Appeal dismissed because the defendant's absence was excused and the appeal grounds were irrelevant to the judgment.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the General Hospital of Agrinio's appeal against the First Instance Court's judgment. The defendant failed to appear at the hearing, but the court verified that proper summons had been served, allowing the proceedings to continue sua sponte. Furthermore, the appellant's arguments regarding contract validity and the necessity of written form were deemed irrelevant as the transaction value fell below the statutory threshold requiring written documentation.
Legislator headnote
AI generatedArt. 576 para. 2 of the Code of Civil Procedure; Art. 94 of the Constitution; Art. 559 no. 8 of the Code of Civil Procedure; Art. 40 and 41 of Law 496/1974; Art. 216 para. 1 of the Code of Civil Procedure: The court may proceed sua sponte if a summoned party fails to appear after valid service, and appeal grounds based on irrelevant facts or non-essential omissions are inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 820 / 2012 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 820/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Nοεμβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΑΓΡΙΝΙΟΥ" που εδρεύει στον Αγρίνιο και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αλεξάνδρα Γιαννούτσου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία ABBOT LABORATORIES (ΕΛΛΑΣ)ABEE, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-11-2008 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αγρινίου. Εκδόθηκε η 331/2009 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου την αναίρεση της οποίας ζητά το αναιρεσείον με την από 21-1-2010 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσείον, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δήμητρα Παπαντωνοπούλου ανέγνωσε την από 4-11-2011 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την άρθρου 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ, αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα αν δε η κλήση επιδόθηκε νόμιμα προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Στην προκειμένη περίπτωση από την προσκομιζόμενη υπ' αριθμ. 7238Β/19-3-2010 έκθεση της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Πειραιά ..., προκύπτει ότι, ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, επιδόθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, με επιμέλεια του αναιρεσείοντος στην αναιρεσίβλητη εταιρεία. Επομένως, εφόσον αυτή δεν εμφανίσθηκε στο ακροατήριο, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως, με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία της.
Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης που κατατέθηκε την 22-1-2010 κατά της υπ' αριθμ. 331/2009 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου, ασκήθηκε εμπρόθεσμα και παραδεκτά, μετά την τελεσιδικία της προσβαλλομένης, με την πάροδο της προθεσμίας ασκήσεως εφέσεως κατ' αυτής, εφόσον όπως συνομολογεί το αναιρεσείον (και αποδεικνύεται άλλωστε από το προσκομιζόμενο αντίγραφο αυτής με επισημείωση περί επιδόσεως του δικ. επιμελητή ...) η προσβαλλόμενη απόφαση επιδόθηκε στο αναιρεσείον στις 23-11-2009.
Σύμφωνα με το άρθρο 94 παράγραφος 1 του Συντάγματος, όπως ίσχυε πριν από την αναθεώρηση του έτους 2001, η εκδίκαση των διοικητικών διαφορών ουσίας ανήκει στα υφιστάμενα τακτικά διοικητικά δικαστήρια, από τις διαφορές δε αυτές, όσες δεν έχουν υπαχθεί στα δικαστήρια αυτά πρέπει να υπαχθούν υποχρεωτικά στην δικαιοδοσία τους, εντός της οριζόμενης προθεσμίας πέντε ετών, που μπορεί να παρατείνεται με νόμο.
Σε εκτέλεση της συνταγματικής αυτής διάταξης εκδόθηκε ο ν. 1406/1983, με το άρθρο 1 παρ 2, του οποίου υπήχθησαν στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, μεταξύ άλλων, και οι διαφορές που αναφύονται κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας των διοικητικών συμβάσεων (εδάφιο ι'), δηλαδή εκείνες οι διαφορές που προέρχονται από διοικητική σύμβαση και ανάγονται στο κύρος, την ερμηνεία και την εκτέλεση αυτής ή σε οποιαδήποτε παρεπόμενη της συμβάσεως αυτής αξίωση.
