Supreme Court dismisses appeal on perjury charges due to lack of evidence and improper reasoning by the lower court.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appellant's appeal against a second-instance judgment convicting him of perjury. The appellant argued the lower court failed to properly evaluate evidence and misapplied criminal law regarding false accusations. The court found the lower court's reasoning sufficient and the appellant's claims regarding evidence assessment inadmissible.
Legislator headnote
AI generatedArticles 362 and 363 of the Criminal Code; The court established that a conviction for perjury requires clear proof of false statements made with intent to harm, and the lower court's evaluation of evidence is not subject to appellate review unless there is a fundamental procedural error.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 820 / 2016 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 820/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Γεωργέλλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσούλα Παρασκευά, Μαρία Χυτήρογλου, Αρτεμισία Παναγιώτου - Εισηγήτρια και Χρήστο Βρυνιώτη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Φεβρουαρίου 2016, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευσταθίας Σπυροπούλου (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Γ. Μ. του Β., κατοίκου ... που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Χριστοδουλόπουλο, για αναίρεση της υπ’ αριθ. 546/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ι. Β., κάτοικο ..., που παρέστη αυτοπροσώπως με την ιδιότητά του ως δικηγόρος.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην υπ’ αριθμ.πρωτ.5149/13-7-2015 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 799/2015.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος και τον πολιτικώς ενάγοντα με την ιδιότητά του ως δικηγόρος, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 13-7-2015 (αριθμ. πρωτ. 5149/13-7-2015) αίτηση του Γ. Μ. του Β. για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 546/2015 καταδικαστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημ/των) Αθηνών, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα. Επομένως, είναι παραδεκτή και πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω.
Σύμφωνα με το άρθρο 141 παρ. 1 εδάφιο α’ του ΚΠΔ τα πρακτικά της συνεδριάσεως πρέπει να περιέχουν με συντομία τις καταθέσεις των μαρτύρων... τις απολογίες και τις δηλώσεις των κατηγορουμένων και των αστικώς υπευθύνων, τις πράξεις και τις αιτήσεις του εισαγγελέα και των διαδίκων, τις αποφάσεις του Δικαστηρίου και τις διατάξεις εκείνου που διευθύνει τη συζήτηση και γενικά κάθε αξιόλογο γεγονός κατά τη διάρκεια της συνεδριάσεως, ενώ στην παρ. 2 εδάφιο α’ του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι ο εισαγγελέας και οι διάδικοι έχουν το δικαίωμα να ζητούν την καταχώρηση κάθε δηλώσεως όσων εξετάζονται ή εκείνων που μετέχουν στη δίκη, αν έχουν συμφέρον και δεν είναι αντίθετο στο νόμο, και παραδίδουν γραπτώς σ’ αυτόν που διευθύνει τη συζήτηση τις δηλώσεις τους που αναπτύχθηκαν προφορικά.
Κατά δε την παρ. 3 του ίδιου άρθρου, τα πρακτικά ωσότου προσβληθούν για πλαστότητα αποδεικνύουν όλα όσα αναγράφονται σ’ αυτά, σύμφωνα με το άρθρο 140 και αυτό το άρθρο. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Β’ ΚΠΔ, λόγος αναίρεσης της απόφασης είναι και η έλλειψη ακρόασης κατά το άρθρο 170 παρ.2 ίδιου Κώδικα, η οποία επιφέρει ακυρότητα της διαδικασίας.
Η ακυρότητα αυτή επέρχεται, κατά τη διάταξη του άρθρου 170 παρ. 2 στοιχ. α ΚΠΔ, στην περίπτωση που ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορος του ζήτησαν να ασκήσουν δικαίωμα που ρητά τους παρέχεται από το νόμο και το δικαστήριο αρνήθηκε ή παρέλειψε να απαντήσει στο σχετικό αίτημα. Τέτοιο δικαίωμα αποτελεί και εκείνο του κατηγορουμένου, όπως, σύμφωνα με τα άρθρα 352 και 353 του ΚΠΔ, ζητήσει αναβολή της δίκης για κρείσσονες αποδείξεις, εναπόκειται όμως στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου να διατάξει την εν λόγω αναβολή, αν κρίνει ότι οι αποδείξεις αυτές είναι αναγκαίες για να μορφώσει την κατά το άρθρο 177 του ίδιου Κώδικα δικανική του πεποίθηση.
