Legislator Case Law & Legislation
81/2007 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against final judgment regarding inheritance and property ownership disputes.

Case Number 81/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appeal filed by three parties against the final judgment of the Athens Court of Appeal. The lower court had dismissed a counterclaim and accepted the main intervention of several heirs regarding a disputed property. The Court upheld this decision, ruling that the appellate court correctly applied inheritance laws and found the appellants' arguments regarding procedural violations and lack of reasoning to be unfounded.

Legislator headnote

AI generated

Articles 286, 287, 288, 289, 290, 291, 292 of the Code of Civil Procedure; Articles 980 and 1045 of the Civil Code: The Supreme Court dismisses an appeal when the Court of Appeal correctly interprets inheritance succession rules and rejects unfounded claims regarding procedural violations or lack of reasoning in the judgment.

Keywords

AI generated
inheritance succession property ownership appeal dismissal civil procedure heir intervention counterclaim rejection legal reasoning

Cited Legislation

AI generated
Articles 286, 287, 288, 289, 290, 291, 292 of the Code of Civil Procedure
Article 576 § 1 of the Code of Civil Procedure
Article 242 § 2 of the Code of Civil Procedure
Articles 980 and 1045 of the Civil Code

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 81 / 2007 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 81/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ΄ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Νικόπουλο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καπερώνη, Σταύρο Γαβαλά, Ιωάννη Ιωαννίδη και Μίμη Γραμματικούδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1 Νοεμβρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) ....., 2) ..... και 3)....., που εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ελευθερία Ρίζου.

Των αναιρεσίβλητων: 1) ....., 2) ....., 3) ..... χήρας Χ, 4) ....., 5) ....., των 3ης, 4ου και 5ης, ως καθολικών διαδόχων του αποβιώσαντος αρχικού κυρίως παρεμβαίνοντος - εναγομένου Χ, 6) ....., ως καθολικής διαδόχου της αποβιωσάσης μητρός της V, 7) ....., 8) ..... και 9) Ψ1 συζύγου Ψ2. Οι 1η, 2η, 3η, 4ος, 5η και 6η εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Φώτιο Παπανδρικόπουλο, οι 7η, 8ος και 9η δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 6-4-1994 και 23-5-1994 αγωγές της αρχικής ενάγουσας Ψ1, με την από 13-5-1994 κύρια παρέμβαση των ήδη αναιρεσίβλητων και με την από 15-9-1994 ανταγωγή με τις προτάσεις των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 9552/1994 μη οριστική και 5409/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2444/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 1-7-2005 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Ιωαννίδης ανέγνωσε την από 17-10-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η επίδικη αίτηση αναίρεσης της υπ΄ αριθ. 2444/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των παρισταμένων αναιρεσίβλητων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

ΕΠΕΙΔΗ όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες εκθέσεις επιδόσεως με αριθμούς 3039Β/20-1-2006 και 2982/Β 18-1-2006 του δικαστικού επιμελητού Αθηνών ..... αντίγραφο της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως, με την πιο πάνω σ'αυτό πράξη ορισμού της προκειμένης δικασίμου και κλήση για συζήτηση κατ' αυτήν επιδόθηκε με επίσπευση των αναιρεσειόντων νομοτύπως και εμπροθέσμως στους 7η και 8ο των αναιρεσιβλήτων, αντιστοίχως, οι οποίοι δεν εμφανίσθηκαν κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από την σειρά του οικείου πινακίου, ούτε κατέθεσαν δήλωση κατ' άρθρο 242 § 2 ΚΠολΔ.

Συνεπώς πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση σαν να ήταν οι διάδικοι αυτοί παρόντες (άρθρο 576 § 1 ΚΠολΔ).

ΕΠΕΙΔΗ κατά τον συνδυασμό των άρθρων 286, 287, 288, 289, 289, 290, 291 και 292 ΚΠολΔ η επανάληψη της δίκης μπορεί να είναι είτε εκούσια, με ρητή ή σιωπηρή δήλωση του διαδίκου υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή όχι όμως και του ομοδίκου του έστω και αναγκαίου, είτε και αναγκαστικά με πρόσκληση του αντιδίκου ή του ομοδίκου που πρέπει να γίνει με κοινοποίηση δικογράφου, μπορούν δε οι διάδικοι αυτοί να προκαλέσουν την επανάληψη και χωρίς να έχει προηγηθεί γνωστοποίηση του λόγου της διακοπής, μη επικαλούμενος την ελλείψει της γνωστοποιήσεως και θεωρώντας πως η διακοπή έχει επέλθει, η πρόσκληση όμως αυτή δεν μπορεί να επιδοθεί στον κληρονόμο του αποβιώσαντος διαδίκου πριν από την παρέλευση της προθεσμίας για την αποποίηση της κληρονομίας η οποία κατ' άρθρο 1847 εδ.

