Supreme Court dismisses appeal against debt settlement ruling due to lack of evidence and improper fact-finding by lower court.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the National Bank of Greece's appeal against a first-instance judgment regarding debt settlement. The appellants argued the lower court incorrectly assessed their income and expenses without sufficient evidence, yet the court found their factual findings reasonable. The court ruled that the lower court has the authority to evaluate the approximate cost of living needs and rejected the claim that specific expenses were calculated in error.
Legislator headnote
AI generatedArt. 9 para. 2 of Law 3869/2010; Art. 10 para. 1 of Law 3869/2010: The court may evaluate the approximate cost of living needs of the debtor and family without requiring precise determination of each specific need, and factual findings based on common sense and logic are not subject to appellate review.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 81 / 2018 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 81/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Αλεξάνδρα Κακκαβά, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Μαΐου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Μαλέσκο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Σ. Κ. του Κ. και 2) Α. Μ. του Κ., κατοίκων ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 13-2-2013 (αρ. εκθ. καταθ. ...2013 και ...2013) αιτήσεις των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Ειρηνοδικείο Πρέβεζας και συνεκδικάστηκαν.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 16/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5/2016 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πρέβεζας.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 28-7-2016 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Αλεξάνδρα Κακκαβά, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις υπ’ αριθμ. .../12-12-2016 και ...12-12-2016 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητού της περιφέρειας του Εφετείου Ιωαννίνων Γ. Ε., που προσκομίζει και επικαλείται η αναιρεσείουσα, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης δικάσιμο, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα προς τους αναιρεσιβλήτους. Όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά, οι τελευταίοι δεν εμφανίσθηκαν κατά την ανωτέρω δικάσιμο, κατά την οποία εκφωνήθηκε η υπόθεση από τη σειρά του οικείου πινακίου και τη συζήτησή της, ούτε κατέθεσαν έγγραφη δήλωση σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ. Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους (άρθρο 575 παρ. 2 ΚΠολΔ).
Κατά το άρθρο 9 παρ. 2 του Ν. 3869/2010, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το νόμο 4161/2013, ο οποίος εφαρμόζεται εν προκειμένω, εφόσον η συζήτηση των αιτήσεων των αναιρεσιβλήτων περί υπαγωγής τους στις διατάξεις του νόμου 3869/2010 ενώπιον του Ειρηνοδικείου Πρεβέζης έγινε στις 18-10-2013, ήτοι μετά τη δημοσίευση του Ν. 4161/2013 (14-6-2013), ο οφειλέτης μπορεί να υποβάλει στο δικαστήριο πρόταση εκκαθάρισης ζητώντας να εξαιρεθεί από την εκποίηση βεβαρημένο ή με εμπράγματη ασφάλεια ακίνητο, που χρησιμεύει ως κύρια κατοικία του, εφόσον τούτο δεν υπερβαίνει το προβλεπόμενο από τις ισχύουσες διατάξεις όριο αφορολόγητης απόκτησης πρώτης κατοικίας, προσαυξημένο κατά πενήντα τοις εκατό (50%).
Στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο ρυθμίζει την ικανοποίηση των απαιτήσεων των πιστωτών σε συνολικό ποσό που μπορεί να ανέρχεται μέχρι και στο ογδόντα τοις εκατό (80%) της αντικειμενικής αξίας του ακινήτου της κύριας κατοικίας. Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 2 εδ. β’ του άρθρου 4 του ίδιου νόμου (3869/2010 "Ρύθμιση οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων..."), που δεν έχει θιγεί, κατά το σημείο τούτο, από τα άρθρα 12 παρ. 1 του Ν. 4161/2013 και 1 παρ. 4 της υπό παραγράφου Α4 του άρθρου 2 του Ν. 4336/2015, ο οφειλέτης υποχρεούται να προσκομίσει υπεύθυνη δήλωση, για την οποία ισχύει η παράγραφος 6 του άρθρου 22 του Ν. 1599/1986, όπως αντικαταστάθηκε με την παράγραφο 13 του άρθρου 2 του Ν. 2479/1997, για την ορθότητα και πληρότητα των καταστάσεων που προβλέπονται στις περιπτώσεις α’ και β’ της προηγούμενης παραγράφου που αφορούν, μεταξύ άλλων, τόσο την κατάσταση της περιουσίας του, όσο και τα εισοδήματα από κάθε πηγή του ιδίου και της συζύγου του.
Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 10 παρ. 1 εδ. α’ και β’ του ίδιου νόμου, ο οφειλέτης έχει την υποχρέωση να υποβάλει ειλικρινή δήλωση για τα περιουσιακά στοιχεία και εισοδήματά του, τόσο κατά τη διαδικασία που αρχίζει με την υποβολή της αίτησης της παραγράφου 1 του άρθρου 4, όσο και κατά την περίοδο ρύθμισης των οφειλών.
Η παράβαση των υποχρεώσεων αυτών, εφόσον έγινε από δόλο ή βαριά αμέλεια, έχει ως συνέπεια, με την επιφύλαξη τυχόν ποινικής ευθύνης, την απόρριψη του αιτήματος για ρύθμιση οφειλών με απαλλαγή σύμφωνα με το άρθρο 8 ή την έκπτωση από τη ρύθμιση οφειλών και την απαλλαγή που έχει ήδη αποφασιστεί και μέχρι 2 έτη μετά την επέλευσή της, ενώ νέα αίτηση μπορεί να υποβληθεί μετά την πάροδο δύο (2) ετών από την τελεσίδικη απόρριψη της προηγούμενης αίτησης ή την τελεσιδικία της απόφασης για την έκπτωση.
Την παράβαση αυτή μπορεί να επικαλεστεί οποιοσδήποτε πιστωτής μέσα σε ένα έτος από τη στιγμή που πληροφορήθηκε τη διάσταση της πραγματικής κατάστασης του οφειλέτη σε σχέση με εκείνη που δηλώθηκε. Μολονότι ο νόμος κάνει λόγο για "αίτηση" του πιστωτή, είναι δεδομένο ότι, αν βρίσκεται σε εκκρεμότητα η αίτηση του άρθρου 4, ο ισχυρισμός αυτός μπορεί να προβληθεί κατ’ ένσταση μέχρι την περάτωση της συζήτησης ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου (άρθρο 745 ΚΠολΔ).
Ειδικότερα, παραβίαση του καθήκοντος ειλικρίνειας υπάρχει αν ο οφειλέτης, από δόλο ή βαριά αμέλεια, αποκρύπτει εισοδήματα, από οποιαδήποτε πηγή και αν προέρχονται ή περιουσιακά στοιχεία κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να εμφανίζεται μειωμένων οικονομικών δυνατοτήτων και έτσι να πετύχει παράνομα μειωμένη ικανοποίηση των πιστωτών του, εκτός βέβαια αν η παράλειψη αυτή είναι εντελώς ασήμαντη και επουσιώδης.
Εξ άλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αρ. 1 εδ. α’ του ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των Πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών...
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός της αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Με το λόγο αυτό δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων. Τέλος, κατά το άρθρο 560 αρ. 6 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015, ο οποίος άρχισε να ισχύει από 1-1-2016 και καταλαμβάνει και τους προβαλλόμενους με την παρούσα αναίρεση λόγους, αφού αυτή κατατέθηκε στις 29-7-2016, ως η σχετική πράξη καταθέσεώς της (ΑΠ 636/2017), αναίρεση κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων και των Πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, επιτρέπεται μόνο αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Μονομελές Πρωτοδικείο Πρεβέζης, το οποίο δίκασε ως Εφετείο, με την προσβαλλόμενη υπ’ αριθμ. 5/2016 απόφασή του, που εκδόθηκε κατά τη διαδικασία της Εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρ. 3 του Ν. 3869/2010, 739 ΚΠολΔ), δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Οι αιτούντες είναι έγγαμοι και από το γάμο τους έχουν αποκτήσει δύο (2) ανήλικα σήμερα τέκνα.
Ο πρώτος αιτών έχει σταθερή εργασιακή απασχόληση από το έτος 2003 έως και σήμερα στην εταιρία με την επωνυμία "...". Κατά την κατάθεση της αιτήσεώς του για δικαστική ρύθμιση των οφειλών του ο (πληρωτέος) μηνιαίος μισθός του ανερχόταν στο ποσό των οκτακοσίων ενενήντα τριών ευρώ και σαράντα εννέα λεπτών (893,49 ευρώ).
