Supreme Court allows appeal against labor court ruling on salary differences between collective and individual employment contracts.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appeal against the Athens Court of Appeal's decision regarding salary differences between collective and individual employment contracts. The plaintiffs argued that their individual contracts, which offered higher wages than the applicable collective agreement, should prevail under the principle of favoring employees. The Court held that the lower court violated statutory provisions by treating the collective agreement as mandatory despite the parties' agreement to higher individual terms, thus overturning the final judgment and remanding the case for retrial.
Legislator headnote
AI generatedArt. 361 A.K.; Art. 7 para. 2 of Law 1876/1990; The principle of freedom of contract allows parties to agree on terms more favorable to employees than those in the collective agreement, and such individual agreements prevail over less favorable collective regulations.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 820 / 2006 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 820/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Χρήστο Μπαλντά, Αντιπρόεδρο, Σπυρίδωνα Κολυβά, Γεώργιο Χλαμπουτάκη, Ηλία Γιαννακάκη και Αθανάσιο Θεμέλη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Ιανουαρίου 2006, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1.Σ. Π. του Α., κατοίκου ..., 2.Σ. Ξ. του Σ., κατοίκου ..., 3.Α. Φ.-Β. του Α., κατοίκου ..., 4.Α. Κ. του Ν., κατοίκου ..., 5.Κ. Δ. του Χ., κατοίκου ..., 6.Σ. Φ. του Ι., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ανδρέα Λαμπρόπουλο βάσει δηλώσεως του άρθρου 242§2 Κ.Πολ.Δ. Του αναιρεσίβλητου: Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Περιφερειακό Αντικαρκινικό Νοσοκομείο Αθηνών - Ο ΑΓΙΟΣ ΣΑΒΒΑΣ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευστράτιο Σταρόγιαννη, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242§2 Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27/2/2002 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 815/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 1355/2004 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 10/9/2004 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χλαμπουτάκης, ανέγνωσε την από 5/1/2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή με τη διάταξη του άρθρ. 361 ΑΚ που ορίζει ότι για τη σύσταση ή αλλοίωση ενοχής με δικαιοπραξία εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, απαιτείται σύμβαση, καθιερώνεται στο ενοχικό και κατ'ακολουθίαν στο εργατικό δίκαιο, ως απόρροια του δόγματος της αυτονομίας της βουλήσεως, η αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων δυνάμει της οποίας οι συμβαλλόμενοι έχουν πλήρη ελευθερία προς κατάρτιση οποιασδήποτε δικαιοπραξίας με οποιαδήποτε μορφή και με οποιοδήποτε περιεχόμενο, αρκεί τούτο να μην απαγορεύεται από το νόμο και να μην αντιβαίνει στα χρηστά ήθη.
Εξ άλλου από τη γενική αρχή της προστασίας των εργαζομένων που διαπνέει το εργατικό δίκαιο συνάγεται ότι η αρχή της εύνοιας υπέρ των τελευταίων δεν εφαρμόζεται μόνο στη σχέση ΣΣΕ και ατομικής συμβάσεως, αλλά και στη σχέση περισσοτέρων πηγών (νόμου, ΣΣΕ, Κανονισμού, ατομικής σύμβασης) διαφορετικής ιεραρχικής βαθμίδας που ρυθμίζουν την εργασιακή σχέση.
Σύμφωνα με την αρχή της εύνοιας υπέρ των μισθωτών που καθιέρωνε το άρθρο 3 παρ. 1 του ν. 3239/1955 "περί του τρόπου ρυθμίσεως των συλλογικών διαφορών εργασίας" (που ίσχυσε μέχρι 8-5-1990) σε συνδυασμό με το άρθρο 680 ΑΚ την οποία αρχή ήδη προβλέπει η διάταξη του άρθρου 7 παρ. 2 του ν. 1876/1990, οι ευνοϊκότεροι για τους μισθωτούς όροι των ατομικών συμβάσεων εργασίας υπερισχύουν δυσμενέστερων όρων των ΣΣΕ.
