Legislator Case Law & Legislation
819/2021 AI generated

Supreme Court partially allows appeal against final court decision regarding tax assessment invalidity and interest calculation limits.

Case Number 819/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the appeal against a final court decision that had dismissed a tax objection. The appellant argued the tax assessment was invalid due to lack of specificity and interest calculations exceeded legal limits. The court found the first ground valid but rejected the second as lacking legal interest and unsupported by facts.

Legislator headnote

AI generated

Articles 495, 552, 553, 556, 558, 564, 566, 577, 580 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court partially allows an appeal when the lower court's decision contains both valid and invalid grounds, remanding the case for further examination of the valid grounds while dismissing the invalid ones.

Keywords

AI generated
tax assessment invalidity interest calculation limits partial appeal allowance remittal for retrial legal interest requirement tax debt restructuring procedural admissibility

Cited Legislation

AI generated
Articles 495 paragraph 3, 552, 553, 556, 558, 564, 566 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 2 paragraph 2 of Law 356/1974 (KEDE)
Article 580 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 4 of the Code of Civil Procedure
Article 22 paragraph 2 of Law 3693/1957
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 819 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 819/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Τζανερρίκο, Γεώργιο Χριστοδούλου - Εισηγητή, Βασίλειο Μαχαίρα και Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα - Εισηγήρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 25 Ιανουαρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Μ. Λ. του Μ., συζύγου Δ. Σ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Πάρι Αναστασάκο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, και ήδη από την Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και στην προκειμένη περίπτωση και από τον Προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. Δράμας, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Εμμανουήλ Μουστάκη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8/7/2014 ανακοπή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Δράμας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 13/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 193/2016 του Μονομελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 1/2/2018 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την υπό κρίση από 1-2-2018 (4/6-2-2018) αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία εκδοθείσα, 193/2016 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θράκης, με την οποία έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσία η έφεση της ανακόπτουσας και ήδη αναιρεσείουσας κατά της 13/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Δράμας. Με την απόφαση αυτή, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο είχε απορρίψει την ανακοπή της αναιρεσείουσας κατά του αναιρεσιβλήτου, Ελληνικού Δημοσίου, με την οποία ζητούσε την ακύρωση της …/…-1-2003 ταμειακής βεβαίωσης της Δ.Ο.Υ. Δράμας και του αντίστοιχου χρηματικού καταλόγου, για τους σ' αυτή λόγους. Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 παρ. 3 Β' αριθμ. 4, 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ) και, συνεπώς, είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα), πρέπει δε να ερευνηθεί, περαιτέρω, το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων αυτής, κατ' άρθρο 577 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα.

Κατά την έννοια του άρθρου 2 παρ. 2 του ν.δ. 356/1974 (Κ.Ε.Δ.Ε.), προ της αντικαταστάσεώς του με την παρ. 2 του άρθρου 7 του ν. 4224/2013, με έναρξη ισχύος την 1-1-2014, νόμιμο τίτλο για την είσπραξη των δημόσιων εσόδων αποτελεί α) η βεβαίωση κατά το νόμο και ο προσδιορισμός από τις αρμόδιες διοικητικές ή άλλες αρχές για τον προσδιορισμό του εισπρακτέου ποσού, του είδους του εσόδου και της αιτίας, για την οποία οφείλεται, ανεξάρτητα από το αν αυτό οφείλεται ευθέως από το νόμο ή από σύμβαση, δηλαδή, η πράξη καταλογισμού χρηματικού ποσού σε βάρος του διοικουμένου, με δημόσιο έγγραφο, το οποίο εκδίδεται από αρμόδια αρχή και ενσωματώνει την ατομική διοικητική πράξη, β) τα δημόσια ή ιδιωτικά έγγραφα, που αποδεικνύουν την οφειλή και γ) τα δημόσια ή ιδιωτικά έγγραφα, από τα οποία μπορεί να πιθανολογηθεί, κατά την έννοια του άρθρου 347 του Κ.Πολ.Δ., η ύπαρξη και το ποσό της οφειλής.

Στο νόμιμο τίτλο πρέπει να αναφέρεται η ακριβής αιτία της οφειλής, ώστε, σε περίπτωση αμφισβητήσεως, να είναι δυνατός ο δικαστικός έλεγχος. Τούτο δε, διότι, με βάση το 'νόμιμο τίτλο', είναι δυνατό να επισπευσθεί η αναγκαστική εκτέλεση, χωρίς να έχει προηγηθεί διαγνωστική δίκη και έκδοση δικαστικής απόφασης, που θα καθιστούσε σαφή την αιτία του φερόμενου ως οφειλόμενου συνολικού χρέους.

Η ανάγκη αυτή καθίσταται εντονότερη, όταν ο ουσιαστικός καθορισμός του χρέους δεν έγινε από το Ελληνικό Δημόσιο, η δράση του οποίου διέπεται από την αρχή και το τεκμήριο της νομιμότητας, αλλά από τρίτο πρόσωπο, όπως είναι ο αρχικός δανειστής (τράπεζα), προς τον οποίο το Δημόσιο είχε παράσχει εγγύηση για την εξόφληση του τραπεζικού δανείου και στη θέση του οποίου το Δημόσιο υποκαταστάθηκε, λόγω μη εξόφλησης του δανείου από τον οφειλέτη, αναλόγως δε και στην περίπτωση που το Δημόσιο ενεργεί ως εκδοχέας απαιτήσεων.

Το άρθρο 4 παρ.1 του Κ.Ε.Δ.Ε., όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του από την παρ. 5 του άρθρου 7 του ν. 4224/2013, ορίζει ότι "Άμα τη βεβαιώσει ποσού τινός εις το Δημόσιον Ταμείον ως δημοσίου εσόδου ο Διευθυντής του Δημοσίου Ταμείου υποχρεούται να αποστείλει προς τον οφειλέτην ατομικήν ειδοποίησιν περιέχουσα τα στοιχεία του οφειλέτου, το είδος και το ποσόν του χρέους, το οικονομικόν έτος εις ο ανήκει τούτο, τον αριθμόν και την χρονολογίαν του τριπλοτύπου βεβαιώσεως και την χρονολογίαν πληρωμής του χρέους ή εκάστης δόσεως εις περίπτωσιν καταβολής εις δόσεις".

Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι στη δίκη, που ανοίγεται με την ανακοπή του άρθρου 73 παρ.1 του Κ.Ε.Δ.Ε., σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 583-585 του Κ.Πολ.Δ., η οποία μπορεί να ασκείται τόσον κατά του νόμιμου τίτλου όσον κατά της ταμειακής βεβαίωσης, εφόσον αυτή αποτελεί εκτελεστή διοικητική πράξη, ο μεν ανακόπτων επέχει θέση εναγομένου, το δε καθ' ου (Δημόσιο) θέση ενάγοντος και έτσι το τελευταίο βαρύνεται με την επίκληση των γεγονότων, της οποίας το βάρος θα έφερε, αν ασκούσε το δικαίωμά του με αγωγή.

Από τη βεβαίωση, ως νόμιμο τίτλο εισπράξεως (βεβαίωση εν ευρεία εννοία) διακρίνεται η ταμειακή βεβαίωση (βεβαίωση υπό στενή έννοια), που είναι αναγκαία για να μπορεί να επιδιωχθεί η είσπραξη της απαιτήσεως του Δημοσίου, δηλαδή, συνιστά αυτή τίτλο εκτελέσεως. Ο νόμιμος τίτλος δεν συμπίπτει με την ταμειακή βεβαίωση, πλην, μεταξύ τους, υφίσταται στενή αιτιακή σχέση, ώστε σε περίπτωση που η ταμειακή βεβαίωση δεν στηρίζεται σε νόμιμο τίτλο, όπως σε τίτλο, στον οποίο δεν προσδιορίζεται επαρκώς το χρέος, να είναι αυτή ακυρωτέα.

Και ναι μεν στον Κ.Ε.Δ.Ε. δεν προβλέπεται κοινοποίηση της ταμειακής βεβαιώσεως στον οφειλέτη, ούτε επιβάλλεται να συνοδεύεται αυτή από τα έγγραφα, που συγκροτούν το νόμιμο τίτλο, πλην όμως, αν ούτε η ταμειακή βεβαίωση της οφειλής ούτε η ατομική ειδοποίηση -που εκδίδει, κατά το άρθρο 4 παρ. 1 του Κ.Ε.Δ.Ε., η αρμόδια φορολογική αρχή και κοινοποιείται επίσης στον οφειλέτη- δεν περιέχει τα καθοριζόμενα στην ως άνω διάταξη στοιχεία, προκειμένου ο οφειλέτης να λάβει επαρκή και ασφαλή γνώση για το είδος του χρέους, το ύψος του, τη χρονολογία βεβαίωσης και γενικά να κατατοπίζεται επαρκώς για την οφειλή του, κατά κεφάλαιο, τόκους, προσαυξήσεις και έξοδα, τότε, η έλλειψη αυτή μπορεί να οδηγήσει, κατόπιν ασκήσεως ανακοπής, κατά το άρθρο 73 παρ.1 του Κ.Ε.Δ.Ε., στην ακύρωση αυτών, αλλά μόνο με τη συνδρομή των όρων και των προϋποθέσεων του άρθρου 75 του ίδιου Κώδικα, σχετικά με το στοιχείο της βλάβης του οφειλέτη του Δημοσίου, δηλαδή, αν και εφόσον η έλλειψη αυτή επέφερε στον οφειλέτη αδυναμία ουσιαστικής ή δικονομικής προστασίας των δικαιωμάτων του, η οποία δύναται να επανορθωθεί μόνο αν κηρυχθεί η ακυρότητα της προσβαλλόμενης πράξεως.

Ωστόσο, βλάβη, με την ανωτέρω έννοια, δεν υφίσταται ο οφειλέτης, τόσο στην περίπτωση, που η επίδοση της ταμειακής βεβαιώσεως και της ατομικής ειδοποιήσεως συνοδεύεται από τα αναγκαία έγγραφα (δημόσια ή ιδιωτικά), που προσδιορίζουν επαρκώς την οφειλή όσο και στην περίπτωση που γνωστοποιούνται αυτά στον οφειλέτη, με οποιονδήποτε τρόπο, με ή χωρίς αίτησή του, αλλά πάντως, πριν από τη λήξη της προθεσμίας ανακοπής κατά της εκτελέσεως, έτσι ώστε να είναι σε θέση να προβάλλει αυτός, με δικονομικά παραδεκτό τρόπο, τους ισχυρισμούς του κατά της οφειλής και για το λόγο αυτό, δεν αρκεί να προσκομίσει το Δημόσιο τα έγγραφα του νόμιμου τίτλου προς απόδειξη της απαιτήσεώς του κατά τη συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο.

Περαιτέρω, σύμφωνα με τη 2/478/0025/4-1-2006 απόφαση Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών (ΦΕΚ 16/τ.β'/13-1-2006), για τη βεβαίωση οφειλών δανείων εγγυημένων από το Ελληνικό Δημόσιο, αποστέλλεται από τα πιστωτικά ιδρύματα στην 25η Διεύθυνση του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών, εις διπλούν, ο πλήρης φάκελος με τα παρακάτω δικαιολογητικά, η δε 25η Διεύθυνση, μέσα σε εύλογο χρονικό διάστημα, διενεργεί έλεγχο των δικαιολογητικών και στη συνέχεια, αποστέλλει έναν πλήρη φάκελο με τον οικείο χρηματικό κατάλογο και τις τριπλότυπες περιληπτικές καταστάσεις βεβαίωσης στην αρμόδια Δ.Ο.Υ., η οποία προβαίνει, εντός προθεσμίας ενός μηνός, στην εν στενή εννοία βεβαίωση υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου του ποσού αυτού, για το οποίο είχε εγγυηθεί το Ελληνικό Δημόσιο, στο λογαριασμό "Κεφάλαιο Ασφαλίσεως Χρηματοδοτήσεων εκ Κεφαλαίων ή εγγυήσει του Ελληνικού Δημοσίου" και σε βάρος των υπόχρεων φυσικών ή νομικών προσώπων και αποστέλλει άμεσα στην 25η Διεύθυνση το αντίγραφο της περιληπτικής κατάστασης βεβαίωσης.