Αν δεν απαντήσει το δικαστήριο επί του πιο πάνω αιτήματος του κατηγορουμένου, υφίσταται έλλειψη ακροάσεως αυτού κατά το άρθρο 170 παρ. 2 του ΚΠΔ και ιδρύεται ο ανωτέρω από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β’ του ίδιου Κώδικα λόγος αναιρέσεως, με την προϋπόθεση ότι το αίτημα έχει υποβληθεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο.
Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο αναίρεσης προβάλλει έλλειψη ακροάσεως καθώς, καίτοι ο συνήγορος του υπέβαλε εγγράφως και ανέπτυξε προφορικά αίτημα αναβολής της δίκης προκειμένου να προσέλθουν να καταθέσουν οι προταθέντες υπ’ αυτού μάρτυρες, το Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση δεν απάντησε επί του αιτήματος του αυτού. Όμως, από τα ίδια πρακτικά της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, και τα οποία, σημειωτέον, δεν προσβάλλονται για πλαστότητα, δεν προκύπτει ότι υποβλήθηκε ορισμένο αίτημα αναβολής της δίκης προκειμένου να κληθούν να καταθέσουν οι μάρτυρες Γ. Α., δικηγόρος, Α. Ξ., δικηγόρος, Α. Κ., Δ. Ρ. και Γ. Τ., ήτοι με αναφορά της αναγκαιότητας της παρουσίας τους και του θέματος για το οποίο καθένας εξ αυτών θα εξεταζόταν. Επομένως, το Δικαστήριο δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει, απορριπτόμενου του ανωτέρω, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β’ ΚΠΔ λόγου αναιρέσεως.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 229 παρ. 1 ΠΚ, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους τιμωρείται όποιος εν γνώσει καταμηνύει άλλον ψευδώς ή αναφέρει γι’ αυτόν ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξη του γι’ αυτήν. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του υπ’ αυτής προβλεπομένου εγκλήματος της ψευδούς καταμηνύσεως απαιτείται αντικειμενικώς μεν να έγινε μήνυση ή ανακοίνωση με οποιονδήποτε τρόπο σε αρχή ότι τελέστηκε από άλλον αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση το δε περιεχόμενο της μηνύσεως ή ανακοινώσεως να είναι αντικειμενικώς ψευδές, υποκειμενικώς δε άμεσος δόλος, ήτοι ο μηνύσας ή ανακοινώσας να είχε γνώση ότι το περιεχόμενο της μηνύσεως ή ανακοινώσεως είναι ψευδές και να έκανε τη μήνυση ή ανακοίνωση με σκοπό να προκληθεί ποινική ή πειθαρχική δίωξη σε βάρος εκείνου που καταμηνύεται, χωρίς να απαιτείται και πραγμάτωση του σκοπού αυτού.
Επίσης,/ από τις διατάξεις των άρθρων 362 και 363 ΠΚ, προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως, που τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών, απαιτείται αντικειμενικώς μεν ισχυρισμός ή διάδοση από το δράστη για άλλον, ενώπιον τρίτου, ψευδούς γεγονότος, το οποίο μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει, αφενός μεν τη γνώση του δράστη με την έννοια της βεβαιότητας ότι το γεγονός αυτό είναι ψευδές και μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου και αφετέρου τη θέληση αυτού να ισχυριστεί ή διαδώσει ενώπιον τρίτου το γεγονός αυτό.
Ως γεγονός κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων, νοείται κάθε συγκεκριμένο περιστατικό του εξωτερικού κόσμου, που ανάγεται στο παρελθόν ή στο παρόν, υποπίπτει στις αισθήσεις και αντίκειται στην ηθική και την ευπρέπεια. Δεν αποκλείεται στην έννοια του γεγονότος να υπαχθούν η έκφραση γνώμης ή αξιολογικής κρίσης ή χαρακτηρισμού, όταν συνδέονται και σχετίζονται με συγκεκριμένα περιστατικά που συνιστούν γεγονός και στη συγκεκριμένη περίπτωση συνιστούν προσβολή της προσωπικότητας.
Περαιτέρω, η δικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του ίδιου Κώδικα προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθενται σ’ αυτήν, προκειμένου περί καταδικαστικής αποφάσεως, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο σχετικά με τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά καθώς και οι σκέψεις, με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά στην εφαρμοσθείσα ποινική διάταξη.
Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο όλο. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ’ είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεση τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά.
Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα.
Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Η ύπαρξη του δόλου που απαιτείται, κατά το άρθρο 26 παρ. 1 ΠΚ, για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος, δεν είναι κατ’ αρχήν ανάγκη να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι προκύπτει από την πραγμάτωση των περιστατικών τούτων.
Όταν όμως, όπως συμβαίνει επί των εγκλημάτων της ψευδούς καταμηνύσεως και της συκοφαντικής δυσφημήσεως αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως η "εν γνώσει" ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως ή η τέλεση της πράξεως με τον "σκοπό" προκλήσεως ορισμένου αποτελέσματος, δηλαδή άμεσος δόλος, η ύπαρξη αυτού πρέπει να αιτιολογείται ειδικά, με παράθεση των περιστατικών που δικαιολογούν, ότι υπήρχε το στοιχείο της γνώσης και τούτο διότι η γνώση ως ενδιάθετη βούληση επιβάλλεται να εξειδικεύεται και να συνοδεύεται από εκδηλώσεις του δράστη εις τρόπον ώστε να συνάγεται σαφώς, ότι το περιεχόμενο της καταμηνύσεως κ.λ.π ήταν αποτέλεσμα της ενσυνείδητης ενέργειας του, διαφορετικά η απόφαση στερείται της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας.
Υπάρχει, όμως, και στις περιπτώσεις αυτές η εν λόγω αιτιολογία, όταν, σύμφωνα με τις παραδοχές της αποφάσεως, ο σχετικός με το ψευδές γεγονός ισχυρισμός του δράστη, θεμελιώνεται σε προσωπική πεποίθηση ή αντίληψη του ιδίου ή σε δική του πράξη ή παράλειψη, οπότε είναι αυτονόητη η σχετική γνώση του δράστη, χωρίς να απαιτείται παράθεση άλλων, σχετικών με τη γνώση, περιστατικών.
Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει και εσφαλμένη είναι η εφαρμογή αυτού, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία δέχθηκε ότι προέκυψαν, στην αληθή έννοια του αλλά και όταν η σχετική διάταξη παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, διότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ’ αριθμ. 546/2015 απόφαση, το Τριμελές Εφετείο (Πλημ/των) Αθηνών, που την εξέδωσε σε δεύτερο βαθμό, δέχθηκε ανελέγκτως στο σκεπτικό του, μετά από εκτίμηση των αναφερομένων κατ’ είδος αποδεικτικών μέσων (ανωμοτί κατάθεση πολιτικώς ενάγοντα, καταθέσεις μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, αναγνωσθέντα έγγραφα και απολογία κατηγορουμένου), ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα :
Στις 22-11 -2002, το με αριθμό ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, που εκινείτο στην ΕΟ Λαμίας-Καρπενησίου, με κατεύθυνση προς ..., όταν έφθασε στην ο8,800 χ. θ. της άνω οδού, εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και συγκρούστηκε με την με αριθμό ... δίκυκλη μοτοσικλέτα, που οδηγούσε ο Π. Μ., αδελφός του κατηγορουμένου, με αποτέλεσμα τον θανάσιμο τραυματισμό του παραπάνω οδηγού της μοτοσικλέτας, καθώς και του συνεπιβάτη της Χ.
Κ.. Με την με αριθμό 2078/2006 οριστική απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου Λαμίας κρίθηκε ότι οδηγός του παραπάνω ΙΧΕ αυτοκινήτου και ένοχος ανθρωποκτονίας από αμέλεια κατά συρροή, ήταν ο Ι. Β. του Κ., ενώ με την με αριθμό 2079/2006 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου κρίθηκε ότι δεν οδηγούσε το πιο πάνω ζημιογόνο ΙΧΕ αυτοκίνητο ο Δ.
Μ. του Γ., ο οποίος κηρύχθηκε αθώος των ανθρωποκτονιών. Κατόπιν έφεσης του Ι. Β. και του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Λαμίας, εκδόθηκε η με αριθμό 29/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας, ήδη αμετάκλητη, που έκρινε ένοχο τον Δ. Μ., ως οδηγό του ζημιογόνου οχήματος και αθώωσε τον Ι. Β.. Στο μεταξύ, μέλη της οικογένειας του θανόντος Π.
