
στο συνημμένο στο με αριθμό .../1987 συμβόλαιο της ιδίας συμβολαιογράφου από 15-6-1987 τοπογραφικό διάγραμμα του τεχνολόγου-τοπογράφου μηχανικού Ν.-Β., και το οποίο συνορεύει βόρεια με ακίνητο κληρονόμων Ι. Δ., βόρεια με ακίνητο κληρόνομων Ι. Δ., νότια με ακίνητο κυριότητας Κ. και Α. Δ., ανατολικά με ακίνητο κυριότητας Κ.
Δ. και δυτικά με ακίνητο κυριότητας Α., το οποίο φέρεται να έχει περιέλθει στην συγκυριότητα των δικαιοπαρόχων του εναγόμενου με παράγωγο τρόπο λόγω γονικής παροχής δυνάμει του με αριθμό .../1987 συμβολαίου της ίδιας συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα. Περαιτέρω, με το με αριθμό .../1991 νόμιμα μεταγραμμένο συμβόλαιο της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου, ο εναγόμενος φέρεται να αποκτά με παράγωγο τρόπο λόγω πώλησης από τους Ε. ..., Β. ...
και Σ. συζ. Ι. Π., το υπόλοιπο 1/2 εξ αδιαιρέτου ποσοστό επί του ανωτέρω ακινήτου, που φέρεται να είχε περιέλθει στους δικαιοπαρόχους του λόγω κληρονομικής διαδοχής του συζύγου και πατέρα τους Σώζοντος ..., την κληρονομία του οποίου αυτοί αποδέχθηκαν με την με αριθμό .../1987 δήλωση αποδοχής κληρονομίας ενώπιον της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα.
Τέλος, με το με αριθμό ...1998 νόμιμα μεταγραμμένο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Πειραιώς Ν. Π. ο εναγόμενος φέρεται να αποκτά με παράγωγο τρόπο λόγω πώλησης από την Α. συζ. Ε. Λ., ένα ακίνητο-αγροτεμάχιο στην ίδια ως άνω κτηματική περιφέρεια, κοινότητα και θέση, εμβαδού 2596 τμ, που αποτυπώνεται με στοιχεία .........
στο συνημμένο στο ως άνω συμβόλαιο από 4-11-1992 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Γ. Κ., και συνορεύει κατά τον τίτλο κτήσης ανατολικά με ακίνητο κυριότητας Α. Μ., δυτικά με γαία ..., βόρεια με ακινήτου Κ. Δ., και νότια με δημόσια οδό, κατά δε το τοπογραφικό διάγραμμα βόρεια με τεθλασμένη πλευρά και με όριο μια χαρουπιά, με ακίνητο του εναγόμενου, νότια σε τεθλασμένη πλευρά με ακίνητο κυριότητας Αντωνίου ..., και δυτικά με ακίνητο κυριότητας Α.
Λ.. Αυτό φέρεται να έχει περιέλθει στην κυριότητα της πωλήτριας δικαιοπαρόχου του εναγομένου με παράγωγο τρόπο λόγω πώλησης δυνάμει του με αριθμό .../1967 νόμιμα μεταγραμμένου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αίγινας Ι. Π. Όλα τα παραπάνω αγροτεμάχια, συνολικού εμβαδού κατά τους τίτλους κτήσης 7728,11 τμ, που τυγχάνουν όμορα, ο εναγόμενος συνένωσε άτυπα σε ένα ενιαίο ακίνητο, το οποίο κατά τη περίοδο 1990-2000 περιέφραξε και επί του οποίου ανήγειρε διώροφη οικία, την οποία χρησιμοποιεί από το έτος 2000 ως κύρια κατοικία του.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι τμήμα του ως άνω ενιαίου ακινήτου, ευρισκόμενο δυτικά της αναγερθείσης διώροφης οικίας του εναγόμενου, ταυτίζεται με τμήμα της προπεριγραφείσας απαλλοτριωθείσας έκτασης, που ανήκει πλέον κατά κυριότητα στο δεύτερο εκκαλούντα, και συγκεκριμένα τμήμα, επιφάνειας 3675,96 τμ, που απεικονίζεται στο προαναφερόμενο με αριθμό …2006 τοπογραφικό διάγραμμα της Υδρογραφικής Υπηρεσίας του Πολεμικού Ναυτικού με τους αριθμούς ...
και συνορεύει, σύμφωνα με αυτό, νότια με χωματόδρομο (εντός της απαλλοτριωθείσας έκτασης), πλάτους 6μ., βόρεια δυτικά και νοτιοδυτικά με απαλλοτριωθείσα έκταση, σε σημείο που υπάρχουν στρατιωτικές εγκαταστάσεις (φυλάκειο και πολυβολείο) και ανατολικά επίσης με απαλλοτριωθείσα έκταση και πέραν αυτής με ακίνητο εναγόμενου.