Ωστόσο, μέχρι τη συζήτηση της ανωτέρω αιτήσεως υπέστη μια μικρή μείωση στις μηνιαίες αποδοχές του, οι οποίες πλέον ανέρχονται κατά μέσο όρο στο (καθαρό) ποσό των οκτακοσίων πενήντα πέντε (855) ευρώ. Η δεύτερη αιτούσα τυγχάνει πτυχιούχος τμήματος Αγγλικής Φιλολογίας και κατά το χρόνο καταθέσεως της αιτήσεώς της για δικαστική ρύθμιση των χρεών της (διδακτικό έτος 2012 - 2013) είχε προσληφθεί με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου ως ωρομίσθια καθηγήτρια Γενικών και Τεχνικών Μαθημάτων στη σχολή Α.Ε.Ν.
Πρέβεζας, με 15 ώρες απασχόλησης εβδομαδιαίως και αντιμισθία 15 ευρώ ανά ώρα και το μηνιαίο ατομικό της εισόδημα ανερχόταν περίπου στο ποσό των εννιακοσίων (900) ευρώ. Όμως, με την έναρξη του νέου διδακτικού έτους (2013 - 2014) δεν προέκυψε νέα πρόσληψη της δεύτερης αιτούσας ούτε στην Πρωτοβάθμια Εκπαίδευση, ούτε στη σχολή Α.Ε.Ν.
Πρέβεζας και ως εκ τούτου, από τον Ιούνιο 2013 μέχρι και σήμερα η δεύτερη αιτούσα παραμένει άνεργη και εγγεγραμμένη στο μητρώο ανέργων του Οργανισμού Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού, όπως προκύπτει από τη με αριθμό πρωτ. ... βεβαίωση του ΟΑΕΔ. Το ατομικό μηνιαίο εισόδημά της είναι πλέον μηδενικό, καθώς δεν δικαιούται ούτε καν το μηνιαίο επίδομα ανεργίας που χορηγεί ο ΟΑΕΔ.
Η δυσμενής αυτή μεταβολή στην οικονομική κατάσταση ανέτρεψε τον οικογενειακό προγραμματισμό των αιτούντων και τους έχει δημιουργήσει πολύ εντονότερη ανασφάλεια για την ανατροφή των ανηλίκων τέκνων τους, των οποίων -καθώς μεγαλώνουν- αυξάνονται οι βιοτικές ανάγκες, άρα και οι δαπάνες των αιτούντων.
Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, το μηνιαίο οικογενειακό εισόδημα των αιτούντων προέρχεται αποκλειστικά από τις μηνιαίες αποδοχές του πρώτου εξ αυτών και ανέρχεται πλέον στο ποσό των οκτακοσίων πενήντα πέντε (855) ευρώ, έναντι του ποσού των χιλίων επτακοσίων ενενήντα τριών ευρώ και σαράντα εννέα λεπτών (1.793,49 ευρώ), που οι αιτούντες είχαν ως μηνιαίο οικογενειακό εισόδημα κατά την κατάθεση των αιτήσεών τους για δικαστική ρύθμιση των οφειλών τους.
Λόγω της δραματικής μείωσης του οικογενειακού τους εισοδήματος, οι αιτούντες αναγκάστηκαν να περικόψουν σημαντικά τις -ήδη περιορισμένες- δαπάνες διαβίωσής των, ενώ δεν είναι λίγες οι φορές που ζητούν οικονομική ενίσχυση από τους γονείς της δεύτερης αιτούσας. Κατόπιν αυτής της μεταβολής στην οικονομική τους κατάσταση, οι αιτούντες αναγκάστηκαν να περιορίσουν τις μηνιαίες δαπάνες της οικογένειάς τους στο ποσό των επτακοσίων πενήντα πέντε (755) ευρώ, και συνοπτικά έχουν ως κάτωθι:
Διατροφή, ενδυμασία, είδη άμεσης κατανάλωσης: 407 ευρώ. Λογαριασμοί (ΔΕΗ, Τηλεφωνία, ΕΥΔΑΠ κτλ): 175 ευρώ. Ασφάλεια οχήματος: 38 ευρώ. Ιατροφαρμακευτική κάλυψη τέκνων: 35 ευρώ. Καύσιμα κίνησης οχήματος: 80 ευρώ. Κοινόχρηστα διαμερίσματος: 20 ευρώ. Σύνολο: 755 ευρώ/μήνα. Οι αιτούντες με τα ανήλικα τέκνα τους διαμένουν σε διαμέρισμα πρώτου ορόφου, επιφανείας 85 τ.μ.