Μ., μεταξύ των οποίων και ο κατηγορούμενος αδελφός του άσκησαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λαμίας την από 7-9-2004 αγωγή αποζημίωσης , για την οποία εκδόθηκε η με αριθμό 291/2005 απόφαση του παραπάνω Δικαστηρίου, που την απέρριψε ως απαράδεκτη ένεκα επικουρικής εναγωγής των Ι. Β. και Δ. Μ., ως οδηγών του ζημιογόνου οχήματος.
Στη συνέχεια οι ίδιοι ενάγοντες άσκησαν στο αυτό Δικαστήριο την από 3-1-2007 δεύτερη αγωγή τους, για την οποία εκδόθηκε η με αριθμό 276/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας, η οποία ανέστειλε τη δίκη, για την αγωγή αυτή, καθώς και για άλλες κύριες και παρεμπίπτουσες αγωγές, μέχρι να εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση επί της πιο πάνω από 7-9-2004 αρχικής αγωγής, καθώς ο εναγόμενος Ι.
Β. είχε προσβάλει με έφεση την με αριθμό 291/2005 απόφαση. Περαιτέρω αποδείχτηκε ότι περί το τέλος έτους 2006, ο κατηγορούμενος και τα λοιπά μέλη της οικογένειας του ανέθεσαν στον εγκαλούντα και πολιτικώς ενάγοντα Δικηγόρο Αθηνών Ι. Β. την άσκηση της από 3-1-2007 δεύτερης αγωγής τους για αποζημίωση και την εκπροσώπηση τους στα αστικά Δικαστήρια, καθώς και την εκπροσώπηση τους στα ποινικά Δικαστήρια , ως πολιτικώς ενάγοντες.
Μεταξύ του εγκαλούντος Δικηγόρου, του κατηγορουμένου και των λοιπών συνεναγόντων της πιο πάνω από 3-1-2007 αγωγής, καταρτίστηκε το από 24-1-2008 πληρεξούσιο-εργολαβικό-εκχωρητήριο, δυνάμει του οποίου συμφωνήθηκε δικηγορική αμοιβή σε ποσοστό 14% επί του αντικειμένου της αγωγής (745.964 ευρώ), συμπεριλαμβανομένης και της δικαστικής δαπάνης, ενώ για τις ποινικές δίκες ορίστηκε οι εντολείς να καταβάλουν στον εγκαλούντα μόνο την αξία των γραμματειών προείσπραξης.
Η συμφωνία αυτή εργολαβικής αμοιβής ορίστηκε να ισχύει και στην περίπτωση που κριθεί ότι οδηγός του ζημιογόνου οχήματος ήταν ο Δ. Μ., ενώ συμφωνήθηκε ο εγκαλών να μην δικαιούται αμοιβής σε περίπωση απώλειας της δίκης. Το εργολαβικό αυτό κατατέθηκε στο Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών με αψιθ. Πρωτ. .../17-6-2008. Περαιτέρω, αποδείχτηκε ότι ο κατηγορούμενος στην Αθήνα, στις 29-9-2008 κατέθεσε στον Δ.Σ.Α την ταυτόχρονη καταγγελία του σε βάρος του εγκαλούντος Δικηγόρου, της οποίας ο εγκαλών έλαβε γνώση στις 7-10-2008 με την επίδοση κλήσης για παροχή εξηγήσεων, στην οποία καταγγελία ο κατηγορούμενος ανέφερε τα εξής πραγματικά περιστατικά, για τα οποία καταδικάστηκε πρωτόδικα και ως προς αυτά μόνο μεταβιβάστηκε η υπόθεση στο παρόν Δικαστήριο με την έφεση του.
Συγκεκριμένα ανέφερε ότι σε μία ποινική δίκη "παρωδία" ο εγκαλών ήταν απροετοίματος και σχεδόν ανύπαρκτος απέναντι στους αντιδίκους δικηγόρους, τέλος δε ότι προσπάθησε να τον παραπλανήσει ότι δεν μπορούν να συνεχίσουν την υπόθεση στον Άρειο Πάγο και δεν εκτέλεσε την προς τούτο εντολή που είχε λάβει.
