Legislator Case Law & Legislation
81/2006 AI generated

Appeal dismissed because the claim regarding document authenticity was not properly raised in the appellate court.

Case Number 81/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the appellate court's final judgment. The appellant argued the lower court erred by accepting a private agreement as authentic without proof, despite the appellant denying its genuineness in the first instance. The court ruled that since the appellant failed to formally reiterate this specific claim as an appeal argument, it could not be examined on appeal and thus could not serve as a ground for the current appeal.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(8) and 118(4) of the Code of Civil Procedure; An appeal ground based on a claim not properly reiterated as an appeal argument is inadmissible because the appellate court did not examine it.

Keywords

AI generated
admissibility of appeal reiteration of claims appellate procedure authenticity of documents failure to raise argument

Cited Legislation

AI generated
Article 559(8) of the Code of Civil Procedure
Article 118(4) of the Code of Civil Procedure
Article 566(1) of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 81 / 2006 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 81/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Γκιάφη, Αντιπρόεδρο, Αλέξανδρο Κασιώλα, Χαράλαμπο Αντωνιάδη, Γεώργιο Φώσκολο και Βασίλειο Νικόπουλο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Νοεμβρίου 2005, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Κ. Μ. του Ν., κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Γεώργα.

Του αναιρεσίβλητου: Δ. Σ. του Π., κατοίκου …, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αναστάσιο Μπάρλα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-10-1995 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Τροπαίων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4/1996 του ίδιου Δικαστηρίου και 13/1997 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Τριπόλεως, η οποία έκρινε ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ήτανε αναρμόδιο καθ' ύλη προς εκδίκαση της αγωγής και παρέπεμψε την εκδίκασή της ενώπιον του. Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Τριπόλεως εξέδωσε τις 19/1998 μη οριστική και 4/2001 οριστική αποφάσεις. Κατά της τελευταίας αποφάσεως ασκήθηκε έφεση και εκδόθηκε η 301/2003 απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 17-10-2003 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Φώσκολος ανέγνωσε την από 18-10-2005 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι.- Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα" κατά την έννοια του νόμου είναι οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, καθώς και οι λόγοι έφεσης εφόσον αφορούν αυτοτελείς ισχυρισμούς.

Με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, προβάλλεται κατά της προσβαλλόμενης απόφασης αιτίαση από τον αριθ. 8 περ. α' άρθρ. 559 ΚΠολΔ και συγκεκριμένα ότι το Εφετείο, παρά το νόμο, έκρινε ορισμένη την από το άρθρο 1108 παρ. 2 ΑΚ προβλεπόμενη ένσταση του εναγόμενου-αναιρεσίβλητου σύμφωνα με την οποία την αναφερόμενη προσβολή της κυριότητας του ενάγοντος-αναιρεσείοντος την ενήργησε ως δικαιούχος πραγματικής δουλείας σε βάρος του ακινήτου του τελευταίου και υπέρ του όμορου δικού του ακινήτου, αν και η ένσταση αυτή ήταν αόριστη.

Το Εφετείο απέρριψε τον περί αοριστίας της ένστασης ισχυρισμό του αναιρεσείοντος κρίνοντας ότι, όπως προκύπτει από τις προτάσεις της πρώτης συζήτησης, αυτή είναι ορισμένη εφόσον περιέχει όλα τα απαιτούμενα από το νόμο στοιχεία και συγκεκριμένα σαφή περιγραφή των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν το αίτημά της (σύσταση πραγματικής δουλείας διόδου με χρησικτησία υπέρ του ακινήτου του σε βάρος του ακινήτου του ενάγοντος), ώστε πρέπει να γίνει δεκτή ως κατ' ουσία βάσιμη.

Πράγματι, από την επισκόπηση των από 24-10-1997 προτάσεων του εναγομένου-αναιρεσίβλητου ενώπιον του πρωτόδικου δικαστηρίου κατά την πρώτη συζήτηση της αγωγής, προκύπτει κατ' ορθή εκτίμηση, ότι αυτός επικαλείται κατά τρόπο ορισμένο την κτήση δουλείας διόδου με έκτακτη χρησικτησία σε βάρος του ακινήτου του αντιδίκου του, επί εδαφικής λωρίδας μήκους 5μ.