με την επ’ αυτού αποθήκη επιφανείας 44,15 τ.μ. σε πολυκατοικία κείμενη επί της οδού ... στην Πρέβεζα, έτους κατασκευής 2005, επί του οποίου οι αιτούντες, σύζυγοι έχουν συνιδιοκτησία σε ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου για τον καθένα από αυτούς. Η εκτιμώμενη εμπορική αξία της κύριας κατοικίας των αιτούντων ανέρχεται στο ποσό των 100.000 ευρώ, ήτοι σε έκαστο από αυτούς αναλογεί ποσό (100.000 x 50% =) 50.000 ευρώ.
Εκτός του ανωτέρω ακινήτου η περιουσιακή κατάσταση των αιτούντων περιλαμβάνει και ποσοστό συνιδιοκτησίας 50%) εξ αδιαιρέτου έκαστος ενός οχήματος. Ειδικότερα, πρόκειται για το με αριθμό κυκλοφορίας ... όχημα εργοστασίου κατασκευής FIAT μοντέλο PUNTO, 1.400 cc, έτους κυκλοφορίας 2004. Η εκτιμώμενη εμπορική αξία του ως άνω οχήματος ανέρχεται πλέον στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ, ήτοι στο ποσοστό συνιδιοκτησίας εκάστου των αιτούντων αναλογεί το ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ.
Περαιτέρω ο αιτών, χωρίς δόλο αυτή τη στιγμή βρίσκεται σε μόνιμη αδυναμία να εκπληρώσει τις οικονομικές υποχρεώσεις του και τις ληξιπρόθεσμες οφειλές που έχει και ειδικότερα οφείλει στην καθ’ ης η αίτηση: Α) από τη με αριθμό λογαριασμού ... σύμβαση καταναλωτικού δανείου το ποσό των 6.607,41 ευρώ, Β) από τη με αριθμό λογαριασμού ...
σύμβαση καταναλωτικού δανείου το ποσό των 282,95 ευρώ, Γ) από τη με αριθμό ... σύμβαση στεγαστικού δανείου το ποσό των 102.629,87 ευρώ και Δ) από τη με αριθμό ... σύμβαση στεγαστικού δανείου το ποσό των 8.825,06 ευρώ. Από τις ανωτέρω οφειλές του, εξασφαλισμένες εμπραγμάτως είναι οι υπό στοιχεία Γ) και Δ), έχουν δε εγγραφεί υπέρ της πιστώτριας - καθ’ ης οι αιτήσεις προσημειώσεις υποθήκης επί του ως άνω ακινήτου.
Επίσης η αιτούσα, χωρίς δόλο αυτή τη στιγμή βρίσκεται σε μόνιμη αδυναμία να εκπληρώσει τις οικονομικές υποχρεώσεις της και τις ληξιπρόθεσμες οφειλές που έχει και ειδικότερα οφείλει στην καθ’ ης η αίτηση: α) από τη με αριθμό λογαριασμού ... σύμβαση καταναλωτικού δανείου το ποσό των 6.294,12 ευρώ, β) από τη με αριθμό ...
σύμβαση στεγαστικού δανείου το ποσό των 102.674,74 ευρώ και γ) από τη με αριθμό ... σύμβαση στεγαστικού δανείου το ποσό των 8.847,06 ευρώ. Από τις ανωτέρω οφειλές της εξασφαλισμένες εμπραγμάτως είναι οι υπό στοιχεία γ) και δ), έχουν δε εγγραφεί υπέρ της πιστώτριας - καθ’ ης η αίτηση προσημειώσεις υποθήκης επί του ως άνω ακινήτου.
Συντρέχουν επομένως στο πρόσωπο των αιτούντων οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή τους στη ρύθμιση του ν. 3869/ 2010 και ειδικότερα αυτή του άρθρου 8 παρ. 2. Έτσι η ρύθμιση των χρεών τους θα γίνει με μηνιαίες καταβολές απευθείας στην πιο πάνω πιστώτρια από τα εισοδήματά τους, ο χρόνος των οποίων κρίνεται ότι πρέπει να οριστεί σε πέντε (5) έτη (60 μήνες) (άρθρο 8 παρ. 2 όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 16 παρ. 2 του ν. 4161/2013).
