Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds for failure to raise statute of limitations defense in time.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellants' appeal against the Athens City Council, ruling that the defense of statute of limitations was procedurally inadmissible. The appellants failed to propose this defense orally during the first-instance hearing or through written submissions, despite the lower court's finding that no conditions for interruption existed. Consequently, the court held that the lower court correctly rejected the defense and the appeal lacked legal basis.
Legislator headnote
AI generatedArticles 527, 269 of the Code of Civil Procedure; A defense of statute of limitations must be raised orally at the first-instance hearing or in written submissions, and failure to do so renders it inadmissible regardless of subsequent documentary evidence.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 81 / 2019 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 81/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1'Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Σοφία Καρυστηναίου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Σοφία Τζουμερκιώτη και Γεώργιο Δημάκη, αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 16η Οκτωβρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων:1) Ε. Α.,2) Ι. Α. του Ι., 3) Μ. Γ., 4) Ν. Δ., 5) Ε. Δ., 6) Κ. Δ. -Ζ., 7) Α. Κ., 8) Κ. Κ., 9) Ε. Π., 10) Γ. Κ., 11) Δ. Σ., 12) Γ. Σ., 13) Λ.- Μ. Μ., 14)Χ. Σ., 15) Ε. Κ., 16) Α. Μ., 17) Ε. Π., 18) Κ. Τ., 19) Λ. Μ., 20) Φ. Ξ., 21) Ν. Γ., 22) Α. Κ., 23) Κ. Π., 24) Α. Χ., 25) Π. Β., και 26) Ζ. Φ., κατοίκων ...,που παραστάθηκαν δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Νικόλαου Σωτηρακόπουλου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Δήμου Αθηναίων, όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξούσιας δικηγόρου Αικατερίνης Ευκλείδου, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-9-2008 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 1908/2010 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 7352/2013 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 18-6-2015 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια αρεοπαγίτης Σοφία Καρυστηναίου, ανέγνωσε την από 20-3-2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 106, 216 παρ. 1 περ. γ, 322 παρ. 1, 324 και 331 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι, αν με αγωγή που προηγήθηκε είχε καταχθεί σε δίκη μέρος μόνο απαιτήσεως, το οποίο και επιδικάστηκε, δεδικασμένο (υπό την αρνητική και τη θετική του λειτουργία) γεννιέται μόνο ως προς το μέρος αυτό, αφού το επιπλέον δεν είχε προβληθεί κατά τη διατύπωση του άρθρου 322 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.
και συνεπώς το δικαστήριο δεν επιλήφθηκε αυτού. Επομένως ο δικαιούχος μπορεί μεταγενεστέρως να ζητήσει έννομη προστασία για το υπόλοιπο της ίδιας απαιτήσεως, το οποίο δεν είχε επιδιώξει με την αρχική αγωγή του, ασκώντας νέα αγωγή, χωρίς να αποκρούεται από το δεδικασμένο. Αντίθετα, αν με την προηγούμενη αγωγή η απαίτηση είχε ασκηθεί ως αποτελούσα το όλον και η απόφαση η οποία εκδόθηκε δεν έκρινε για το μέρος αλλά για το όλον της απαιτήσεως αυτής, αποκλείεται με νέα αγωγή, για το κριθέν ήδη χρονικό διάστημα, να ζητηθεί και άλλο ποσό της ίδιας απαιτήσεως, αφού κρίθηκε ήδη ότι η απαίτηση του δικαιούχου ήταν αυτή που επιδικάστηκε.
Αν δε το δικαστήριο κρίνει ότι δεν δεσμεύεται από το δεδικασμένο και εξετάσει τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα της μεταγενέστερης αυτής αγωγής, τότε κατά παράβαση του νόμου δέχεται ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο και υποπίπτει έτσι στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 16 Κ.Πολ.Δ. (Ολ. Α.Π. 1/2005, 1/2003, 14/2002). Το ίδιο ισχύει και στην περίπτωση που με μεταγενέστερη αγωγή διώκεται η καταψήφιση ή η αναγνώριση της ίδιας απαιτήσεως για χρονικό διάστημα επόμενο εκείνου για το οποίο προηγουμένως επιδικάστηκε αυτή, εφόσον κατά το επόμενο αυτό χρονικό διάστημα δεν επήλθε μεταβολή του νομικού καθεστώτος υπό το οποίο κρίθηκε ήδη η απαίτηση για τον προγενέστερο χρόνο.