και πλάτους 2μ. υπέρ του δικού του ακινήτου, την οποία, κατά τη χαρακτηριστική του φρασεολογία, "ασκούσαν συνεχώς κατά την ακολουθία των γενεών και το πέρασμα των δεκαετιών και αδιαταράκτως οι δικαιοπάροχοί του και στη συνέχεια ο ίδιος...." από το έτος 1938, οπότε ο δικαιοπάροχος και πάππος του Δ. Ι. Σ. απέκτησε παράγωγα την κυριότητα του δεσπόζοντος ακινήτου με το αναφερόμενο συμβόλαιο, μέχρι την έγερση της αγωγής (1995).

Εφόσον, επομένως η σχετική από το άρθρο 1108 παρ. 2 ΑΚ ένσταση του εναγόμενου είχε προταθεί νόμιμα στον πρώτο βαθμό και επαναφέρθηκε στο δεύτερο, ορθά κρίθηκε ορισμένη και έγινε δεκτή ως βάσιμη από το Εφετείο, κατά την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, ώστε ο κρινόμενος λόγος της αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

ΙΙ. Κατά τις παραδοχές του Εφετείου η κυριότητα του εναγόμενου (αναιρεσίβλητου) στο δεσπόζον ακίνητο συνομολογείται από τον ενάγοντα (αναιρεσείοντα), αφού με την αγωγή του τον αναγνωρίζει ιδιοκτήτη του εν λόγω ακινήτου. Με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης προβάλλονται κατά της προσβαλλόμενης απόφασης οι αιτιάσεις:

α) από τον αριθ. 8 περ. α' άρθρ. 559 ΚΠολΔ, ότι παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν είχαν προταθεί δηλαδή αναγνώρισε τον αναιρεσίβλητο κύριο του δεσπόζοντος αν και δεν το είχε επικαλεστεί, ο ίδιος και β) από την περ. β' του ίδιου αριθμού και άρθρου, ότι δεν έλαβε υπόψη πράγματα που είχαν προταθεί, από τον αναιρεσείοντα δηλαδή τον ισχυρισμό του ότι ο εναγόμενος δεν είχε επικαλεστεί κυριότητα στο δεσπόζον ακίνητο.

Ο λόγος αυτός της αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος. Κατά μεν την πρώτη αιτίαση διότι αντικείμενο της δίκης κατά την ένδικη αγωγή ήταν η αναγνώριση κυριότητας του ενάγοντος στο φερόμενο ως δουλεύον τμήμα του ακινήτου του και η ανυπαρξία δουλείας διόδου σε βάρος αυτού υπέρ του δεσπόζοντος όμορου ακινήτου του εναγόμενου, που όμως απορρίφθηκε εφόσον κρίθηκε υπαρκτό το δικαίωμα της δουλείας, και όχι η αναγνώριση της κυριότητας του εναγόμενου στο δεσπόζον ακίνητο, πράγμα που κρίθηκε παρεμπιπτόντως.

Εξάλλου, κατά τη δεύτερη αιτίαση, ο λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι δεν αφορά πράγμα κατά την έννοια του νόμου αλλά αρνητικό ισχυρισμό.

ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 9 ΚΠολΔ επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη. Ο όρος "επιδίκασε" πρέπει να νοηθεί υπό ευρεία έννοια δηλαδή και όταν το δικαστήριο της ουσίας αποφάνθηκε σε αίτημα που του υποβλήθηκε, με καταψηφιστική ή και αναγνωριστική διάταξη. Ως αίτημα νοείται κάθε αίτημα που εισάγεται με αυτοτελή αίτηση των διαδίκων με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας και η οποία δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα δίκης, όπως είναι η αγωγή, η ανταγωγή, η κύρια παρέμβαση, η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση, κάθε ένδικο μέσο, η ανακοπή και η τριτανακοπή, όχι όμως κατά κανόνα η ένσταση και η αντένσταση. Εξαίρεση υπάρχει μόνο υπέρ των γνήσιων ενστάσεων που στηρίζονται σε αυτοτελές δικαίωμα (π.χ. ένσταση συμψηφισμού ως προς την ανταπαίτηση που προτείνεται σε συμψηφισμό).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του, προβάλλεται αιτίαση κατά της προσβαλλόμενης απόφασης από τον αριθ. 9 περ. α' άρθρ. 559 ΚΠολΔ, ότι επιδίκασε υπέρ του αναιρεσίβλητου κάτι που δεν είχε νομίμως ζητηθεί, δηλαδή τον αναγνώρισε δικαιούχο οιονεί νομής δουλείας διόδου κατά το άρθρο 1108 παρ. 2 ΑΚ και με βάση την αναγνώριση αυτή έκρινε απορριπτέα ως αβάσιμη την ένδικη αγωγή. Με το συναφή επίσης πέμπτο λόγο της αναίρεσης προβάλλεται αιτίαση από την ίδια διάταξη και συγκεκριμένα υποστηρίζεται ότι ενώ ο αναιρεσίβλητος είχε ισχυριστεί ότι είναι δικαιούχος οιονεί νομής δουλείας διόδου επί της επίδικης λωρίδας, το Εφετείο τον αναγνώρισε δικαιούχο εμπράγματου δικαιώματος δουλείας διόδου. Οι λόγοι αυτοί της αναίρεσης πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι διότι οι αναφερόμενες αιτιάσεις δεν αναφέρονται σε απόφανση επί αυτοτελούς αίτησης περί παροχής έννομης προστασίας, με καταψηφιστική ή έστω αναγνωριστική διάταξη του δικαστηρίου, αλλ' αφορούν τη δικανική του κρίση επί αμυντικού κατά της αγωγής ισχυρισμού.

IV.- Στις παραδοχές του Εφετείου, κατ' ορθή εκτίμηση, διαλαμβάνονται μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα κρίσιμα, πραγματικά γεγονότα σε σχέση με την ύπαρξη της επίδικης δουλείας: Ο εναγόμενος απέκτησε την κυριότητα της διώροφης οικοδομής του, που βρίσκεται στα Τρόπαια Αρκαδίας και είναι όμορη με το ακίνητο του ενάγοντος, ως εκ διαθήκης κληρονόμος του πάππου του Δ.

Σ., που πέθανε το έτος 1981, αφού αποδέχθηκε νομότυπα την κληρονομία και μετέγραψε τη σχετική αποδοχή και μάλιστα η κυριότητά του συνομολογείται από τον ενάγοντα με την αγωγή. Η οικοδομή του εναγόμενου από το έτος 1938, οπότε ο πάππος του την απέκτησε, έχει είσοδο, όπως αναφέρεται στο ... πωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Τροπαίων Ευστ.

Στασινόπουλου, "......κάτωθεν του υποστέγου της οικίας των κληρονόμων Α. Π. (απώτερου δικαιοπαρόχου του ενάγοντος) προς μεσημβρίαν αρχόμενη από της κοινοτικής οδού κατερχόμενης εις τας οικίας ...". Η πιο πάνω δίοδος εκτείνεται κατά μήκος της νότιας πλευράς της ιδιοκτησίας του ενάγοντος, έχει μήκος 5μ. και πλάτος 2μ., αρχίζει από τη θύρα που βρίσκεται στη νότια πλευρά της ιδιοκτησίας του εναγόμενου και καταλήγει στον κοινοτικό δρόμο όπου υπάρχει ξύλινη αυλόπορτα.