Και τούτο γιατί οι κανονιστικοί όροι της ΣΣΕ περιέχουν κατώτατα όρια προστασίας, που απαγορεύουν τη δυσμενέστερη ρύθμιση με ατομική σύμβαση, επιτρέπουν όμως με την τελευταία τη βελτίωση της προστασίας αυτής. Περαιτέρω κατά το άρθρο 6 παρ. 2 του ν. 1397/1983 για το Εθνικό Σύστημα Υγείας (ΕΣΥ), νοσοκομειακές μονάδες που λειτουργούν κατά τη δημοσίευση του νόμου αυτού (7-10-1983) ως υπηρεσίες ΝΠΙΔ εφόσον επιχορηγούνται με οποιοδήποτε τρόπο από το Δημόσιο, μετατρέπονται εντός έτους από τη δημοσίευση του νόμου αυτού σε ΝΠΔΔ και υπάγονται στις διατάξεις του ΝΔ 2592/1953 "περί οργανώσεως της ιατρικής αντιλήψεως" με ΠΔ εκδιδόμενο μετά πρόταση του ΥΠ.
Υγείας και Πρόνοιας. Το προσωπικό (πλην ιατρικού) που υπηρετεί στις μονάδες αυτές κατά τη δημοσίευση των ΠΔ της μετατροπής, εντάσσεται ύστερα από πρόταση του αρμοδίου Υπηρεσιακού Συμβουλίου εφόσον συγκεντρώνει τα νόμιμα προσόντα σε αντίστοιχες θέσεις που συνιστώνται με τον οργανισμό του Νοσοκομείου.
Η ένταξη γίνεται ύστερα από αίτηση των ενδιαφερομένων. Το προσωπικό που δεν συγκεντρώνει τα νόμιμα προσόντα ή δεν υποβάλει αίτηση ένταξης, εξακολουθεί να υπηρετεί με τις ίδιες προϋποθέσεις που υπηρετούσε και στις ίδιες θέσεις οι οποίες μετατρέπονται σε προσωρινές που καταργούνται όταν κενωθούν με οποιοδήποτε τρόπο.
Μέχρι να εκδοθεί ο νέος οργανισμός και να γίνει η ένταξη στις θέσεις που προβλέπονται από αυτόν, το προσωπικό εξακολουθεί να διέπεται από τις διατάξεις που ίσχυαν κατά το χρόνο δημοσίευσης του ΠΔ/τος της μετατροπής Το ως άνω άρθρο το οποίο καταργήθηκε με το άρθρο 132 του ν. 2071/1992, επαναλήφθηκε στο άρθρο 48 του ίδιου νόμου.
Με το ΠΔ 152/1992 που εκδόθηκε κατ'εξουσιοδότηση του ν. 1397/83 το εναγόμενο - αναιρεσίβλητο νοσοκομείο "Ο ΑΓΙΟΣ ΣΑΒΒΑΣ" μετατράπηκε σε ΝΠΔΔ και υπάχθηκε στις διατάξεις του ΝΔ 2592/1953 και Ν. 1397/1983. Εξ άλλου με το άρθρ. 9 παρ.1 του Ν.2345/1995 ορίσθηκε ότι το πάσης φύσεως προσωπικό του αναιρεσιβλήτου εντάσσεται σε θέσεις που αναφέρονται στην Α3β/οικ. 10326/4-6-1990 απόφαση του Υπουργού Υγείας Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεως (ΦΕΚ Β 424/13-7-1990), η οποία αποτελεί από τη δημοσίευση του ΠΔ 152/1992 τον οργανισμό του αναιρεσίβλητου νοσοκομείου.