Ο εναγόμενος αρνείται ότι η επίδικη έκταση περιλαμβάνεται στην απαλλοτριωθείσα κατά τα ανωτέρω μείζονα έκταση από το Ελληνικό Δημόσιο, πλην, όμως, τούτο προκύπτει σαφώς από την εφαρμογή επί του εδάφους των ορίων των πράξεων απαλλοτρίωσης, όπως αποτυπώνονται στο ως άνω τοπογραφικό διάγραμμα της Υδρογραφικής Υπηρεσίας, ενώ ο εναγόμενος δεν προσκομίζει αντίστοιχο τοπογραφικό διάγραμμα ή τεχνική έκθεση από τα οποία να προκύπτει το αντίθετο.
Ειδικότερα, η ως άνω έκταση αποτελεί τμήμα του υπ'αρίθμ. ….αγροτεμαχίου του από 13-10-1936 κτηματολογικού πίνακα, που συντάχθηκε για την κηρυχθείσα με το β.δ της 21-12-1936 απαλλοτρίωση με φερόμενο ιδιοκτήτη ΑΓΝΩΣΤΟ, για το οποίο, μετά την έκδοση της προαναφερόμενης απόφασης καθορισμού προσωρινής αποζημίωσης, εκδόθηκε η με αριθμό 86/1937 απόφαση του Υφυπουργού Ναυτικών, με την οποία εγκρίθηκε η έκδοση εντάλματος επί παρακαταθήκη για ποσό χρηματικής αποζημίωσης, ποσού 16.740 δραχμών με την ένδειξη άγνωστος στα στοιχεία του δικαιούχου, καθόσον μέχρι τότε ουδείς είχε εμφανισθεί για να αναγνωρισθεί δικαιούχος προσκομίζοντας σχετικούς τίτλους, όπως επίσης και η με αριθμό 87/1937 όμοια απόφαση του Υφυπουργού Ναυτικών για την αποζημίωση των ελαιοδένδρων των τεμαχίων ...
του ίδιου κτηματολογικού πίνακα, ποσού 26.400 δραχμών. Ακολούθως δε, συστάθηκαν τα με αριθμό ...28-2-1938 και .../28-2-1938 γραμμάτια παρακαταθήκης των ποσών αυτών και στη συνέχεια με την με αριθμό 1335/1938 απόφαση του ιδίου υπουργού δημοσιεύθηκε η κατάθεση στο ΤΠΔ των σχετικών αποζημιώσεων (ΦΕΚ 121/1938), χωρίς ωστόσο να προκύπτει και ότι έλαβε χώρα καθ'οιονδήποτε τρόπο ειδοποίηση για τη γενόμενη κατάθεση του ιδιοκτήτη του συγκεκριμένου γεωτεμαχίου, η οποία και να δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης.
Στη συνέχεια, στις 13-10-1938 συνετάγη νέος κτηματολογικός πίνακας, στον οποίο το ως άνω υπ'αρίθμ. … τεμάχιο κατατμήθηκε σε πέντε επιμέρους τεμάχια με αριθμούς ... και φερόμενους ιδιοκτήτες τους Μ. Σ. Κ. για το υπ'αρίθμ …, Δ. Κ. Ν. για το υπ'αρίθμ. …, Μ. Ι. Μ.. για το υπ'αρίθμ. …, Μ. Δ. Α. για το υπ'αρίθμ. …και Τ. Δ. Π.. για το υπ'αρίθμ.
… , σύμφωνα με πληροφορίες για το ιδιοκτησιακό καθεστώς τους από κατοίκους της περιοχής. Αυτό δε, εμφαίνεται κατατμημένο στα ως άνω επιμέρους γεωτεμάχια και στο από 3-4-1939 συνταχθέν κτηματολογικό διάγραμμα της δεύτερης (συμπληρωματικής απαλλοτρίωσης των 12 στρεμμάτων). Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι κατόπιν της από 9-6-1949 αιτήσεως συμβιβασμού που κατέθεσαν 142 κύριοι των ως άνω απαλλοτριωθεισών εκτάσεων, ενόψει της επελθούσας δια του νόμου 18/1944 νομισματικής διαρρύθμισης, το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους σε Ολομέλεια (2112/1954) γνωμοδότησε, στα πλαίσια της αρμοδιότητας του βάσει του άρθρου 28 του αν 427/1945, κατά πλειοψηφία, να συμβιβασθεί το Ελληνικό Δημόσιο με εκείνους τους ιδιοκτήτες, που θα αποδέχονταν εγγράφως τον συμβιβαστικό καθορισμό της οφειλομένης σε αυτούς αποζημίωσης για τις απαλλοτριωθείσες αναγκαστικά εκτάσεις τους στις δια των με αριθμούς 95 και 206/1937 αποφάσεων του Προέδρου Πρωτοδικών Πειραιά προσδιορισθείσες προπολεμικές τιμές αποζημίωσης αναπροσαρμοζόμενες με συντελεστή 800, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα, δεχόμενο ότι δεν είχε συντελεσθεί μέχρι τότε η απαλλοτρίωση των ακινήτων τους, επειδή δεν έλαβαν χώρα εξολοκλήρου όλες οι επιβαλλόμενες από το ισχύον κατά τον χρόνο κήρυξης αυτής νομικό καθεστώς του ν. 103/1913 διατυπώσεις, παραθέτοντας και σχετική νομολογία του ΑΠ (224/1954 απόφαση) και συγκεκριμένα δεν έλαβε χώρα ειδοποίηση των ενδιαφερομένων της παρακατάθεσης, ενώ αποφάνθηκε ότι δεν επήλθε συντέλεση αυτών ούτε υπό το καθεστώς του νέου νόμου α.ν. 1739/1939, διότι σε τέτοια περίπτωση θα έπρεπε να επαναληφθούν οι διατυπώσεις κατά τον νόμο αυτό.