Η 25η Διεύθυνση, ακολούθως, προβαίνει στην πληρωμή της βεβαιωμένης εγγυημένης οφειλής, μέσω του Ειδικού Λογαριασμού. Για τη διενέργεια δε του απαιτούμενου ελέγχου, όσον και για τη διασφάλιση των δικαιωμάτων του Δημοσίου κατά την είσπραξη των απαιτήσεων, ο φάκελος που αποστέλλει το πιστωτικό ίδρυμα θα πρέπει να περιέχει, μεταξύ άλλων, αναλυτικές καταστάσεις οφειλών εγγυημένων από το Ελληνικό Δημόσιο, αντίγραφα όλων των τυχόν συμβάσεων ρύθμισης που υπεγράφησαν και ανάλυση της κίνησης των λογαριασμών που τηρήθηκαν για κάθε σύμβαση χωριστά από την υπογραφή της μέχρι την ημερομηνία αποστολής των δικαιολογητικών.

Με βάση τα ανωτέρω, πρέπει, οπωσδήποτε, να προκύπτουν με σαφήνεια: α) τα ποσά που χορηγήθηκαν, β) οι τόκοι που χρεώθηκαν, ενήμεροι και υπερημερίας, γ) τα επιτόκια που εφαρμόστηκαν εκ μέρους των πιστωτικών ιδρυμάτων, ανά χρονική περίοδο που αυτά ίσχυσαν και τα οποία χρησιμοποιήθηκαν για τον εκτοκισμό της εγγυημένης οφειλής, δ) τα έξοδα, με τα οποία χρεώθηκαν και η αιτιολογία τους και ε) οι καταβολές, που πραγματοποιήθηκαν εκ μέρους των ενεχομένων έναντι της οφειλής, με αναφορά στις ημερομηνίες, που αυτές διενεργήθηκαν και στον τρόπο, που τις κατένειμε η τράπεζα έναντι των εξόδων, των τόκων, συμβατικών και υπερημερίας και των δόσεων ενήμερων και ληξιπρόθεσμων (Ολ.Α.Π. 5/2019).

Κατά την έννοια του αρθρ. 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, ιδρύεται, όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή, το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ` αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (Ολ.Α.Π. 2/2013, Ολ.Α.Π. 4/2005, Ολ.Α.Π. 7/2006).

Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παραβίαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και, κατ` επέκταση, σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα, με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης. Έτσι, με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ο οποίος, για να είναι ορισμένος, πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο, τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων καθώς και τα νομικά σφάλματα, κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς, οπότε πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή, τα πραγματικά περιστατικά, που έγιναν δεκτά και, υπό τα οποία, συντελέσθηκε η προσβαλλόμενη παραβίαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (Ολ.Α.Π. 20/2005).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά τα αφορώντα τον αναιρετικό έλεγχο κεφάλαια αυτής, προκύπτει ότι το Εφετείο διέλαβε τα ακόλουθα: "Η ανακόπτουσα... έλαβε δάνειο από την Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος, το οποίο δεν εξόφλησε, αλλά έκανε τμηματικές καταβολές, έναντι κεφαλαίου και τόκων.

Κατ' εφαρμογή της Υ.Α. 4216/Β.269/070201/2001, μεταξύ της ανακόπτουσας και της Αγροτικής Τράπεζας, υπογράφηκε πρόσθετη δανειακή σύμβαση ρυθμίσεως οφειλών, που αφορούσε στο ληφθέν δάνειο, σύμφωνα με την οποία, αφού διαγράφηκε τμήμα της οφειλής, ρυθμίστηκε το υπόλοιπο ποσό σε δόσεις και ορίστηκε ότι σε περίπτωση μη καταβολής οποιασδήποτε δόσεως στη λήξη της, τότε η δόση αυτή θα βεβαιωνόταν κατά τις διατάξεις της Υ.Α.

στην αρμόδια Δ.Ο. Υ. του οφειλέτη. Στην ανωτέρω δανειακή σύμβαση παρασχέθηκε εγγύηση του καθ' ου η ανακοπή Ελληνικού Δημοσίου, υπέρ της ανακόπτουσας, σύμφωνα με τις νομοθετικές διατάξεις που προαναφέρθηκαν και τη με αριθμό …/…/…/…-6-2001 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών. Σύμφωνα με το από 30-12-2002 έγγραφο της ΑΤΕ προς το καθ' ου η ανακοπή, η ανακόπτουσα δεν κατέβαλε τη ληξιπρόθεσμη δόση με ημερομηνία καταβολής 30/9/2002, ύψους 14.473,11 ευρώ, το οποίο επιβαρύνθηκε με τόκους σε πίστωση ΑΚ 4619/1569 ύψους 45,73 ευρώ, τόκους υπερημερίας 361.09 ευρώ και συνολικό ποσό τόκων 406,82 ευρώ και συνολικό ποσό οφειλής (ληξιπρόθεσμης δόσεως και τόκων) 14.879,93 ευρώ.

Η ΑΤΕ διαβίβασε τα σχετικά έγγραφα στη Δ.Ο.Υ. Δράμας, η οποία εξέδωσε τη με αριθμό …/…-1-2003 ταμειακή βεβαίωση σε βάρος της ανακόπτουσας και άλλων τεσσάρων οφειλετών, για το συνολικό ποσό των 43.180,09 ευρώ. Στην ανακόπτουσα κοινοποιήθηκε ατομική ειδοποίηση, στην οποία αναφέρονταν ο αριθμός και η ημερομηνία της ταμειακής βεβαιώσεως, η αιτία αυτή ως δάνεια Κ.Α., το ποσό της βεβαιώσεως, ύψους 14.879,93 ευρώ και η ημερομηνία καταβολής της πρώτης δόσεως στις 28-2-2003, ύψους 11.246,14 ευρώ.