Και στην περίπτωση αυτή υπάρχει δεδικασμένο που κωλύει την εκ νέου έρευνα των προϋποθέσεων της απαιτήσεως, εφόσον προβλήθηκε ήδη και κρίθηκε το όλον της απαιτήσεως για τον προγενέστερο χρόνο. Ειδικότερα σε διαρκή έννομη σχέση από την οποία πηγάζουν πλείονες έννομες συνέπειες, όπως στη σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, στην οποία η απασχόληση του μισθωτού θεμελιώνει ποικίλες αξιώσεις που στηρίζονται σε διαφόρους ουσιαστικούς νόμους, συλλογικές συμβάσεις εργασίας, διαιτητικές αποφάσεις κ.λπ., οι τελεσίδικες δικαστικές αποφάσεις που κρίνουν επιμέρους αιτήματα ως έννομες συνέπειες της διαρκούς αυτής έννομης σχέσεως, έστω και εσφαλμένες, αποτελούν δεδικασμένο και για απαιτήσεις που γεννώνται στο μέλλον ως προς τις προϋποθέσεις και το ύψος αυτών, εφόσον παραμένει αμετάβλητο το νομικό καθεστώς (Ολ.
Α.Π. 1/2005, 10/2002).
2. Από την επισκόπηση των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα εξής: Με την από 28-3-2008 αγωγή τους οι τότε και ήδη ενάγοντες είχαν επικαλεσθεί ότι με διαδοχικές συμβάσεις μαθητείας ορισμένου χρόνου για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας προσελήφθησαν από τον τότε και ήδη εναγόμενο Δήμο Αθηναίων με συμφωνημένο ημερομίσθιο 12.000 δραχμών με την πρώτη σύμβαση και 35,22 ευρώ με τις λοιπές και απασχολήθηκαν ως σχολικοί φύλακες κατά το διάστημα από 8-3-2001 μέχρι και 1-10-2006, οπότε με απόφαση του εναγομένου κατατάχθηκαν σε οργανικές θέσεις αυτού. Είχαν δε ζητήσει, μεταξύ άλλων, να αναγνωρισθεί ότι ο εναγόμενος υποχρεούται να τους καταβάλει και να υποχρεωθεί αυτός να τους καταβάλει τα αναφερόμενα ποσά για επιδόματα (δώρα) εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα, επιδόματα αδείας και αποζημίωση λόγω μη χορηγήσεως σ' αυτούς της ετήσιας αδείας αναψυχής κατά τα έτη από 2002 έως και 2006, υπολογιζόμενα (τα ποσά αυτά) με βάση το προαναφερθέν συμφωνημένο ημερομίσθιο.
3. Επί της αγωγής εκείνης εκδόθηκε η 2234/2008 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και μετά από αντίθετες εφέσεις των διαδίκων η 5947/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία, κατά παραδοχή ενστάσεως του εναγομένου για παραγραφή των αξιώσεων των ετών 2002, 2003, 2004 και 2005 και μετά την απόρριψη αντενστάσεως των εναγόντων για διακοπή της παραγραφής, έγινε δεκτό ότι οι ανωτέρω αξιώσεις (των ετών 2002, 2003, 2004 και 2005) είχαν υποπέσει σε παραγραφή.
Επί πλέον το εφετείο δέχθηκε, σε σχέση με τις αξιώσεις του έτους 2006, τα εξής: "Περαιτέρω οι ενάγοντες πλην της 91ης δικαιούνται να λάβουν για δώρα εορτών Χριστουγέννων-Πάσχα, επιδόματα και αποδοχές αδείας του έτους 2006 τα παρακάτω ποσά: α) για δώρο Χριστουγέννων 2006 το ποσό των 880,52 (25 ημερομίσθια Χ 35,22) ευρώ, β) για δώρο Πάσχα 2006 το ποσό των 528,30 ευρώ (15 ημερομίσθια Χ 35,22), γ) για επίδομα αδείας έτους 2006 το ποσό των 457,86 (13 ημερομίσθια Χ 35,22) ευρώ και δ) για αποζημίωση μη ληφθείσας άδειας αναψυχής το έτος 2006 το ποσό των 915,72 ευρώ (26 ημερομίσθια Χ 35,22) και συνολικά το ποσό των 2.782,38 (880,52 + 528,30 + 457,86 + 915,72) ευρώ, ως προς το ύψος του οποίου δεν διατυπώνεται παράπονο από τους εκκαλούντες κατά της εκκαλούμενης απόφασης".