Επισημαίνεται, ότι ο εισηγητής καθώς και δύο μέλη του Συμβουλίου είχαν ζητήσει την απόρριψη του συμβιβασμού προκειμένου η διαφορά να επιλυθεί δικαστικά, λόγω των σοβαρών αμφιβολιών που γεννώνται ως προς την συντέλεση των επίδικων απαλλοτριώσεων. Την ανωτέρω γνωμοδότηση, που εγκρίθηκε αρμοδίως από τον Υπουργό Οικονομικών, στις 9-12-1954 κατ' άρθρο 28 παρ.3 του α.ν. 427/1945, ακολούθησε νεότερη διευκρινιστική γνωμοδότηση της Ολομελείας του ΝΣΚ (1854/15-12-1956), που εγκρίθηκε ομοίως από τον τελευταίο στις 3-1-1957.
Ακολούθως, με την από 4-4-1958 αίτηση τους προς το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους, 56 ιδιοκτήτες απαλλοτριούμενων εκτάσεων, μεταξύ των οποίων και η Ιερά Μονή Αιγίνης Κοιμήσεως της Θεοτόκου ...", ζήτησαν να αναγνωρισθούν κύριοι των απαλλοτριούμενων εκτάσεων, η δε ως άνω I. Μονή και του γεωτεμαχίου με αριθμό (αρχικού) κτηματολογικού πίνακα … (επίδικο), προκειμένου να τους καταβληθεί η συμβιβαστικώς αναγνωρισθείσα αποζημίωση.
Με το με αριθμό 1437 πρακτικό του Α' τμήματος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους της συνεδρίασης με αριθμό 122/9-10-1958, αυτό γνωμοδότησε κατ'άρθρο 28 β.δ 7-6-1957 (ΦΕΚ Α 110/1957) ομόφωνα υπέρ της αποδοχής της αιτήσεως, και τη συνακόλουθη, μεταξύ άλλων, αναγνώριση της ως άνω Ιεράς Μονής ως δικαιούχου της καθορισθείσας συμβιβαστικώς αποζημίωσης και για το επίδικο γεωτεμάχιο με αριθμό …, η γνωμοδότηση δε αυτή στις 25-10-1958 εγκρίθηκε αρμοδίως από τον τότε Υπουργό Οικονομικών.
Επισημαίνεται, ότι η ως άνω, απορρέουσα από τις προαναφερόμενες γενικές διατάξεις, αρμοδιότητα του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους για συμβιβαστική επίλυση της εν λόγω διαφοράς, δεν απεκλείετο από τις διατάξεις του νόμου περί αναγκαστικών απαλλοτριώσεων περί δικαστικής, ή και διοικητικής σε ορισμένες περιπτώσεις, αναγνώρισης δικαιούχων (βλ.
ΑΠ 636/1974, ΕΕΝ 1975,291), ενώ τέλος, κατά τα οριζόμενα στη διάταξη του άρθρου 35 παρ.2 του κ.δ από 6.6/10.7 1944 "αναγνωρισθείσης άπαξ υπό του Νομικού Συμβουλίου αξιώσεώς τινος κατά του Δημοσίου και εν γένει συμβιβαστικής λύσεως διαφοράς ή καταργήσεως δίκης, εγκριθείσης δε της τοιαύτης αναγνωριστικής γνωμοδοτήσεως και υπό του Υπουργού και συνταχθέντος του οικείου συμβουλίου, ουδείς πλέον έλεγχος δύναται να ασκηθή" (v.
