Legislator Case Law & Legislation
81/2010 AI generated

Supreme Court partially allows appeal on unpaid wages interest but dismisses claim regarding severance pay calculation.

Case Number 81/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the appeal against the Second Instance Court's decision in a labor dispute. The appellant argued that the employer's unilateral transfer constituted a valid termination entitling her to 16 months of severance pay plus interest from the date of dismissal. The court found the interest claim inadmissible because the lower court correctly excluded it from the wage definition under Article 655 of the Civil Code, but ruled the severance calculation erroneous.

Legislator headnote

AI generated

Articles 655, 648, 649 of the Civil Code; The court held that severance pay is not subject to interest from the date of dismissal if it does not constitute wages under the strict definition of Article 655, yet the lower court erred in its calculation of the severance amount itself.

Keywords

AI generated
Labor Law Severance Pay Wage Interest Unilateral Termination Civil Code Appeal Procedure Cost Allocation

Cited Legislation

AI generated
Article 655 of the Civil Code
Article 648 of the Civil Code
Article 649 of the Civil Code
Article 1 of the International Labour Convention No. 95
Article 559 No. 1 of the Code of Civil Procedure
Article 580 No. 3 of the Code of Civil Procedure
Article 106 of the Code of Civil Procedure
Article 178 No. 1 of the Code of Civil Procedure
Article 191 No. 2 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 81 / 2010 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 81/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χρήστο Αλεξόπουλο, Βασίλειο Λυκούδη, Γρηγόριο Κουτσόπουλο και Δημήτριο Μουστάκα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ..., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιo δικηγόρο της Δημήτριο Καραβίδα.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ΜΕΓΑΦΑΡΜ Ανώνυμη Γεωργοκτηνοτροφική και Τροφίμων Εμπορική και Βιομηχανική Εταιρία, που εδρεύει στο 39ο χλμ Ν.Ε.Ο.Α.Κ. Παράδρομος Μέγαρα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν παραστάθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-9-2005 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 87/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 407/2008 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 16-9-2008 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χρήστος Αλεξόπουλος ανέγνωσε την από 20-10-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των πρώτου, δεύτερου, τρίτου και τέταρτου, κατά το πρώτο μέρος του, λόγων αναιρέσεως και την απόρριψη των υπολοίπων λόγων. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη και επικαλούμενη από την επισπεύδουσα τη συζήτηση αναιρεσείουσα ... έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή Αθηνών ... ακριβές αντίγραφο της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς εμφάνιση κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσίβλητη, η οποία όμως, όπως προκύπτει από τα πρακτικά, δεν εμφανίσθηκε, ούτε κατέθεσε έγγραφη δήλωση κατά το άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ, κατά την παραπάνω συνεδρίαση, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το πινάκιο. Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία της αναιρεσίβλητης (άρθρα 568 παρ.4 και 576 παρ.2 ΚΠολΔ).

Κατά το άρθρο 655 του ΑΚ, επί συμβάσεως εργασίας, αν δεν υπάρχει αντίθετη συμφωνία ή συνήθεια, ο μισθός καταβάλλεται μετά την παροχή της εργασίας και, αν υπολογίζεται κατά ορισμένα διαστήματα κατά τη διάρκεια της συμβάσεως, καταβάλλεται στο τέλος καθενός από αυτά. Σε κάθε περίπτωση μόλις λήξει η σύμβαση γίνεται απαιτητός ο μισθός, που αντιστοιχεί στο χρόνο έως τη λήξη.

Εξάλλου, μισθός κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως, σε συνδυασμό προς τα άρθρα 648 και 649 του ΑΚ και 1 της 95 Διεθνούς Συμβάσεως Εργασίας, που κυρώθηκε με το Ν. 3248/1955, είναι κάθε παροχή, την οποία οφείλει ο εργοδότης κατά το νόμο ή τη σύμβαση στο μισθωτό ως αντάλλαγμα για την παρεχόμενη εργασία του. Ειδικότερα, ο νόμος δεν διακρίνει μεταξύ μισθού υπό στενή και υπό ευρεία έννοια με περιορισμό της εφαρμογής των ως άνω κανόνων μόνο στον πρώτο, τα δε από το νόμο απαιτούμενα περαιτέρω περιστατικά για τον προσδιορισμό καθεμιάς των αξιώσεων του μισθωτού δεν ανάγονται στον καθορισμό της ημέρας καταβολής του, που είναι επακριβώς βάσει των ορισμών του νόμου καθορισμένη, αλλά στη γένεση και στο ύψος των αξιώσεων αυτών, ήτοι σε περιστατικά πάντοτε ερευνητέα και μη αποκλείοντα την έννοια της δήλης ημέρας.

Το δε εκκαθαρισμένο της απαιτήσεως δεν αποτελεί προϋπόθεση της υπερημερίας του οφειλέτη. Απλώς το ανεκκαθάριστο της απαιτήσεως θα μπορούσε κατά περίπτωση να στηρίξει ένσταση καταλυτική κατά το άρθρο 342 του ΑΚ της υπερημερίας του οφειλέτη για έλλειψη υπαιτιότητάς του, λόγω εύλογων αμφιβολιών του περί την ύπαρξη ή την έκταση του χρέους.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 2 του Ν. 3198/1955 η αποζημίωση για καταγγελία από τον εργοδότη σχέσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου καταβάλλεται κατά την ημέρα της λύσεως της σχέσεως εργασίας, εφόσον δεν υπερβαίνει τις αποδοχές έξι μηνών. Διαφορετικά, το μέχρι των αποδοχών έξι μηνών μέρος της αποζημιώσεως καταβάλλεται κατά την απόλυση, το δε υπόλοιπο σε τριμηνιαίες δόσεις.