Ακόμη, ο κατηγορούμενος την 15-10-2008, καταθέτοντας ενώπιον του Πειθαρχικού Συμβουλίου του Δ.Σ.Α, ισχυρίστηκε για τον εγκαλούντα ότι "το από 24-1-2008 συμφωνητικό είναι πλαστό, η συμφωνία μας ήταν 14%, αυτό το συμφωνητικό δεν το αναγνωρίζω. Η συμφωνία αποτυπώθηκε στο συμφωνητικό που υπογράψαμε, αλλά αλλοιώθηκε και δεν αποτυπώθηκε σε αυτό που κατατέθηκε στο Σύλλογο...Δεν το αναγνωρίζουμε γιατί το παραποίησε ο κ Β.".
Ειδικότερα, ο κατηγορούμενος ενώπιον του Πειθαρχικού Συμβουλίου του Δ.Σ.Α, που συνεδρίασε δημόσια για να εξετάσει την παραπάνω, από 29-9-08 καταγγελία-αναφορά του, κατέθεσε ότι το από 24-1-2008 επίμαχο συμφωνητικό είχε υπογραφές από τους συμβαλλομένους σε όλες τις σελίδες του, ό,μως ο εγκαλών αφαίρεσε τις δύο πρώτες σελίδες και άφησε την τελευταία και κατίρτησε πλαστό συμφωνητικό ως προς τις δύο πρώτες σελίδες, με περιεχόμενο διαφορετικό στα βασικά σημεία, δηλαδή ως προς το ποσοστό της αμοιβής του η τελική συμφωνία τους ήταν 14%, όμως στο 14% αυτό θα συμπεριλαμβάνονταν όλα τα έξοδα για τις αστικές και ποινικές δίκες, μέχρι τον Άρειο Πάγο.
Για την πειθαρχική δίωξη με αριθμό…/2008, που ασκήθηκε σε βάρος του εγκαλούντος Δικηγόρου, κατόπιν της από 29-9-2008 αναφοράς του κατηγορουμένου, εκδόθηκε, μετά από αναβολές, η με αριθμό …/2008 απόφαση του Πειθαρχικού Συμβουλίου του Δ.Σ.Α, στις 3-12-2008, το οποίο αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία σε βάρος του εγκαλούντος και τότε διωκομένου Δικηγόρου, αφού κρίθηκε ότι αυτός ορθά ενήργησε στην από 3-1-2007 αστική αγωγή, ότι δεν αποδείχθηκε πως προσπάθησε να παραπλανήσει τους εντολείς του ότι δεν μπορούν να υποβάλουν στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου αίτηση για άσκηση αναίρεσης κατά της πιο πάνω ποινικής απόφασης του Εφετείου Λαμίας, ούτε ότι παρέβη εντολή τους να υποβάλει τέτοια αίτηση και ότι τα ζητήματα της αμοιβής του τότε εγκαλουμένου δεν είναι πειθαρχικά αξιολογήσιμα, αλλά θα κριθούν από τα αρμόδια Δικαστήρια.
Κατά της απόφασης αυτής του Πειθαρχικού Συμβουλίου ασκήθηκε, κατόπιν αίτησης του κατηγορουμένου, η με αριθμό 29/31-3-2009 έφεση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, η οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη με την με αριθμό …/2010 απόφαση του Ανώτατου Πειθαρχικού Συμβουλίου Δικηγόρων. Ακόμη αποδείχθηκε ότι επί της από 18-12-2008 αγωγής του εγκαλούντος Δικηγόρου (ειδική διαδικασία αμοιβών) εκδόθηκε η με αριθμό 3384/2014 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία έκρινε ότι το επίμαχο από 14-1-2008 εργολαβικό δίκης όρισε ποσοστό αμοιβής 14%, όμως ήταν άκυρο γιατί κατατέθηκε εκπρόθεσμα στον Δ.Σ.Α, ότι ο ενάγων δικηγόρος ενήργησε επιμελώς κατά την εκτέλεση της εντολής, ότι ο πρώτος εναγόμενος και ήδη κατηγορούμενος Γ.