ΑΚΑ'/1882 άρθρ. 4, "Β.Δ. 8/13 Νοεμ. 1918 άρθρ. 50" και Ν.4975/1931 άρθρ. 12). Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι στις 6-11-1958 εκδόθηκε το με αριθμό 181/1958 χρηματικό ένταλμα με τα συνοδεύοντα αυτού έγγραφα, και συγκεκριμένα, την από 31-10-1958 κατάσταση δαπάνης, όπου αναγράφονται όλα τα τεμάχια του κτηματολογικού πίνακα, για τα οποία αναγνωρίστηκε δικαιούχος της αποζημίωσης η Ιερά Μονή, το συνολικό ποσό της αποζημίωσης, 50.356 δραχμών, ήτοι το αναπροσαρμοσθέν αρχικό ποσό των 62.946 προπολεμικών δραχμών, και την με αριθμό .../6-11-1958 απόφαση έκδοσης χρηματικού εντάλματος του ΓΕΝ ΥΕΘΑ, δυνάμει των οποίων κατεβλήθη στην τελευταία η ως άνω αποζημίωση.
Επισημαίνεται, ότι καθ'ολη την διάρκεια της διαδικασίας καθορισμού και είσπραξης της αποζημίωσης ουδείς τρίτος, πλην της Ιεράς Μονής, παρενέβη σε αυτήν προβάλλοντας ίδιο δικαίωμα επί του επιδίκου αλλά ούτε και αργότερα αμφισβήτησε το δικαίωμα της τελευταίας σε αυτό. Σύμφωνα, επομένως, με τα προεκτεθέντα, με την έκδοση του ως άνω χρηματικού εντάλματος για καταβολή της ορισθείσας αποζημίωσης στην δικαιούχο αυτής η απαλλοτρίωση συντελέστηκε (άρθρο 7 αν 1731/39), με συνέπεια το επίδικο ακίνητο να περιέλθει νομίμως στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου κατά πρωτότυπο τρόπο, και ακολούθως, δυνάμει της διάταξης του άρθρου 1 παρ. 1 και 3 του ν.δ 769/1970 (ΦΕΚ 280Α/21-12-1970) στη κυριότητα του δεύτερου εκκαλούντος, Ταμείου Εθνικού Στόλου, και μάλιστα αναδρομικώς από τη συντέλεση της απαλλοτρίωσης, το οποίο, σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 6 του Ν.4944/1931, θεωρείται ότι έχει αδιαλείπτως τη νομή του ακινήτου κτήματος από της κτήσεως της κυριότητας αυτού, ανεξάρτητα από κάθε αφαίρεση αυτής από τρίτο.
Εξάλλου, ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι εμφιλοχώρησε αυτοδίκαιη ανάκληση της απαλλοτρίωσης λόγω μη εμπρόθεσμης συντέλεσης της κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 2 του ν. 1731/1939, απαραδέκτως εν προκειμένω προβάλλεται καθόσον η αυτοδίκαιη αυτή ανάκληση της απαλλοτρίωσης, αποβλέπουσα μόνον στο συμφέρον του καθ' ου η απαλλοτρίωση ιδιοκτήτη για να μην παραμένει η κηρυχθείσα εις βάρος του απαλλοτρίωση επί μακρό χρονικό διάστημα εκκρεμής και μετέωρη, προς βλάβη των συμφερόντων του, λόγω της δεσμεύσεως της ιδιοκτησίας του, μπορεί να προταθεί μόνον από αυτόν (ΑΠ 754/2011, ΑΠ 2082/1983, Εφ Λαρ 28/2015 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).
Εν προκειμένω δε η αναγνωρισθείσα τελικώς κατά τα ανωτέρω δικαιούχος της αποζημίωσης Ιερά Μονή ουδέποτε προέβαλε τέτοιον ισχυρισμό, αλλά αντιθέτως η συμμετοχή της στην διαδικασία μέχρις εισπράξεως του ποσού της αποζημίωσης μαρτυρά σαφώς τη βούλησή της να μη ασκήσει το δικαίωμα που θεσπίσθηκε για το συμφέρον της, να καταστήσει δηλαδή ανίσχυρη την απαλλοτρίωση επικαλούμενη την αυτοδίκαιη ανάκλησή της, αλλά να διατηρηθεί αυτή.
Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε ότι το Ελληνικό Δημόσιο ουδέποτε απέκτησε την κυριότητα επί του επιδίκου, επειδή την ορισθείσα αποζημίωση έλαβε πρόσωπο που δεν είχε αναγνωρισθεί με τελεσίδικη δικαστική απόφαση ούτε αποδείχθηκε ότι κατά τον χρόνο αυτό ήταν αληθινή κυρία του ακινήτου, έσφαλε κατά την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και εσφαλμένα εκτίμησε τις αποδείξεις κατά το βάσιμο περί τούτου λόγο της έφεσης, γι' αυτό πρέπει να γίνει δεκτή ως και κατ' ουσίαν βάσιμη η έφεση ως προς το δεύτερο εκκαλούν και να εξαφανισθεί ως προς αυτό κατ' αρθρ. 535 § 1 Κ.Πολ.Δ.
