Legislator Case Law & Legislation
81/2011 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on proportionality grounds, ruling it cannot be directly invoked in civil compensation cases.

Case Number 81/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the lower court's award of 200,000 euros for moral damages in a workplace accident case. The appellant argued that the sum violated the constitutional principle of proportionality, but the court held this principle applies only to legislative acts or gaps in law, not to judicial discretion under Article 932 of the Civil Code. Consequently, the court found no ground to review the substantive decision on appeal.

Legislator headnote

AI generated

Articles 932 of the Civil Code; Article 25 paragraph 1 of the Constitution: The principle of proportionality cannot be directly invoked by parties in civil litigation to challenge the amount of compensation awarded by the court, as the legislature has already regulated this matter within the bounds of judicial discretion.

Keywords

AI generated
proportionality principle civil compensation moral damages judicial discretion constitutional review workplace accident appeal admissibility

Cited Legislation

AI generated
Article 932 of the Civil Code
Article 25 paragraph 1 of the Constitution
Article 559 number 1 and 19 of the Code of Civil Procedure
Article 335 of the Code of Civil Procedure
Article 338 of the Code of Civil Procedure
Article 339 of the Code of Civil Procedure
Article 340 of the Code of Civil Procedure
Article 346 of the Code of Civil Procedure
Article 568 paragraph 4 of the Code of Civil Procedure
Article 576 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 242 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 43/2005
Supreme Court Case 6/2009

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 81 / 2011 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)ΑΡΙΘΜΟΣ 81/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αντώνιο Αθηναίο, Σαράντη Δρινέα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Εταιρείας με την επωνυμία "Δ. Λ. και ΣΙΑ Ανώνυμη Εταιρία" - εταιρείας επεξεργασίας πλαστικών, το οποίο εδρεύει στο 1ο χλμ. της λεωφόρου .... Παραστάθηκε ο πρόεδρος και νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας Λ. Δ. και διόρισε πληρεξούσιο δικηγόρο του τον Πλάτωνα Τσουλούφα, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσίβλητου: Δ. Γ. του Β., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-9-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκε η 1225/2007 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου και η 2456/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 18-11-2008 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασία Καρέλλου ανέγνωσε την από 21-9-2010 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη υπ' αριθμ. 2964 γ/ 22/9/2009 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών ..., ακριβές αντίγραφο της από 6 Ιουλίου 2009 αιτήσεως για αναίρεση της 2456/2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, με την κάτω από αυτή πράξη του αρμοδίου Αντιπροέδρου με την οποία ορίσθηκε δικάσιμος η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας και κλήση για εμφάνιση, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στον αναιρεσίβλητο. Αυτός όμως, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδριάσεως αυτού του Δικαστηρίου, δεν εμφανίσθηκε κατά τη δικάσιμο αυτή, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε κατέθεσε έγγραφη δήλωση, κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Επομένως, πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση παρά την απουσία του, σαν να ήταν και αυτός παρών (άρθρο 568 παρ. 4 και 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).

Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι το Δικαστήριο νια να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλομένων από τους διαδίκους πραγματικών ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, είτε για άμεση απόδειξη, είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός απ' αυτά, αρκεί να γίνεται αδιστάκτως βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα των διαδίκων.

Η παράβαση δε της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει τον λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔ. Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του την από 11-2-2005 Έκθεση Αυτοψίας των Επιθεωρητών της Επιθεώρησης Εργασίας Π.

Π. και Ε. Ν., την οποία επικαλέσθηκε και προσκόμισε στο Εφετείο, από την οποία προκύπτουν τα κρίσιμα περιστατικά των συνθηκών του Εργατικού ατυχήματος του αναιρεσίβλητου, τα οποία είναι διαφορετικά απ' αυτά που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και στην οποία αναφέρεται ότι, "Σύμφωνα με τη μαρτυρία του Σ.

το μηχάνημα βρισκόταν στη χειροκίνητη θέση λειτουργίας και ο διακόπτης στη θέση κλείσιμο καλουπιού. Αν ο παθών όμως είχε γυρίσει το διακόπτη στη θέση κλείσιμο καλουπιού τότε, όπως διαπιστώσαμε κατά την αυτοψία, λόγω της απόστασης μεταξύ καλουπιού και διακόπτη αλλά και από τη θέση που βρέθηκε ο παθών (με την πλάτη προς τον πίνακα των διακοπτών και το δεξί χέρι στο καλούπι) ήταν αδύνατο να προλάβει να βάλει το χέρι του μέσα στο καλούπι υπό ομαλές συνθήκες λειτουργίας".