Με βάση αυτές τις παραδοχές το εφετείο απέρριψε τις αντίθετες εφέσεις των διαδίκων κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, που είχε κρίνει ομοίως. 4. Στη συνέχεια οι ενάγοντες άσκησαν τη νέα από 10-9-2008 (ένδικη) αγωγή τους, με την οποία, αφού προέβαλαν το ίδιο ιστορικό, ζήτησαν, μεταξύ άλλων, να αναγνωρισθεί ότι ο εναγόμενος υποχρεούται να τους καταβάλει και να υποχρεωθεί αυτός να τους καταβάλει τα αναφερόμενα σ' αυτήν ποσά για διαφορές αποδοχών, επιδομάτων (δώρων) εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα, επιδομάτων αδείας και αποζημιώσεως λόγω μη χορηγήσεως σ' αυτούς της ετήσιας αδείας αναψυχής, για νόμιμες προσαυξήσεις λόγω απασχολήσεώς τους κατά τις Κυριακές και αργίες και κατά τη νύκτα και για κατ' αποκοπήν έξοδα κινήσεως των ετών 2004, 2005 και 2006, ήτοι για διάστημα που συμπίπτει εν μέρει με το διάστημα της προηγούμενης αγωγής τους, υπολογιζόμενα (τα ποσά αυτά) με βάση τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας της Π.Ο.Ε.
Ο.Τ.Α., ήτοι με βάση ποσά ανώτερα εκείνων που είχαν ζητήσει με την προηγούμενη αγωγή τους και που είχε δεχθεί η ανωτέρω τελεσίδικη απόφαση.
5. Το Μονομελές Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη 7352/2013 απόφασή του, αφού έκρινε την αγωγή νόμιμη, δέχθηκε ότι οι ένδικες αξιώσεις του χρονικού διαστήματος από 1-1-2004 έως και 12-10-2006 είχαν υποπέσει σε παραγραφή (ζήτημα για το οποίο θα γίνει λόγος στην επόμενη σκέψη), στη συνέχεια έκρινε περαιτέρω τα εξής: "Το αίτημα των εναγόντων για καταβολή των επιδομάτων εορτών και αδείας και αποζημίωσης λόγω μη χορήγησης αδείας του έτους 2006, ως προς το υπόλοιπο ποσό, την ικανοποίηση του οποίου δεν είχαν επιδιώξει με την από 28-2-2008 αγωγή τους επί της οποίας εκδόθηκε η προαναφερόμενη τελεσίδικη απόφαση (2234/2008 ΜΠρΑθ), πρέπει να απορριφθεί διότι καταλαμβάνεται από το δεδικασμένο της τελεσίδικης απόφασης......
Με βάση τα περιστατικά αυτά το δεδικασμένο από την προαναφερόμενη απόφαση καλύπτει και το ύψος του ημερομισθίου των εναγόντων, αφού το δικαστήριο αναγκαίως το έκρινε για να προσδιορίσει τις νόμιμες αποδοχές τους, εντεύθεν δε και τις οφειλόμενες σε εκείνους διαφορές.". Έτσι που έκρινε το εφετείο δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 16 Κ.Πολ.Δ.
αφού η ανωτέρω τελεσίδικη 2234/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία κρίθηκαν επί μέρους αιτήματα ως έννομες συνέπειες της διαρκούς έννομης σχέσεως μεταξύ των διαδίκων, ανεξαρτήτως της ορθότητάς της ή μη, αποτελεί δεδικασμένο και για τις ένδικες απαιτήσεις ως προς τις προϋποθέσεις και το ύψος αυτών, οι ενάγοντες δε δεν επικαλέσθηκαν ούτε προκύπτει ότι μετά την έκδοση της αποφάσεως αυτής επήλθε νομοθετική μεταβολή που να δικαιολογεί την άσκηση της νέας αγωγής με την οποία ζητούνται τα επί πλέον ποσά.
Συνεπώς ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα και αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πιο πάνω πλημμέλεια, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. 6 Σύμφωνα με το άρθ. 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο, κατά την έννοια δε της διάταξης αυτής η παρά το νόμο κήρυξη ή μη κήρυξη ακυρότητας ως λόγος αναίρεσης αναφέρεται αποκλειστικά στις δικονομικές ακυρότητες, δηλ.