Πρόκειται για κοινή δίοδο που εξυπηρετεί την πρόσβαση στο υπόγειο του ενάγοντος και σε ολόκληρη την ιδιοκτησία του εναγόμενου. Από το έτος 1938 ο δικαιοπάροχος του εναγόμενου Δ. Σ. και στη συνέχεια ο εναγόμενος χρησιμοποιούσαν τη δίοδο αυτή με διάνοια δικαιούχου δικαιώματος, συνεχώς και αδιαλείπτως προς επικοινωνία του ακινήτου τους με τον κοινοτικό δρόμο.

Στη διέλευσή τους αυτή μέχρι τον Ιούλιο του έτους 1995 δεν εναντιώθηκε κανένας, μάλιστα δε το έτος 1970 η δικαιοπάροχος του ενάγοντος Α. Κ. και ο δικαιοπάροχος του εναγόμενου Δ. Σ. κατάρτισαν το προσκομιζόμενο από 12-11-1970 ιδιωτικό συμφωνητικό, με το οποίο η πρώτη αναγνώρισε το δικαίωμα του δεύτερου αλλά και των κληρονόμων του να διέρχονται ανεμπόδιστα μέσα από το ακίνητό της, δηλαδή από την επίδικη λωρίδα.

Για το σκοπό αυτό οι συμβαλλόμενοι έλαβαν κλειδιά από την ξύλινη αυλόπορτα που υπήρχε από παλιά στην αρχή της επίδικης λωρίδας για την ελεύθερη είσοδο στις ιδιοκτησίες τους και την έξοδό τους στον κοινοτικό δρόμο. Από το χρόνο σύνταξης του πιο πάνω συμφωνητικού μέχρι το έτος 1983, δηλαδή και μετά το θάνατο του πάππου και δικαιοπαρόχου του εναγόμενου, που συνέβη την 1-2-1981, σε τμήμα του ισογείου του ακινήτου του εναγόμενου λειτούργησε κατάστημα γενικού εμπορίου από το δικαιοπάροχό του και μετά το θάνατο εκείνου από τη σύζυγό του και στη συνέχεια πρατήριο τσιγάρων και κατά το διάστημα αυτό η επίδικη δίοδος χρησιμοποιήθηκε κυρίως για τη μεταφορά εμπορευμάτων προς αποθήκευση στο υπόγειο του καταστήματος.

Στη συνέχεια και μέχρι την άσκηση της αγωγής το έτος 1995, η επίδικη δίοδος χρησιμοποιήθηκε για τη διέλευση του εναγόμενου και της οικογένειάς του, πάντα με την πεποίθηση ότι ασκεί με διάνοια δικαιούχου δικαίωμα οιονεί νομής δουλείας διόδου. Επομένως, προσμετρώντας ο εναγόμενος στο δικό του χρόνο οιονεί νομής και εκείνον του δικαιοπαρόχου του, που υπερβαίνει στο σύνολό του την εικοσαετία, απέκτησε το δικαίωμα δουλείας οδού ως κύριος του δεσπόζοντος ακινήτου σε βάρος του ακινήτου του ενάγοντος και έτσι διερχόμενος από την επίδικη δίοδο δεν προσβάλλει την κυριότητα του ενάγοντος στο τμήμα αυτό.

Περαιτέρω, εκτός του ότι δεν αποδεικνύεται η ύπαρξη εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου στην πόλη των Τροπαίων, όπου βρίσκονται τα ακίνητα των διαδίκων, το άρθρο 25 του Γεν. Οικοδ. Κανονισμού του έτους 1985, που απαγορεύει τη σύσταση δουλειών σε αστικά ακίνητα, εξαιρεί τις δουλείες διόδου. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, κρίνοντας βάσιμη την ένσταση του εναγόμενου, σύμφωνα με την οποία την αναφερόμενη προσβολή της κυριότητας του ενάγοντος, δηλαδή τη διέλευσή του από την επίδικη λωρίδα, την ενήργησε ως δικαιούχος πραγματικής δουλείας διόδου υπέρ του ακινήτου του και σε βάρος του ακινήτου του ενάγοντος, απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την αγωγή.