Μ. με την από 29-9-2008 καταγγελία του έβλαψε την τιμή και υπόληψη του εγκαλούντος και υποχρέωσε τον ήδη κατηγορούμενο να καταβάλει στον ενάγοντα αμοιβή 3.569,64 ευρώ, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης 3.000 ευρώ και επίσης τη δεύτερη εναγομένη-εκκαλούσα Γ. Μ. να του καταβάλει αμοιβή 5.478 ευρώ. Από την προσήκουσα συνεκτίμηση όλων των πιο πάνω αποδεικτικών μέσων, ουδόλως αποδείχτηκε ότι ο εγκαλών ήταν απροετοίμαστος και σχεδόν ανύπαρκτος απέναντι στους αντιδίκους Δικηγόρους, στην ποινική δίκη που ο κατηγορούμενος στην καταγγελία του στο Δ.Σ.Α χαρακτηρίζει ως "παρωδία".
Επίσης δεν αποδείχτηκε ότι δεν εκτέλεσε εντολή που δήθεν είχε λάβει να ζητήσει την αναίρεση της ποινικής απόφασης του Εφετείου από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και ότι προσπάθησε να παραπλανήσει τους εντολείς του ότι η υπόθεση δεν μπορούσε να συνεχιστεί στον Άρειο Πάγο. Όσα ο κατηγορούμενος αναφέρει στην απολογία του, στην κατάθεση της η μάρτυρας υπεράσπισης μητέρα του και ο μάρτυρας κατηγορίας Ν.
Σ., αντλώντας τη γνώση του από διηγήσεις του ίδιου του κατηγορουμένου, αναιρούνται πλήρως από τις καταθέσεις των λοιπών μαρτύρων κατηγορίας και από τα έγγραφα που αναγνώστηκαν. Επίσης αποδείχθηκε ότι το από 24-1-2008 εργολαβικό δίκης ήταν γνήσιο, αφού όλοι οι μάρτυρες καταθέτουν για αμοιβή που ορίστηκε σε ποσοστό 14%, την οποία άλλωστε ομολογεί ο κατηγορούμενος στην από 29-9-2008 αναφορά του στο Δ.Σ.Α.
Προκύπτει άλλωστε και από τα λοιπά έγγραφα που αναγνώστηκαν και δεν συνέτρεχε κάποιος λόγος να προβεί ο εγκαλών σε πλαστογραφία του. Αποδείχτηκε, έτσι, πλήρως, ότι ο κατηγορούμενος ψευδώς σε γνώση του κατέθεσε στο Δ.Σ.Α την από 29-9-2008 αναφορά του, με σκοπό να προκαλέσει την πειθαρχική καταδίωξη του εγκαλούντος Δικηγόρου, για δήθεν πράξεις του και παραλείψεις του, με βάση τα προαναφερόμενα πραγματικά περιστατικά που όμως δεν έλαβαν χώρα.
Ακόμη ο κατηγορούμενος με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, ισχυρίστηκε για τον εγκαλούντα ψευδή γεγονότα που μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του και ειδικότερα ισχυρίστηκε ενώπιον των μελών του Πειθαρχικού Συμβουλίου του Δ.Σ.Α, με την από 29-9-2008 καταγγελία του και την από 15-10-2008 κατάθεση του, τα πραγματικά περιστατικά που προαναφέρθηκαν και αναφέρονται στο διατακτικό της παρούσας απόφασης, τα οποία όμως ήσαν ψευδή και ο κατηγορούμενος γνώριζε την αναλήθειά τους, αφού δεν έλαβαν χώρα και αυτός τα ισχυρίστηκε ανενδοίαστα ως δεδομένα και τα οποία μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του εγκαλούντος.
Ο αυτοτελής ισχυρισμός του κατηγορουμένου, περί άρσης του άδικου χαρακτήρα της δεύτερης πράξης του, που προτείνει επικουρικά, ισχυριζόμενος ότι έπραξε έτσι για να διαφυλάξει τα συμφέροντα του, από το θανατηφόρο ατύχημα με θύμα τον αδελφό του (άρθρο 367 παρ. 1 εδ. α’ και γ’ ΠΚ), πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, αφού η πράξη του περιέχει τα συστατικά στοιχεία της συκοφαντικής δυσφήμησης, του άρθρου 363 ΠΚ (άρθρο 367 παρ. 2 ΠΚ).
Επομένως, πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος".