εκείνες που αποτελούν νόμιμες κυρώσεις, απαγγελλόμενες για την παράβαση διατάξεων που ρυθμίζουν την διαδικασία και τον τύπο των διαδικαστικών πράξεων. Εξάλλου, ειδικότερα κατά την διάταξη του άρθρου 591 παρ. 1 εδ. β' ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 19 ν.2915|2001,: "Τα άρθρα 1 έως 590 εφαρμόζονται και στις ειδικές διαδικασίες, εκτός αν αντιβαίνουν προς τις ειδικές διατάξεις των διαδικασιών αυτών.
Αν στις ειδικές αυτές διατάξεις δεν ορίζεται διαφορετικά: α)....β) οι προτάσεις κατατίθενται στο ακροατήριο γ) όλοι οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί προτείνονται προφορικά και όσοι δεν περιέχονται στις προτάσεις καταχωρίζονται στα πρακτικά". Περαιτέρω κατά την διάταξη του άρθρου 256 παρ.1 στοιχ. δ'του ιδίου Κώδικα τα συντασσόμενα από τον γραμματέα πρακτικά συνεδρίασης πρέπει να περιέχουν "όσα έγιναν κατά την συζήτηση και ιδίως τις ερωτήσεις που έγιναν και τις απαντήσεις σ' αυτές, τους ισχυρισμούς, τις αιτήσεις και τις δηλώσεις των διαδίκων, εκτός αν είναι υποχρεωτική η υποβολή προτάσεων, οπότε αρκεί η αναφορά σ' αυτές, τις καταθέσεις των μαρτύρων...".
Από την πρώτη από τις διατάξεις αυτές (του άρθ. 591 παρ. 1 ΚΠολΔ) σαφώς συνάγεται ότι στις υποθέσεις που δικάζονται κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρα 663-676 ΚΠολΔ), στην οποία δεν είναι υποχρεωτική η υποβολή προτάσεων (άρθ. 666 παρ. 1 σε συνδυασμό με τα άρθ. 115 παρ. 3 και 237 παρ. 1 ΚΠολΔ) οι διάδικοι οφείλουν να προτείνουν όλους τους αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς τους, όπως είναι οι ενστάσεις και οι αντενστάσεις (ΑΠ 1164|2007) μεταξύ δε αυτών και η ένσταση παραγραφής επίδικης αξίωσης και η αντένσταση διακοπής της (άρθ. 261 επ.
ΑΚ), προφορικά κατά την συζήτηση στο ακροατήριο και επιπλέον οι ισχυρισμοί αυτοί καταχωρίζονται στα πρακτικά με σαφή, έστω και συνοπτική, έκθεση των γεγονότων που τους θεμελιώνουν (άρθ. 262 ΚΠολΔ), εκτός εάν περιέχονται στις κατατιθέμενες στο ακροατήριο προτάσεις. Απαιτείται δηλ. σε κάθε περίπτωση, ακόμη και εάν έχουν κατατεθεί έγγραφες προτάσεις, στις οποίες περιέχονται οι ισχυρισμοί αυτοί, προφορική πρόταση αυτών που "ως γενόμενο κατά την συζήτηση" σημειώνεται στα πρακτικά.
Από την δεύτερη των ως άνω διατάξεων (άρθ. 256 παρ. 1 στοιχ. δ'ΚΠολΔ) συνάγεται, ότι η κατά την πρώτη διάταξη (άρθ. 591 παρ. 1 στοιχ. δ'ΚΠολΔ) σημείωση της προφορικής πρότασης του ισχυρισμού στα πρακτικά πρέπει να προκύπτει ευθέως από το περί προτάσεων και δηλώσεων τμήμα αυτών και δεν επιτρέπεται έμμεση συναγωγή της πρότασης αυτών (ισχυρισμών) είτε από το περιεχόμενο των ακολούθως καταχωριζομένων μαρτυρικών καταθέσεων είτε από το περιεχόμενο των υποβαλλομένων εγγράφων προτάσεων (Ολ ΑΠ 2|2005,ΑΠ 128|2008,13|2008).
