Supreme Court allows appeal against mortgagee's consent requirement for business lease, remanding case for retrial.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against the Court of Appeals' decision, ruling that the lower court erred in applying the old law to a lease signed after the new law took effect. The Court of Appeals had rejected the argument that the mortgagee consented to the lease, finding the contract void under the 1929 law. However, the Supreme Court held that the 1997 law, which permits such leases with a right of rescission, applies retroactively to this case, invalidating the lower court's application of the stricter 1929 provisions.
Legislator headnote
AI generatedArticles 1 and 4 of Law 4112/1929; Articles 31 of Law 2538/1997: The new law permitting leases without prior mortgagee consent applies to transactions occurring after its entry into force, overriding the absolute invalidity rule of the old law.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 820 / 2008 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 820/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αχιλλέα Νταφούλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (επειδή κωλύεται ο Αντιπρόεδρος Ιωάννης Παπανικολάου), Γεώργιο Πετράκη, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Ιωάννη Σίδερη και Γεωργία Λαλούση (κωλυομένης της Αρεοπαγίτου Ελένης Μαραμαθά), Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1 Φεβρουαρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Της Ανώνυμης Εταιρείας με έδρα την Αθήνα και την επωνυμία "ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΣΕΦΕΡΛΗΣ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΗ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ Α.Ξ.Ε.Τ.Ε.", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Διονύσιο Φιλιππόπουλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚπολΔ, 2) Της Εταιρείας Περιορισμένης Ευθύνης με έδρα την...... και την επωνυμία "..... Μ.Ε.Π.Ε." όπως νόμιμα εκπροσωπείται, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Διονύσιο Φιλιππόπουλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με έδρα την Αθήνα και την επωνυμία "Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων", όπως νόμιμα εκπροσωπείται το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Σταυρούλα Μπανάκου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/5/1999 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πύργου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 145/2000 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1161/2003 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 22/4/2004 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. H Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Γεωργία Λαλούση, ανέγνωσε την από 28/1/2008 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αναίρεσης
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 1 και 4 του ν 4112/1929 "περί συστάσεως υποθήκης επί μηχανικών και άλλων εγκαταστάσεων", που διατηρήθηκαν σε ισχύ με τα άρθρα 68 του ΕισΝΑΚ και 52 παρ. 19 του ΕισΝ ΚΠολΔ, σαφώς προκύπτει ότι, επί δανείων ή πιστώσεων, που χορηγούνται σε βιομηχανικές ή άλλες επιχειρήσεις, προς ασφάλεια των οποίων εγγράφεται υποθήκη, εκτός του οικοδομήματος, και επί των υπαρχόντων σε αυτό μηχανημάτων, εγκαταστάσεων κλπ, απαγορεύεται πριν από την ολοσχερή εξόφληση του δανείου και η εκμίσθωση ή κατ' άλλο τρόπο παραχώρηση της εκμετάλλευσης της βιομηχανικής επιχείρησης σε τρίτους, εκτός αν συναίνεσε σε αυτή προηγουμένως και εγγράφως ο ενυπόθηκος δανειστής.
Η παραβίαση της παραπάνω απαγόρευσης συνεπάγεται αυτοδικαίως την απόλυτη ακυρότητα της δικαιοπραξίας, την οποία μπορεί να προτείνει οποιοσδήποτε έχει έννομο συμφέρον. Οι ανωτέρω διατάξεις αυτές, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 1 του ΝΔ 3915/1958, 8 του ΑΝ 543/1968 και το περιεχόμενο της υπ' αριθ 202/1978 αποφάσεως της Νομισματικής Επιτροπής, έχουν εφαρμογή και επί του ν.π.δ.δ με την επωνυμία "Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων" ως προς τα χορηγούμενα σε ιδιώτες και νομικά πρόσωπα τοκοχρεωλυτικά δάνεια για την ανέγερση, διασκευή και επέκταση ξενοδοχειακών επιχειρήσεων.
Οι αναφερθείσες διατάξεις του παραπάνω ν 4112/1929, αλλά και ο νόμος αυτός στο σύνολό του, έχουν έδαφος εφαρμογής, όχι μόνο στις βιομηχανικές επιχειρήσεις, αλλά και σε όλες γενικώς τις επιχειρήσεις που χρησιμοποιούν μόνιμες εγκαταστάσεις, είτε μηχανικές είναι αυτές, είτε όχι, και υφίσταται, ως εκ τούτου, δυνατότητα παροχής δανείου ή άλλης πίστωσης και, συνακόλουθα, εγγραφής υποθήκης με βάση τις ειδικές διατάξεις του νόμου τούτου, τέτοιες δε επιχειρήσεις είναι πρόδηλα και οι εμπορικές, τουριστικές, ξενοδοχειακές κλπ.