Επίσης με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως, πρώτο μέρος, από την ίδια ως άνω διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 γ' ΚΠολΔ, προβάλλεται ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη και δεν αξιολόγησε την κατάθεση του μάρτυρα αποδείξεως Ε. Μ., εργοδηγού - ηλεκτρολόγου και εργαζομένου κατά τον κρίσιμο χρόνο στην αναιρεσείουσα, ο οποίος κατέθεσε ότι είδε τον ενάγοντα στενοχωρημένο γιατί η μηχανή είχε προβλήματα και του είπε να τα επισκευάσει την επομένη.

Οι λόγοι αυτοί αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ είναι αβάσιμοι, καθόσον, από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, ότι το Εφετείο προκειμένου να καταλήξει στο περιεχόμενο σ' αυτήν αποδεικτικό του πόρισμα, ως προς τους κρίσιμους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε τις καταθέσεις των μαρτύρων ...

και "... τα έγγραφα που οι διάδικοι νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται..." σε συνδυασμό και προς όλο το περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλόμενης, προκύπτει κατά τρόπο αδιστάκτως βέβαιο, ότι προς συναγωγή του αποδεικτικού πορίσματος του αναφορικά με το ανωτέρω ουσιώδες ζήτημα το Εφετείο έλαβε υπόψη και τα ως άνω αποδεικτικά στοιχεία (κατάθεση μάρτυρα απόδειξης και έγγραφα), τα οποία μάλιστα αναφέρει ρητά, με τη μνεία, α) ότι "Όπως δε προκύπτει από την από 11.2.2005 έκθεση αυτοψίας των Τεχνικών Επιθεωρητών του Υπουργείου Εργασίας Π.

Π. και Ε. Ν., ως εκ της θέσεως που βρέθηκε ο ενάγων τη στιγμή του ατυχήματος ... ήταν αδύνατο να προλάβει ο ενάγων να τοποθετήσει το χέρι του μέσα στο καλούπι και ταυτόχρονα να ενεργοποιήσει τον επιλογέα στον πίνακα των διακοπτών υπό ομαλές συνθήκες λειτουργίας του μηχανήματος" και β) ότι "... ανεξαρτήτως της θέσεως λειτουργίας της επίμαχης πρέσας κατά τον κρίσιμο χρόνο, το επίδικο ατύχημα ήταν απότοκος των προβλημάτων που η εν λόγω μηχανή παρουσίαζε τον χρόνο προ του ατυχήματος και που είχε ως συνέπεια να "κολλούν" και ως εκ τούτου οι εντολές να μη λαμβάνονται ή να καθυστερούν να ληφθούν, ενώ το ηλεκτρικό κλείδωμα της πόρτας ασφαλείας είχε υποστεί βλάβη.

Τούτο εκτίθεται σαφώς στην προρρηθείσα έκθεση αυτοψίας ...".

Επειδή ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 περ. β' ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν από τον αναιρεσείοντα, τα οποία έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, δηλαδή ισχυρισμοί θεμελιωτικοί κατά νόμο αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, οι οποίοι είναι παραδεκτοί και νόμιμοι.

Δεν αποτελούν πράγματα, κατά την έννοια της παραπάνω διατάξεως, τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων. Στην κρινόμενη υπόθεση η αναιρεσείουσα με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 8 περ. β' ΚΠολΔ, αιτιάται το Εφετείο, ότι δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της που πρότεινε και με λόγο εφέσεως ότι η φερόμενη ως ζημιογόνος μηχανή δεν βρισκόταν στην αυτόματη θέση λειτουργίας, αλλά στη χειροκίνητη και ο διακόπτης στη θέση κλείσιμο καλουπιού, κατά το χρόνο του ατυχήματος του αναιρεσιβλήτου, όπως αυτό βεβαιώθηκε από τον Ι.

Σ., ο οποίος είχε απεγκλωβίσει το χέρι του συναδέλφου του αναιρεσιβλήτου από την πρέσα. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απαράδεκτος, διότι ο ανωτέρω ισχυρισμός δεν συνιστά πράγμα, κατά την έννοια του άρθρου 558 αρ. 8 ΚΠολΔ, δηλαδή αυτοτελή πραγματικό ισχυρισμό που τείνει σε κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή δικαιώματος, αλλά συμπέρασμα της αναιρεσείουσας από την εκτίμηση των αποδείξεων.