Περαιτέρω κατά την διάταξη του άρθ. 527 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτη η προβολή στην κατ' έφεση δίκη πραγματικών ισχυρισμών που δεν προτάθηκαν στην πρωτόδικη δίκη, εκτός εάν 1) προτείνονται από τον εφεσίβλητο ως υπεράσπιση κατά της έφεσης 2) γεννήθηκαν μετά την τελευταία συζήτηση στο ακροατήριο και 3) συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 269, δηλ.
σύμφωνα με το τελευταίο (όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθ. 11 ν. 2915|2001) αν α) το δικαστήριο κρίνει ότι δεν προβλήθηκαν έγκαιρα από δικαιολογημένη αιτία β)προέκυψαν για πρώτη φορά μεταγενέστερα γ) αποδεικνύονται με δικαστική ομολογία του αντιδίκου ή εγγράφως και το δικαστήριο κρίνει ότι ο διάδικος δεν γνώριζε, ούτε μπορούσε να είχε πληροφορηθεί εγκαίρως την ύπαρξη των εγγράφων.
Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει, ότι το εφετείο δεν μπορεί να λάβει υπόψη αυτοτελή πραγματικό ισχυρισμό παρά μόνον, εάν προβλήθηκε παραδεκτά στον πρώτο βαθμό και επαναφέρεται νόμιμα με λόγο έφεσης ή συντρέχουν οι παραπάνω προϋποθέσεις, ιδρύεται δε λόγος αναίρεσης, αν έλαβε υπόψη αυτοτελή ισχυρισμό, μολονότι δεν συνέτρεχε κάποια από τις περιπτώσεις αυτές (ΑΠ 1378|2007, 128|2008, 2644/2008).
7. Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την ανωτέρω αναιρετική πλημμέλεια και συγκεκριμένα ότι το εφετείο παρά το νόμο απέρριψε ως απαράδεκτη την αντένστασή τους για διακοπή της παραγραφής των ένδικων αξιώσεών τους του χρονικού διαστήματος από 1-1-2004 έως και 12-10-2006 (με την αιτιολογία ότι αυτή δεν είχε προταθεί με δήλωση που καταχωρήθηκε στα πρακτικά του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου αλλά για πρώτη φορά με την προσθήκη-αντίκρουση μετά τη συζήτηση της αγωγής) παρά το γεγονός ότι η αντένσταση αυτή είχε προταθεί παραδεκτά καθ' υποφοράν με την αγωγή τους, σε κάθε δε περίπτωση η πρότασή της ήταν παραδεκτή κατά τα άρθρα 527 περ. 3 σε συνδυασμό με 269 παρ. 2 εδ. γ Κ.Πολ.Δ. διότι αποδεικνυόταν από έγγραφα.
8. Το εφετείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη 7352/2013 απόφασή του, που εκδόθηκε, όπως και σ' αυτήν αναφέρεται, κατά την αυτή ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, κατά την οποία είχε εκδοθεί και η εκκληθείσα απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, δέχθηκε ότι "ένδικες αξιώσεις των εναγόντων για το χρονικό διάστημα από την έναρξη της πρόσληψής τους από τον εναγόμενο Δήμο (8-3-2001) μέχρι την ένταξή τους σε οργανικές θέσεις αυτού (12-10-2006) δεν μπορούσαν να έχουν χρόνο γένεσης πέραν του χρόνου της ένταξής τους αυτής, ήτοι την 12-10-2006, έκτοτε δε και μέχρι την επίδοση της ένδικης αγωγής στον εναγόμενο στις 30-12-2008 ( βλ.
υπ' αρ. 6…./30-12-2008 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Ν. Γ.) είχε παρέλθει η 2ετία που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 90 παρ. 3 του ν 2362/1995 και ως εκ τούτου είχαν παραγραφεί, γενομένης δεκτής και ως ουσιαστικά βάσιμης της σχετικής ένστασης του εναγόμενου ...... Οι ενάγοντες ισχυρίστηκαν στην συνέχεια, ότι η ανωτέρω παραγραφή των αξιώσεων τους είχε διακοπεί με την 155253/29-12-2006 αίτησή τους προς το εναγόμενο, με την οποία ζητούσαν την καταβολή τους κι επειδή το τελευταίο δεν τους απάντησε εντός έξι (6) μηνών ο χρόνος της παραγραφής άρχισε πάλι από 29-6-2007, έκτοτε δε μέχρι την επίδοση της ένδικης αγωγής (30-12-2008) δεν είχε παρέλθει η προαναφερόμενη 2ετία.