Διαφορετική κρίση δεν μπορεί να συναχθεί από το ότι ο εν λόγω νόμος, στο άρθρο 4 παρ. 1 και 2 αυτού, σε αντίθεση με τη διάταξη του άρθρου 1, που ομιλεί "περί βιομηχανικής ή άλλης επιχειρήσεως", χρησιμοποιεί τους στενότερους όρους "βιομηχανική επιχείρησις" και "εργοστάσιον", διότι η χρήση αυτών από το νομοθέτη δεν έγινε ηθελημένα, για να περιστείλει την έκταση της εφαρμογής της και να αποκλείσει από αυτές άλλου είδους επιχειρήσεις, αλλά διότι αυτός είχε υπόψη του την πιο συνηθισμένη περίπτωση, που εκφράστηκε ατελώς.
Αυτό προκύπτει και από το ότι το άρθρο 5 του ίδιου νόμου, απαριθμώντας τις περιπτώσεις, κατά τις οποίες τα προστατευόμενα από αυτόν δάνεια ή πιστώσεις καθίστανται και πριν από τη λήξη τους απαιτητά και, περιλαμβάνοντας σε αυτές, με το υπό στοιχείο γ' εδάφιό του, και την περίπτωση της εκποίησης, ή της εκμίσθωσης της επιχείρησης ή της κατ' άλλο τρόπο παραχώρησης αυτής σε τρίτους, χωρίς την προηγούμενη έγγραφη συναίνεση του δανειστή ως πρόσθετη κύρωση αυτής, σε αντίθεση με τις διατάξεις του άρθρου 4 παρ. 1 και 2 αυτού δεν χρησιμοποιεί την έννοια "βιομηχανική επιχείρησις" ή "εργοστάσιον", αλλά κάνει χρήση του ευρύτερης εννοίας όρου "επιχείρησις", στην οποία περιλαμβάνονται, εφόσον συντρέχουν και οι λοιπές προϋποθέσεις του ίδιου νόμου, και οι ξενοδοχειακές επιχειρήσεις.
Εξάλλου, με το άρθρο 31 του ν 2538/1997, το οποίο επιγράφεται "Εφαρμογή του άρθρου 4 του ν 4112/1929" ορίζονται τα ακόλουθα: "1. Η διάταξη του άρθρου 4 του ν 4112/1929 "περί συστάσεως υποθήκης επί μηχανημάτων ή άλλων εγκαταστάσεων" εφαρμόζεται για όλα γενικά τα δάνεια ή άλλες πιστώσεις που παρέχονται από τις τράπεζες σε κάθε μορφής επιχειρήσεις και νομικά πρόσωπα (εταιρίες, κοινοπραξίες, συνεταιρισμοί κλπ), για την ασφάλεια των οποίων οι δανείστριες τράπεζες έχουν εγγράψει υποθήκη επί ακινήτων των οφειλετών ή και επί των μηχανημάτων, εγκαταστάσεων και λοιπών παραρτημάτων αυτών. 2.
Μετά την εγγραφή της υποθήκης επί των άνω ακινήτων ή και επί των μηχανημάτων εγκαταστάσεων και λοιπών εγκαταστάσεων, η εκμίσθωση αυτών από τον οφειλέτη ή τον τρίτο κύριο ή νομέα ή παραχώρηση της χρήσης ή κατοχής τους με βάση άλλη έννομη σχέση μπορεί να καταγγελθεί οποτεδήποτε από τη δανείστρια τράπεζα.
Μετά την καταγγελία αυτή, η μίσθωση ή άλλη σχέση λύεται μετά εξάμηνο και χωρεί η κατ' άρθρο 943 ΚΠολΔ αναγκαστική εκτέλεση με βάση τη δανειστική σύμβαση που είναι τίτλος εκτελεστός". Με τις διατάξεις του ανωτέρω άρθρου επήλθαν ορισμένες τροποποιήσεις στο νόμο 4112/1929, σύμφωνα με τις οποίες η σύμβαση μισθώσεως, που συνάπτεται σε επιχειρηματικά ακίνητα χωρίς την προηγούμενη συγκατάθεση της ενυπόθηκης δανείστριας τράπεζας, είναι έγκυρη με δικαίωμα όμως καταγγελίας εκ μέρους της τράπεζας οποτεδήποτε για το λόγο αυτό.