Κατά της ανωτέρω ταμειακής βεβαιώσεως και του αντίστοιχου χρηματικού καταλόγου η ανακόπτουσα άσκησε την υπό κρίση ανακοπή. Με τον πρώτο λόγο ανακοπής η ανακόπτουσα ισχυρίζεται ότι ο νόμιμος τίτλος, με βάση τον οποίο επισπεύδεται σε βάρος της αναγκαστική εκτέλεση, είναι άκυρος, λόγω αοριστίας, διότι αναφέρει το συνολικώς οφειλόμενο ποσό, χωρίς να γίνεται περαιτέρω διαχωρισμός στα αντίστοιχα κονδύλια κατά κεφάλαιο, νόμιμους τόκους, τόκους υπερημερίας, τυχόν ανατοκισμό τόκων, προσαυξήσεις και έξοδα, ενώ δεν γίνεται μνεία και στη δανειακή σύμβαση, από την οποία προέκυπτε το χρέος που βεβαιώθηκε και η αοριστία αυτή επιφέρει στην ίδια δικονομική βλάβη.

Ο λόγος αυτός είναι νόμιμος, στηριζόμενος στις διατάξεις που προαναφέρθηκαν, αλλά είναι απορριπτέος ως αβάσιμος από ουσιαστική άποψη. Ειδικότερα, η εκδοθείσα από τον Προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. Δράμας με αριθμό …/2003 ταμειακή βεβαίωση αναφέρει ότι βεβαιώθηκε σε βάρος της ανακόπτουσας και άλλων οφειλετών από δάνεια ΚΑΧΚΕΕΔ της ΑΤΕ, με εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, το ποσό των 43.180,09 ευρώ.

Σύμφωνα με το με αριθμό …/…-12-2002 χρηματικό κατάλογο, στον οποίο παραπέμπει η ταμειακή βεβαίωση, η ανακόπτουσα φέρεται οφειλέτης του ποσού των 14.879,93 ευρώ, ως ληξιπρόθεσμο χρέος, με αιτία δάνειο ΚΑΧΚΕΕΔ, ληφθέν από την ΑΤΕ Δράμας, στα πλαίσια δανείων επιχειρήσεων με τη με αριθμό 2/13854/0025/11-6-2001 Υ.Α. Τέλος, σύμφωνα με την κατάσταση οφειλών της Αγροτικής Τράπεζας προς τη Δ.Ο.Υ.

Δράμας, που είναι συνημμένο στον χρηματικό κατάλογο η ανακόπτουσα οφείλει για τη ληξιπρόθεσμη δόση με ημερομηνία 30-9-2002, το ποσό των 14.473,11 ευρώ, το οποίο επιβαρύνθηκε με τόκους σε πίστωση ΑΚ …/… ύψους 45,73 ευρώ, τόκους υπερημερίας 361,09 ευρώ και συνολικό ποσό τόκων 406,82 ευρώ και συνολικό ποσό οφειλής (ληξιπρόθεσμης δόσεως και τόκων) 14.879,93 ευρώ.

Από τα ανωτέρω έγγραφα, που συγκροτούν το νόμιμο τίτλο, προκύπτει με σαφήνεια η αιτία της οφειλής, που είναι η ληξιπρόθεσμη δόση δανείου, το οποίο έλαβε η ανακόπτουσα από την ΑΤΕ, ρυθμίστηκε με την προαναφερόμενη υπουργική απόφαση και εγγυήθηκε για την πληρωμή του το καθ' ου η ανακοπή, ο χρόνος που κατέστη ληξιπρόθεσμη η οφειλή που είναι 30-9-2002, το ύψος του κεφαλαίου, των τόκων και των τόκων υπερημερίας.

Τα ανωτέρω έγγραφα δεν είχε υποχρέωση να κοινοποιήσει το καθ' ου η ανακοπή στην ανακόπτουσα μαζί με την ατομική ειδοποίηση, μπορούσε δε ευχερώς να λάβει γνώση αυτών η ανακόπτουσα... Με τον ίδιο λόγο ανακοπής η ανακόπτουσα ισχυρίζεται ότι ο νόμιμος τίτλος πάσχει διότι στερείται της ειδικής και επαρκούς αιτιολογίας που απαιτείται να έχει η ατομική διοικητική πράξη, που είναι επιβλαβής για τον διοικούμενο.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος, διότι η ταμειακή βεβαίωση και εν γένει ο νόμιμος τίτλος φέρει αποκλειστικώς τα στοιχεία που προαναφέρθηκαν στη νομική σκέψη της παρούσας και δεν απαιτείται να περιλαμβάνει αιτιολογία και μάλιστα ειδική και εμπεριστατωμένη. Περαιτέρω, με τον ίδιο λόγο ανακοπής η ανακόπτουσα ισχυρίζεται ότι οι ανακοπτόμενες πράξεις φέρουν το χαρακτήρα διαταγής πληρωμής ή επιταγής προς εκτέλεση και πρέπει να περιέχουν τα στοιχεία των άρθρων 624 και 924 ΚΠολΔ αντίστοιχα.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος, διότι η ταμειακή βεβαίωση και ο χρηματικός κατάλογος δεν εξομοιώνονται με διαταγή πληρωμής ούτε με επιταγή προς εκτέλεση, ώστε να ερευνηθεί εάν έχουν τα στοιχεία που προβλέπουν οι προαναφερόμενες διατάξεις, αλλά συγκροτούν νόμιμο τίτλο, με βάση τον οποίο το Ελληνικό Δημόσιο μπορεί να προβεί σε αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος των οφειλετών του, κατά το άρθρο 904 παρ. 1ζ του ΚΠολΔ και τις διατάξεις του ΚΕΔΕ...".

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεχόμενο ότι η …./2003 ταμειακή βεβαίωση, που εξέδωσε η Δ.Ο.Υ. Δράμας σε βάρος της ανακόπτουσας και ήδη αναιρεσείουσας -με το συνημμένο σ' αυτήν …/…-12-2002 χρηματικό κατάλογο- με βάση την οποία αυτή κλήθηκε από το καθ' ου και ήδη αναιρεσίβλητο, Ελληνικό Δημόσιο, να καταβάλει το σ' αυτήν αναφερόμενο ποσό, ήταν έγκυρη, έστω και αν δεν περιείχε πλήρη ανάλυση της οφειλής, κατά κεφάλαιο, τόκους, τυχόν ανατοκισμό, προσαυξήσεις και λοιπά έξοδα ως και την ιστορική της αιτία, με την αιτιολογία ότι ο νόμος δεν επιβάλλει να περιλαμβάνεται στο περιεχόμενό της (ταμειακής βεβαίωσης) αναλυτικά η οφειλή και το ιστορικό προελεύσεώς της, ενώ όλα τα αναγκαία για την πληρότητα της οφειλής στοιχεία περιέχονται στα έγγραφα που απεστάλησαν από την Αγροτική Τράπεζα στη Δ.Ο.Υ.