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις διατάξεις του Αστ. Κώδικα ή του άρθρου 25 του ν. 1577/1985 (Γ.Ο.Κ.), τις οποίες εφάρμοσε, ούτε στέρησε την απόφασή του από τη νόμιμη βάση της με ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες που καθιστούν αδύνατο τον αναιρετικό έλεγχο. Με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης από τους αριθ. 1 και 19 άρθρ. 559 ΚΠολΔ, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτίαση για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των άρθρων 1118, 1119, 1121 ΑΚ, που αναφέρονται στην έννοια και τον τρόπο σύστασης των πραγματικών δουλειών, σε συνδυασμό με την περί έκτακτης χρησικτησίας διάταξη του άρθρ. 1045 ΑΚ και του άρθρου 25 του Ν. 1577/1985 (ΓΟΚ), που απαγορεύει τη σύσταση δουλειών εφόσον συνεπάγονται περιορισμό της δυνατότητας ανέγερσης ή επέκτασης των κτιρίων κατά τις ισχύουσες πολεοδομικές διατάξεις.

Επίσης με το συναφή έκτο λόγο της αναίρεσης αποδίδεται αιτίαση από τον αριθ. 19 άρθρ. 559 ΚΠολΔ για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης με τη μορφή των ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών ως προς τα ζητήματα της κτήσης κυριότητας από τον εναγόμενο στο δεσπόζον ακίνητο και ως προς το είδος της χρησικτησίας με βάση την οποία αποκτήθηκε η επικαλούμενη πραγματική δουλεία.

Τέλος, με τον έννατο λόγο της αναίρεσης, προβάλλεται αιτίαση επίσης από την ίδια διάταξη του αριθ. 19 άρθρ. 559 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο χωρίς καμία αιτιολογία δέχθηκε την ύπαρξη πραγματικής δουλείας αντί της λιγότερο επαχθούς περιορισμένης προσωπικής δουλείας με το ίδιο περιεχόμενο. Οι λόγοι αυτοί της αναίρεσης πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.

Κατά τις παραδοχές του Εφετείου (βλ. σκέψη

ΙΙ της παρούσας) η κυριότητα του εναγόμενου στο δεσπόζον ακίνητο συνομολογείται από τον ενάγοντα στην αγωγή του. Από τις παραδοχές αυτές προκύπτει επίσης με σαφήνεια ότι η σύσταση της επίδικης πραγματικής δουλείας συντελέστηκε με έκτακτη χρησικτησία, με προσαύξηση στο χρόνο της οιονεί νομής δουλείας διόδου που ασκούσε ο εναγόμενος από το έτος 1981 και του χρόνου του δικαιοπαρόχου του από το έτος 1938. Τέλος, αναφορικά με την επικαλούμενη παραβίαση του άρθρου 25 του Ν. 1577/1985 (ΓΟΚ), ο προαναφερόμενος τρίτος λόγος της αναίρεσης είναι απορριπτέος και ως μη νόμιμος, διότι δεν διαλαμβάνει ότι η ύπαρξη της επίδικης δουλείας συνεπάγεται περιορισμό της δυνατότητας ανέγερσης ή επέκτασης οικοδομής στο δουλεύον ακίνητο, προϋπόθεση την οποία θέτει ο νόμος για την απαγόρευση της σύστασής της, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι είναι απορριπτέος και ως αόριστος διότι δεν διαλαμβάνεται σ' αυτόν ότι ο σχετικός ισχυρισμός είχε προταθεί νόμιμα στο Εφετείο (άρθρ. 562 παρ. 2 ΚΠολΔ), ο οποίος και δεν αφορά κάποια από τις κατά νόμο εξαιρέσεις (άρθρο 562 παρ.2 σε συνδυασμό με άρθρο 118 αριθ.4 και 566 παρ. 18 ΚΠολΔ).