α του ΑΚ είναι τετράμηνη και αρχίζει από την επαγωγή της κληρονομίας. Στην προκειμένη περίπτωση από τα διαδικαστικά δικόγραφα του φακέλλου προκύπτουν τα εξής: Η 1η αναιρεσίβλητη Ψ1 σύζυγος Ψ2 απεβίωσε στις 17-1-2006, ήτοι μετά την άσκηση της ένδικης αναίρεσης και κληρονομήθηκε από τον σύζυγό της Ψ2 και τα παιδιά της ....., .....

και ..... (βλ. υπ' αρ. πρωτ. 863/22.2.06 πιστ/κό Κοινότητας ....). Ήδη οι καλούντες αναιρεσείοντες επέδωσαν σε καθένα από τους κληρονόμους τούτους της αναιρεσιβλήτου, αντίγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως με πρόσκληση προς παράσταση στην συζήτηση της αναίρεσης, όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες υπ' αρ. 7826Δ, 7827Δ, 7828Δ, και 7829Δ/10-7-06 εκθέσεις επιδόσεως του Δικαστικού Επιμελητού Αθηνών ....., αντιστοίχως, η οποία επίδοση θεωρείται ως δήλωση επανάληψης της προκειμένης κατ' αναίρεση δίκης αφού έγινε μετά την πάροδο της προθεσμίας αποποιήσεως που άρχισε με το θάνατο της διαδίκου απισυμβάντα στις 17-1-2006, και ως εκ τούτου παραδεκτά επαναλαμβάνεται η διακοπείσα δίκη, λόγω θανάτου της άνω αναιρεσίβλητης.

Εφόσον δε αυτοί δεν εμφανίσθηκαν κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του πινακίου η συζήτηση θα προχωρήσει παρά την απουσία τους (άρθρα 576 § 2 εδ. α και γ, 226 § 4 ΚΠολΔ).

Επειδή, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 336 παρ. 3, 339 και 395 του ΚΠολΔ, εφόσον έχει επιτραπεί η απόδειξη με μάρτυρες, η κατάθεση μάρτυρα που δεν ολοκληρώθηκε δεν αποτελεί ανεπίτρεπτο αποδεικτικό μέσο, αλλά μπορεί το δικαστήριο να τη λάβη υπόψη ως δικαστικό τεκμήριο, εκτιμώντας ελεύθερα, σύμφωνα με το άρθρο 340 του ΚΠολΔ, την αποδεικτική της βαρύτητα.

Εξάλλου, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, για παραβίαση των ορισμών του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, ιδρύεται όταν το δικαστήριο προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που δεσμευτικά ορίζει γι' αυτό ο νόμος και όχι στην περίπτωση που το δικαστήριο έχει, σύμφωνα με τον κανόνα του άρθρου 340 του ΚΠολΔ, την εξουσία να εκτιμήσει ελεύθερα τα αποδεικτικά μέσα, όπως συμβαίνει τόσο με τις (ολοκληρωμένες) μαρτυρικές καταθέσεις, όσο και με τα δικαστικά τεκμήρια, στα οποία περιλαμβάνονται, κατά τα προεκτιθέμενα και οι ημιτελείς μαρτυρικές καταθέσεις.

Ούτε δε ιδρύει τον λόγο αυτόν η μη διάκριση στην απόφαση ποία αποδεικτικά μέσα ελήφθησαν υπόψη προς άμεση απόδειξη, με την έννοια των λοιπών προβλεπόμενων αμέσως από το νόμο επώνυμων αποδεικτικών μέσων (ολοκληρωμένων μαρτυρικών καταθέσεων, εγγράφων κλπ) και ποία αποδεικτικά μέσα ελήφθησαν υπόψη προς έμμεση απόδειξη, με την έννοια του ιδιαίτερα προβλεπόμενου (άρθρο 339 εδαφ.

τελευταίο του ΚΠολΔ) αποδεικτικού μέσου των δικαστικών τεκμηρίων και όχι της έμμεσης συναγωγής του αποδεικτικού πορίσματος, αφού τούτο μπορεί να συναχθεί και αμέσως από τα δικαστικά τεκμήρια.