Περαιτέρω, η ρύθμιση των διατάξεων αυτών καταλαμβάνει τις περιπτώσεις των μισθώσεων που θα συναφθούν μετά την ισχύ αυτού. Εξάλλου, οι ανωτέρω ρυθμίσεις έχουν εφαρμογή και επί του ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων", κατά τη λειτουργία του ως πιστωτικού ιδρύματος ως προς τα χορηγούμενα σε ιδιώτες και νομικά πρόσωπα τοκοχρεωλυτικά δάνεια για την ανέγερση, διασκευή και επέκταση ξενοδοχειακών επιχειρήσεων, για τους ίδιους κατά τα ανωτέρω λόγους που ίσχυε η διάταξη του άρθρου 4 του ν 4112/1929 και πριν την προαναφερθείσα τροποποίηση.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε ανέλεγκτα τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Το εφεσίβλητο (αναιρεσιβλητο), Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, χορήγησε αρχικά στο ....... τρία (3) ενυπόθηκα τοκοχρεωλυτικά δάνεια, ποσού 600.000 δραχμών, 350.000 δραχμών και 100.000 δραχμών, αντιστοίχως για την ανέγερση, επέκταση και αποπεράτωση ξενοδοχειακού συγκροτήματος με το διακριτικό τίτλο ....., που βρίσκεται στην ......
Ηλείας. Για τα δάνεια αυτά, υπογράφηκαν τα με αριθμό ...., ..... και ..... δανειστικά συμβόλαια των μεν δύο πρώτων του συμ/φου Αθηνών Παναγιώτη Κωστάκη, του δε τρίτου του συμ/φου Αθηνών Θεοδώρου Καραλή. Επί του ως άνω ακινήτου γράφτηκαν αντίστοιχες υποθήκες υπέρ του εφεσιβλήτου για το ποσό των 660.000 δραχμών, 385.000 δραχμών και 110.000 δραχμών.
Ακολούθως, η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Τουριστικαί Επιχειρήσεις Σεφερλής ΑΕ", στην οποία παραχωρήθηκε το εν λόγω ξενοδοχείο, με το ....... συμβόλαιο του συμ/φου Αθηνών Νικολάου Βουγά, αναδέχθηκε σωρευτικώς με τον ανωτέρω οφειλέτη τα χρέη των προαναφερόμενων δανείων. Στη συνέχεια το εφεσίβλητο, χορήγησε στην παραπάνω εταιρεία δύο ενυπόθηκα τοκοχρεωλυτικά δάνεια, ποσού 30.365.000 δραχμών και 18.000.000 δραχμών το καθένα τους, για την ανακαίνιση του υπάρχοντος ξενοδοχείου και την προσθήκη δύο νέων πτερύγων και υπογράφηκαν γι' αυτά τα με αριθμό ......
και ....... δανειστικά συμβόλαια του συμ/φου Αθηνών Νικ. Βουγά. Για την ασφάλεια των δανείων αυτών γράφτηκαν επί του ως άνω ξενοδοχειακού συγκροτήματος αντίστοιχες υποθήκες για το ποσό των 40.081.000 δραχμών και 24.156.000 δραχμών. Οι υποθήκες αυτές, όπως και οι πρώτες δόθηκαν σύμφωνα με τις διατάξεις του ρηθέντος νόμου 4112/29.
Η ανωτέρω ανώνυμη εταιρεία, συγχωνεύθηκε δι' απορροφήσεως στην πρώτη εκκαλούσα (αναιρεσείουσα) εταιρεία με την επωνυμία "Διονύσιος Σεφερλής Ανώνυμος Ξενοδοχειακή Και Τουριστική Εταιρεία ΑΞΕΤΕ". Η τελευταία, κατέστη κυρία του ξενοδοχειακού συγκροτήματος με το ..... συμβόλαιο της συμ/φου Αθηνών Αικ. Ραγιώτη-Παπαδερού, που έχει μεταγραφεί νομίμως.