V.-Από τις διατάξεις του άρθρου 269 ΚΠολΔ συνάγεται ότι για την πληρότητα της ένστασης ή αντένστασης που έχει ως έρεισμα το άρθρο 281 ΑΚ και επομένως, για το παραδεκτό αυτής από άποψη χρόνου προβολής της, πρέπει αφενός να προταθούν κατά την πρώτη στον πρώτο βαθμό συζήτηση της υπόθεσης, από τον προτείνοντα την ένσταση ή αντένσταση διάδικο, που ζητεί την απόρριψη της αγωγής ή της ένστασης, τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την κατάχρηση, επί πλέον δε να γίνει επίκληση της κατάχρησης που προκύπτει από τα περιστατικά αυτά και αφετέρου να διατυπώνεται και αίτημα απόρριψης της αγωγής ή της ένστασης και για την αιτία αυτή.

Συνεπώς η μη προβολή από δικαιολογημένη αιτία, κατά την πρώτη στον πρώτο βαθμό συζήτηση της υπόθεσης, της ένστασης ή αντένστασης από το άρθρο 281 ΑΚ και μάλιστα με επίκληση όχι μόνο των περιστατικών που τη στηρίζουν αλλά και της κατάχρησης του δικαιώματος που προκύπτει από αυτή και διατύπωση αιτήματος για απόρριψη της αγωγής ή της ένστασης και για την αιτία αυτή, έχει ως αποτέλεσμα την απόρριψη της ένστασης ή αντένστασης ως απαράδεκτης σε περίπτωση προβολής της σε μεταγενέστερη συζήτηση ή για πρώτη φορά ενώπιον του Εφετείου.

Η προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος περί καταχρηστικής άσκησης της επικαλούμενης δουλείας από τον εναγόμενο με τη σκέψη ότι "η αντένσταση του εναγόμενου περί καταχρηστικής άσκησης της πιο πάνω ένστασης είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη διότι προβάλλεται για πρώτη φορά στη δίκη αυτή και δεν είναι οψιγενής".

Με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης προβάλλεται αιτίαση από τον αριθ. 14 περ. γ' άρθρ. 559 ΚΠολΔ ότι παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτη την αντένσταση του αναιρεσείοντος από το άρθρο 281 ΑΚ. Ωστόσο, όπως προκύπτει από τις προτάσεις που κατέθεσε ο αναιρεσείων στις 30-10-1997 κατά την πρώτη συζήτηση της αγωγής του στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ουδέν περί καταχρηστικής άσκησης της επικαλούμενης από τον αντίδικό του δουλείας διαλαμβάνεται, η δε αναφερόμενη στο λόγο της αναίρεσης περικοπή από την προσθήκη στις προτάσεις της μετ' απόδειξη συζήτησης, κατά την οποία "η εμμονή δια την παραμονή μιας εδαφικής διόδου στο πίσω μέρος του ακινήτου μου.....παρίσταται πλέον όχι μόνον καταχρηστικόν αλλά και κακόβουλον και ιδιαίτερα απαξιωτικόν κατά το δίκαιον αλλά και κατά την ηθικήν" ή η υπάρχουσα στο κύριο σώμα των προτάσεων αποστροφή "να απορριφθούν πάσαι αι αιτήσεις, ενστάσεις, προτάσεις και ισχυρισμού του αντιδίκου ως νόμω και ουσία αβάσιμοι, αναληθείς, αόριστοι, αναπόδεικτοι και καταχρηστικοί", δεν θεμελιώνουν κατά τα προεκτιθέμενα θεμελιωτικά αυτής γεγονότα την αντένσταση περί καταχρηστικής άσκησης της προβληθείσας από τον εναγόμενο ένστασης περί της ύπαρξης πραγματικής δουλείας προς κατάλυση της αγωγής.