Συνεπώς, εάν το δικαστήριο που έλαβε υπόψη την ημιτελή κατάθεση μάρτυρα, την εξετίμησε ελεύθερα με τις υπόλοιπες αποδείξεις και δεν δέχθηκε ότι αυτή έχει δεσμευτική δύναμη γι' αυτό, δεν της προσέδωσε, δηλαδή, πλήρη αποδεικτική δύναμη, δεν υποπίπτει στην προβλεπόμενη από το άρθρο 559 αριθ. 12 του ΚΠολΔ πλημμέλεια, έστω και αν στην απόφασή του δεν γίνεται ρητή μνεία ότι αυτή λαμβάνεται υπόψη ως δικαστικό τεκμήριο ή προς έμμεση απόδειξη. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του προσκομιζόμενου αντιγράφου της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα για τη βασιμότητα της παρέμβασης, έλαβε υπόψη και εξετίμησε ελεύθερα με τις υπόλοιπες αποδείξεις, χωρίς να δεχτεί ότι αυτή έχει, δεσμευτικά γι' αυτό, πλήρη αποδεικτική δύναμη, και την ημιτελή κατάθεση της μάρτυρος των παρεμβαινόντων W, την περιεχόμενο στην 1547/1997 εισηγητική έκθεση του εισηγητή δικαστή, που έχει οριστεί για την ενώπιόν του εξέταση των μαρτύρων στα θέματα, που με την προδικαστική απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, είχε επιτραπεί να αποδειχτούν και με μάρτυρες.

Συνεπώς, με το να εκτιμήσει ελεύθερα με τις υπόλοιπες αποδείξεις και την ημιτελή αυτή μαρτυρική κατάθεση, η οποία έχει δύναμη δικαστικού τεκμηρίου, υπαγόμενη, όπως άλλωστε και οι ολοκληρωμένες μαρτυρικές καταθέσεις, στο όνομα της ελεύθερης εκτίμησής τους, του άρθρου 340 του ΚΠολΔ, δεν παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη του αποδεικτικού αφού μέσου, δεν υπέπεσε δηλαδή στην προβλεπόμενη από το άρθρο 559 αριθ. 12 του ΚΠολΔ πλημμέλεια, έστω και αν στην προσβαλλόμενη απόφασή του δεν γίνεται ρητή μνεία ότι η ημιτελής αυτή μαρτυρική κατάθεση λαμβάνεται υπόψη ως δικαστικό τεκμήριο και ο πρώτος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τη διάταξη αυτή, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος. Μειοψήφισε ένα μέλος του δικαστηρίου, ο Αρεοπαγίτης Ιωάννης Ιωαννίδης, ο οποίος διαπύπωσε την ακόλουθη γνώμη:

Από τις διατάξεις των άρθρων 336 παρ. 3, 338 και 395 ΚΠολΔ σαφώς προκύπτει ότι εφόσον επιτράπηκε η εμμάρτυρη απόδειξη το δ/ριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, μπορεί να λάβει υπόψη του και την ημιτελή παραμείνασα κατάθεση μάρτυρα όχι όμως προς άμεση αλλά προς έμμεση απόδειξη καθ' όσον ως μη πλήρης έχει μόνο αποδεικτική δύναμη δικαστικού τεκμηρίου (ΑΠ 559/76, 251/79, 144/97).

Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την επικληθείσα και προσαχθείσα υπ' αριθ. 1547/1997 εισηγητική έκθεση, η κατάθεση της νομίμως εξεταχθείσης μάρτυρος των αναιρεσιβλήτων-εκαλλούντων κυρίως παρεμβαινόντων W δεν έχει νομίμως περατωθεί και είναι ημιτελής, διότι άρχισε στις 1.12.1997 και εν συνεχεία συνεχίσθηκε διαδοχικά αναβληθείσα τελευταία, για την 8-5-2000, κατά την οποία δεν εμφανίσθηκε η άνω μάρτυρας και έτσι δεν συνεχίσθηκε η κατάθεσή της.

Επομένως δεχθείσα η προσβαλλομένη απόφαση όπως από αυτήν προκύπτει ότι η κατάθεση της άνω μάρτυρος αποτελεί άμεση, απόδειξη διότι νόμιμα εξετάσθηκε και νομίμως επεράτωσε η άνω μάρτυς την κατάθεσή της, ενώ έπρεπε να δεχθεί ότι η κατάθεση της άνω μάρτυρα αποτελεί έμμεσον απόδειξη (δικαστικόν τεκμήριον) γιατί αυτή τυγχάνει ημιτελής ως μη αποπερατωθείσα και ως τεκμήριο να την λάβει υπόψη, προσέδωσε στην κατάθεση αυτήν αποδεικτική δύναμη μεγαλύτερη από την από το νόμο αναγνωριζομένη και αναιρετέα τούτην κατέστησε συμφώνως προς τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και το βάσιμον πρώτο λόγο αναίρεσης.