Όσον αφορά τον ειδικότερο προσδιορισμό της ρύθμισης αυτής, λαμβανομένων υπόψη των βιοτικών αναγκών των αιτούντων και των ανηλίκων τέκνων τους με βάση τις συνθήκες ζωής και την ηλικία τους, στις οποίες συμπεριλαμβάνονται τα στοιχειώδη έξοδα για τροφή, ένδυση, ηλεκτροφωτισμό, ύδρευση, ιατροφαρμακευτική περίθαλψη αυτών και των ανηλίκων τέκνων τους, το προς διάθεση στην πιστώτρια ποσό πρέπει να οριστεί σε πενήντα (50) ευρώ το μήνα για καθέναν από τους αιτούντες.
Το συνολικό ποσό των οφειλών του αιτούντος ανέρχεται σε 118.412,16 ευρώ. Οι καταβολές θα κατανεμηθούν στην πιστώτρια ως εξής: 1) για τη με αριθμό λογαριασμού ... σύμβαση καταναλωτικού δανείου το ποσό των 2,80 ευρώ και για εξήντα (60) μήνες, 2) για τη με αριθμό ... σύμβαση καταναλωτικού δανείου το ποσό των δέκα λεπτών (0,10 ευρώ) και για εξήντα μήνες, 3) για τη με αριθμό ...
σύμβαση στεγαστικού δανείου το ποσό των 43,35 ευρώ και για εξήντα (60) μήνες και 4) για τη με αριθμόν ... σύμβαση στεγαστικού δανείου το ποσό των 3,75 ευρώ και για εξήντα (60) μήνες. Επίσης θα πρέπει να οριστούν μηνιαίες καταβολές για τη διάσωση της ως άνω κύριας οικίας του αιτούντος για την οποία ο τελευταίος θα πρέπει να καταβάλει κατ’ άρθρο 9 παρ. 2 Ν. 3869/2010 το 18% στην καθ’ ης η αίτηση (ως προς τα στεγαστικά δάνεια) που υπάρχει εμπράγματη ασφάλεια.
Δεδομένου ότι η εμπορική αξία της ως άνω οικίας που αναλογεί στον αιτούντα ανέρχεται στο ποσό των 50.000 ευρώ, ο αιτών θα πρέπει να καταβάλλει και για χρονικό διάστημα δεκαπέντε (15) ετών (180 μήνες) το συνολικό ποσό των (50.000 x 18 : 100 =) 9.000, ήτοι το ποσό των (9.000 ευρώ : 180 μήνες =) 50 ευρώ μηνιαίως και για δεκαπέντε (15) έτη, όπως ειδικότερα καθορίζεται στο διατακτικό.
Το συνολικό ποσό των οφειλών της αιτούσας ανέρχεται σε 117.815,92 ευρώ. Οι καταβολές θα κατανεμηθούν στην πιστώτρια ως εξής: I) για τη με αριθμό ... σύμβαση καταναλωτικού δανείου το ποσό των 2,65 ευρώ και για εξήντα (60) μήνες, II) για τη με αριθμό ... σύμβαση στεγαστικού δανείου το ποσό των 43,60 ευρώ και για εξήντα (60) μήνες και III) για τη με αριθμό ...
σύμβαση στεγαστικού δανείου το ποσό των 3,75 ευρώ και για εξήντα (60) μήνες. Επίσης θα πρέπει να οριστούν μηνιαίες καταβολές για τη διάσωση της ως άνω κύριας οικίας της αιτούσας για την οποία η τελευταία θα πρέπει να καταβάλει κατ’ άρθρο 9 παρ. 2 του Ν. 3869/2010 το 18% στην καθ’ ης η αίτηση (ως προς τα στεγαστικά δάνεια) που υπάρχει εμπράγματη ασφάλεια.
Δεδομένου ότι η εμπορική αξία της ως άνω οικίας ήτοι το μερίδιο που αναλογεί στην αιτούσα ανέρχεται στο ποσό των 50.000 ευρώ, η αιτούσα θα πρέπει να καταβάλλει και για χρονικό διάστημα δεκαπέντε (15) ετών (180 μήνες) το συνολικό ποσό (50.000 x 18 : 100 =) 9000 ευρώ, ήτοι το ποσό των (9.000 ευρώ: 180=) 50 ευρώ μηνιαίως και για δεκαπέντε (15) έτη, όπως ειδικότερα καθορίζεται στο διατακτικό".
Και με τις παραδοχές αυτές, αφού δέχθηκε κατ’ ουσίαν την έφεση των εκκαλούντων - αιτούντων - ήδη αναιρεσιβλήτων, εξαφάνισε την υπ’ αριθμ. 16/2014 απόφαση του Ειρηνοδικείου Πρεβέζης που είχε κρίνει τα αντίθετα και δικάζοντας επί της ουσίας τις αιτήσεις των ανωτέρω δέχθηκε αυτές εν μέρει, ρύθμισε τα χρέη τους με τις αναφερόμενες σ’ αυτή (απόφαση) μηνιαίες καταβολές, ενώ εξήρεσε από την εκποίηση την κύρια κατοικία τους με υποχρέωση καταβολής από καθένα, των αναφερομένων στην απόφαση ποσών.
Με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως κατά το πρώτο τμήμα του και το δεύτερο λόγο αυτής κατά το πρώτο, επίσης, τμήμα του, προβάλλεται η αιτίαση, ότι το δικαστήριο παραβίασε τον ουσιαστικού δικαίου κανόνα του άρθρου 9 παρ. 2 του Ν. 3869/ 2010, με το να κρίνει, ότι προκειμένου να εξαιρεθεί από την εκποίηση το διαμέρισμα των αναιρεσιβλήτων με την αποθήκη, υποχρεούνται αυτοί να καταβάλουν στην αναιρεσείουσα Τράπεζα ποσοστό 18% επί της εμπορικής αξίας του ιδανικού μεριδίου καθενός επί των ως άνω ακινήτων, αντί του μέχρι του 80% ποσοστού της αντικειμενικής αξίας αυτών, ενώ, κατά το δεύτερο τμήμα του πρώτου λόγου, προβάλλεται η αιτίαση της παραβάσεως του άρθρου 560 αρ. 6 ΚΠολΔ, διότι το δικαστήριο κατέληξε στην ως άνω κρίση χωρίς καμμία αιτιολογία, ούτε με την επίκληση της διατάξεως του άρθρου 8 παρ. 5 του Ν. 3869/2010 (ιδιαίτερες καταστάσεις προβλημάτων υγείας, ηλικίας ή συνθηκών ζωής).
Οι λόγοι αυτοί της αναιρέσεως κατά το πρώτο τμήμα του ο καθένας, είναι αόριστοι και απορριπτέοι διότι δεν αναφέρει η αναιρεσείουσα ποιά από τις αξίες του ακινήτου (εμπορική ή αντικειμενική) ήταν μικρότερη και ποιά ήταν η επίδραση της μικρότερης στο διατακτικό της αποφάσεως. Κατά το δεύτερο τμήμα του πρώτου λόγου η αίτηση είναι απορριπτέα ως αβάσιμη, διότι το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Πρεβέζης, αφενός αναφέρει στην προσβαλλόμενη απόφασή του περιστατικά των συνθηκών ζωής, ατομικής και οικογενειακής των αναιρεσιβλήτων, αφετέρου δε απόκειται στην ευχέρειά του να καθορίσει το ποσοστό της αξίας του ακινήτου, μέχρι το οποίο υποχρεούνται να καταβάλουν οι αιτούντες στους δανειστές για τη διάσωση της κύριας κατοικίας τους.
Με το δεύτερο τμήμα του δευτέρου λόγου προβάλλεται η αιτίαση, ότι το ως άνω δικαστήριο αυθαιρέτως υπολόγισε την αξία της κύριας κατοικίας των αιτούντων στο ποσό των 100.000 ευρώ, κατ’ αποδοχή μάλιστα της δηλωθείσης από τους αναιρεσιβλήτους αγοραίας αξίας αυτής, η οποία όμως υπολείπεται κατά πολύ τόσο της αντικειμενικής, όσο και της εμπορικής. Ο λόγος αυτός της αναιρέσεως, κατά το δεύτερο τμήμα του, είναι αόριστος και απορριπτέος, διότι δεν αναφέρεται στην αίτηση ποιά, κατά τη γνώμη της αναιρεσείουσας, ήταν η εμπορική και ποιά η αντικειμενική αξία του ακινήτου. Κατά το πρώτο τμήμα του είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, το δικαστήριο προέβη στην εκτίμηση της εμπορικής αξίας του ακινήτου, αφού έλαβε υπόψη και εκτίμησε την ένορκη κατάθεση της μάρτυρος των αιτούντων που εξετάσθηκε στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και περιέχεται στα οικεία πρακτικά συνεδριάσεώς του και από όλα ανεξαιρέτως τα επικληθέντα από τους διαδίκους έγγραφα.