Ο ισχυρισμός αυτός, ο οποίος αποτελεί αντένσταση, πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι δεν προτάθηκαν προφορικά στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με σχετική καταχώρηση στα πρακτικά αλλά με την προσθήκη των προτάσεων των εναγόντων, ενώ κρίθηκε ακόμη ότι απαραδέκτως επίσης προβάλλονται, πρώτον, ενώπιον του Εφετείου, αφού δεν προτάθηκε στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και γι' αυτό δεν καταχωρήθηκε στα πρακτικά αυτά, αλλά ούτε και στις προτάσεις του ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου που κατατέθηκαν κατά τη συζήτηση περιλήφθηκε τέτοιος ισχυρισμός, οπότε θα αρκούσε η δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου των εναγόντων ότι αναφέρεται στις προτάσεις του για να είναι παραδεκτός ο σχετικός ισχυρισμός, αλλά για πρώτη φορά περιλήφθηκε στην προσθήκη-αντίκρουση μετά τη συζήτηση ". 9 Από την παραδεκτή επισκόπηση των προσκομιζόμενων διαδικαστικών εγγράφων της δίκης αυτής (άρθ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει, ότι οι αναιρεσείοντες - ενάγοντες, όπως οι ίδιοι εκθέτουν στο δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά την ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου (μονομελούς πρωτοδικείου Αθηνών) συζήτηση της υπόθεσης κατά την διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθ. 663 επ.
ΚΠολΔ) δεν είχαν προτείνει προφορικά, έστω και συνοπτικά, την αντένσταση της διακοπής της παραγραφής των ως άνω αξιώσεών τους. Ως εκ τούτου η προβολή της αντένστασης αυτής δεν ήταν παραδεκτή κατ' άρθρο 527 ΚΠολΔ, ούτε με την προσθήκη των προτάσεων ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, ούτε στην κατ' έφεση δίκη, εφόσον κρίθηκε από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι δεν συνέτρεχε κάποια από τις προϋποθέσεις και περιπτώσεις των άρθρων 527 αριθ. 3 και 269 ΚΠολΔ. 10.
Επομένως, έτσι που έκρινε το Εφετείο, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη με αριθμό 6 σκέψη της απόφασης αυτής, ορθά δέχθηκε την προβληθείσα παραδεκτά από τον εναγόμενο Δήμο ένταση παραγραφής και απέρριψε την σχετική αντένσταση διακοπής της. Ο ισχυρισμός των αναιρεσείοντων ότι αυτοί, καθ' υποφοράν με την αγωγή τους πρότειναν την σχετική αντένσταση, η οποία προκύπτει από το σχετικό έγγραφο (αίτηση), δεν αποδεικνύεται βάσιμος δεδομένου ότι από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της από 10.09.2008 αγωγής τους, προκύπτει ότι αναφέρουν ότι "παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις μας και την από Δεκεμβρίου 2006 αίτησή μας αρνείται την καταβολή των ποσών που δικαιούμαστε", χωρίς όμως να αναφέρουν στην αγωγή, τα στοιχεία της αιτήσεως, αν με αυτήν διέκοψαν την παραγραφή, από πότε αρχίζει αυτή, ούτε συμπλήρωσαν αυτήν με τις προτάσεις.
Επίσης η αντένσταση, σύμφωνα με όσα ήδη εκτέθηκαν πιο πάνω, πρέπει να υποβληθεί κατά τη συζήτηση ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, έστω και αν αποδεικνύεται από έγγραφο βεβαίας χρονολογίας, διότι μόνη η ύπαρξη εγγράφου, το οποίο από πουθενά δεν προέκυψε ότι είχε προσκομισθεί, δεν υποκαθιστά τον παραδεκτό τρόπο υποβολής της αντενστάσεως.
Συνεπώς η προσβαλλόμενη απόφαση δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.14 του ΚΠολΔ και ο σχετικός πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως είναι αβάσιμος.
11. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η υπό κρίση αίτηση και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, σύμφωνα με το σχετικό αίτημα του τελευταίου (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ), μειωμένη κατά το άρθρο 281 παρ. 2 του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο ν. 3463/2006.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18-6-2015 αίτηση για αναίρεση της 7357/2013 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει σε εξακόσια (600) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Δεκεμβρίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Iανουαρίου 2019.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