ΕΠΕΙΔΗ κατά το αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν έχει αιτιολογίες αντιφατικές σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης οι οποίες πρέπει να προσδιορίζονται στο αναιρετήριο.

Εν προκειμένω όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση αυτή, σε σχέση με την ανταγωγή των αναιρεσειόντων που ζητούσαν να αναγνωρισθεί η συγκυριότητά τους στο επίδικο κτηθείσα με έκτακτη χρησικτησία καθ' όσον ενεμήθηκαν τούτο αυτοί (1ος και 2ος) και η δικαιοπάροχός του (...3η) μητέρα τους επί χρόνο μεγαλύτερο της εικοσαετίας, την οποία και απέρριψε, δέχθηκε ότι η 3η αντενάγουσα δεν άσκησε πράξεις νομής διάνοια κυρίου στο επίδικο και έτσι δεν κατέστη κύρια τούτου με έκτακτη χρησικτησία με συνέπεια ούτε και οι αντενάγοντες (1ος και 2ος) στους οποίους το μεταβίβασε με συμβόλαιο γονικής παροχής να γίνουν κύριοι αυτού. (βλ.

απόφαση 13 φύλλο σειρ. 9-13), ενώ στο ίδιο αιτιολογικό της αναγνωρίζει ότι η 3η αντενάγουσα άσκησε πράξεις νομής στο επίδικο και δη με περίφραξη τούτου τον Οκτώβριο του 1993, ανακατασκευή αυτής τον Ιαν/ριο του 1994 και κλείσιμο αυτής τον Μάϊο του ιδίου έτους όταν η ενάγουσα Ψ1 που άνοιξε τον Απρίλιο του 1994 (βλ. απόφαση 9 φύλλο και φύλ. 13-20) και ακόμη περαιτέρω ότι οι όποιες πράξεις νομής έκανε στο επίδικο έγιναν για λογαριασμό της Ζ, από την οποία φέρεται να το πήρε ατύπως με δωρεά η 3η αντενάγουσα ..... .

Έτσι όμως που έκρινε το Εφετείο δεν διέλαβε αντιφατικές αιτιολογίες που να καθιστούν αδύνατο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς τον κρίσιμο ζήτημα της ύπαρξης ή μη νομής της 3ης αντενάγουσας στο επίδικο ακίνητο αφού το ίδιο δέχεται ότι τις πράξεις νομής που άσκησε η αντενάγουσα στο επίδικο τις έκανε για λογαριασμό της Ζ.

Συνεπώς ο 2ος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τη διάταξη αυτή είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Επειδή κατά το άρθρο 559 ΚΠολΔ αρ. 8 λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δ/ριο παρά το νόμο έλαβε πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Υπό τον όρο "πράγματα" εννοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που στηρίζουν το αίτημα αγωγής ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως και όχι οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή ανταγωγής ή συμπεράσματα του δ/ρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 866/1988).

Στην προκειμένη περίπτωση η προσβαλλομένη απόφαση όπως προαναφέρθηκε δέχθηκε ότι οι όποιες πράξεις νομής έκανε στο επίδικο η 3η αντενάγουσα ..... έγιναν για λογαριασμό της Ζ απώτερου δικαιοπαρόχου των κυρίων παρεμβαινόντων. Έτσι όμως που έκρινε το Εφετείο δεν έλαβε πράγματα που δεν προτάθηκαν καθ' όσον ο εν λόγω ισχυρισμός εκ του άρθρου 980 ΑΚ που δεν προτάθηκε από τους κυρίους παρεμβαίνοντες (βλ.

προτάσεις τους στο Εφετείο) αποτελεί άρνηση της ιστορικής βάσης της ανταγωγής διότι αίρει την νομή της 3ης αντενάγουσας στο επίδικο με διάνοια κυρίου τον οποίο συνήγαγε το δ/ριο της ουσίας συμπερασματικώς από την εκτίμηση των αποδείξεων και ο εκ του αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ 3ος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.

Ο 4ος λόγος αναίρεσης εκ του αρθ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ κατά τον οποίον ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δ/ριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη και συγκεκριμένα γιατί το Εφετείο δέχθηκε τις άνω παραδοχές χωρίς αποδείξεις, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο στήριξε την κρίση του για την παραδοχή της παρέμβασης και την απόρριψη της ανταγωγής, στις καταθέσεις των μαρτύρων και στα έγγραφα που προσκόμισαν οι διάδικοι.