Επειδή, ο από το άρθρο 559 αρ. 12 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα δύναμη αποδείξεως μεγαλύτερη ή μικρότερη από εκείνη που δεσμευτικά γι' αυτό (δικαστήριο) καθορίζει ο νόμος, όχι όμως και στην περίπτωση κατά την οποία, εκτιμώντας ελεύθερα όπως έχει δικαίωμα από το νόμο (άρθρο 340 επ.

ΚΠολΔ) αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα, που κατά νόμον έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη με άλλα μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα ή αξιοπιστία από τα άλλα αποδεικτικά μέσα. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 387 ΚΠολΔ, το δικαστήριο εκτιμά ελεύθερα τη γνωμοδότηση των πραγματογνωμόνων και επομένως η κρίση του για την εκτίμηση δικαστικής πραγματογνωμοσύνης δεν είναι ανάγκη να αιτιολογείται και δεν ελέγχεται αναιρετικώς.

Συνακόλουθα, ο τρίτος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 12 Κ.Πολ.Δ., ο οποίος, κατά τη γενόμενη εκτίμησή του, προβάλλεται επικουρικώς και με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν προσέδωσε την κατ' άρθρο 438 Κ.Πολ.Δ. πλήρη αποδεικτική δύναμη, αλλά αντίθετα προσέδωσε ελάσσονα δύναμη σε δημόσιο έγγραφο, ήτοι στην Έκθεση Επιθεωρήσεως των Επιθεωρητών Εργασίας Π.

και Ν. στην οποία αναγραφόταν ότι "Σύμφωνα με την μαρτυρία του Σ. το μηχάνημα βρισκόταν στην χειροκίνητη θέση λειτουργίας ..." και παραγνώρισε την αποδεικτική δύναμη του ανωτέρω εγγράφου, παραβιάζοντας με τον τρόπο αυτό τους ορισμούς του νόμου με τους οποίους καθιερώνεται ορισμένη αποδεικτική δύναμη των αποδεικτικών μέσων, όπως η έκθεση αυτοψίας -πραγματογνωμοσύνης, είναι απαράδεκτος, αφού δεν καθιερώνεται από το άρθρο 387 ΚΠολΔ δεσμευτική δύναμη της γνωμοδότησης των πραγματογνωμόνων.

Με το δεύτερο μέρος του τέταρτου λόγου αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ η αναιρεσείουσα αιτιάται το Εφετείο ότι δεν έλαβε υπόψη του και ουδέν αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση για την ένσταση συνυπαιτιότητας του αναιρεσίβλητου στην επέλευση του ενδίκου ατυχήματος, την οποία πρόβαλε παραδεκτά.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος γιατί από την επισκόπηση της πληττόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του την ένσταση συνυπαιτιότητας που πρόβαλε η αναιρεσείουσα και την απέρριψε κατ' ουσίαν, με τις παραδοχές ότι "το επίδικο ατύχημα ήταν απότοκος των προβλημάτων που η εν λόγω μηχανή παρουσίαζε το χρόνο του ατυχήματος και που είχε ως συνέπεια οι διακόπτες να "κολλούν" και ως εκ τούτου οι εντολές να μη λαμβάνονται ή να καθυστερούν να ληφθούν, ενώ το ηλεκτρικό κλείδωμα της πόρτας ασφαλείας είχε υποστεί βλάβη ...

τη δυσλειτουργία αυτή ο ενάγων είχε επανειλημμένως επισημάνει στα αρμόδια όργανα της εναγομένης, πλην όμως αυτή δεν προέβη εγκαίρως στην αποκατάσταση της βλάβης, μολονότι ηδύνατο και υποχρεούτο να εξασφαλίζει τη συντήρηση και την παρακολούθηση της ασφαλούς λειτουργίας των μέσων και των εγκαταστάσεών της σύμφωνα με τις προεκτεθείσες διατάξεις ..." και τη ρητή μνεία για απόρριψη της ως άνω ενστάσεως "Επομένως η εκ του άρθρου 300 Α.Κ.