Στο άρθρο 17 παρ.3 και 4 της πιο πάνω Υπουργικής απόφασης ορίσθηκε ότι το πάσης φύσεως προσωπικό, πλην ιατρικού, που υπηρετούσε στο νοσοκομείο "Ο ΑΓΙΟΣ ΣΑΒΒΑΣ" κατά τη δημοσίευση της απόφασης αυτής εντάσσεται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρ. 6 παρ.2 του Ν.1397/1983 σε θέσεις του Οργανισμού του νέου ΝΠΔΔ σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις ύστερα από κρίση του αρμόδιου υπηρεσιακού συμβουλίου και αίτηση του ενδιαφερόμενου.
Το προσωπικό που δεν συγκεντρώνει τα νόμιμα προσόντα ή δεν υποβάλει αίτηση εντάξεως εξακολουθεί να υπηρετεί με τις ίδιες προϋποθέσεις και με την ίδια εργασιακή σχέση που υπηρετούσε, σε προσωρινές θέσεις που συνιστώνται με απόφαση του ΔΣ του νοσοκομείου και καταργούνται όταν κενωθούν με οποιοδήποτε τρόπο.
Εξ άλλου κατά το άρθρ. 16 παρ. 1 του ΠΔ 410/1988 οι αποδοχές του προσωπικού, επί σχέσει εργασίας ιδιωτικού δικαίου του Δημοσίου των ΟΤΑ και των λοιπών ΝΠΔΔ, που προσλαμβάνονται για κάλυψη οργανικών θέσεων, καθορίζονται σύμφωνα με τις διατάξεις του ΝΔ 1198/1971, όπως ισχύει, δηλαδή με ειδικές συλλογικές συμβάσεις καταρτιζόμενες σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στις διατάξεις του.
Τέλος με την από 22-12-1988 ΕΣΣΕ που κηρύχθηκε υποχρεωτική για όλους (εργοδότες και εργαζόμενους) του επαγγέλματος στο οποίο αφορά και ίσχυσε από 1-7-1988, επεκτάθηκαν στους εργαζόμενους (πλην ιατρών) με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου στα Νοσοκομεία του ΝΔ 2593/1953, που είναι μέλη σωματείων ανηκόντων στη ΠΟΕΔΗΝ, στο σύνολό τους οι διατάξεις του Ν. 1505/1984 όπως τροπ.
με το Ν. 1810/1988 ενώ με το άρθρ. 9 της άνω ΕΣΣΕ ορίσθηκε ότι τυχόν καταβαλλόμενες ανώτερες αποδοχές διατηρούνται. Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα εξής: Οι ενάγοντες κατόπιν συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου που συνήψαν την 5.8.1978, 1.6.1978, 21.4.1969, 18.9.1976, 1.7.1978 και 1.9.1979, αντίστοιχα, με το συσταθέν το 1935 κοινωφελές Ίδρυμα με την επωνυμία "Ελληνικό Αντικαρκινικό Ινστιτούτο", που είχε τη μορφή Ν.Π.Ι.Δ., παρείχαν τις υπηρεσίες τους με την ιδιότητα του χημικού, φυσικού και βιολόγου στα ανοσολογικά και βιοχημικά τμήματα του εναγομένου νοσοκομείου "Άγιος Σάββας", το οποίο ήταν μία από τις υπηρεσίες του άνω Ιδρύματος.
Μετά τη δημοσίευση του Π.Δ. 152/1992 με το οποίο το παραπάνω Νοσοκομείο μετατράπηκε σε αυτοτελές Ν.Π.Δ.Δ. και από την έναρξη ισχύος από 8.8.1992 του νέου οργανισμού, οι ενάγοντες δεν εντάχθηκαν σε οργανικές θέσεις, αλλά παρέμειναν σε θέσεις προσωρινές και συνέχισαν να εργάζονται με τις ίδιες προϋποθέσεις. Από της προσλήψεώς τους μέχρι 31.12.1990 αμείβοντο με τις αποδοχές που καθόριζαν οι εκάστοτε ισχύουσες σ.σ.ε. "Για τους όρους αμοιβής και εργασίας των επιστημόνων χημικών βιομηχανίας όλης της χώρας" κατά τους όρους της ατομικής τους συμβάσεως.