Κατά δε το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 341 ΑΚ, αν για την εκπλήρωση της παροχής έχει ταχθεί ορισμένη προθεσμία από την καταγγελία, ο οφειλέτης γίνεται υπερήμερος όταν, αφού γίνει η καταγγελία, περάσει η προθεσμία. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διατάξεως όχληση προς τον οφειλέτη δεν απαιτείται και όταν από το νόμο ορίζεται ότι η εκπλήρωση της παροχής του οφειλέτη πρέπει να γίνει αμέσως ή μετά πάροδο ορισμένης προθεσμίας από την πραγμάτωση ορισμένου περιστατικού από τον ίδιο τον οφειλέτη, διότι στην περίπτωση αυτή με την επιχείρηση, από αυτόν τον ίδιο, του περιστατικού που αφετηριάζει την οφειλή του, επέρχεται η κατά την άνω διάταξη "καταγγελία" περί της οφειλής και συνεπώς αυτός που καταγγέλλει τη σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, γίνεται υπερήμερος περί την καταβολή της νόμιμης αποζημιώσεως αμέσως μεν για την αποζημίωση μέχρι ποσού αποδοχών έξι μηνών και από τη λήξη κάθε τριμήνου από της καταγγελίας για τα επί πλέον ποσά αποζημιώσεως (ΑΠ Ολομ 39/2002).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως απ' αυτή προκύπτει, δέχθηκε ότι η από 7-8-2005 έγγραφη πρόσκληση της αναιρεσίβλητης προς την αναιρεσείουσα για μετάθεσή της σε άλλο τόπο από εκείνο που παρείχε έως τότε την εργασία της, αποτελούσε μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της συμβάσεως εργασίας της αναιρεσείουσας, την οποία η τελευταία αυτή νομίμως θεώρησε ως καταγγελία της εργασιακής της συμβάσεως και ότι μετά ταύτα η αναιρεσείουσα, με βάση τα έτη προϋπηρεσίας της και τις αποδοχές της κατά τον τελευταίο μήνα, δηλαδή το μήνα της απολύσεώς της, δικαιούται αποζημίωση απολύσεως ίση με τις αποδοχές της 16 μηνών και συνολικά (1.101,61 ευρώ x 16 μήνες) ποσό 20.656,72 ευρώ, το οποίο όμως έκρινε ότι δεν εμπίπτει, σύμφωνα με το άρθρο 655 ΑΚ, στον μισθό υπό στενή έννοια, με συνέπεια την μη έναρξη της τοκοφορίας του από την ημεροχρονολογία της απολύσεως (7-8-2005) και έτσι της επιδίκασε το ποσό αυτό με τους νόμιμους τόκους από την επίδοση της αγωγής, αν και με σχετικό αγωγικό αίτημα εζητείτο η καταβολή της δικαιούμενης από την αναιρεσείουσα αποζημιώσεως από του χρόνου της απολύσεώς της (7-8-2005).

Με τις κρίσεις του αυτές το Εφετείο παρεβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, τις προπαρατεθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και επομένως οι εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ απορρέοντες πρώτος, δεύτερος, τρίτος και τέταρτος, κατά το πρώτο μέρος του, λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η ως άνω πλημμέλεια, είναι βάσιμοι.

Με την προσβαλλόμενη απόφαση, όπως προκύπτει από την επισκόπησή της, το Εφετείο, δεχθέν την έφεση της αναιρεσείουσας, εξαφάνισε την απορριπτική πρωτόδικη απόφαση και δέχθηκε εν μέρει την ένδικη από 11-9-2005 αγωγή της, με την οποία αυτή αξίωνε την επιδίκαση συνολικού ποσού 25.656,72 ευρώ, επιδικάζοντας στην αναιρεσείουσα μέρος των αγωγικών αξιώσεών της από 23.656,72 ευρώ καθώς και μέρος των δικαστικών εξόδων της από 1400 ευρώ. Υπό τα δεδομένα αυτά, το Εφετείο, που ανάλογα με την ως άνω έκταση της νίκης και ήττας καθεμιάς των διαδίκων, κατένειμε τα έξοδα, επιδικάζοντας στην αναιρεσείουσα το ανωτέρω πράγματι ανάλογο μέρος αυτών (1400 ευρώ), δεν παρεβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή, τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 178 παρ. 1 και 183 ΚΠολΔ και επομένως ο περί του αντιθέτου, εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, πέμπτος λόγος της αναιρετικής αιτήσεως είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν αυτών, πρέπει η προσβαλλόμενη απόφαση να αναιρεθεί εν μέρει , ήτοι μόνον ως προς την ανωτέρω περί των τόκων διάταξή της, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί η αναιρεσείβλητη, ως εν μέρει ηττώμενη, στα εν μέρει δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας (άρθρα 106, 178 παρ.1 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί εν μέρει, ως προς τη διάταξή της που αναφέρεται στο σκεπτικό, την 407/2008 απόφαση του Εφετείου Λάρισας.

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το ως άνω μέρος της, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Και

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα εν μέρει δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε οκτακόσια (800) Ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Δεκεμβρίου 2009.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 19 Ιανουαρίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