Με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται η πλημμέλεια της παραβάσεως από το δικαστήριο της ουσίας της διατάξεως του άρθρου 10 παρ. 1 του Ν. 3869/2010 περί ειλικρινούς δηλώσεως των περιουσιακών στοιχείων και εισοδημάτων των αιτούντων, καθότι: 1) ενώ οι ίδιοι ομολογούν με τις αιτήσεις τους ότι το μηνιαίο εισόδημά τους κατά το χρόνο υποβολής των αιτήσεων ανερχόταν στο ποσό των 1.793,49 ευρώ, ήτοι 893,49 ευρώ για τον πρώτο και 900 ευρώ για τη δεύτερη, η προσβαλλόμενη απόφαση χωρίς επαρκή αιτιολογία, χωρίς έρευνα και λήψη υπόψη των διδαγμάτων της κοινής πείρας και λογικής, δέχθηκε ότι αυτά (μηνιαία εισοδήματά τους), ανέρχονται, από το έτος 2013 και εντεύθεν, στο ποσό των 855 ευρώ, παραπλανηθείσα από τον ισχυρισμό τους ότι δήθεν η δεύτερη εξ αυτών, από το 2013 είναι παντελώς άνεργη και αφού δέχθηκε, χωρίς να διατάξει καμμία περαιτέρω απόδειξη, την προσκομισθείσα από τους αιτούντες σχετική βεβαίωση του ΟΑΕΔ και 2) οι επικαλούμενες μηνιαίες δαπάνες τους προσδιορίζονται εσφαλμένα από τους ίδιους στα υπερβολικά ποσά:
α) των 200 ευρώ για δαπάνη θέρμανσης, β) των 250 ευρώ για καύσιμα του αυτοκινήτου τους, αφού οι εργασίες τους είναι στην Πρέβεζα και η δαπάνη αυτή δεν ξεπερνά το ποσό των 60 ευρώ μηνιαίως, γ) των 100 ευρώ για ιατροφαρμακευτική περίθαλψη των τέκνων τους, διότι η δαπάνη αυτή καλύπτεται από τον ασφαλιστικό τους φορέα και δεν ξεπερνά τα 10 ευρώ μηνιαίως και δ) των 750 ευρώ για μηνιαίες δαπάνες διατροφής και ένδυσης, καθόσον μία δαπάνη της τάξεως των 400 ευρώ μηνιαίως είναι αρκετή για την κάλυψη των εν λόγω αναγκών.
Ο λόγος αυτός της αναιρέσεως είναι απαράδεκτος και απορριπτέος, διότι, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής του στη διάταξη του άρθρου 10 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων από το δικαστήριο. Εξ ετέρου, αναφορικά με την περιγραφή από τον οφειλέτη των βιοτικών αναγκών αυτού και της οικογενείας του, δεν απαιτείται ο, με ακρίβεια, προσδιορισμός του απαραίτητου ποσού για την κάλυψη κάθε επί μέρους ανάγκης, διότι το κόστος αυτών αποτελεί μία, κατά προσέγγιση και κατά μέσο όρο, εκτίμηση, ο δε δικαστής, στα πλαίσια του εξεταστικού συστήματος και της αποδεικτικής διαδικασίας, η οποία του παρέχει τη δυνατότητα απόδειξης με κάθε πρόσφορο αποδεικτικό μέσο και με αυτά που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, μπορεί να αναζητήσει ο ίδιος κρίσιμα πραγματικά γεγονότα και να αξιολογήσει ποιό είναι το πραγματικό ύψος των βιοτικών αναγκών του συγκεκριμένου οφειλέτη και της οικογενείας του.
Κατόπιν όλων των ανωτέρω, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρ. 495 παρ. 3 εδ. ε’ ΚΠολΔ). Διάταξη για δικαστικά έξοδα δεν ορίζεται, αφενός διότι οι αναιρεσίβλητοι λόγω της ερημοδικίας τους δεν υποβλήθηκαν σε δικαστικά έξοδα, αφετέρου διότι η διάταξη του άρθρου 8 παρ. 6 εδ. β’ του Ν. 3869/2010, κατά το οποίο "Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται" εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 636/2017 και 951/2015).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 28-7-2016 με αύξ. αρ. .../2016 αίτηση της Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ" για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 5/2016 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πρεβέζης.
Και
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 15 Δεκεμβρίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Ιανουαρίου 2018.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