Εξάλλου, η σύμβαση είναι διοικητική, αν ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη είναι το Ελληνικό Δημόσιο ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου και με τη σύναψη της συμβάσεως επιδιώκεται η ικανοποίηση σκοπού, τον οποίο ο νόμος έχει αναγάγει σε δημόσιο, το δε Ελληνικό Δημόσιο ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, είτε βάσει του κανονιστικού καθεστώτος που διέπει τη σύμβαση, είτε βάσει ρητρών που προβλέπονται κανονιστικώς και έχουν περιληφθεί στη σύμβαση και που αποκλίνουν από το κοινό δίκαιο, βρίσκεται, προς ικανοποίηση του εν λόγω σκοπού, σε υπερέχουσα θέση απέναντι στο αντισυμβαλλόμενο μέρος, δηλαδή σε θέση μη προσιδιάζουσα στον δυνάμει των διατάξεων του ιδιωτικού δικαίου συναπτόμενο συμβατικό δεσμό (ΟλΑΠ 7/2001, ΣτΕ 1372/2007).
Θεωρείται δε ότι παρεκκλίνουν από το κοινό δίκαιο και παρέχουν υπερέχουσα θέση στο Δημόσιο ή ν.π.δ.δ, οι διατάξεις ή οι ρήτρες εκείνες, που παρέχουν στα ανωτέρω (Δημόσιο ή ν.π.δ.δ), τη δυνατότητα να εξασφαλίζουν τα συμφέροντα τους, επιβάλλοντας κυρώσεις για παραβάσεις της σύμβασης ή γενικότερα, επεμβαίνοντας μονομερώς προς διαμόρφωση του συμβατικού δεσμού.
Συνεπώς, για τον χαρακτηρισμό μιας σύμβασης ως διοικητικής είναι απαραίτητη η σωρευτική συνδρομή και των τριών πιο πάνω κριτηρίων. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε, ότι οι επικαλούμενες από την ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη εταιρεία, διαδοχικές συμβάσεις πωλήσεως, που καταρτίσθηκαν μεταξύ αυτής και του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος νοσοκομείου, χωρίς τη διαδικασία των δημόσιων συμβάσεων προμηθείας, σε εκτέλεση των οποίων πώλησε και παρέδωσε στο τελευταίο, τις αναφερόμενες στην αγωγή ποσότητες ιατροφαρμακευτικού υλικού, δεν περιέχουν όρους που να δημιουργούν υπέρ αυτού εξαιρετικό συμβατικό καθεστώς, ούτε διέπονται εν μέρει τουλάχιστον από κανόνες διοικητικού δικαίου και συνεπώς η επίδικη διαφορά δεν ανέκυψε στα πλαίσια διοικητικής συμβάσεως αλλά αντιθέτως στα πλαίσια ιδιωτικού δικαίου, υπαγόμενη ως εκ τούτου στη δικαιοδοσία των τακτικών πολιτικών δικαστηρίων. Με την κρίση του αυτή το δικάσαν δικαστήριο δεν υπερέβη την δικαιοδοσία του και οι περί αυτού αντίθετοι πρώτος και δεύτερος κατά ένα μέρος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, κατ' επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθμ. 4 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι.
Με τον δεύτερο, κατ' άλλο μέρος, λόγο του αναιρετηρίου, κατ' εκτίμηση από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της παρά το νόμο μη λήψης υπόψη πραγμάτων προταθέντων και της μη κήρυξης απαραδέκτου, λόγω αοριστίας του αγωγικού δικογράφου, διότι δεν εκτίθεται στην αγωγή αν οι συμβάσεις πωλήσεως καταρτίσθηκαν εγγράφως ή ατύπως και αν η προμήθεια του φαρμακευτικού υλικού έγινε στα πλαίσια της προβλεπόμενης από το π.δ 194/1996 περί "Κανονισμού Προμηθειών του Δημοσίου" διαδικασίας, ισχυρισμό τον οποίο πρόβαλε πρωτοβαθμίως με τις προτάσεις του το αναιρεσείον.