η εκκαλούμενη απόφαση. Ακολούθως, η υπόθεση πρέπει να διακρατηθεί από το Δικαστήριο τούτο και να αναδικασθεί η αγωγή, η οποία τυγχάνει καθ'όλα ορισμένη, παρά τους περί του αντιθέτου ισχυρισμούς του εναγόμενου, καθόσον τα ενάγοντα δεν φέρονται να την ασκούν ως συγκύριοι ή να διεκδικεί το καθένα από αυτά διαφορετικό τμήμα του επιδίκου, ώστε να πρέπει να αναφέρουν ποσοστά συγκυριότητας ή να περιγράφουν τα ειδικότερα τμήματα αυτού, αλλά διεκδικούν αμφότερα (αν και απαραδέκτως, σύμφωνα με τα ανωτέρω το πρώτο ενάγον), ολόκληρο το ακίνητο.
Περαιτέρω, ενόψει των προεκτιθεμένων περιστατικών που αποδείχθηκαν, αυτή πρέπει να γίνει δεκτή ως ουσία βάσιμη, και να αναγνωρισθεί το δεύτερο ενάγον, Ταμείο Εθνικού Στόλου, κύριο του επίδικου ακινήτου και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να του το αποδώσει". Μετά τις παραδοχές αυτές, το Μονομελές Εφετείο Πειραιώς με την προσβαλλομένη, κατά παραδοχή της έφεσης του αναιρεσιβλήτου, (αφού απέρριψε την έφεση ως προς το μη διάδικο εδώ Ελληνικό Δημόσιο), εξαφάνισε την πρωτόδικη, 24/2016, οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, (που είχε κρίνει αντίθετα) και δέχθηκε την ένδικη διεκδικητική αγωγή ως προς το αναιρεσίβλητο, (Τ.Ε.Σ.), του οποίου και αναγνώρισε την κυριότητα επί του επιδίκου ακινήτου στη νήσο Αίγινα και υποχρέωσε τον εναγόμενο να του το αποδώσει.
Ειδικότερα, το Εφετείο δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, τα εξής: Κατά τα έτη 1936 και 1939, κατόπιν έκδοσης αντίστοιχων βασιλικών διαταγμάτων, (σύμφωνα με τους ν.ΓΣΙΣΤ'/30-5-1907, ΓΠΝΑ'/4-12-1911 και α.ν. 663/1937) απαλλοτριώθηκε αναγκαστικά από το Ελληνικό Δημόσιο, (μη διάδικο στην παρούσα δίκη), με δαπάνη του αναιρεσίβλητου Ταμείου Εθνικού Στόλου, συνολική έκταση 349,507 στρεμμάτων στη θέση "..." της νήσου Αίγινας, για λόγους δημόσιας ανάγκης και, συγκεκριμένα, για τις ανάγκες του τότε Βασιλικού Ναυτικού, την οργάνωση της τοπικής επάκτιας άμυνας και την ανέγερση στρατιωτικών κτιρίων, η οποία (έκταση) στη συνέχεια διαμορφώθηκε σε ναυτικό οχυρό των ενόπλων δυνάμεων, για τις ανάγκες άμυνας του Πειραιά κατά τη διάρκεια του Β' παγκοσμίου πολέμου, ενώ η έκταση αυτή το έτος 1956 καθορίστηκε και νομοθετικά ως ναυτικό οχυρό, χαρακτήρα που εξακολούθησε να έχει μέχρι το έτος 2002.
Από το έτος 1973 η κυριότητα της παραπάνω έκτασης περιήλθε από το Ελληνικό Δημόσιο στο αναιρεσίβλητο, δυνάμει των άρθρων 1 παρ. 1 και 3 του ν.δ. 769/1970. Περαιτέρω δέχθηκε το Εφετείο ότι με την 206/1937 απόφαση του Προέδρου Πρωτοδικών Πειραιά ορίστηκαν υπέρ των ιδιοκτητών της απαλλοτριωθείσας έκτασης προσωρινές αποζημιώσεις, οι οποίες κατατέθηκαν στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων και οι αντίστοιχες παρακαταθέσεις γνωστοποιήθηκαν σε όλους τους δικαιούχους το έτος 1938 με απόφαση του Υφυπουργού Ναυτικών που δημοσιεύθηκε στο σχετικό ΦΕΚ.
Τμήμα της εν λόγω έκτασης, εμβαδού 3.675,96 τ.μ. (επίδικη) φέρεται να απέκτησε κατά κυριότητα σε μεγαλύτερη έκταση με παράγωγο τρόπο ο αναιρεσείων τα έτη 1990,1991 και 1998, ενώ, όπως προαναφέρθηκε, αυτή ανήκει πλέον στην κυριότητα του αναιρεσίβλητου. Η επίδικη έκταση αποτελεί τμήμα του με αριθμό 80 αγροτεμαχίου του από 13/10/1936 κτηματολογικού πίνακα που συντάχθηκε για την κηρυχθείσα απαλλοτρίωση του έτους 1936, με φερόμενο ιδιοκτήτη ΑΓΝΩΣΤΟ.
Κατόπιν της από 9-6-1949 αίτησης συμβιβασμού 142 κυρίων της πιο πάνω απαλλοτριωθείσας έκτασης το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους σε Ολομέλεια γνωμοδότησε κατά πλειοψηφία το έτος 1954, στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων του, υπέρ του συμβιβασμού του Ελληνικού Δημοσίου με εκείνους τους ιδιοκτήτες που θα αποδέχονταν εγγράφως τον συμβιβαστικό καθορισμό της οφειλόμενης σ' αυτούς αποζημίωσης, δεχόμενο ότι δεν είχε συντελεστεί μέχρι τότε η απαλλοτρίωση των ακινήτων τους, διότι δεν είχε λάβει χώρα ειδοποίηση των ενδιαφερομένων της παρακατάθεσης.
Ακολούθως, 56 ιδιοκτήτες των απαλλοτριούμενων εκτάσεων με την από 4/4/1958 αίτησή τους προς το ΝΣΚ, μεταξύ των οποίων και η Ι.Μ. Αιγίνης Κοιμήσεως της Θεοτόκου ...", ζήτησαν ν' αναγνωρισθούν κύριοι των απαλλοτριούμενων εκτάσεων, η δε Ι.Μ. και του γεωτεμαχίου με αριθμό κτηματολογικού πίνακα 80 (επίδικο), προκειμένου να τους καταβληθεί η συμβιβαστικώς αναγνωρισθείσα αποζημίωση.
Το ΝΣΚ, με το 1437 πρακτικό συνεδρίασης του Α' Τμήματος της 9-10-1958 γνωμοδότησε, κατ' άρθρο 28 του β.δ./7-6-1957, ομόφωνα υπέρ της αποδοχής της αίτησης της πιο πάνω Ιεράς Μονής, ως δικαιούχου της εν λόγω αποζημίωσης για το γεωτεμάχιο…, η γνωμοδότηση δε αυτή έγινε δεκτή από τον Υπουργό Οικονομικών. Επισημαίνεται, επίσης, από το Εφετείο ότι η κατά τα ως άνω διοικητική αναγνώριση δικαιούχων δεν αποκλείεται από τις διατάξεις του νόμου περί αναγκαστικών απαλλοτριώσεων, καθώς και ότι, "κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 35 παρ. 2 του κ.δ. 26/1944 (και όχι 6/1944 που αναγράφεται από προφανή παραδρομή στην απόφαση), μετά την έγκριση από τον Υπουργό της γνωμοδότησης του ΝΣΚ υπέρ της αναγνώρισης αξίωσης τινός κατά του Δημοσίου και της εν γένει συμβιβαστικής λύσεως διαφοράς, ουδείς έλεγχος πλέον δύναται ν' ασκηθεί".
Στη συνέχεια, στις 6-11-1958, εκδόθηκε το σχετικό χρηματικό ένταλμα με τα συνοδεύοντα αυτό έγγραφα, ποσού 50.356 δρχ, όπου αναγράφονται όλα τα τεμάχια του κτηματολογικού πίνακα για τα οποία αναγνωρίστηκε δικαιούχος αποζημίωσης η Ι.Μ., στην οποία και καταβλήθηκε αυτή, ενώ καθόλη τη διάρκεια της πιο πάνω διαδικασίας κανένας τρίτος, πλην της Ι.Μ., δεν παρενέβη για να προβάλει ίδιο δικαίωμα στο επίδικο γεωτεμάχιο, αλλά ούτε και αργότερα αμφισβήτησε κάποιος το δικαίωμά της σε αυτό.
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Εφετείο έκρινε ότι η εν λόγω απαλλοτρίωση συντελέστηκε, με αποτέλεσμα η κυριότητα του επίδικου ακινήτου να περιέλθει στο Ελληνικό Δημόσιο με πρωτότυπο τρόπο και, ακολούθως, κατά το έτος 1973, όπως προαναφέρθηκε, να περιέλθει στην κυριότητα του αναιρεσίβλητου Ταμείου Εθνικού Στόλου και, μάλιστα, αναδρομικά από τη συντέλεση της απαλλοτρίωσης, ανεξάρτητα από την τυχόν αφαίρεση της νομής αυτού από τρίτο.
Τέλος, το Εφετείο απέρριψε τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος για αυτοδίκαιη ανάκληση της απαλλοτρίωσης, εξαιτίας μη εμπρόθεσμης συντέλεσής της (άρθρο 2 ν.1731/39), ως απαράδεκτο, με την παραδοχή ότι ο ισχυρισμός αυτός μπορεί να προταθεί μόνον από τον καθού η απαλλοτρίωση ιδιοκτήτη για να μην παραμένει η σε βάρος του κηρυχθείσα απαλλοτρίωση επί μακρόν εκκρεμής και μετέωρη προς βλάβη των συμφερόντων του, πράγμα που δεν συνέβη στην προκείμενη περίπτωση εκ μέρους της δικαιούχου της αποζημίωσης Ιεράς Μονής, η οποία συμμετείχε στη σχετική διαδικασία μέχρις εισπράξεως του ποσού της αποζημίωσης, που υποδηλώνει τη σαφή βούλησή της να μην επικαλεστεί την αυτοδίκαιη ανάκληση της απαλλοτρίωσης.
Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 7 του ν.1731/1939, σε συνδυασμό και με τις λοιπές διατάξεις που αναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, ενώ διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς τα ουσιώδη ζητήματα: 1) της συντέλεσης της προαναφερόμενης αναγκαστικής απαλλοτρίωσης με την έκδοση και την εξόφληση από το Ελληνικό Δημόσιο χρηματικού εντάλματος πληρωμής της συμβιβαστικώς αναγνωρισθείσας (προσωρινής) αποζημίωσης υπέρ της πιο πάνω δικαιούχου Ιεράς Μονής για το επίδικο γεωτεμάχιο με αριθμό … και 2) της κτήσης κυριότητας (με πρωτότυπο τρόπο) του εν λόγω ακινήτου από το Ελληνικό Δημόσιο και, στη συνέχεια, από το αναιρεσίβλητο Ταμείο Εθνικού Στόλου, οι οποίες (αιτιολογίες) επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των παραπάνω ουσιαστικών διατάξεων.
Επομένως, ο τέταρτος από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ. λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τ' αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Οι περαιτέρω αιτιάσεις που προβάλλονται με τον ίδιο λόγο, ως προς τη μη νόμιμη αναγνώριση της Ιεράς Μονής ως κυρίας του επιδίκου με δικαστική απόφαση, τη μη απόκτηση κυριότητας αυτού από το Ελληνικό Δημόσιο, διότι η αποζημίωση καταβλήθηκε σε μη κύριο και τη μη διευκρίνιση για το αν ειδοποιήθηκαν οι ιδιοκτήτες του κατατμηθέντος κατά το έτος 1938 τεμαχίου με αριθμό 80, είναι αλυσιτελείς, δεδομένου ότι με την προσβαλλόμενη απόφαση έγινε δεκτό ότι "μετά την αναγνώριση από το ΝΣΚ αξίωσης κατά του Δημοσίου και εν γένει συμβιβαστικής λύσεως της διαφοράς και την έγκριση από τον Υπουργό της σχετικής αναγνωριστικής γνωμοδότησης, δεν μπορεί να ασκηθεί πλέον κανένας έλεγχος", όπως συνέβη στην προκείμενη περίπτωση, ενώ η έκδοση του σχετικού χρηματικού εντάλματος και η καταβολή της αποζημίωσης σ' εκείνον που αναγνωρίσθηκε δικαιούχος, (δηλαδή, στην ανωτέρω Ιερά Μονή), επιφέρει συντέλεση της απαλλοτρίωσης, ανεξάρτητα από το αν αυτός είναι ή όχι ο πραγματικός κύριος του απαλλοτριωθέντος, ο δε αληθινός κύριος, αν δεν συμπίπτει με το δικαιούχο, έχει ενοχική μόνον αξίωση κατά του τελευταίου που εισέπραξε την αποζημίωση, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη.
VIV. Κατά το άρθρο 2 παρ. 3 του άνω α.ν. 1731/1939, όπως τούτο τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε μεταγενέστερα, απαλλοτρίωση "μη συντελουμένη κατά τα εν άρθρω 7 παρ. 1 του νόμου τούτου οριζόμενα εντός ορισμένης προθεσμίας από της κηρύξεώς της θεωρείται αυτοδικαίως ανακληθείσα". Η προθεσμία αυτή ορίσθηκε με την ίδια διάταξη διετής για τις προ της ισχύος του νόμου τούτου κηρυχθείσες απαλλοτριώσεις, αρχόμενη από της ισχύος αυτού (25-5-1939), παραταθείσα δε περαιτέρω δυνάμει του άρθρου 5 του ν.δ. 80/1941 (175) επί ένα έτος, έληξε την 25-5-1942.
Ωσαύτως, όπως προκύπτει από τις ανωτέρω διατάξεις, συνδυαζόμενες μεταξύ τους, αναγκαστική απαλλοτρίωση, κηρυχθείσα διαρκούσας της ισχύος του ν. ΓΠΝΑ'/1911, εφόσον δεν ήθελε συντελεσθεί κατά τον υπ' αυτού, οριζόμενο τρόπο, ουδέ μετά την ισχύ του μεταγενέστερου α.ν. 1731/39, κατά το άρθρο 7 αυτού και εντός τριετίας από της ισχύος του, θεωρείται αυτοδικαίως ανακληθείσα, υποχρεουμένης της Διοικήσεως να προβεί και σε τυπική άρση αυτής με έκδοση σχετικής διοικητικής πράξης, καθόσον άλλως παραλείπει νόμω οφειλόμενη ενέργεια.
Η αυτοδίκαιη δε ανάκληση της απαλλοτρίωσης που έχει κηρυχθεί, η οποία προβλέπεται από τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ.1, 2 και 3 του α.ν. 1731/1939, στην περίπτωση της μη καταβολής της αποζημίωσης που ορίστηκε στις προθεσμίες που ορίζουν οι διατάξεις αυτές, δεν λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, αλλά πρέπει να προβάλλεται από τον καθού η απαλλοτρίωση.
Προσέτι, η αυτοδίκαιη αυτή ανάκληση της απαλλοτρίωσης λόγω μη καταβολής της ορισθείσας αποζημίωσης μέσα στις προθεσμίες που ορίζουν οι πιο πάνω διατάξεις, αποβλέπουσα μόνο στο συμφέρον του καθού η απαλλοτρίωση ιδιοκτήτη για να μην παραμένει η κηρυχθείσα σε βάρος του απαλλοτρίωση επί μακρό χρονικό διάστημα εκκρεμής και μετέωρη, προς βλάβη των συμφερόντων του, λόγω της δέσμευσης της ιδιοκτησίας του, μπορεί από αυτόν μόνο να προταθεί (Ολ.
ΑΠ 12/2018). Με τον πέμπτο (τελευταίο) λόγο αναίρεσης αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες από τους αρ. 1, 8, 14 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο παρά το νόμο απέρριψε ως απαράδεκτο τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ότι επήλθε αυτοδίκαιη ανάκληση της απαλλοτρίωσης λόγω μη εμπρόθεσμης συντέλεσής της, κατ' άρθρ. 2 του α.ν. 1731/1939, που παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου, με το να κρίνει, ότι τον πιο πάνω ισχυρισμό μπορεί να προτείνει μόνον ο καθού η απαλλοτρίωση ιδιοκτήτης και όχι ο αναιρεσείων, παρά το ότι η Ιερά Μονή δεν αναγνωρίσθηκε νομίμως ως δικαιούχος της αποζημίωσης ούτε προκύπτει ο τρόπος που αυτή κατέστη κυρία του επίδικου ακινήτου.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, ως προς όλες τις αποδιδόμενες πλημμέλειες, δεδομένου ότι, όπως αναφέρθηκε στην αμέσως προηγούμενη σκέψη, έγινε δεκτό ότι επήλθε συντέλεση της απαλλοτρίωσης και ότι η Ιερά Μονή (καθής η απαλλοτρίωση) αναγνωρίστηκε δικαιούχος της αποζημίωσης, ανεξάρτητα από το αν ήταν ή όχι αληθής κυρία, του επιδίκου, η οποία και δεν επικαλέστηκε, όπως είχε (μόνον αυτή) δικαίωμα, την αυτοδίκαιη ανάκληση της απαλλοτρίωσης, αφού με την είσπραξη της αποζημίωσης εκδήλωσε τη βούλησή της να διατηρηθεί η τελευταία.
Σε κάθε περίπτωση ο ίδιος λόγος είναι απαράδεκτος, ελλείψει εννόμου συμφέροντος, δεδομένου ότι το επίδικο ακίνητο μετά τη συντέλεση της απαλλοτρίωσης περιήλθε στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου (αρχικά) οι δε δικαιοπάροχοι του αναιρεσείοντος, οι οποίοι του το μεταβίβασαν σε πολύ μεταγενέστερους χρόνους, δεν ήσαν κύριοι αυτού και, συνεπώς, δεν υπάρχει νομικός δεσμός που να συνδέει τον αναιρεσείοντα με το επίδικο, ώστε να έχει έννομο συμφέρον για την επίκληση του ισχυρισμού περί αυτοδίκαιης ανάκλησης της πιο πάνω απαλλοτρίωσης.
Επομένως το Εφετείο που έλαβε υπόψη του τον προαναφερόμενο ισχυρισμό του αναιρεσείοντος και, στη συνέχεια, τον απέρριψε ως απαράδεκτο, δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου την περί αυτοδίκαιης ανάκλησης της κηρυχθείσας απαλλοτρίωσης ουσιαστική διάταξη ούτε κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο. VV. Κατά συνέπεια, μη υπάρχοντος ετέρου λόγου προς διευρεύνηση, η αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί, το παράβολο πρέπει να εισαχθεί στο Δημόσιο Ταμείο και κατά παραδοχή του αιτήματος του αναιρεσιβλήτου η δικαστική του δαπάνη πρέπει να επιβληθεί στον ηττώμενο αναιρεσείοντα (άρθρ. 176, 183, 191 παρ. 2, 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, 22 ν. 3693/57, ως ισχύει), σύμφωνα με το διατακτικό.-
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 28-8-2018 αίτηση του Ν. Κ. κατά του Ταμείου Εθνικού Στόλου για αναίρεση της 368/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Και
Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, το ποσό της οποίας ορίζει σε τριακόσια ευρώ (300 €).
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Μαΐου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Ιουλίου 2020.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