Το εναγόμενο στις 1.1.1991 εφαρμόζοντας την από 22.12.1988 σ.σ.ε. "Για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου στα δημόσια Νοσοκομεία της χώρας" που κηρύχθηκε υποχρεωτική με την 17853/4.10.1989 απόφαση του Υπουργού Εργασίας, έπαυσε να μισθοδοτεί τους ενάγοντες σύμφωνα με τις σ.σ.ε. "Για τους όρους αμοιβής και εργασίας των επιστημόνων χημικών βιομηχανίας όλης της χώρας" και τους κατέβαλε τις αποδοχές τις καθοριζόμενες από τη σ.σ.ε.
της 22.12.1988, οι οποίες υπολείπονται από τις αποδοχές που καθορίζονται από τις συμβατικώς ισχύουσες μεταξύ των διαδίκων σ.σ.ε. για τους όρους αμοιβής και εργασίας των επιστημόνων χημικών βιομηχανίας όλης της χώρας. Έτσι οι ενάγοντες διεκδικούν μισθολογικές διαφορές για την περίοδο από 1/1 μέχρι 31/12/2001 με βάση την από 30/6/2000 Σ.Σ.Ε.
για τους όρους αμοιβής της εργασίας των επιστημόνων χημικών των εργαζομένων σε χημικά και βιοχημικά εργαστήρια των βιομηχανιών της χώρας στην οποία παρέπεμπε η ατομική σύμβαση εργασίας τους. Στη συνέχεια το Εφετείο έκρινε ότι η εργασιακή σχέση των εναγόντων διέπεται από το μισθολογικό καθεστώς της από 22/12/1988 Σ.Σ.Ε.
της ΠΟΕΔΗΝ, στην οποία ανήκε και ο σύλλογος των εργαζομένων στο εναγόμενο νοσοκομείο, μέλη του οποίου ήταν και οι ενάγοντες, το οποίο δεν ήταν δεκτικό τροποποιήσεως με την ατομική σύμβαση εργασίας των εναγόντων και τη σχετική ΣΣΕ του κλάδου των, έστω και αν αυτή περιείχε ευμενέστερους όρους από εκείνους της άνω Σ.Σ.Ε.
της ΠΟΕΔΗΝ". Μετά από αυτά το Εφετείο δέχθηκε την έφεση του εναγομένου Νοσοκομείου κατά της πρωτόδικης απόφασης, που είχε κρίνει αντίθετα, και απέρριψε την αγωγή των εναγόντων με αίτημα να τους καταβληθούν μισθολογικές διαφορές μεταξύ των δικαιουμένων αποδοχών με βάση την ως άνω ΣΣΕ του κλάδου των και εκείνων που τους καταβλήθηκαν με βάση την ΣΣΕ της ΠΟΕΔΗΝ για τη χρονική περίοδο από 1/1 μέχρι 31/12/2001.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο παραβίασε, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 361 Α.Κ., 7 παρ. 2 και 19 του Ν. 1876/1990, 1 και 8 παρ.1 του ΝΔ 1198/1972, 6 παρ.2 του Ν>1327/1983, 48 παρ.3 του Ν.2071/1992 και 9 παρ.1 του Ν.2345/1995, αφού σύμφωνα με τις παραπάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, είχε συμφωνηθεί μεταξύ των διαδίκων και τούτο είχε αποτελέσει όρο των ατομικών συμβάσεων εργασίας των αναιρεσειόντων (άρθρ. 361 ΑΚ) να αμείβωνται με τις εκάστοτε ισχύουσες ΣΣΕ του κλάδου των.
Πρέπει, συνεπώς, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά τους βάσιμους περί τούτου, από τον αριθ.1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγους της αναιρέσεως, και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ.3 του ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 1355/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, και
Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων τα οποία ορίζει σε χίλια εκατό (1100) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Μαρτίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 2 Μαϊου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