Εξάλλου η αντένσταση αυτή δεν είναι οψιγενής, αφού τα προεκτιθέμενα θεμελιωτικά αυτής γεγονότα (εδαφική διόδος στο πίσω μέρος του ακινήτου του ενάγοντος κπλ.) υπήρχαν κατά την προβολή της ένστασης από τον αναιρεσίβλητο. Επομένως, ο κρινόμενος λόγος της αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

VI.- Με τον έβδομο λόγο της αναίρεσης προβάλλεται κατά της προσβαλλόμενης απόφασης αιτίαση από τον αριθ. 11 περ. β' άρθρ. 559 ΚΠολΔ, ότι παρά το νόμο το Εφετείο έλαβε υπόψη το ... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Τροπαίων Ευσταθίου Στασινόπουλου, παρότι όπως προκύπτει από τις προτάσεις των διαδίκων που κατατέθηκαν ενώπιόν του κανένας από αυτούς δεν το επικαλέστηκε ούτε το προσκόμισε. Ο λόγος αυτός της αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος και τούτο διότι, όπως προκύπτει από τις από 18-9-2002 προτάσεις του αναιρεσίβλητου ενώπιον του Εφετείου, που κατατέθηκαν την ίδια ημερομηνία πριν από τη συζήτηση της έφεσης, ο διάδικος αυτός επικαλέστηκε το πιο πάνω ... συμβόλαιο, που συντάχθηκε το έτος 1938 (και όχι 1993 που αναφέρεται στο λόγο αναίρεσης) και αποτελεί τον τίτλο κτήσης του δικαιοπαρόχου του κατά τις παραδοχές του Εφετείου. Εξάλλου από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει έμμεσα αλλά σαφώς, ότι προσκομίστηκε το συμβόλαιο, αφού αξιολογήθηκε αποδεικτικά με αυτούσια μεταφορά τμήματος του περιεχομένου του στις παραδοχές της, αυτή δε η διαβεβαίωση περί της προσκόμισής του, χωρίς προβολή και απόδειξη περί τυχόν σχετικής ψευδούς βεβαίωσης, δεν ελέγχεται αναιρετικά.

VII.- Με τον όγδοο λόγο της αναίρεσης προβάλλονται κατά της προσβαλλόμενης απόφασης αιτιάσεις: α) Από τον αριθμ. 8 περ. α' άρθρ. 559 ΚΠολΔ, ότι παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και συγκεκριμένα τον ισχυρισμό του αναιρεσίβλητου περί του τρόπου κτήσης της κυριότητας του δεσπόζοντος ακινήτου υπ' αυτού που προτάθηκε το πρώτο ενώπιον του εφετείου, β) από τον αριθ. 11 περ. β' άρθρ. 559 ΚΠολΔ ότι παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσο που προσκομίστηκε με επίκληση απαραδέκτως και άρα δεν προσκομίστηκε με επίκληση παραδεκτά και συγκεκριμένα την 50081986 αποδοχή κληρονομίας του συμβολαιογράφου Τροπαίων Νικ. Παπανάστου, που μεταγράφηκε νόμιμα, με βάση την οποία περιήλθε στον αναιρεσίβλητο η κυριότητα του δεσπόζοντος ακινήτου, και γ) από τον αριθμό 10 α' άρθρ. 559 ΚΠολΔ, ότι παρά το νόμο το Εφετείο έλαβε υπόψη πράγματα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη και συγκεκριμένα τον ισχυρισμό περί της κυριότητας του αναιρεσίβλητου στο δεσπόζον ακίνητο. Ο λόγος αυτός της αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος ως προς όλες τις αιτιάσεις, με την αιτιολογία που παρατέθηκε στη σκέψη

ΙΙ της παρούσας, επιπλέον δε κατά την αιτίαση υπό στοιχ. β' διότι στην κατ' έφεση δίκη, κατά το άρθρο 529 παρ. 1 ΚΠολΔ, επιτρέπεται να γίνει επίκληση και προσαγωγή νέων αποδεικτικών μέσων εφόσον δεν αποκρούστηκαν από το δικαστήριο κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου για τους εκεί διαλαμβανόμενους λόγους, πράγμα που δεν φέρεται ότι έγινε στην προκειμένη περίπτωση, και τέλος κατά την υπό στοιχ. γ' αιτίαση διότι το Εφετείο δέχθηκε τα παραπάνω όχι χωρίς απόδειξη, αλλά από τα αποδεικτικά μέσα που προσκόμισαν και επικαλέστηκαν ενώπιόν του οι διάδικοι.