Δράμας, παραβίασε με ψευδή ερμηνεία τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 2 και 4 παρ. 1 του ν.δ. 356/1974 (Κ.Ε.Δ.Ε.), ενόψει του ότι, όπως διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση, τα έγγραφα αυτά δεν είχαν κοινοποιηθεί στην αναιρεσείουσα, δεν αναφέρει δε ότι είχαν γνωστοποιηθεί σ' αυτήν, με άλλο νόμιμο τρόπο, τα επιμέρους στοιχεία του όλου χρέους, πριν από την άσκηση της υπό κρίση ανακοπής, καθώς και ότι, λόγω της ατελούς και αόριστης περιγραφής της επίδικης απαίτησης, η ανακόπτουσα και ήδη αναιρεσείουσα υφίσταται βλάβη, συνισταμένη στην αδυναμία της να ελέγξει το ακριβές ύψος της οφειλής της (κατά κεφάλαιο, τόκους και λοιπές προσαυξήσεις) και να την αποκρούσει, η βλάβη δε αυτή δεν είναι δυνατό να καλυφθεί άλλως, παρά μόνο με την κήρυξη της ακυρότητας της αόριστης αυτής ταμειακής βεβαίωσης.

Επομένως, ο πρώτος λόγος της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος τούτου, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρο 559 του Κ.Πολ.Δ., για το λόγο ότι το Εφετείο, εσφαλμένα ερμηνεύοντας και εφαρμόζοντας τις ανωτέρω διατάξεις, δέχθηκε ότι η προσβαλλόμενη με την ανακοπή ταμειακή βεβαίωση δεν πάσχει αοριστίας, είναι βάσιμος.

Ενόψει της παραδοχής της αιτιάσεως αυτής, ήτοι της ευθείας παραβίασης των διατάξεων αυτών, παρέλκει η έρευνα του δεύτερου σκέλους του ίδιου λόγου, με το οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η εκ πλαγίου παραβίαση των ίδιων διατάξεων, κατ' άρθρο 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ. Εξάλλου, λόγω δε της αναιρετικής εμβέλειας του ως άνω λόγου, παρέλκει, επίσης, η έρευνα των αιτιάσεων της αναιρεσείουσας, όπως διατυπώνονται στο δεύτερο σκέλος του δεύτερου λόγου της αίτησης αναίρεσης, με τις οποίες βάλλει κατά της προσβαλλόμενης απόφασης, που απέρριψε ως αόριστο το δεύτερο λόγο της ανακοπής της, σχετικά με το ακριβές ποσό των τόκων επί της επίδικης οφειλής, δεδομένου ότι, κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα, η ακριβής ανάλυση των τόκων πρέπει να παρατίθεται στην ταμειακή βεβαίωση ή στα συγκοινοποιούμενα μετ' αυτής έγγραφα, ώστε η αναιρεσείουσα να έχει σαφή και επαρκή γνώση του χρέους.

Με την Υ.Α. 4216/Β 269/070201.2001 (ΦΕΚ Β 162/7-2-2001) του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών ρυθμίστηκαν οι οφειλές κτηνοτροφικών και πτηνοτροφικών επιχειρήσεων, υπό τις προϋποθέσεις της παρ. 4 του άρθρου μόνου αυτής. Με την παράγραφο 1 του ως άνω άρθρου ορίζεται ότι: "Από το σύνολο των υφισταμένων ληξιπροθέσμων ή μη οφειλών στις 31-12-2000 των κτηνοτροφικών και πτηνοτροφικών επιχειρήσεων η Αγροτική Τράπεζα (ΑΤΕ) θα διαγράψει ποσοστό τόκων υπερημερίας, ώστε οι εναπομείναντες τόκοι υπερημερίας να εξασφαλίζονται πλήρως από τις εμπράγματες διασφαλίσεις των πελατών τους...", με την παράγραφο 2 αυτής ορίζεται ότι: "Μετά την αφαίρεση του ως άνω ποσού το υπόλοιπο των οφειλών ρυθμίζεται και θα αποτελέσει ένα νέο δάνειο διάρκειας (15) δεκαπέντε ετών.

Το επιτόκιο του νέου αυτού δανείου ορίζεται ίσο με το εκάστοτε βασικό επιτόκιο δανεισμού για την αντίστοιχη κατηγορία ενήμερων δανείων της ΑΤΕ. Για τη νέα ρύθμιση παρέχεται η εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου...", ενώ με την παράγραφο 3 ορίζεται ότι: "Στην παρούσα ρύθμιση υπάγονται και τυχόν ανεξόφλητα υπόλοιπα βεβαιωμένων οφειλών στις Δ.Ο.Υ.

λόγω κατάπτωσης της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου από δάνεια των παραπάνω επιχειρήσεων που ρυθμίστηκαν με παλαιότερες αποφάσεις...". Περαιτέρω, με την παράγραφο 1 του άρθρου 30 του ν. 2789/2000, περί ρυθμίσεως οφειλών, όπως το άρθρο αυτό τροποποιήθηκε με το άρθρο 47 του ν. 2873/2000 και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 42 του ν. 2912/2001, ορίζεται ότι "Κατ` εξαίρεση των κειμένων διατάξεων, η υφιστάμενη συνολική οφειλή από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων, που έχουν συνομολογηθεί με πιστωτικά ιδρύματα και οι σχετικές συμβάσεις έχουν καταγγελθεί ή, προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, έχουν κλείσει οριστικά ή, αν δεν συντρέχει τέτοια περίπτωση, η απαίτηση έχει καταστεί εν όλω ή εν μέρει ληξιπρόθεσμη και απαιτητή κατά τη σύμβαση ή το νόμο, μέχρι 31.12.2000 δεν δύναται να υπερβεί τα παρακάτω πολλαπλάσια του κατά περίπτωση ληφθέντος κεφαλαίου ή του αθροίσματος κεφαλαίων των περισσότερων δανείων ή, προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, του ποσού της οφειλής όπως αυτή διαμορφώθηκε ένα (1) έτος μετά τη λήψη του ποσού της τελευταίας πιστώσεως δανείου, προσαυξημένων των ποσών αυτών με συμβατικούς τόκους μέχρι το 50% του ληφθέντος κεφαλαίου κατ` ανώτατο όριο.