ένσταση συνυπαιτιότητας του ενάγοντος ... είναι απορριπτέα ως ουσία αβάσιμη". Επειδή, με το άρθρο 25 παρ. 1 εδ. τέταρτο του Συντάγματος, τίθεται ο κανόνας ότι οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν να επιβληθούν στα ατομικά δικαιώματα "πρέπει να προβλέπονται είτε απ' ευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας".

Κατά την αρχή αυτή οι νομίμως επιβαλλόμενοι περιορισμοί των ατομικών δικαιωμάτων πρέπει να πληρούν τα ακόλουθα τρία κριτήρια, δηλαδή να είναι, α) κατάλληλοι, ήτοι πρόσφοροι για την πραγμάτωση του επιδιωκόμενου σκοπού, β) αναγκαίοι, ήτοι να συνιστούν μέτρο το οποίο, σε σχέση με άλλα δυνάμενα να ληφθούν μέτρα, επάγεται τον ελάχιστο δυνατό περιορισμό για τον ιδιώτη και το κοινό και γ) εν στενή έννοια αναλογικοί, να τελούν δηλαδή σε εύλογη σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό, ώστε η αναμενόμενη ωφέλεια να μην υπολείπεται της βλάβης που προκαλούν (Ολ.ΑΠ 43/2005).

Η αρχή της αναλογικότητας, ως κανόνας δικαίου, που θέτει όρια στον περιοριστικό του ατομικού δικαιώματος νόμο, απευθύνεται κατ' αρχήν στο νομοθέτη. Στον χώρο του ιδιωτικού δικαίου, ήτοι στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών, επίκληση της αρχής της αναλογικότητας μπορεί να γίνει αν ο κοινός νομοθέτης είτε έχει παραβιάσει την αρχή αυτή, θεσπίζοντας με νόμο υπέρμετρους περιορισμούς ατομικών δικαιωμάτων, οπότε ο δικαστής μπορεί, ελέγχοντας τη συνταγματικότητα του νόμου, να μην εφαρμόσει αυτόν (άρθρο 93 παρ. 4 του Συντάγματος), είτε έχει παραλείψει να ασκήσει τις συνταγματικές του υποχρεώσεις, καταλείποντας κενό, οπότε η αρχή της αναλογικότητας καλείται επικουρικώς σε εφαρμογή.

Στο πεδίο των αδικοπρακτικών σχέσεων (άρθρο 914 επ. ΑΚ) και ειδικότερα στο ζήτημα του μέτρου της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποιήσεως ο νόμος προβλέπει στο άρθρο 932 ΑΚ, ότι το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση, δηλαδή χρηματική ικανοποίηση ανάλογα με τις περιστάσεις της συγκεκριμένης περιπτώσεως.

Με τη διάταξη αυτή ο κοινός νομοθέτης έλαβε υπόψη του την αρχή της αναλογικότητας, εξειδικεύοντάς την στο ζήτημα του προσδιορισμού του ύψους της χρηματικής ικανοποιήσεως. Επομένως, σύμφωνα με τα ανωτέρω, δεν υπάρχει έδαφος άμεσης εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 25 παρ. 1 εδ. δ' του Συντάγματος, η ευθεία δε επίκληση της κατά τον προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποιήσεως στερείται σημασίας, αφού δεν θα οδηγούσε σε διαφορετικά, σε σχέση με τον κατ' εφαρμογή του άρθρου 932 ΑΚ προσδιορισμό αυτής, αποτέλεσμα (Ολ ΑΠ 6/2009).

Στην προκείμενη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως προβάλλει την αιτίαση ότι παραβιάσθηκε η συνταγματική αρχή της αναλογικότητας του άρθρου 25 παρ. 1 του Συντάγματος, μεταξύ του επιδιωκομένου σκοπού και του επιβαλλομένου μέτρου, με την επιδίκαση στον αναιρεσίβλητο του ποσού των 200.000 ευρώ, για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης που υπέστη από το ένδικο εργατικό ατύχημα.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι η συνταγματικώς κατοχυρωμένη αρχή της αναλογικότητας δεν εφαρμόζεται ευθέως στην προκειμένη περίπτωση και συνεπώς η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας δεν μπορεί να ελεγχθεί αναιρετικώς με βάση το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση της.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 18-11-2008 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Δ. Λ. και Σία Α.Ε." για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2456/2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Νοεμβρίου 2010.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Ιανουαρίου 2011.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