VIII.-Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος ο λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οπίος δεν προβλήθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής κατά την οποία ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση τη νομική και πραγματική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη ο ουσιαστικός δικαστής και καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης. Για το ορισμένο των λόγων τούτων πρέπει, σύμφωνα και με τα άρθρα 118 αριθ.4 και 566 παρ.1 ΚΠολΔ να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης είχε προταθεί νομίμως στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.

Συνεπώς οι ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος και αν ακόμη είχαν προταθεί στον πρώτο βαθμό αλλά δεν επαναφέρθηκαν νόμιμα στο εφετείο και έτσι δεν έγιναν αντικείμενο έρευνας στην κατ' έφεση δίκη, δεν μπορούν να θεμελιώσουν λόγο αναίρεσης. Αν ο αναιρεσείων είχε ηττηθεί στον πρώτο βαθμό, η νόμιμη επαναφορά των ισχυρισμών του στο Εφετείο πριν από την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, μόνο με λόγο έφεσης (κύριο ή πρόσθετο) μπορεί να γίνει.

Αν όμως δεν παραλήφθηκε σχετικός λόγος έφεσης με βάση τους ισχυρισμούς αυτούς και το εφετείο απέρριψε την έφεση κατ' ουσία, δεν μπορεί να θεμελιωθεί λόγος αναίρεσης που περιέχει αιτιάσεις για την απόρριψη των ισχυρισμών, οι οποίοι δεν είχαν επαναφερθεί νόμιμα στο Εφετείο. Στην προκειμένη περίπτωση με το δέκατο λόγο της αναίρεσης, αφού αναφέρεται ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τα λοιπά έγγραφα και το από 12-11-1970 ιδιωτικό συμφωνητικό, το οποίο προσκόμισε και επικαλέστηκε ο αναιρεσίβλητος, αν και ο αναιρεσείων τόσο στον πρώτο βαθμό όσο και στο δεύτερο με την έφεση και τις προτάσεις του αρνήθηκε ρητά τη γνησιότητα του συμφωνητικού αυτού και έτσι υπέπεσε στις πλημμέλειες κατά το άρθρο 559 ΚΠολΔ α) από τον αριθ. 8 περ.

β' αφού παρέλειψε να αποφανθεί επί του ισχυρισμού περί μη γνησιότητας, β) από τον αριθ. 10 περ. β' (όπως ίσχυε μέχρι την κατάργησή της σχετικής διάταξης από το άρθρο 17 παρ. 2 του Ν. 2915/2001) αφού δέχθηκε το έγγραφο ως γνήσιο χωρίς να τάξει σχετική απόδειξη και γ) από τον αριθ. 12, διότι παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων.

Ωστόσο, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της έφεσης, όπου σε σχέση με το επίμαχο συμφωνητικό, απλά και μόνο αφηγηματικά αναφέρεται για τη διαδικασία του παρελθόντος και μάλιστα σε παρένθεση ότι "ο ενάγων αρνήθηκε τη γνησιότητά του", ο αναιρεσείων δεν επανέφερε νόμιμα δηλαδή με λόγο έφεσης τον ισχυρισμό που είχε προτείνει στον πρώτο βαθμό περί μη γνησιότητας του ιδιωτικού εκείνου συμφωνητικού και επομένως δεν μπορούσε αυτός να αποτελέσει αντικείμενο της κατ' έφεση δίκης.

Ώστε ο κρινόμενος λόγος της αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.

Για τους λόγους αυτούς

Απορρίπτει την από 17 Οκτωβρίου 2003 αίτηση του Κ. Μ. για αναίρεση της 301/2003 απόφασης του Εφετείου Ναυπλίου.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην καταβολή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσίβλητων και ορίζει αυτά σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1170) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Δεκεμβρίου 2005.

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 11 Ιανουαρίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