Αυτή (πρώτη εκκαλούσα), με την αριθμό ...... πράξη του συμ/φου Ολυμπίων Χρήστου Λαμπρόπουλου, που υπογράφηκε μεταξύ αυτής και του εφεσιβλήτου, προέβη σε ρύθμιση του υφιστάμενου χρέους, το οποίο ανερχόταν στο ποσό των 651.730.977 δραχμών. Με την άνω ρύθμιση, ρητά συνομολογήθηκε ότι αυτή δεν αποτελεί ανανέωση χρέους ή νέο δάνειο, αλλά έγινε σε εξόφληση της οφειλής από τα προαναφερόμενα δάνεια.
Στις 29-12-1998, η πρώτη εκκαλούσα με το ...... μισθωτήριο συμβόλαιο της συμ/φου Πειραιώς Αλεξάνδρας Μίχου, που έχει μεταγραφεί νόμιμα, εκμίσθωσε στη δεύτερη εκκαλούσα (αναιρεσείουσα) το άνω ξενοδοχειακό συγκρότημα. Η διάρκεια της μισθώσεως αυτής ορίστηκε για έντεκα (11) χρόνια και το μίσθωμα συμφωνήθηκε σε ποσοστό 5% επί των ακαθαρίστων εισπράξεων, όχι όμως μικρότερο του 1.000.000 δραχμών ετησίως.
Η μίσθωση αυτή, έγινε πριν από την ολοσχερή εξόφληση του παραπάνω δανείου και χωρίς τη συναίνεση του εφεσιβλήτου. Τούτο συνεπάγεται, σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου 4112/29 που αναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη, αυτοδικαίως την απόλυτη ακυρότητα της ανωτέρω δικαιοπραξίας". Στη συνέχεια το Εφετείο, αφού απέρριψε τον ισχυρισμό των εκκαλουσών εταιριών για ύπαρξη συναίνεσης του εφεσιβλήτου ν.π.δ.δ (ενυπόθηκου δανειστή) στη σύναψη της σύμβασης μίσθωσης, δέχτηκε επίσης και τα εξής : "Το εφεσίβλητο, μόλις πληροφορήθηκε τη γενόμενη μίσθωση, διαμαρτυρήθηκε προς τις εκκαλούσες με το από 17-3-1999 εξώδικο έγγραφό του, που επιδόθηκε σ' αυτές την 2-4-1999, ζητώντας να προβούν στην ακύρωση της εν λόγω μισθώσεως, γιατί έγινε κατά παράβαση των διατάξεων του νόμου 4112/1929".
Με βάση τις σκέψεις αυτές το Εφετείο έκρινε ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο με την παραδοχή της ακυρότητας της σύμβασης της μίσθωσης και απέρριψε την έφεση. Η σύναψη της επίδικης μίσθωσης όμως, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, έγινε στις 29-12-1998, δηλαδή μετά την έναρξη ισχύος του άρθρου 31 του Ν 2538/1997, οι διατάξεις του οποίου θεσμοθετούν ότι η σύναψη σύμβασης μίσθωσης χωρίς την προηγούμενη έγγραφη συγκατάθεση του ενυπόθηκου δανειστή θεωρείται έγκυρη με δικαίωμα καταγγελίας από το δανειστή, και οι οποίες διατάξεις εφαρμόζονται και επί του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων κατά τη λειτουργία του ως πιστωτικού ιδρύματος και δεν υπάρχει παραδοχή ότι έγινε καταγγελία αυτής σύμφωνα με τη νέα αυτή ρύθμιση.
Το Εφετείο, συνεπώς, που δέχθηκε ότι οι ανωτέρω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου δεν έχουν εφαρμογή επί της επίδικης μίσθωσης εσφαλμένα τις ερμήνευσε και τις εφάρμοσε και ως εκ τούτου υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. και ο μοναδικός λόγος της αναίρεσης είναι βάσιμος. Η αναίρεση, επομένως, πρέπει να γίνει δεκτή, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο Πατρών, διότι είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Τέλος το αναιρεσίβλητο πρέπει να καταδικαστεί στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειουσών, μειωμένη, σύμφωνα με τα άρθρα 22 παρ. 1 και του ν. 3693/1957, 9 του ν. 1468/1984, όπως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με άρθρο 63 ν. 2214/1994 του ν. 2526/1997 (σχ. ΑΠ 1617/1999).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ -
Αναιρεί την 1161/2003 απόφαση του Εφετείου Πατρών -
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο Πατρών, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Και -
Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειουσών, την οποία ορίζει σε τριακόσια πενήντα (350) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Απριλίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Απριλίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