Ακολούθως, το Εφετείο κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα για τις ανωτέρω αξιόποινες πράξεις της ψευδούς καταμήνυσης και της συκοφαντικής δυσφήμησης κατ’ εξακολούθηση και, μετά την αναγνώριση στο πρόσωπο του της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 α ΠΚ, του επέβαλε συνολική ποινή φυλακίσεως επτά (7) μηνών, ανασταλείσα επί τριετία. Συγκεκριμένα ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος του ότι: "Στην Αθήνα την 29/9/2008 με περισσότερες πράξεις τέλεσε περισσότερα εγκλήματα και δη:
Α) Εν γνώσει ανέφερε για άλλον ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε πειθαρχική παράβαση με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξη του γι’ αυτή και πιο συγκεκριμένα στον ανωτέρω τόπο και χρόνο κατέθεσε ενώπιον του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών καταγγελία σε βάρος του εγκαλούντα, της οποίας έλαβε γνώση την 7/10/2008 με την επίδοση κλήσης για παροχή εξηγήσεων, στην οποία ανέφερε εν γνώσει του ψέματα για τον εγκαλούντα, πληρεξούσιο δικηγόρο του σε αστική και ποινική διαφορά του με τον Ι. Β. και τον Δ. Μ., ότι, σε μια ποινική δίκη παρωδία, ήταν απροετοίμαστος και σχεδόν ανύπαρκτος απέναντι στους αντίδικους δικηγόρους, τέλος δε ότι προσπάθησε να τον παραπλανήσει ότι δεν μπορούν να συνεχίσουν την υπόθεση στον Άρειο Πάγο και δεν εκτέλεσε την προς τούτο εντολή που είχε λάβει, στην πράξη δε αυτή προέβη με σκοπό να προκαλέσει την πειθαρχική καταδίωξη του για τις ανωτέρω πράξεις και παραλείψεις.
Β) Με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος με πρόθεση με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτων ισχυρίστηκε για κάποιον άλλο ψευδές γεγονός που μπορούσε να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του γνωρίζοντας ότι το γεγονός αυτό ήταν ψευδές και ειδικότερα κατά τον ανωτέρω τόπο α) την 29/9/2008 ισχυρίστηκε με την ανωτέρω καταγγελία προς τον Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών ενώπιον των μελών του Πειθαρχικού Συμβουλίου που εξέτασαν την υπόθεση, ότι, σε μια ποινική δίκη παρωδία, ήταν απροετοίμαστος και σχεδόν ανύπαρκτος απέναντι στους αντίδικους δικηγόρους, τέλος δε ότι προσπάθησε να τον παραπλανήσει ότι δεν μπορούν να συνεχίσουν την υπόθεση στον Άρειο Πάγο και δεν εκτέλεσε την προς τούτο εντολή που είχε λάβει και β) την 15/10/2008 καταθέτοντας ενώπιον του Πειθαρχικού Συμβουλίου του ΔΣΑ ισχυρίστηκε για τον ίδιο ως εγκαλούντα ότι "το από 24-1-2008 συμφωνητικό είναι πλαστό, η συμφωνία μας ήταν 14%, αυτό το συμφωνητικό δεν το αναγνωρίζω.
Η συμφωνία αποτυπώθηκε στο συμφωνητικό που υπογράψαμε, αλλά αλλοιώθηκε και δεν αποτυπώθηκε σε αυτό που κατατέθηκε στο Σύλλογο...Δεν το αναγνωρίζουμε γιατί το παραποίησε ο κ Β.", τα γεγονότα δε αυτά ήταν εν γνώσει του ψευδή και μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του εγκαλούντος." Με αυτά που δέχθηκε, το Δικαστήριο της ουσίας, κατά το συνδυασμό σκεπτικού και διατακτικού, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σΛ αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των ανωτέρω εγκλημάτων, για τα οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 229 παρ. 1, 362, 363, 26 παρ. 1 και 27 παρ. 1, 94 παρ. 1 και 98 του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου με ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες.
Ειδικότερα, παρά τις περί του αντιθέτου αιτιάσεις του αναιρεσείοντα : α) Για την κατάφαση της ενοχής αυτού (αναιρεσείοντα) ελήφθησαν υπόψη από το Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση όλα τα αναφερόμενα κατά το είδος τους αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά, δεν ήταν δε απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση αυτών ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως.
Ειδικότερα, από το σύνολο των παραδοχών της προσβαλλομένης, προκύπτει ότι το Δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδεικτικών μέσων την από 27-3-2009 ένορκη βεβαίωση του Α. Κ., την με αριθμό …/09 ένορκη βεβαίωση του Δ. Ρ. και την από 9-3-09 ένορκη βεβαίωση του Γ. Τ., ένορκες βεβαιώσεις που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο και αναφέρονται στα πρακτικά της προσβαλλομένης καθώς και την, επίσης αναγνωσθείσα και μνημονευομένη στα πρακτικά, υπ’ αριθμ. 29/09 έκθεση εφέσεως του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου κατά της υπ’ αριθμ.
…./08 αποφάσεως του Πειθαρχικού Συμβουλίου του Δ.Σ.Α, για την οποία γίνεται ειδική μνεία ότι απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, δεν ήταν δε υποχρεωμένο το Δικαστήριο να παραθέσει τι συγκεκριμένα προέκυπτε από το καθένα από τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα, ενώ, το γεγονός ότι δεν εξαίρονται στο σκεπτικό, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη και δεν συναξιολογήθηκαν, ως αβάσιμα υποστηρίζει ο αναιρεσείων, β) Παρατίθενται τα ψευδή και προσβλητικά για τον εγκαλούντα γεγονότα, που ισχυρίστηκε ενώπιον τρίτων ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων, οι χαρακτηρισμοί δε "....απροετοίμαστος και σχεδόν ανύπαρκτος απέναντι στους αντιδίκους δικηγόρους...", που περιλαμβάνονται στην από 29-9-2008 καταγγελία του προς το Δ.Σ.Α, κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, συνδέονται άμεσα και σχετίζονται με αναληθή γεγονότα, ήτοι την ανεπαρκή εκτέλεση των καθηκόντων του εγκαλούντος ως δικηγόρου έναντι των εντολέων του και των αντιδίκων του και, κατά τα ανωτέρω, εμπίπτουν στην έννοια του γεγονότος, όπως, κατ" ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων των άρθρων 362 και 363 ΠΚ, δέχθηκε το Δικαστήριο, αβασίμως δε υποστηρίζει τα αντίθετα ο αναιρεσείων (ΑΠ 1416/10, ΑΠ 1822/10), γ) Αναφέρεται η πρόθεση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου, με αυτά που ισχυρίστηκε, το μεν να επιτύχει την πειθαρχική δίωξη του εγκαλούντα το δε να μειώσει την τιμή και την υπόληψη αυτού και δ) αιτιολογείται πλήρως και ο άμεσος δόλος αυτού (αναιρεσείοντα), ήτοι η γνώση της αναλήθειας των όσων αυτός ισχυρίστηκε κατά του πολιτικώς ενάγοντος, θεμελιούμενη (η γνώση του), ως τούτο συνάγεται τόσο από το περιεχόμενο των όσων ισχυρίστηκε όσο και από τη φύση της συγκεκριμένης υπόθεσης και την εντεύθεν διένεξη των διαδίκων, σε προσωπική του πεποίθηση, έτσι ώστε να μην απαιτείται παράθεση και άλλων σχετικά με τη γνώση αυτή περιστατικών.
Κατ’ ακολουθία τούτων είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι οι από το άρθρο 510 παρ. 1 Δ’ και Ε’ δεύτερος και τρίτος αντίστοιχα λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων των άρθρων 362-363 ΠΚ.
Τέλος, όσα περαιτέρω με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως προβάλλονται και συγκεκριμένα ότι το Δικαστήριο της ουσίας έπρεπε, με βάση τα προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα, να καταλήξει σε διαφορετικό συμπέρασμα απ’ αυτό στο οποίο κατέληξε, συνιστούν αιτιάσεις που, υπό την επίφαση της ελλείψεως πλήρους και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση αυτού ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες.
Μετά ταύτα και εφόσον δεν υπάρχουν άλλοι λόγοι αναιρέσεως προς έρευνα πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολο της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (αρθρ. 583 παρ. 1 ΚΠΔ) καθώς και στη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος (αρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 13-7-2015 (αριθμ. πρωτ. 5149/13-7-2015) αίτηση του Γ. Μ. του Β., κατοίκου ... οδός ..., για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 546/2015 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημ/των) Αθηνών.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντα εκ πεντακοσίων (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 1 Μαρτίου 2016.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Απριλίου 2016.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