Ο λόγος είναι απαράδεκτος, προεχόντως, διότι τα επικαλούμενα στοιχεία δεν είναι αναγκαία για το κατ' άρθρο 216 παρ. 1 ΚΠολΔ ορισμένο της εκ συμβάσεως πωλήσεως αγωγής. Εξάλλου, ο τέταρτος λόγος του αναιρετηρίου, κατ' εκτίμηση (λόγω έλλειψης ενάριθμης πλημμέλειας) από τις ίδιες ανωτέρω διατάξεις, περί αοριστίας του αγωγικού δικογράφου, διότι δεν προκύπτει από αυτό "με ευκρίνεια αν καταρτίσθηκε μία ή περισσότερες συμβάσεις και το χρηματικό αντικείμενο αυτών" είναι αβάσιμος, διότι όπως προκύπτει από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 επισκόπηση του αγωγικού δικογράφου, γίνεται σαφής επίκληση των διαδοχικών συμβάσεων πωλήσεως που καταρτίσθηκαν μεταξύ των διαδίκων και το χρηματικό αντικείμενο κάθε μίας εξ αυτών.
Ως "πράγματα", τα οποία, αν παρά το νόμο λήφθηκαν ή δεν λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, ιδρύεται ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, όχι δε και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει (ΟλΑΠ 14/2004).
Επομένως, αν ο ισχυρισμός είναι επουσιώδης, δεν έχει δηλαδή καμία επίδραση στο διατακτικό της αποφάσεως και αν ακόμη δεν ληφθεί υπόψη καίτοι προτάθηκε, δεν ιδρύει τον από την ανωτέρω διάταξη λόγο αναιρέσεως. Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 40 και 41 του ν.δ. 496/1974 "περί Λογιστικού των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου" και του άρθρου μόνου της υπ' αριθμ. 2/42053/0094 ΦΕΚ Β 1033 2002 Απόφασης του Υπουργού Οικονομικών, κάθε σύμβαση για λογαριασμό του ν.π.δ.δ., έχουσα αντικείμενο άνω των 2.500 ευρώ, υποβάλλεται στον τύπο του ιδιωτικού εγγράφου, ο οποίος είναι συστατικός και όχι αποδεικτικός.
Αν δεν τηρηθεί ο τύπος αυτός, η σύμβαση είναι άκυρη.
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το χρηματικό αντικείμενο καθεμίας από τις επιμέρους διαδοχικές συμβάσεις πωλήσεως, που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι καταρτίσθηκαν μεταξύ των διαδίκων, δεν υπερβαίνει το ποσό των 2.500 ευρώ και ως εκ τούτου εγκύρως καταρτίσθηκαν οι αναφερόμενες στην προσβαλλόμενη διαδοχικές συμβάσεις πωλήσεως και χωρίς την τήρηση εγγράφου τύπου. Επομένως, ο περί ακυρότητας αυτών προβληθείς ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ήταν επουσιώδης, ως μη ασκών επίδραση στο διατακτικό της αποφάσεως και το Μονομελές Πρωτοδικείο που δεν τον έλαβε υπόψη, δεν υπέπεσε στην αποδιδόμενη με τον τρίτο λόγο του αναιρετηρίου πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ, ο οποίος, συνεπώς, είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, ενώ λόγω της ερημοδικίας της αναιρεσίβλητης δεν τίθεται θέμα επιβολής δικαστικών εξόδων.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21 Ιανουαρίου 2010 αίτηση του Νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΑΓΡΙΝΙΟΥ" για αναίρεση της υπ' αριθμ. 331/2009 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Φεβρουαρίου 2012.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Μαΐου 2012.
Ο ANTIΠΡΟΕΔΡOΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