ΕΠΕΙΔΗ κατά τον αριθμόν 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα (Ολ. ΑΠ 36/1988). Εξ' άλλου από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1193, 1198, 1710 εμπ. 18 αρ. 6 εμπ. και 956 επ. ΑΚ σαφώς προκύπτει ότι με την μεταγραφήν της δηλώσεως αποδοχής κληρονομίας ή του οικείου κληρονομητηρίου, η οποία μεταγραφή μπορεί να γίνει οποτεδήποτε και από όποιον έχει έννομο συμφέρον, η επί του κληρονομιαίου ακινήτου κυριότητα (η οποία είναι μετέωρος από την αυτοδικαίως επερχομένη επαγωγή της κληρονομίας) λογίζεται περιελθούσα στον κληρονόμο αναδρομικά από το θάνατο του κληρονομουμένου.

Στην προκειμένου περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως ότι η τρίτη αναιρεσείουσα-αντενάγουσα δεν ενεμήθηκε το επίδικο καθ' όλη τη διάρκεια της εικοσαετίας 1963-1983 ενώ τις όποιες πράξεις νομής έκανε στο επίδικο κατά το διάστημα αυτό έγιναν για λογαριασμό της Ζ και ως εκ τούτου απέρριψε την ανταγωγή και περαιτέρω δέχθηκε ότι οι κυρίως αρχικώς παρεμβαίνοντες αναιρεσίβλητοι είναι συγκύριοι του επιδίκου ακινήτου καταστάντες τοιούτοι κατά το παράγωγο τρόπο, αποδεχθέντες την κληρονομία της αμέσου δικαιοπαρόχου τους Ζ ως πλησιεστέρων εξ αδιαθέτου κληρονόμων της άλλοι μεν με πράξεις αποδοχής κληρονομίας και άλλοι με έκδοση κληρονομητηρίου που μετέγραψαν νόμιμα στα οικεία υποθηκοφυλακεία (βλ. 7 φύλλο πίσω σελίδα και 8ον φύλλο προσβαλλομένης απόφασης) και έκανε δεκτή την κυρία παρέμβαση.

Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 980 και 1045 και περαιτέρω τις άνω αναφερόμενες περί τρόπου κτήσεως κυριότητας με παράγωγο τρόπο με κληρονομική διαδοχή, οι δε περί του εναντίον αιτιάσεις των αναιρεσειόντων κατά της προσβαλλομένης αποφάσεως οι περιλαμβανόμενες στους 5ο, 6ο και 7ο λόγους αναίρεσης ότι δηλαδή το Εφετείο παραβίασε τις άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, με το να απορρίψει την ανταγωγή και να δεχθεί την κυρία παρέμβαση χωρίς να αναφέρει αν οι παρεμβαίνοντες αποδέχθησαν την κληρονομία της άνω δικαιοπαρόχους τους και μετέγραψαν είτε την πράξη αποδοχής κληρονομίας είτε κληρονομητήριο και έτσι στερείται νομίμου βάσεως και ιδίως αιτιολογιών, καθόσον αφού δέχεται ότι η συγκυριότητα των κυρίως παρεμβαινόντων αποκτήθηκε στο επίδικο με κληρονομική διαδοχή δεν αιτιολογεί πως αποκτήθηκε η συγκυριότητα αφού δεν αναφέρει τα περιστατικά που απαιτούνται για την απόκτηση της συγκυριότητας, δηλαδή αποδοχή κληρονομίας ή έκδοση κληρονομητηρίου μεταγραφή αυτών, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, καθ'όσον το Εφετείο με αυτά που δέχθηκε ως προς την απόρριψη της ανταγωγής δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 980 και 1045 ΑΚ και τις διατάξεις ως προς την κληρονομική διαδοχή των κυρίως αρχικώς παρεμβαινόντων αφού διέλαβε στις αιτιολογίες του, την αποδοχή της κληρονομίας ή την έκδοση κληρονομητηρίου και μεταγραφή αυτών για την κληρονομία της αμέσου δικαιοπαρόχου του Ζ.

Όσον αφορά για τους κληρονόμους των αποβιωσάντων κυρίως αρχικώς παρεμβαινόντων X και V αυτοί συνέχισαν την δίκη λόγω θανάτου των διαδίκων - κληρονομουμένων και δεν απαιτούνταν ούτε μεταγραφή της δηλώσεως αποδοχής, διότι ο κληρονόμος απλώς συνεχίζει τη δίκη σε δικαίωμα που αφορά τον αποβιώσαντα, η δε δήλωση επανάληψης της δίκης ενέχει σιωπηρή αποδοχή της κληρονομίας.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 1-7-2005 ένδικη αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2444/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και, ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1.170) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Δεκεμβρίου 2006. Και,

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Ιανουαρίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