Προκειμένου για τον καθορισμό της βάσης υπολογισμού της οφειλής μετά την προσαύξηση των συμβατικών τόκων, τυχόν υπερβάλλον ποσό πέραν του 50% του ληφθέντος κεφαλαίου δεν υπολογίζεται πριν πολλαπλασιασθεί κατά περίπτωση: α) το τετραπλάσιο, εάν οι σχετικές συμβάσεις έχουν συναφθεί μέχρι τις 31.12.1985 ή, προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, η λήψη της τελευταίας πιστώσεως δανείου έγινε μέχρι την ημερομηνία αυτήν, β) το τριπλάσιο, εάν τα άνω περιστατικά συνέβησαν μετά την υπό (α) ημερομηνία και μέχρι τις 31.12.1990, γ) το διπλάσιο, εάν συνέβησαν μετά την υπό (β) ημερομηνία και μέχρι τις 31.12.2000.

Σε κάθε περίπτωση, στο ποσό που λαμβάνεται ως βάση, σύμφωνα με τα παραπάνω, δεν υπολογίζονται τόκοι εξ ανατοκισμού". Στην παράγραφο 8 περ. 3 του ως άνω άρθρου ορίζεται ότι: "Κατ' εξαίρεση, προκειμένου περί οφειλών κατά κύριο επάγγελμα αγροτών προς την Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε., που έχουν ρυθμιστεί με οποιονδήποτε τρόπο και οι ρυθμίσεις αυτές εξακολουθούν να ισχύουν κατά τη δημοσίευση του παρόντος, παρέχεται η ευχέρεια στους οφειλέτες, με γραπτή δήλωσή τους προς την Τράπεζα, να επιλέξουν είτε την εξακολούθηση της εφαρμογής της υφισταμένης ρύθμισης είτε την υπαγωγή τους στην παράγραφο 1 του παρόντος.

Το δικαίωμα της επιλογής πρέπει να ασκηθεί εντός τριών (3) μηνών από τη δημοσίευση του παρόντος, διαφορετικά εξακολουθεί να ισχύει η ρύθμιση...", ενώ με την παράγραφο 4 του ίδιου άρθρου, η οποία προστέθηκε με την παρ. 3 του άρθρου 42 του ν. 2912/2001 ορίζεται ότι: "Η προβλεπόμενη στην παράγραφο 8 του παραπάνω άρθρου προθεσμία για την άσκηση του δικαιώματος επιλογής εκ μέρους των κατά κύριο επάγγελμα αγροτών παρατείνεται αφότου έληξε μέχρι 30.9.2001".

Στο άρθρο 39 του ν. 3959/2004 ("Περαίωση εκκρεμών φορολογικών υποθέσεων, ρύθμιση ληξιπρόθεσμων χρεών κ.λ.π.") ορίζεται ότι: α) Στην παρ. 1: "Η συνολική ληξιπρόθεσμη οφειλή από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων, οι οποίες συνομολογούνται ή έχουν συνομολογηθεί, πριν από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου με πιστωτικά ιδρύματα, δεν δύναται να υπερβαίνει το τριπλάσιο του, κατά περίπτωση, ληφθέντος κεφαλαίου, εκάστου δανείου ή πίστωσης ή του αθροίσματος των ληφθέντων κεφαλαίων περισσοτέρων δανείων ή πιστώσεων ή προκειμένου περί αλληλοχρέων λογαριασμών, του ποσού της οφειλής, όπως αυτή διαμορφώθηκε, κατά την τελευταία εκταμίευση του λογαριασμού, με την επιφύλαξη των παραγράφων 4 (που εξαιρεί από τη ρύθμιση τις μεγάλες οφειλές και τα δάνεια πάνω από ένα ορισμένο ποσό) και 5 του παρόντος άρθρου", β) στην παράγραφο 5: "Προκειμένου περί οφειλών κατά κύριο επάγγελμα αγροτών, σχετικών με την επαγγελματική τους αυτή δραστηριότητα, που υπάγονται με την επαγγελματική τους αυτή δραστηριότητα στις διατάξεις του άρθρου 30 του ν. 2789/2000, όπως ισχύει, το συνολικό ύψος τους δεν δύναται να υπερβαίνει το διπλάσιο του κατά περίπτωση ληφθέντος κεφαλαίου ή προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών το διπλάσιο του ποσού της οφειλής, όπως διαμορφώθηκε κατά την τελευταία εκταμίευση...

Τα πιστωτικά ιδρύματα υποχρεούνται να υπολογίζουν το ύψος της οφειλής της παρούσας παραγράφου, να τη γνωστοποιούν στον οφειλέτη και να συνομολογούν τη ρύθμιση εντός προθεσμίας ενενήντα ημερών από την υποβολή της σχετικής αίτησης, η οποία πρέπει να υποβληθεί μέχρι την 31η Οκτωβρίου 2004 το αργότερο", γ) στην παράγραφο 10: "Στις διατάξεις του παρόντος άρθρου υπάγονται και τα δάνεια που έχουν ρυθμιστεί με βάση το Ν. 128/1975" και δ) στην παράγραφο 12: "Κατά τα λοιπά ισχύουν αναλόγως του άρθρου 30 του ν. 2789/2000 όπως ισχύει".

Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων, οι οποίες εγκαθίδρυσαν υποχρέωση των πιστωτικών ιδρυμάτων για τον επανακαθορισμό των προς αυτά οφειλών από συμβάσεις ή πιστώσεις, προκύπτει ότι οι ρυθμίσεις του άρθρου 39 του ν. 3259/2004 είναι ευνοϊκότερες για τους κατά κύριο επάγγελμα αγρότες έναντι άλλων οφειλετών για τις ληξιπρόθεσμες οφειλές τους απέναντι στα πιστωτικά ιδρύματα, σύμφωνα με την παράγραφο 5 αυτού, καταλαμβάνουν δε, όχι μόνο τα φυσικά πρόσωπα που συγκεντρώνουν τις προϋποθέσεις του άρθρου 1 παρ.1 του ν. 2520/1997, όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 8 του άρθρου 13 του ν. 2601/1998, αλλά και τα νομικά πρόσωπα όσον και τις κεφαλαιουχικές εταιρείας ή τους αγροτικούς συνεταιρισμούς (Ολ.Α.Π. 4/2014).

Από τις ως άνω διατάξεις προκύπτει, εξάλλου, ότι ο νόμος ρύθμισε ο ίδιος αυτοτελώς και πλήρως τόσο τις προϋποθέσεις όσο και το ύψος της ex lege επιτασσόμενης προσαρμογής των οφειλών από τόκους. Επομένως, η ρύθμιση των οφειλών χωρεί αυτοδικαίως και δεν απαιτείται για την ενεργοποίησή της κάποια άλλη προϋπόθεση, όπως έκδοση αναγνωριστικής δικαστικής απόφασης.

Ως εκ τούτου, η απαίτηση της τράπεζας είναι εκ του νόμου βέβαιη και εκκαθαρισμένη, προσδιορίζεται δε κατ' αναπροσαρμογή, σύμφωνα με τις εν λόγω διατάξεις, με την εκτέλεση αριθμητικών πράξεων και αφού ληφθεί υπόψη το ποσό της οφειλής. Ο οφειλέτης, βέβαια, διατηρεί τη δυνατότητα, αν εκδοθεί σε βάρος του διαταγή πληρωμής ή επισπεύδεται αναγκαστική εκτέλεση προς είσπραξη χρηματικών απαιτήσεων, να ισχυριστεί και να αποδείξει με ανακοπή του ότι το ποσό της απαίτησης, όπως αυτό προσδιορίστηκε από την τράπεζα, δεν είναι το νόμιμο, δηλαδή, εκείνο, που προκύπτει ως οφειλόμενο, σύμφωνα με τις εν λόγω ρυθμίσεις του νόμου και περαιτέρω ότι, ενόψει των καταβολών, που τυχόν επικαλείται, δεν οφείλεται κάποιο ποσό ή οφείλεται ποσό μικρότερο εκείνου, που δηλώνει η τράπεζα.

Εξάλλου, οι ρυθμίσεις του άρθρου 39 του ν. 3259/2004 είναι ευνοϊκότερες για τους κατά κύριο επάγγελμα αγρότες έναντι των λοιπών οφειλετών, κατά τα στην παράγραφο 5 του άρθρου αυτού οριζόμενα. Ωστόσο, η ανωτέρω προνομιακή ρύθμιση δεν καταλαμβάνει όλες ανεξαιρέτως τις οφειλές των αγροτών προς τα πιστωτικά ιδρύματα, αλλά μόνον εκείνες, που έχουν υπαχθεί στις διατάξεις του άρθρου 30 του ν. 2789/2000, όπως ισχύει.

Μάλιστα, κατά τις διατάξεις της παραγράφου 8 περ. 3 του άρθρου αυτού (30 του ν. 2789/2000), παρέχεται η ευχέρεια στους οφειλέτες αυτούς (αγρότες), με γραπτή δήλωσή τους προς την Τράπεζα, να επιλέξουν είτε την εξακολούθηση εφαρμογής της υφιστάμενης ρύθμισης των χρεών τους είτε την υπαγωγή τους στην παρ. 1 του ως άνω νόμου, το δε δικαίωμα επιλογής πρέπει να ασκηθεί εντός τριών μηνών από τη δημοσίευση τούτου, ενώ, με την περ. 4, η οποία προστέθηκε με την παρ. 4 του άρθρου 42 του ν. 2912/2001, ορίστηκε ότι η ως άνω προβλεπόμενη προθεσμία για την άσκηση του δικαιώματος επιλογής εκ μέρους των κατά κύριο επάγγελμα αγροτών παρατάθηκε μέχρι τις 30-9-2001.

Από τα άρθρα 68 και 556 του Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι, για το παραδεκτό του λόγου αναίρεσης, πρέπει ο αναιρεσείων να έχει έννομο συμφέρον να ανατρέψει την προσβαλλόμενη απόφαση, λόγω σφάλματος που επικαλείται. Όταν, λοιπόν, το διατακτικό της απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς, σε περισσότερες από μία επάλληλες, κύριες και επικουρικές, αιτιολογίες και με την αναίρεση δεν πλήττονται όλες ή δεν πλήττεται αποτελεσματικά η μία από αυτές, οι λόγοι αναίρεσης, που προσβάλλουν τις λοιπές, απορρίπτονται ως αλυσιτελείς, διότι το διατακτικό στηρίζεται όχι σε όλες, συγχρόνως, τις αιτιολογίες, αλλά μόνο στη μία και μάλιστα, πρωτίστως, στην κύρια και επικουρικά στις λοιπές (Ολ.Α.Π. 25/2003).

Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. αναιρετική πλημμέλεια, για το λόγο ότι το Εφετείο, εσφαλμένως ερμηνεύοντας τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 2 του Κ.Ε.Δ.Ε., απέρριψε ως μη νόμιμο το δεύτερο λόγο της ανακοπής της, με τον οποίο υποστήριξε ότι οι προσβαλλόμενες πράξεις είναι άκυρες, αφού εκδόθηκαν, χωρίς να υφίσταται βέβαιη και εκκαθαρισμένη απαίτηση, δεδομένου ότι αυτή δεν επανακαθορίστηκε, με βάση τις διατάξεις του άρθρου 30 του ν. 2789/2000, 42 του ν. 2912/2001 και 39 παρ. 5 του ν. 3259/2004, δυνάμει αναγνωριστικής δικαστικής απόφασης, μετά την άσκηση σχετικής αγωγής από τη δανείστρια Τράπεζα και συνεπώς, υφίσταται αμφισβήτηση σχετικά με τον τρόπο υπολογισμού της.

Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά το μέρος αυτής, που αφορά στον αναιρετικό έλεγχο, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: "Περαιτέρω, η ανακόπτουσα ισχυρίστηκε με την ανακοπή ότι η Αγροτική Τράπεζα έπρεπε να προβεί σε επανακαθορισμό της οφειλής σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 30 παρ. 1 Ν. 2789/2000, 42 παρ.1 Ν. 2912/2001 και 39 Ν. 3259/2004, πριν προβεί στη διαδικασία βεβαιώσεως της οφειλής.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος, διότι η ανακόπτουσα δεν εκθέτει ποιο είναι το αρχικό ποσό που έλαβε αυτή ως δάνειο και ποιο είναι το τελικό ποσό που οφείλει, όπως αυτό διαμορφώθηκε με τους τόκους και τα έξοδα, ώστε να κριθεί εάν το τελικό ποσό υπερβαίνει τα όρια που τέθηκαν με τις προαναφερθείσες διατάξεις.

Εξάλλου, η διαδικασία επανακαθορισμού της οφειλής γίνεται από τη δανείστρια τράπεζα, κατόπιν σχετικού αιτήματος του οφειλέτη και όχι από το δικαστήριο, κατόπιν ασκήσεως αναγνωριστικής αγωγής και μόνο στην περίπτωση που η τράπεζα αρνηθεί να προβεί στην ικανοποίηση του αιτήματος του οφειλέτη υφίσταται έννομο συμφέρον προς άσκηση αναγνωριστικής αγωγής, ως προς το ύψος του χρέους...

Με τον τελευταίο λόγο ανακοπής η ανακόπτουσα ισχυρίζεται ότι η απαίτηση, για την οποία επισπεύδει το καθ' ου αναγκαστική εκτέλεση, δεν είναι βεβαία και εκκαθαρισμένη, αφού η τράπεζα δεν έχει προβεί σε επανακαθορισμό της οφειλής, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 30 παρ.1 Ν. 2789/2000, 42 παρ.1 Ν. 2912/2001 και 39 Ν. 3259/2004, με αποτέλεσμα η απαίτηση να εξαρτάται από αίρεση, που δεν έχει πληρωθεί αλλά να υπάρχει αβεβαιότητα ως προς το ύψος της.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος... αφού ακόμη και στην περίπτωση που ήταν αναγκαίο να γίνει επανακαθορισμός της οφειλής, κατά τις ως άνω διατάξεις, αυτό δεν καθιστά την απαίτηση ανεκκαθάριστη και εξαρτημένη από αίρεση...". Ενόψει των ανωτέρω παραδοχών, ο δεύτερος λόγος της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης τυγχάνει απορριπτέος, πρωτίστως, ως αλυσιτελής, ελλείψει εννόμου συμφέροντος της αναιρεσείουσας.

Και τούτο διότι, με αυτόν δεν προσβάλλεται η κύρια αιτιολογία της προσβαλλομένης, με την οποία ο συγκεκριμένος λόγος ανακοπής κρίθηκε αόριστος, με την αιτιολογία ότι η ανακόπτουσα και ήδη αναιρεσείουσα δεν αναφέρει το ύψος του αρχικού ποσού, που αυτή έλαβε ως δάνειο και το τελικώς οφειλόμενο ποσό, όπως αυτό διαμορφώθηκε με τους τόκους και τα έξοδα, ώστε να κριθεί εάν το τελικό ποσό υπερβαίνει τα όρια και συγκεκριμένα αν το συνολικό ποσό του δανείου υπερβαίνει το διπλάσιο του αρχικού κεφαλαίου του ποσού της οφειλής, όπως αυτή διαμορφώθηκε με την τελευταία εκταμίευση, ώστε να ελεγχθεί αν έπρεπε να εφαρμοστεί ο ν. 3259/2004.

Σε κάθε περίπτωση, όμως, οι αιτιάσεις αυτές είναι αβάσιμες, καθόσον, σύμφωνα τις παραδοχές της προσβαλλομένης, η οφειλή της αναιρεσείουσας προς την Α.Τ.Ε. είχε υπαχθεί στις ευνοϊκές ρυθμίσεις της Υ.Α. 4216/Β.269/070201/2001, ενώ, από τις ίδιες παραδοχές, δεν προκύπτει ότι αυτή επέλεξε, με σχετική δήλωσή της, εντός της νόμιμης προθεσμίας, την υπαγωγή της οφειλής της στις ρυθμίσεις του άρθρου 30 του ν. 2789/2000, απαραίτητη προϋπόθεση για την υπαγωγή της οφειλής, στη συνέχεια, στις ευνοϊκότερες ρυθμίσεις του άρθρου 39 του ν. 3959/2004.

Πρέπει, συνεπώς, ν' απορριφθεί ο δεύτερος λόγος της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης.

Σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να γίνει δεκτή ως προς το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου αυτής και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, όσον αφορά στο αντίστοιχο κεφάλαιό της, δηλαδή, στον πρώτο λόγο της ανακοπής για ακύρωση της ταμειακής βεβαιώσεως, λόγω αοριστίας αυτής. Στη συνέχεια, κατ' άρθρο 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ., η υπόθεση πρέπει να παραπεμφθεί για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από δικαστή άλλον, πλην αυτής, που εξέδωσε την απόφαση αυτή. Πρέπει, επίσης, να διαταχθεί η απόδοση στην αναιρεσείουσα του παραβόλου, που είχε καταθέσει, λόγω μερικής νίκης αυτής (άρθρο 495 παρ. 4 του Κ.Πολ.Δ.) και να συμψηφιστεί η δικαστική δαπάνη των διαδίκων, κατ' άρθρο 22 παρ. 2 του ν. 3693/1957.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί εν μέρει την 193/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θράκης ως προς το κεφάλαιο αυτής, που αφορά στον πρώτο λόγο της ανακοπής της αναιρεσείουσας, κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί όμως από δικαστή άλλον από αυτόν που εξέδωσε την προσβληθείσα απόφαση.

Διατάσσει την απόδοση στην αναιρεσείουσα του παραβόλου που είχε καταθέσει

και

Συμψηφίζει τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Φεβρουαρίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 25 Ιουνίου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

(Και τούτης αποχωρήσασας από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης)