Legislator Case Law & Legislation
819/2020 AI generated

Supreme Court dismisses appeal withdrawal due to lack of consent and procedural timing issues.

Case Number 819/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal withdrawal request filed by the second appellant, I. M., without the consent of the opposing party. The court found that the appellant's lawyer withdrew the appeal document after the opposing party had already raised objections and argued that a final judgment was necessary. Consequently, the court ruled that the appeal was deemed not filed and the proceedings were terminated without issuing a separate ruling on the withdrawal.

Legislator headnote

AI generated

Articles 94(1), 97, 98(b), 188(1), 189(2), 190, 191(2), 294, 295(1), 297, 299, 573(1) of the Code of Civil Procedure; An appeal withdrawal is valid only with the opponent's consent if filed before oral debate, but is inadmissible if filed later and the opponent objects to the finality of the judgment.

Keywords

AI generated
appeal withdrawal opponent consent oral debate timing final judgment procedural inadmissibility civil procedure code court costs

Cited Legislation

AI generated
Article 94(1) of the Code of Civil Procedure
Article 97 of the Code of Civil Procedure
Article 98(b) of the Code of Civil Procedure
Article 188(1) of the Code of Civil Procedure
Article 189(2) of the Code of Civil Procedure
Article 190 of the Code of Civil Procedure
Article 191(2) of the Code of Civil Procedure
Article 294 of the Code of Civil Procedure
Article 295(1) of the Code of Civil Procedure
Article 297 of the Code of Civil Procedure
Article 299 of the Code of Civil Procedure
Article 573(1) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure
Article 1 of the third article of Law 4335/2015
Article 1(9) of Law 4335/2015

Cited Case Law

AI generated
Case 542/2019
Case 733/2015
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 819 / 2020 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 819/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Καλαϊτζή, Λάμπρο Καρέλο, Ανθή Γκάμαρη, Μαρία Μουλιανιτάκη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 5η Φεβρουαρίου 2020 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1.Ι. Π. Μ., κατοίκου ..., 2.Ι. θυγ. Π. Μ., κατοίκου ... Ο 1ος αναιρεσείων εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Σπύρο Λάλα, ο οποίος δήλωσε, ότι η 2η αναιρεσείουσα παραιτείται από το δικόγραφο της αναίρεσης. Των αναιρεσίβλητων: 1.Μ. θυγ. Α. Μ., κατοίκου ..., 2.Θ. θυγ. Α. Μ., κατοίκου ..., 3.Α. θυγ. Α. Μ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Δ. Τσικρικά.

Κοινοποίηση προς: 1.Β. συζ. Ι. Δ., το γένος Π. Μ., κατοίκου ..., 2. Γ. θυγ. Κ. Ι., κάτοικο ..., 3.Π. Σ. Σ., κάτοικο ..., 4.Π. θυγ. Ν. Π., 5.Χ. θυγ. Ν. Π., 6 Ε. θυγ. Ν. Π., ....

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-4-2011 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκε με την από 31-12-2005 κύρια παρέμβαση Π. Π. κλπ. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1831/2014 οριστική ίδιου Δικαστηρίου, 4723/2017 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 22-10-2018 αίτησή τους . Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του παρόντος αναιρεσείοντος ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων να απορριφθεί, καθένας δε να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη .

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 94 παρ. 1, 97, 98 περ. β, 188 παρ. 1, 189 παρ. 2, 190, 191 παρ. 2, 294, 295 παρ. 1, 297, 299 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι ο αναιρεσείων μπορεί, με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά συνεδρίασης του δικαστηρίου ή με δικόγραφο που επιδίδεται στον αναιρεσίβλητο, να παραιτηθεί από το δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης, χωρίς τη συναίνεση του αντιδίκου του, εφόσον δεν προχώρησε στην προφορική συζήτηση της ουσίας της υπόθεσης, ενώ η παραίτηση που γίνεται αργότερα είναι απαράδεκτη, εφόσον ο αναιρεσίβλητος προβάλλει αντίρρηση και πιθανολογεί ότι έχει έννομο συμφέρον η δίκη να περατωθεί με την έκδοση οριστικής απόφασης (ΑΠ 542/2019, 733/2015).

Η παραίτηση από το δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης έχει ως αποτέλεσμα ότι η αίτηση αναίρεσης θεωρείται πως δεν ασκήθηκε και η δίκη καταργείται χωρίς να είναι αναγκαία η έκδοση απόφασης που να κηρύσσει την κατάργησή της. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου και τα διαδικαστικά έγγραφα της παρούσας δίκης, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από το οικείο πινάκιο, εμφανίστηκε στο ακροατήριο, ο πληρεξούσιος δικηγόρος της δεύτερης από τους αναιρεσείοντες Σπυρίδων Λάλας, ο οποίος (έχοντας ειδική προς τούτο πληρεξουσιότητα δυνάμει του υπ' αριθ. .../05-02-2020 πληρεξουσίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Δ.

Π.) με προφορική του δήλωση που καταχωρίσθηκε στα πρακτικά συνεδρίασης παραιτήθηκε νομοτύπως από το δικόγραφο της ένδικης από 22.10.2018 αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθ. 4723/2017 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Επομένως, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, με τη δήλωση αυτή θεωρείται ότι η αίτηση δεν ασκήθηκε και καταργείται η παρούσα δίκη ως προς την ανωτέρω αναιρεσείουσα.

Περαιτέρω, με την αναιρεσιβαλλόμενη ως άνω 4723/2017 απόφαση απορρίφθηκε κατ'ουσία, αντιμωλία των διαδίκων, η ασκηθείσα από τους ενάγοντες έφεση κατά της 1831/2014 απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία απέρριψε κατ'ουσία την ασκηθείσα από αυτούς (ενάγοντες), ένας εκ των οποίων είναι ο ήδη αναιρεσείων Ι.

Μ., εναντίον των εναγομένων ήδη αναιρεσιβλήτων αρνητική της κυριότητας ακινήτων αγωγή. Η αίτηση, ως προς τον πρώτο αναιρεσείοντα, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495, 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

1.Α. Από τη διάταξη του άρθρου 70 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι μπορεί να αναγνωρισθεί, κατόπιν αγωγής, η ύπαρξη ή ανυπαρξία έννομης σχέσης, η οποία τελεί σε αβεβαιότητα, εφόσον συντρέχει προς τούτο έννομο συμφέρον. Το εμπράγματο δικαίωμα της κυριότητας (άρθρο 973 ΑΚ) αποτελεί έννομη σχέση, η οποία ρυθμίζεται από το εξ αντικειμένου δίκαιο (ΑΠ 886/2001).

Για τη θεμελίωση της θετικής αναγνωριστικής αγωγής είναι απαραίτητο να προσδιορίζεται η αμφισβητούμενη έννομη σχέση και να αναφέρονται τα παραγωγικά αυτής γεγονότα. Αντίθετα, για τη θεμελίωση της αρνητικής αναγνωριστικής αγωγής αρκεί μόνο η αντιτασσόμενη από τον ενάγοντα κατά του προβαλλομένου δικαιώματος του εναγομένου γενική άρνηση και δεν είναι υποχρεωμένος ο ενάγων να επικαλεσθεί και αποδείξει την αναλήθεια των πραγματικών περιστατικών, που στηρίζουν το προσβαλλόμενο από τον εναγόμενο δικαίωμα, τα οποία αυτός οφείλει να προτείνει και αποδείξει (ΑΠ 1551/2010, 385/1999).

Ειδικότερα, επί αγωγής, με την οποία επιδιώκεται η αναγνώριση ανυπαρξίας δικαιώματος κυριότητας ή άλλου εμπραγμάτου δικαιώματος του εναγομένου σε ακίνητο, ο ενάγων, όταν θεμελιώνει το έννομο συμφέρον για την άσκησή της σε δικαίωμα κυριότητας επί του επιδίκου ακινήτου, πρέπει αυτός να επικαλεσθεί στο δικόγραφο της αγωγής ότι με κάποιο νόμιμο τρόπο έγινε κύριος του ακινήτου και να εκθέτει τα στοιχειοθεΤ.

τον ισχυρισμό αυτό περιστατικά και, αν αμφισβητηθούν, να τα αποδείξει, αλλιώς απορρίπτεται η αγωγή χωρίς άλλη έρευνα. Ο εναγόμενος οφείλει, προς απόρριψη της αγωγής, να επικαλεσθεί και αποδείξει ότι μεταγενεστέρως έγινε αυτός κατά νόμιμο τρόπο κύριος του ακινήτου. Αν όμως ο εναγόμενος ισχυρισθεί ότι ο ενάγων ποτέ δεν έγινε κύριος του ακινήτου, του οποίου αυτός από την αρχή ήταν κύριος, τούτο αποτελεί άρνηση του αγωγικού ισχυρισμού περί εννόμου συμφέροντος του ενάγοντος (ΑΠ 1551/2010, 1391/1991).

Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον πρώτο αναιρετικό λόγο, κατά το 1ο, 2ο και 3ο σκέλος του .προσάπτει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση τις από τους αριθμούς 1, 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αντίστοιχα, πλημμέλειες, επικαλούμενος ότι το Εφετείο εσφαλμένα δεν απέρριψε ως αόριστη την προς απόκρουση της ένδικης αγωγής ένσταση ιδίας κυριότητας (κατά τους ισχυρισμούς του) των εναγομένων - εφεσιβλήτων και ήδη αναιρεσιβλήτων, αφορώσα στο 1ο από τα επίδικα ακίνητα.

Η ανωτέρω αιτίαση είναι αβάσιμη, διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, τούτο δε διότι ο προβαλλόμενος ,προς απόκρουση της ένδικης αρνητικής αναγνωριστικής της κυριότητας ακινήτου αγωγής, στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ισχυρισμός των εναγομένων ήδη αναιρεσιβλήτων ότι οι ενάγοντες (μόνο ο 1ος από τους οποίους ασκεί την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης) δεν έγιναν συγκύριοι του επιδίκου, διότι ο δικαιοπάροχος, πατέρας τους, Π.

Μ., δεν ήταν συγκύριος τούτου (επιδίκου) κατά τον επισυμβάντα το έτος 1966 θάνατο του, ενόψει της άτυπης διανομής που είχε συνάψει το έτος 1925 με τον αδελφό του Ι. Μ., απώτερο δικαιοπάροχο των εναγομένων Ν. Μ., στο πλαίσιο της οποίας το επίδικο περιήλθε στον τελευταίο, και ότι αντίθετα αυτές (εναγόμενες) ήσαν (συγ)κυρίες του, καθώς επίσης και ότι αποκλειστικός κύριος ήταν ο δικαιοπάροχος τους Κ.

Μ., συνιστά, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην μείζονα πρόταση, αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής και όχι ένσταση ιδίας κυριότητας, όπως εσφαλμένα υπολαμβάνει ο αναιρεσείων, ως άρνηση δε εκτιμήθηκε και από την αναιρεσιβαλλομένη. Εξάλλου, σε κάθε περίπτωση , η άνω αιτίαση είναι απαράδεκτη, ως αόριστη, καθόσον δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο το ακριβές περιεχόμενο του εν λόγω ισχυρισμού των εναγομένων ήδη αναιρεσιβλήτων και, ειδικότερα, τα προταθέντα πρωτοδίκως και επαναφερθέντα νομίμως στο Εφετείο πραγματικά περιστατικά που οι τελευταίοι επικαλέστηκαν για τη θεμελίωσή του (ΑΠ 667/2016,791/2015).

Τέλος, οι διαλαμβανόμενες στον ίδιο ως άνω αναιρετικό λόγο και στο πρώτο σκέλος αυτού λοιπές αιτιάσεις είναι απαράδεκτες, διότι ,υπό την επίφαση της αναιρετικής πλημμέλειας από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΑΚ , πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ 1 του ίδιου Κώδικα).

Β. Κατά τους ορισμούς του Β.ρ.Δ., [(ν. 3 Εισ. (3-1) 141 πανδ. (11.28), 20 πανδ. (29.2), βασ. 17 (35.14) 7 Εισ. (2.19)1 και 2 και (3.1) , 14 πανδ. (38-16), 11 πανδ. (28.2), 3 πανδ. (6.30)] επί μεν των οικείων (sui), οι οποίοι ήταν τα ανήλικα τέκνα του κληρονομουμένου που τελούσαν υπό την άμεση πατρική του εξουσία κατά το χρόνο του θανάτου του, η απόκτηση της κληρονομιάς, τόσο με την κληρονομική διαδοχή από το νόμο (εξ αδιαθέτου) όσον και από διαθήκη, γινόταν αυτοδικαίως από το νόμο, χωρίς τη γνώση ή βούληση αυτών(ΑΠ369/2015).

Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του Β.ρ.Δ. [των ν. 1, νομ. 10 πανδ (29.2) βασ. 10 (35-14)], η υπεισέλευση του κληρονόμου σε μέρος της κληρονομιάς ισχύει για το όλο, επί του οποίου και καθίσταται αυτός συγκοινωνός μαζί με τους λοιπούς κληρονόμους ενώ, εξάλλου, από τις διατάξεις του ίδιου δικαίου (ν. 3 κωδ. (7.34) 42 πανδ. (41.2) ν. 7 παρ. 5 πανδ. (10.3), καθώς και από τα άρθρα 785 - 787, 980, 981, 982 και 1113 Α.Κ.

σαφώς συνάγεται ότι, αν ο εξ αδιαθέτου συγκύριος (συγκληρονόμος) κατέχει ολόκληρο το κοινό ακίνητο, θεωρείται ότι το κατέχει στο όνομα και των υπολοίπων συγκοινωνών (συγκληρονόμων) κατά την ιδανική μερίδα που τους ανήκει και αν αυτοί δεν έχουν επιληφθεί της νομής του και δεν μπορεί να αντιτάξει κατά τούτων αποσβεστική ή κτητική παραγραφή, πριν καταστήσει σ' αυτούς γνωστό, ότι νέμεται ποσοστό μεγαλύτερο της μερίδας του ή ολόκληρο το κοινό πράγμα αποκλειστικά στο όνομά του ως κύριος, για δικό του λογαριασμό.

Εξάλλου; από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή, όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της.

Στην περίπτωση, που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε, ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Κατά δε το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόστηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.

Ως ζητήματα, τέλος, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάργηση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (ολ ΑΠ 24/1992).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε, μετ' ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Τα επίδικα τέσσερα αγροτεμάχια, που βρίσκονται στην κτηματική περιφέρεια της νήσου Κέας, του ομώνυμου δήμου του Νομού Κυκλάδων, είναι τα ακόλουθα:

α)ένας αγρός, εκτός σχεδίου πόλης στη θέση "...", συνολικής εκτάσεως 344, 376 τ.μ. που έχει αποτυπωθεί στο με χρονολογία Φεβρουάριος 2010 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Ε. Β., το οποίο προσαρτάται στην υπ' αριθμ. .../13-5- 2010 πράξη αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Κέας Α. Τ. Σ., περί της οποίας γίνεται λόγος στη συνέχεια και σύμφωνα με την επ' αυτού του σχεδιαγράμματος υπεύθυνη δήλωση του συντάξαντος μηχανικού, βρίσκεται εκτός εγκεκριμένου σχεδίου πόλης, εν μέρει εντός αρχαιολογικής ζώνης A3 (αδόμητη απόλυτης προστασίας) και εν μέρει εντός αρχαιολογικής ζώνης Β2, ότι είναι άρτιο και οικοδομήσιμο μόνο κατά το τμήμα της έκτασης που εμπίπτει στην αρχαιολογική ζώνη Β2, κατά τις ισχύουσες πολεοδομικές διατάξεις, ενώ σύμφωνα με την …/2006 πράξη χαρακτηρισμού της Διεύθυνσης Δασών Κυκλάδων, από τον εν λόγω αγρό το μεν τμήμα του των 275.714 τμ.

αποτελεί αγροτική έκταση, το δε των 68.662 τ.μ. αποτελεί βραχώδη χορτολιβαδική έκταση. Κατά το προαφερθέν τοπογραφικό σχεδιάγραμμα το εν λόγω ακίνητο συνορεύει βόρεια εν μέρει σε πλευρά Ζ-61, μήκους συνολικού 94,99 μέτρων με αμμώδη ακτή, εν μέρει σε πλευρά 90-Ζ μήκους 155,20 μέτρων με ιδιοκτησία Αμερικανικής Σχολής Κλασσικών Σπουδών, βορειοανατολικά εν μέρει επί προσώπου τεθλασμένης πλευρά 1-90 μήκους συνολικού 597,79 μ.

με βραχώδη ακτή και πέραν αυτής με θάλασσα και εν μέρει επί τεθλασμένης πλευράς Ε-1 συνολικού μήκους 161,67 μ. με ιδιοκτησία Ρ., ανατολικά επί τεθλασμένης πλευράς Δ-Ε συνολικού μήκους 95,86 μ. με ιδιοκτησία Α., νοτιοανατολικά εν μέρει επί τεθλασμένης πλευράς Γ-Δ συνολικού μήκους 266,48 μ. με ιδιοκτησία Α. και εν μέρει επί τεθλασμένης Β-Γ συνολικού μήκους 326,60 μέτρων με ιδιοκτησίες Α.

και Δ., νοτιοδυτικά εν μέρει επί προσώπου τεθλασμένης πλευράς Α-Β συνολικού μήκους 109μ. με αγροτική οδό και εν μέρει επί προσώπου τεθλασμένης πλευράς Η-29, συνολικού μήκους 596,35 μέτρων με όρμο ..., νότια εν μέρει επί τεθλασμένης πλευράς Α-Θ συνολικού μήκους 176,08 μέτρων και εν μέρει επί τεθλασμένης πλευράς Θ-Η συνολικού μήκους 70,29 μ., με ιδιοκτησία Δ.

και βορειοδυτικά επί προσώπου τεθλασμένης πλευράς 29-61 συνολικού μήκους 653,96 μέτρων, με βραχώδη ακτή και πέραν αυτής με θάλασσα, β) ένας αγρός εκτός σχεδίου πόλης, στη θέση "..."), έκτασης συνολικής 25.969τμ., εμφαινόμενο στο ίδιο ως άνω τοπογραφικό διάγραμμα με τα κεφαλαία γράμματα Α,Β,Γ,Δ,Ε,Ζ,Η,Θ,Α και συνορεύει κατ' αυτό βόρεια εν μέρει επί τεθλασμένης πλευράς Ζ-Η μήκους 79,98 μέτρων συν Ε-Ζ μήκους 44,69 μέτρων συν Δ¬Ε μήκους 104,69 μέτρων, με ιδιοκτησία κληρονόμων Δ.

και εν μέρει επί καμπύλης πλευράς Γ-Δ μήκους 59,80 μ. με ιδιοκτησία κληρονόμων Τ.. ανατολικά επί πλευράς προσώπου Β-Γ μήκους 131,04 μέτρων, με αγροτική οδό, νότια επί πλευράς προσώπου Α-Β μήκους 177.93 μέτρων με επαρχιακή οδό προς ... και δυτικά επί τεθλασμένης πλευράς Θ-Α μήκους 59,88 μ. με ιδιοκτησία Ι. Μ. και εν μέρει επί πλευράς Η-Θ μήκους 63,11 μέτρων με ιδιοκτησία κληρονόμων Κ.

Μ. Και γ) δύο αγροτεμάχια, εκτός σχεδίου πόλης στη θέση "...) ... και συγκεκριμένα ι) το αγροτεμάχιο, έκτασης 9.231 τμ., που εμφαίνεται στο αυτό ως άνω τοπογραφικό διάγραμμα με τα κεφαλαία γράμματα Α,Β,Γ,Δ,Ε,Ζ,Α και με τον αριθμό (1), σύμφωνα δε με την υπεύθυνη δήλωση του συντάξαντος μηχανικού βρίσκεται εν μέρει εντός αρχαιολογικής ζώνης (αδόμητη απόλυτης προστασίας) και εν μέρει εντός αρχαιολογικής ζώνης Β1 (ΦΕΚ Β' 507/8-6- 1995) κι συνορεύει κατ' αυτό βόρεια στο σημείο Β με ιδιοκτησία Ν.

Α., ανατολικά επί τεθλασμένης πλευράς Β-Γ μήκους 95,35 μέτρων συν Γ-Δ μήκους 22,08 συν Δ-Ε μήκους 42,09 μ. με ιδιοκτησία Ν. Α., συν Ε- Ζ μήκους 2,75 μέτρων με ιδιοκτησία Π. Δ., νότια- νοτιοδυτικά επί πλευράς Ζ-Α μήκους 187,33 μέτρων με ιδιοκτησία Λ. και βορειοδυτικά -βόρεια επί πλευράς Α-Β μήκους 107.70 μέτρων με αγροτική οδό.

Σημειωτέον ότι τμήμα του εν λόγω αγροτεμάχιου των 8.511,50 τμ. βρίσκεται εντός της αδόμητης Ζώνης A3 απόλυτης προστασίας και τμήμα 719,50 τμ. βρίσκεται εντός της ζώνης Β1. και ιι) το αγροτεμάχιο, εκτός σχεδίου πόλης, έκτασης 23.084 τ.μ., μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο, που εμφαίνετε στο ίδιο ως άνω τοπογραφικό σχεδιάγραμμα με τα κεφαλαία γράμματα Η,Θ,Κ,Λ,Μ,Ν,Ξ,Ο,Η και με τον αριθμό (2), σύμφωνα δε με την υπεύθυνη δήλωση του συντάξαντος μηχανικού βρίσκεται εντός αρχαιολογικής ζώνης ΑΙ (ΦΕΚ Β' 507/8-6-1995) και συνορεύει βόρεια στο σημείο Κ με ιδιοκτησία Λ., ανατολικά επί πλευράς Κ-Λ μήκους 99,52 μέτρων ομοίως, εν μέρει επί πλευράς Λ-Μ μήκους 122,34 με ιδιοκτησία Π.

Δ., εν μέρει επί πλευράς Μ-Ν μήκους 9,91 μ. συν Ν-Ξ μήκους 54,82 μ, συν Ξ-0 μήκους 33,43 μ., με ιδιοκτησία Δ. Π. Ψ., νότια επί πλευράς Ο-Η μήκους 40,23 μ. με ιδιοκτησία αγνώστου και δυτικά -βορειοδυτικά επί πλευράς προσώπου Η-Θ μήκους 147,78 μ. και Θ-Κ μήκους 14.5,71 μέτρων με αγροτική οδό. Οπως συνομολογείται από όλα τα διάδικα μέρη, συγκύριοι των τεσσάρων αυτών ακινήτων (αγροτεμαχίων) ήταν τα αδέλφια, Π.

Μ. του Ι. (άμεσος δικαιοπάροχος των εναγόντων- τέκνων του) και Ν. Μ. του Ι. (απώτερος δικαιοπάροχος των εναγομένων- παππούς τους), κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, στους οποίους είχαν περιέλθει ως εξής: Α) το πρώτο (ευρισκόμενο στη θέση ...) αγροτεμάχιο έκτασης 344.376 τ.μ., εν μέρει και κατά ποσοστό 1/9 εξ αδιαιρέτου από κληρονομία των αποβιωσάντων προ του 1915 γονέων τους, Ι.

και Ε. Μ., κατά ποσοστό 1/9 εξ αδιαιρέτου με αγορά από την αδελφή τους Α. Π., το γένος Ι. Μ., δυνάμει του .../1914 συμβολαίου του τότε συμβολαιογράφου Κέας Ν. Δ. Γ., νομίμως μεταγραμμένου στα οικεία βιβλία του Υποθηκοφυλάκειου Κέας (τ. … και α/α …), κατά το 1/9 εξ αδιαιρέτου με αγορά από τον αδελφό τους Κ. Μ. του Ι., δυνάμει του .../1919 συμβολαίου του αυτού ως άνω συμβολαιογράφου Κέας, νομίμως μεταγραμμένου στα οικεία βιβλία του Υποθηκοφυλάκειου Κέας (τ.

… και α/α ….), κατά το 1/9 εξ αδιαιρέτου με αγορά από την αδελφή τους Χ. Γ. το γένος Ι. Μ., δυνάμει του .../1915 συμβολαίου του αυτού ως άνω συμβολαιογράφου Κέας, νομίμως μεταγραμμένου στα οικεία βιβλία του Υποθηκοφυλάκειου Κέας (τ…. και α/α …) και κατά το 1/9 εξ αδιαιρέτου, με αγορά από τους κληρονόμους της Β. Μ., δυνάμει του .../1917 συμβολαίου του αυτού ως άνω συμβολαιογράφου, νομίμως μεταγραμμένου στα οικεία βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Κέας (τ….

και α/α …). Στα ως άνω συμβόλαια το ακίνητο αυτό περιγράφεται ως πέντε ενωμένοι και διά τοίχου χωριζόμενοι αγροί περιτοιχισμένοι στη θέση ..., που συνορεύουν με κτήματα κληρονόμων Π.Δ., Α. και δρόμο. Τα υπόλοιπα ποσοστά 4/9 εξ αδιαιρέτου τα εν λόγω αδέλφια (Π. και Ν.) τα απέκτησαν με άτυπες δωρεές, που έγιναν προς αυτούς από τα υπόλοιπα διαμένοντα μόνιμα στο εξωτερικό αδέλφια τους.

Β) το ευρισκόμενο στη θέση ... (...) αγροτεμάχιο έκτασης 24.969 τμ., με αγορά από τον Ι. Γ., δυνάμει του .../1919 συμβολαίου του τότε συμβολαιογράφου Κέας, Ν. Δ. Γ., νόμιμα μεταγραμμένου στα οικεία βιβλία του Υποθηκοφυλάκειου Κέας (τ…. και α/α …) και Γ) τα δύο ευρισκόμενα στη θέση ...) ..., έκτασης 9.231 τμ και 23.084 τμ. αντίστοιχα, (περιήλθαν) με αγορά από τον Μ.

Ψ., δυνάμει του .../2017 συμβολαίου του αυτού ως άνω συμβολαιογράφου, νόμιμα μεταγραμμένου στα οικεία βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Κέας (τ. … και α/α …). Περαιτέρω από τα ίδια ως άνω στοιχεία αποδείχθηκε ότι τα δύο προαναφερόμενα αδέλφια, Π. και Ν. Μ., προέβησαν πριν το έτος 1925 σε άτυπη διανομή μεταξύ τους, όλων των κοινών κληρονομιαίων από τον αποβιώσαντα το έτος 1912 πατέρα τους, Ι.

Μ., ακινήτων, συμπεριλαμβάνοντας ως τέτοιο και το πρώτο κείμενο στη θέση "..." ή "... επίδικο αγροτεμάχιο, προφανώς διότι περιήλθε στην συγκυριότητά τους κατά τα 7/9 εξ αδιαιρέτου από κληρονομιά του πατέρα τους είτε απευθείας στους ίδιους του μεριδίου τους είτε με αγορά ή άτυπη δωρεά των ιδανικών μεριδίων που αντιστοιχούσαν επ' αυτού των υπολοίπων συγκληρονόμων αδελφών τους, όπως προαναφέρθηκε, απορριπτομένων των όσων αντιθέτων υποστηρίζουν οι ενάγοντες ως αβάσιμων, το οποίο (επίδικο) έλαβε αποκλειστικά ο Ν.

Ι. Μ.. Εν συνεχεία, κατά το έτος 1934 έγινε και πάλι άτυπη διανομή μεταξύ των αυτών ως άνω αδελφών, των λοιπών κοινών ακινήτων, που είχαν περιέλθει στην συγκυριότητά τους με αγορά από τρίτους, συμπεριλαμβανομένων και των άλλων τριών επιδίκων αγροτεμαχίων, όπως περιγράφονται ανωτέρω, τα οποία επίσης έλαβε, μεταξύ άλλων, αποκλειστικά ο Ν.

Ι. Μ.. Σημειωτέον ότι ο έτερος αδελφός, Π. Ι. Μ. έλαβε εκ της άτυπης αυτής, κατά τα προεκτεθέντα, διανομής, τουλάχιστον τα κληρονομιαία ακίνητα (αγροτεμάχια) τα αναφερόμενα, στα προσκομιζόμενα μετ' επικλήσεως από τους εν αγομένους, συμβόλαια με αριθμ. .../27-4-1946 του συμβολαιογράφου Αθηνών Π. Λ., .../2-7- 1963 του συμβολαιογραφούντος Ειρηνοδίκη Κέας Ι.

Ρ., στα οποία συμβάλλεται ο ίδιος ο Π. Ι. Μ. ως μεταβιβάζων, .../24-11-1989 του συμβολαιογράφου Κέας Α. Κ., στο οποίο συμβάλλεται το τέκνου του -πρώτος ενάγων (Ι. Μ. του Π.) ως πωλητής κληρονομιαίου ακινήτου του, καθώς και τα αναφερόμενα ακίνητα στις δημόσιες διαθήκες του ιδίου του Π. Μ., με αριθμ. .../7-8-1957 του συμβολαιογράφου Κέας Ι.

Π. και .../17-9-1963 του συμβολαιογραφούντος Ειρηνοδίκη Κέας Ι. Ρ., όπως άλλωστε και δεν αμφισβητείται. Ο ισχυρισμός των εναγόντων ότι τα επίδικα ακίνητα (αγροτεμάχια) εξαιρέθηκαν από την όποια διανομή έλαβε χώρα μεταξύ των αδελφών Π. και Ν. Μ. του Ι. και ότι αυτά τα νέμονταν πάντα από κοινού τα δύο αυτά αδέλφια μέχρι το θάνατο τους και μετά από το θάνατο τους τα πρώτα εξαδέλφια, Κ.

Μ. του Ν. και Ι. Μ. του Π.- πρώτος ενάγων για τον εαυτό του και για λογαριασμό των λοιπών εναγουσών, χωρίς να αμφισβητηθούν από κανέναν, ουδόλως αποδείχθηκε και συνεπώς ελέγχεται απορριπτέος ως αβάσιμος. Αντίθετα, το ότι έγινε άτυπη διανομή της κοινής κληρονομιαίας περιουσίας μεταξύ των ανωτέρω αδελφών, ομολογεί ρητά αφενός μεν εξ αυτών ο ίδιος ο Π.

Μ. του Ι., με σχετική δήλωσή του στα, συνταχθέντα σε ανύποπτους χρόνους, προαναφερθέντα συμβόλαιά του και δη α) στο .../27-4-1946 συμβόλαιο με το οποίο μεταβίβασε στην θυγατέρα του Ε. Μ., ως προίκα, ένα αγρό στη θέση "...", όπου βεβαιώνει ρητά ότι απέκτησε αυτόν "..εκ κληρονομιάς του κατά το έτος 1912 αποβιώσαντος πατρός του Ι.

Μ., που κληρονόμησεν εξ αδιαθέτου και κατόπιν εξωδίκου διανομής μετά των συγκληρονόμων του" όπως επί λέξει αναγράφεται, β) στο .../2-7-1963 συμβόλαιο, με το οποίο μεταβίβασε λόγω δωρεάς εν ζωή στο τέκνο του Ι. Μ. του Π.- πρώτο ενάγοντα τέσσερις αγρούς στη θέση ...", όπου και πάλι βεβαιώνει ότι περιήλθαν σ' αυτόν από κληρονομιά του πατέρα του και με τα προσόντα της χρησικτησίας, καθόσον τα νέμονταν με καλή πίστη και διάνοια κυρίου συνεχώς προ αμνημονεύτου χρόνου, "από τεσσαρακονταετίας και πλέον" όπως επί λέξει αναγράφεται, αφετέρου και ο πρώτος ενάγων, Ι.

Μ. του Π. (ομολογεί): α) στο .../24-11- 1989 πωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Κέας Α. Κ., με το οποίο αυτός πώλησε αγροτεμάχιο κείμενο στη θέση ..." της Κοινότητας ... όπου επιβεβαιώνει ρητά ότι περιήλθε στην κυριότητά του εκ κληρονομιάς από τον πατέρα του (Π. Μ. με το ως άνω .../1963 συμβόλαιο), στον οποίο είχε περιέλθει κατά τον ίδιο ως άνω τρόπο, και β) στην .../29-12-1990 πράξη αποδοχής κληρονομιάς του αυτού ως άνω συμβολαιογράφου, με την οποία αποδέχεται την εκ διαθήκης κληρονομιά του πατρός του Π.

Μ. του Ι., συμπεριλαμβανομένου μεταξύ άλλων ακινήτων και ενός αγρού κείμενου στη θέση "..." της Κοινότητας ..., όπου βεβαιώνει (δηλώνει) επί λέξει ότι " ..ο κληρονομούμενος πατέρας του Π. Ι. και Ε. Μ. τον αγρό αυτό κατείχε δια της κανονικής καλλιέργειας προ του 1925 έτους, βάσει άτυπης διανομής που έγινε μεταξύ αυτού και του αδελφού του Ν.

και Ε. Μ.", ενώ τα ίδια ακριβώς επιβεβαιώνει και στο εν συνεχεία συνταχθέν .../1990 πωλητήριο συμβόλαιο του αυτού συμβολαιογράφου Κέας, με το οποίο πώλησε ο ίδιος (πρώτος ενάγων) τον αμέσως προαναφερόμενο αγρό του (βλ. προσκομιζόμενες μετ' επικλήσεως σχετικές συμβολαιογραφικές πράξεις). Επίσης την άτυπη αυτή διανομή ομολογεί και η Ε.

χήρα Τ., το γένος Π. Μ., αδελφή των εναγόντων και μη διάδικος, η οποία στα προσκομιζόμενα μετ' επικλήσεως .../2005 και .../2005 πωλητήρια συμβόλαια της συμβολαιογράφου Αθηνών, Σ. Χ.- Π., δηλώνει σαφώς ότι ο μεταβιβαζόμενος με αυτά αγρός, κείμενος στη θέση "...", περιήλθε σ'αυτήν ως προίκα από τον πατέρα της Π. Μ. του Ι. και στον τελευταίο με εξώδικη διανομή της κληρονομιαίας εκ πατρός του περιουσίας μετά των λοιπών συγκληρονόμων του.

Ωστοσό, αναιρείται ο προαναφερόμενος ισχυρισμός των εναγόντων περί μη διανομής, αλλά περί δικαιώματος συγκυριότητας και συννομής επί των επιδίκων ακινήτων και από το γεγονός ότι με την .../17-9-1963 δημόσια διαθήκη του πατέρα τους, Π. Μ. του Ι., η οποία συντάχθηκε ενώπιον του συμβολαιογραφούντος Ειρηνοδίκη Κέας, Δ.

Ρ. και δημοσιεύθηκε με το με αριθμό 710/15- 3-1979 πρακτικό του Πρωτοδικείου Αθηνών, καταλείπεται μεν στους αναφερόμενους κληρονόμους του (σύζυγο του και τέκνα) όπως, επί λέξει, αναγράφεται "άπασα η περιουσία του", χωρίς όμως να περιλαμβάνονται σ' αυτήν τα επίδικα ακίνητα (βλ. προσκομιζόμενη μετ' επικλήσεως σχετική διαθήκη).

Η έλλειψη διάταξης αναφορικά με την τύχη των επιδίκων ακινήτων δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να αποδοθεί σε παράβλεψη του διαθέτη, καθόσον αυτά δεν είχαν περιληφθεί ούτε στην προγενέστερα συνταχθείσα με αριθμό .../7-8-1957 δημόσια διαθήκη του ενώπιον το συμβολαιογράφου Κέας Ι. Π. Π., όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο μετ' επικλήσεως αντίγραφο της εν λόγω διαθήκης.

Καθίσταται λοιπόν σαφές εξ αυτών ότι ο άμεσος δικαιοπάροχος και πατέρας των εναγόντων (Π. Ι. Μ.) δεν περιέλαβε στην (κληρονομιαία) περιουσία του τα επίδικα τέσσερα αγροτεμάχια, καθόσον γνώριζε ότι δεν ανήκουν στην κυριότητά του, ο δε ισχυρισμός των εναγόντων ότι δεν περιλαμβάνονται στη διαθήκη του, διότι υπήρχε εκκρεμότητα ως προς το ιδιοκτησιακό τους καθεστώς, όχι μόνον δεν αποδείχθηκε από κανένα αποδεικτικό στοιχείο, καθόσον δεν προσκομίζουν ούτε άλλωστε και επικαλούνται κάποιο σχετικό έγγραφο από το οποίο να προκύπτει ότι, κατά τον χρόνο που συντάχθηκαν οι διαθήκες αυτές, βρισκόταν ο διαθέτης ή κάποιος εξ αυτών ως κληρονόμος του σε δικαστικές διαμάχες προς εξασφάλιση των εμπραγμάτων δικαιωμάτων τους επ' αυτών, αλλά σε κάθε περίπτωση είναι αντίθετο και με τη, διαφαινόμενη από την απλή ανάγνωση αμφοτέρων των διαθηκών, επιμέλεια και σχολαστικότητα του πατέρα τους, Π.

Μ., ως προς την διαχείριση και την κατ' αυτόν δικαία εγκατάσταση των τέκνων του- εναγόντων και της τότε ευρισκόμενης εν ζωή συζύγου του, σε όλη την κινητή και ακίνητη περιουσία του. Ομοίως αβάσιμος κρίνεται και ο ισχυρισμός των εναγόντων ότι διανεμήθηκαν ατύπως, μεταξύ των ανωτέρω αδελφών (Π. και Ν. Μ.), τα εξ αγοράς περιελθόντα στην συγκυριότητά τους κατ' ισομοιρίαν ακίνητα και όχι τα επίδικα αγροτεμάχια.

Και τούτο διότι, καταρχάς οι σχέσεις των δύο αδελφών είχαν διαταραχθεί ήδη από το έτος 1928 όταν ο εξ αυτών Π. Ι. Μ. άσκησε κατά του άλλου (Ν.) την ενώπιον του Πρωτοδικείου Σύρου από 12-5- 1928 αγωγή διανομής των αναφερομένων ακινήτων τους, επί της οποίας εκδόθηκε μεν η 784/1933 απόφαση, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή και διέταξε την διανομή αυτών αρχικά αυτουσίως εάν ο διορισθείς πραγματογνώμονας αποφαινόταν περί του εφικτού αυτής, άλλως την δια πλειστηριασμού πώληση αυτών, χωρίς βέβαια να περιλαμβάνεται σ' αυτήν και το πρώτο επίδικο κληρονομιαίο αγροτεμάχιο (στη θέση ...), γεγονός που δεν θα συνέβαινε, με βάση τη λογική, σε αντίθετη περίπτωση, δηλαδή αν δεν είχε προηγηθεί άτυπη διανομή των κληρονομιαίων προ του έτους 1925, όμως -παρά ταύτα ακολούθησε και πάλι, το επόμενο έτος 1934, όπως προαναφέρθηκε, άτυπη (εξωδικαστική) διανομή των επικοίνων ακινήτων, μεταξύ των ιδίων ως άνω αδελφών, προς αποφυγή προφανώς περαιτέρω δικαστικών αγώνων, από την οποία ο Ν.

Μ. έλαβε αποκλειστικά τα τρία υπόλοιπα (εξ αγοράς αποκτηθέντα) επίδικα ακίνητα. Ωστόσο, οι σχέσεις των δύο αυτών αδελφών δεν αποκαταστάθηκαν ποτέ έκτοτε και συνέχισε να είναι τεταμένες και εχθρικές, γεγονός που συνηγορεί στη βούληση αμφοτέρων να μη διατηρήσουν τη συγκυριότητα επί των επιδίκων, η άσκηση της οποίας με βάση την λογική και κοινή πείρα θα ήταν ιδιαίτερα προβληματική έως και αδύνατη, οπότε είναι λογικό να θέλησαν να διευθετήσουν οριστικά και συνολικά της όποιες διαφορές τους ως προς την κοινή περιουσία τους.

Περαιτέρω αποδείχθηκε, ότι μετά την, κατά τα προεκτεθέντα, διανομή των περιουσιακών τους στοιχείων, έκαστος των δύο αυτών αδελφών υλοποιώντας την συμφωνία τους αυτή, περιορίστηκε αποκλειστικά στα ληφθέντα ακίνητα και συγκεκριμένα ο Ν. Μ. του Ι., εγκαταστάθηκε στη νομή των επιδίκων περιγραφομένων ως άνω (τεσσάρων) αγροτεμαχίων και άρχισε να ασκεί επ' αυτών, με καλή πίστη δηλαδή με την ειλικρινή πεποίθηση ότι δεν προσβάλλει δικαίωμα τρίτου, συνεχώς, αδιαλείπτως και αδιατάρακτα, όλες τις υλικές και εμφανείς διακατοχικές πράξεις τις προσιδιάζουσες στη φύση και τον προορισμό τους, εκδηλώνοντας με αυτό τον τρόπο τη βούλησή του να εξουσιάζει τα αγροτεμάχια αυτά.

Ειδικότερα, όντας ο ίδιος γεωργός- κτηνοτρόφος και μόνιμος κάτοικος Κέας, καλλιεργούσε αυτά με δημητριακά όπως σιτάρι, κριθάρι κλπ, συνέλεγε τους καρπούς, εξέτρεψε και σταύλιζε αίγες και πρόβατα, επέβλεπε και επόπτευε αυτούς, ώστε να μη γίνουν αντικείμενο καταπατήσεων από τρίτους, επίσης δε το ευρισκόμενο στη θέση ... (...) δεύτερο επίδικο ακίνητο, αρχικά το καλλιεργούσε ως άμπελον ήτοι κλάδεμα, σκάψιμο, ράντισμα, συλλογή σταφυλιών, κλπ και εν συνεχεία λόγω καταστροφής του καλλιεργούσε σ' αυτό σιτηρά.

Βέβαια όλες αυτές οι εμφανείς πράξεις φυσικής επί των επιδίκων εξουσίασης, τελούσαν σε πλήρη γνώση του αδελφού του Π. Μ. του Ι., αφού και αυτός διέμενε μόνιμα ομοίως στο ... της ..., ασκώντας το ίδιο επάγγελμα (γεωργός- κτηνοτρόφος), είχε στην κυριότητά του αγροτεμάχια όμορα ή παρακείμενα στην ίδια θέση με τα επίδικα, χωρίς ποτέ να εναντιωθεί ή να διαμαρτυρηθεί (ούτε άλλωστε και οι ίδιοι οι ενάγοντες επικαλούνται κάτι συγκεκριμένο περί αυτού), καίτοι οι σχέσεις τους δεν ήταν καλές και αδελφικές, που καταμαρτυρεί ότι είχε αποξενωθεί πλήρως από τη νομή των επιδίκων, πιστεύοντας ακριβώς ότι αυτά είχαν μεταβιβαστεί νόμιμα στον αδελφό του (Ν.

Ι. Μ.). Επιρρωνύεται δε η ανωτέρω κρίση του Δικαστηρίου ότι δηλαδή ο τελευταίος νέμονταν με διάνοια κυρίου και καλή πίστη τα επίδικα και από το γεγονός ότι, στο προσκομιζόμενο μετ' επικλήσεως υπ' αρ. 3/12-1-1943 πρακτικό συμβιβασμού και κατάργησης δίκης του Ειρηνοδικείου Κέας, συνταχθέν με την άσκηση αίτησης ασφαλιστικών μέτρων του ιδίου (Ν.

Ι. Μ.) κατά του καθού Ν. Π. Δ., αποδέχεται ο τελευταίος και αναγνωρίζει την ύπαρξη χρήσης ή οιονεί νομή δουλείας επί του δουλεύοντος κτήματος του στη ..., υπέρ των δεσποζόντων ομόρων ακινήτων (ήτοι των τρίτου και τετάρτου των επιδίκων) του αιτούντος (Κ. Μ. του Ι.), ο οποίος ως κύριος των δεσποζόντων αυτών ακινήτων συμφώνησε η δουλεία αυτή να γίνεται κατά το λιγότερο δυνατόν επαχθή τρόπο για το δουλεύον κτήμα, χωρίς να υπάρξει διαμαρτυρία από οιονδήποτε για οτιδήποτε.

Ως εκ τούτου, ο Ν. Ι. Μ. από τις γενόμενες ως άνω άτυπες διανομές ήτοι πριν το έτος 1925 για το πρώτο κληρονομιαίο επίδικο αγροτεμάχιο και το έτος 1934 για τα υπόλοιπα τρία και μέχρι το χρόνο του επισυμβάντος, στις 12-2-1959 στο ... Κορρησίας- Κέας, θανάτου του, νεμόταν ο ίδιος συνεχώς και αδιαλείπτως τα επίδικα αυτά τέσσερα ακίνητα (αγροτεμάχια) και τα κατείχε με καλή πίστη, έχοντας δηλαδή ακράδαντη την πεποίθηση, που δεν οφείλεται σε βαρειά αμέλειά του, ότι με τη νομή δεν προσβάλλει δικαιώματα κυριότητας τρίτων, ασκώντας όλο αυτό το διάστημα των τριάντα τεσσάρων (34) και πλέον ετών με είκοσι πέντε (25) έτη, αντίστοιχα, όλες τις προαναφερόμενες (εμφανείς) διακατοχικές πράξεις φυσικής εξουσίασης που προσιδίαζαν στη φύση τους ως αγροί, χωρίς να ενοχληθεί από κανέναν, οπότε κατέστη κύριος αυτών με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας.

Εξάλλου, ο εν λόγω Ν. Μ. του Ι., είχε καταρτίσει ενώπιον του τότε συμβολαιογραφούντος Ειρηνοδίκη Κέας, Ι. Δ. Ρ., την υπ' αριθμ. .../8-1-1959 δημόσια διαθήκη του, που δημοσιεύθηκε από το Πρωτοδικείο Σύρου κατά τη συνεδρίασή του της 27-8-1959 και συντάχθηκε το 141/1959 πρακτικό του εν λόγω Δικαστηρίου, με την οποία εγκαθιστά κληρονόμους του τα τέκνα του Κ.

και Α. καθώς και τη σύζυγος του Θ., το γένος Φ. Ρ.. Ειδικότερα, στο πρώτο τέκνο του, Κ. Μ. του Ν., άφησε μεταξύ άλλων, κατά ψιλή κυριότητα, τα περιλαμβανόμενα στην κληρονομιαία περιουσία του επίδικα ακίνητα, τα οποία εν συνεχεία αποδέχθηκε ο ίδιος (τετιμημένος), δυνάμει της υπ' αριθμ. …./9-3-1967 δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς του συμβολαιογράφου Κέας Α.

Κ., η οποία μεταγράφηκε νόμιμα στο Υποθηκοφυλακείο Κέας (τ. 93, α/α 145), ενώ με την ίδια ως άνω πράξη αποδέχθηκε και η Θ. χηρα Ν. Μ. την επαχθείσα σ'αυτήν κληρονομιά του αποβιώσαντος συζύγου της, συνιστάμενη στην εφ όρου ζωής επικαρπία των προδιαληφθέντων ακινήτων (επιδίκων), η οποία και απεβίωσε στις 19-10-1967. Στη διαθήκη αυτή τα επίδικα ακίνητα περιγράφονται ως:

α) "πέντε (5) ηνωμένους περιτοιχισμένους και διά τοίχων χωρισμένους αγρούς, κειμένους εις θέσιν ... της περιφερείας της Κοινότητας ..., οροθετουμένους γύροθεν υπό θαλάσσης, αγρών Φ. Α. και αγρών κληρονόμων Ν. Δ., συνολικής εκτάσεως (50) περίπου στρεμμάτων πλέον ή έλαττον, περιεχόντων (2) σταύλους προς ενσταυλισμόν ζών, εν αλώνιο και μια σταυλόμανδραν" (ήτοι το πρώτο ως άνω περιγραφόμενο επίδικο αγροτεμάχιο), β) "εις την αυτήν ως άνω θέσιν ...ον δύο (2) αγρούς περιτοιχισμένους, οροθετουμένους γύρωθεν υπό αγροτικών κτημάτων Φ.

Α., Π. Δ. και ..., περιέχοντας εν σταυλίσκον, εκτάσεως στρεμμάτων 10" (ήτοι τους τρίτο και τέταρτο ως άνω περιγραφομένους επίδικους αγρούς) και γ) "αγρόν (κάμπον) κείμενον εις θέσιν ...ον της περιφερείας της Κοινότητος Κορρησίας, περιτοιχισμένον μετά συνεχομένου μικρού τμήματος αγρού εκτάσεως ενός στρέμματος περίπου, του κάμπου έχοντος έκτασιν στρεμμάτων (15) δέκα πέντε, εμπεριέχοντος ηρειπωμένην αγροικίαν και (2) σταύλους προς ενσταυλισμόν ζώων, έτι δε αμυγδαλόδενδρα, οροθετουμένου γύρωθεν υπό δημοσίας οδού και αγροτικών κτημάτων Ν.

Δ." (ήτοι δεύτερος ως άνω περιγραφόμενος επίδικος αγρός). Στο σημείο τούτο πρέπει να λεχθεί ότι, η διαφορά στην έκταση του πρώτου προπεριγραφόμενου (των 344,476 τ.μ.) επιδίκου αγροτεμαχίου, με αυτή (των 50.000 τμ) που γίνεται στις ανωτέρω δύο συμβολαιογραφικές πράξεις (διαθήκη και αποδοχή κληρονομιάς), ουδεμία σύγχυση προκαλεί ως προς την ταυτότητα του εν λόγω ακινήτου (αγροτεμαχίου) και την πραγματική του έκταση των 344.476 τ.μ., αφού, πέραν του ότι πρόκειται για περιτοιχισμένο ανέκαθεν με ξηρολιθιά ακίνητο, όπως άλλωστε και δεν αμφισβητείται, οπότε υπήρχε δυνατότητα εξακρίβωσης επακριβώς της έκτασής του, η περιγραφή αυτού κατά τα λοιπά στοιχεία, δηλαδή κατά όρια κυρίως αλλά και θέση, ταυτίζεται σε όλους τους προρρηθέντες τίτλους με εκείνη που αναγράφεται στην κρινόμενη αγωγή και αποτυπώνεται στο ενσωματωμένο σ'αυτή τοπογραφικό διάγραμμα, αλλά και σε κάθε περίπτωση η αναφορά της έκτασης στη διαθήκη αυτή έγινε σαφώς κατ' εκτίμηση και με τρόπο εμπειρικό, αφού δεν βασίσθηκε σε κάποιο τοπογραφικό διάγραμμα και γι' αυτό η έκτασή του υπολογίσθηκε κατά προσέγγιση, γεγονός μάλιστα που επισημαίνεται επί λέξει και σ' αυτήν (διαθήκη) "πλέον ή έλαττον" ή με την φράση "ή όσης εκτάσεως είναι", που ήταν σύνηθες φαινόμενο για εκείνη την εποχή, απορριπτομένων των όσων αντιθέτων υποστηρίζουν οι ενάγοντες ως αβασίμων.

Πράγματι ο άνω κληρονόμος, Κ. Μ. του Ν., από τον χρόνο θανάτου του κληρονομούμενου και δικαιοπαρόχου πατέρα του, κατέλαβε αμέσως την επαχθείσα σ' αυτόν προαναφερόμενη κληρονομιά και δη τα προπεριγραφέντα στην πραγματική τους έκταση τέσσερα αυτά επίδικα ακίνητα και συνέχισε να τα νέμεται με διάνοια κυρίου, ασκώντας τις ίδιες ως άνω διακατοχικές πράξεις φυσικής επ' αυτών εξουσίασης, προσιδιάζουσες στην αγροτική τους φύση, μέχρι του θανάτου του που συνέβη στις 23-5-2003.

Ειδικότερα, ως γεωργοκτηνοτρόφος ο ίδιος και κάτοικος ..., καλλιεργούσε αυτά με σιτηρά, τα οποία και συνέλεγε εν συνεχεία, μάζευε τα αμύγδαλα από τις υπάρχουσες σ' αυτά αμυγδαλές, καθώς και τους καρπούς από τα βαλανιδόδενδρα, βοσκούσε και σταύλιζε αίγες και πρόβατα ιδιαίτερα στο ως άνω πρώτο επίδικο αγροτεμάχιο (μεγάλο τμήμα του οποίου ήταν κατάλληλο για βοσκοτόπι), επέβλεπε καθημερινώς και επόπτευε αυτούς, ώστε να μη γίνουν αντικείμενο καταπατήσεων από τρίτους, είχε δε εκμισθώσει και μέρος του ευρισκόμενου στη θέση ...

επιδίκου αγρού στον Δ. Τ. του Κ., το διάστημα από το 1990 έως 2003. Επιπλέον αυτών, μετά την αποδοχή της κληρονομιάς του διαθέτη πατέρα του, ο Κ. Ν. Μ. υπέβαλε προς τον Οικονομικό Έφορο Κέας την με αρ. ... αρχική δήλωση φόρου κληρονομιάς, δηλώνοντας ως κληρονομιαία άπαντα τα επίδικα προπεριγραφόμενα ακίνητα, επί των οποίων είχε ήδη την πλήρη κυριότητα (διότι εν τω μεταξύ είχε αποβιώσει, κατά τα προαναφερθέντα και η επικαρπώτρια αυτών μητέρα του), όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο μετ' επικλήσεως από 8-2- 2012 φωτοαντίγραφο της δήλωσης αυτής επικυρωμένο από την ...

ενώ κατέβαλε και τον αναλογούντα φόρο κληρονομιάς. Από την προσκομιζόμενη μετ' επικλήσεως από τις εναγόμενες με αριθμ. πρωτ. .../2-11-2011 Βεβαίωση της ... αποδεικνύονται τα εξής: α) με την μόλις κατέστη υποχρεωτική το έτος 1995 η υποβολή των εντύπων Ε9, δήλωσε αμέσως με αυτά το εμπράγματο δικαίωμά του (πλήρη κυριότητα) επί όλων των επιδίκων αγροτεμαχίων, καθόλο το διάστημα από το ανωτέρω έτος (1995) έως και το έτος 2003 που απεβίωσε, β) στη φορολογία εισοδήματος, στις δηλώσεις μισθωμάτων ακινήτων και γαιών (έντυπο Ε2) δήλωσε από το έτος 1990 έως το 2003 μισθώματα από την εκμίσθωση τμήματος έκτασης 5.000 τμ.

του ευρισκόμενου στη θέση ... Α. αγροτεμάχιο, έκτασης 5.000 τμ με στοιχεία μισθωτή Τ. Δ. του Κ. γ) στη φορολογία εισοδήματος στις δηλώσεις εισοδημάτων (έντυπα ΕΙ) έως και το έτος 2003 (χρόνος θανάτου) είχε δηλώσει, εκτός των άλλων και εισοδήματα από την εκτροφή αιγοπροβάτων και αμνοεριφίων σε ακίνητα στις θέσεις ...

και Α. περιφέρειας Δήμου Κέας. Επιπρόσθετα, επιμελούνταν ο ίδιος την εκπόνηση τοπογραφικών διαγραμμάτων των επιδίκων αγροτεμαχίων ως αποκλειστικός κύριος και προς ασφαλέστερη εξασφάλιση των εμπραγμάτων επ' αυτών δικαιωμάτων του, ενδεικτικά δε αναφέρονται, τα συνταχθέντα σε α/ύποπτους χρόνους, από μηνός Ιουνίου 1995 τοπογραφικό διάγραμμα του αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού, Ι.

Γ., του αγροτεμαχίου στη θέση "..." ή "... και το από Νοεμβρίου 2000 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Ε. -Μ. Γ. Ι., των αγροτεμαχίων στη θέση "Α. Ε." ή "..." (βλ. σχετικά σχεδιαγράμματα). Ωστόσο, ενεργώντας αυτός (Κ. Ν. Μ.) ως κύριος προέβη και σε πωλήσεις προς τρίτους τμημάτων εκ των επιδίκων αυτών αγροτεμαχίων τα οποία ως κληρονομιαία σε μείζονα έκταση είχαν περιέλθει, κατά τα προαναφερθέντα, στην κυριότητά του και συγκεκριμένα 1) με το .../11-7-1995 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Γ.

Ι. Κ.- Κ., πώλησε στο Ελληνικό Δημόσιο το αναλυτικά περιγραφόμενο σ' αυτό τμήμα του μείζονος πρώτου επιδίκου αγροτεμαχίου που βρίσκεται στη θέση "..." ή "..., έκτασης 32.700 τμ., με τίμημα 17.000.000 δραχμές, που καλύφθηκε με χρήματα της Αμερικανικής Σχολής Κλασσικών Σπουδών, στην Αθήνα, για ανασκαφή στον πωληθέντα αυτό χώρο από το Πανεπιστήμιο του Σινσινάτι, και 2) με τα προσκομιζόμενα νόμιμα μεταγραμμένα υπ' αριθμ. .../6-12-2000, ...6- 12-2000, ...6-12-2000 και ...29-11-2002 αγοραπωλητήρια συμβόλαια της συμβολαιογράφου Αθηνών Α.

Γ., πώλησε στους Ό. Χ. συζ. Ν. Λ., Ν. Λ., Τ. Λ. και Ό. Χ., συζυγος Ν. Λ., αντίστοιχος, τμήματα έκτασης 5.669,10 τμ, 5.628 τμ, 5.202,90 τμ, και 517,50 τμ, αντιστοίχως του προπεριγραφέντος επιδίκου αγρού στη θέση "Α Ε." ή "...". Σε όλες αυτές τις πραγματοποιηθείσες πωλήσεις ουδέποτε εναντιώθηκαν οι ενάγοντες καθ' οιονδήποτε τρόπο ούτε άλλωστε και επικαλούνται κάποια σχετική ενέργειά τους, παρά μόνον ισχυρίζονται ότι η μη διαμαρτυρία τους οφείλεται σε λόγους φιλανθρωπίας και ηθικής τάξης, διότι έλαβαν γνώση αυτών μόλις λίγο πριν το θάνατο του θείου τους Κ.

Ν. Μ. το έτος 2003, πλην όμως ο ισχυρισμός τους αυτός ελέγχεται απορριπτέος ως παντελώς αβάσιμος. Και τούτο διότι, καταρχάς δεν αντέχει στη λογική ότι δεν πληροφορήθηκαν ιδιαίτερα την πρώτη (το 1995)πώληση καθόλη τη μεσολαβούσα διάρκεια των οκτώ (8) ετών, δοθέντος ότι ο πρώτος εξ αυτών ενάγων (Ι. Μ. του Π.) είναι μόνιμος κάτοικος ομοίως ..., η πωληθείσα έκταση ήταν αρκετά μεγάλη και σημαντικής αξίας, ενώ η χρήση της ήταν για ένα πολύ σημαντικό σκοπό μείζονος κοινωνικού ενδιαφέροντος για αρχαιολογικές εκσκαφές, οι οποίες και διενεργούνται, οπότε δεν είναι λογικό να μη έγινε αντιληπτή από τους ενάγοντες, και σε κάθε περίπτωση η κατά νόμο διεκδίκηση νομίμως αποκτηθέντων εμπραγμάτων δικαιωμάτων, με βάση τη λογική, δεν αντιτίθεται ούτε στους κανόνες της ηθικής ούτε και στης φιλανθρωπίας, όταν μάλιστα ελλοχεύει κίνδυνος οριστικής απώλειας αυτών, σε συνδυασμό με την μεταγενέστερη επιμελή συμπεριφορά που επέδειξαν οι ενάγοντες, στρεφόμενοι δικαστικώς κατά των εναγομένων για την προάσπιση των κατά τους ισχυρισμούς τους ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων τους επί των εναπομεινάντων και μόνον επιδίκων αγροτεμαχίων.

Ακόμη ενισχυτικό όλων των ανωτέρω είναι και το γεγονός ότι ο εν λόγω Κ. Μ. του Ν. με το υπ' αριθμ. ...-2-1967 προσύμφωνο αγοραπωλησίας με αρραβώνα, του συμβολαιογράφου Κέας Α. Κ., ο ίδιος ως τότε ψιλός κύριος και η μητέρα του Θ. χήρα Ν. Μ., ως επικαρπώτρια, του πρώτου ευρισκόμενου στη θέση "..." ή "... επίδικου αγρού, αναφερομένου σ' αυτό (προσύμφωνο) ως έκτασης 400 στρεμμάτων περίπου, ανέλαβαν την υποχρέωση και υποσχέθηκαν να πωλήσουν, παραχωρήσουν και μεταβιβάσουν αυτόν (αγρό) στον Λ.

Ζ. του Σ. ή σε κάθε τρίτο που θα υποδεικνυόταν απ' αυτόν, κατά πλήρη κυριότητα, με τους ειδικότερους όρους και συμφωνίες που αναφέρονταν στο συμβολαιογραφικό αυτό προσύμφωνο, του οποίου όμως εν συνεχεία ματαιώθηκε η οριστική μεταβίβασή του. Τις ως άνω παραδοχές του Δικαστηρίου, επιβεβαιώνουν σαφώς και οι προδιαληφθέντες μάρτυρες των εναγομένων (αφενός μεν ο εξεταστείς στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου μάρτυρας ανταπόδειξης, αφετέρου οι λοιποί μάρτυρες με τις ως άνω ένορκες βεβαιώσεις τους), οι οποίοι ως κάτοικοι του ιδίου νησιού, έχοντες τόσον ιδία γνώση όσο και από διηγήσεις πλησιεστέρων συγγενικών τους προσώπων, είναι σε θέση να έχουν διαμορφώσει πειστική και αντικειμενική άποψη περί των όσων κατέθεσαν, καθιστώντας τις καταθέσεις τους στο Δικαστήριο αξιόπιστες, ενισχυόμενες ιδιαίτερα από τα προμνησθέντα δημόσια κυρίως και μη αμφισβητούμενα έγγραφα, χαρακτηριστικά δε αυτοί (μάρτυρες) βεβαιώνουν ότι γνώριζαν τον Κ.

Μ., ότι αυτός νέμονταν αποκλειστικά τα επίδικα, καλλιεργώντας αυτά, σταβλίζοντας τα ζώα του κλπ. καθώς και ότι ήταν γνωστό στους κατοίκους της περιοχής ότι τα συγκεκριμένα αυτά (επίδικα) αγροτεμάχια ανήκουν αποκλειστικά και μόνο σε αυτόν ως κληρονόμο του πατέρα του Ν. Ι. Μ., ενώ δεν ανατρέπονται από κανένα άλλο αποδεικτικό μέσο ούτε από τις ως άνω καταθέσεις των μαρτύρων (και κατοίκων ...) των εναγόντων, στις ένορκες βεβαιώσεις τους, ούτε και από του άνω εξετασθέντος στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο μάρτυρα των ιδίων, οι οποίες κρίνονται μη πειστικές, καθόσον πέραν του ότι αναιρούνται από όλα τα προαναφερόμενα αποδεικτά μέσα, ιδιαίτερα όμως δεν ενισχύονται από κανένα ασφαλές έγγραφο στοιχείο, ούτε μάλιστα και επικαλούνται κάποιο σχετικό οι ενάγοντες.

Έτσι, λοιπόν, εφόσον αποδείχθηκε ότι ο Κ. Μ. του Ν. καθόλο το ανωτέρω διάστημα, από το χρόνο κτήσης (1959) της νομής των επιδίκων τεσσάρων προπεριγραφέντων αγροτεμαχίων, κατά τα προδιαληφθέντα, μέχρι και τον θάνατο του (2003), νέμονταν αυτά με διάνοια κυρίου, καλή πίστη και τον ως άνω νόμιμο τίτλο (συμβολαιογραφική πράξη αποδοχής κληρονομιάς, νόμιμα μεταγραμμένη) ενεργώντας επ' αυτών όλες τις ανωτέρω προσιδιάζουσες στη φύση και τον προορισμό τους εμφανείς διακατοχικές πράξεις, συνεχώς και αδιαταράκτως δηλαδή για (44) έτη, οπότε συμπληρώθηκε στο πρόσωπο του (συνεχής) δεκαετής και αλλά και εικοσαετής νομή (κατ' άρθρ. 1041 και 1045 ΑΚ), απέκτησε την κυριότητά τους, πρωτίστως με παράγωγο τρόπο εφόσον απέκτησε από αληθινό κύριο ήτοι τον κληρονομούμενο πατέρα του, Ν.

Μ. του Ι., καθώς και με πρωτότυπο τρόπο δηλαδή με τα προσόντα της τακτικής και έκτακτης χρησικτησίας. Ο εν λόγω Κ. Μ. του Ν., μετά το θάνατο του (1959) κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τις θυγατέρες του προαποβιώσαντος αδελφού του, Α. Μ. του Ν., τις εναγόμενες, οι οποίες με την υπ' αριθμ. .../30-6-2006 πράξη αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Αμαρουσίου -Αττικής Ε.

Χ.- Κ., νόμιμα μεταγραμμένης στα οικεία βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλάκειου Κέας (τ. … και α/α ….), αποδέχθηκαν την ως άνω επαχθείσα σ' αυτές κληρονομιά του θείου τους (κληρονομουμένου) - άμεσου δικαιοπαρόχου τους και αληθινού κυρίου, συγκείμενη μεταξύ άλλων από τα περιγραφόμενα ως άνω επίδικα τέσσερα ακίνητα (αγροτεμάχια) και έτσι απέκτησαν παραγώγως την κυριότητα επ1 αυτών (κληρονομική διαδοχή εξ αδιαθέτου, με συμβολαιογραφική πράξη αποδοχής και μεταγραφή της).

Έκτοτε βέβαια οι εναγόμενες συνέχισαν να νέμονται με διάνοια κυρίου, καλή πίστη δηλαδή με την ελικρινή πεποίθηση ότι δεν προσβάλλει δικαίωμα τρίτου και τον προαναφερόμενο νόμιμο τίτλο, συνεχώς και αδιαλείπτως, τα επίδικα αυτά ακίνητα, ασκώντας επ' αυτών εμφανείς πράξεις φυσικής εξουσίασής τους, όπως επίβλεψη, επισκέψεις συχνές, εκμίσθωση των εν λόγω αγροτεμαχίων σε τρίτους και συγκεκριμένα στην Π.

Μ. του Μ., αγρότη - μελισσοκόμο, επίσης δήλωσαν στην ... τα εισπραχθέντα μισθώματα, υπέβαλαν έντυπο Ε9, στο οποίο δήλωναν το εμπράγματο δικαίωμά τους (κυριότητα) επί των επιδίκων ακινήτων, ακόμη πλήρωσαν τον αναλογούντα φόρο κληρονομιάς και τους επιβληθέντες φόρους μεγάλης ακίνητης περιουσίας, όπως αποδεικνύεται από τις προσκομιζόμενες μετ' επικλήσεως με αριθμ.

πρωτ. .../3-11-2011 Βεβαιώσεις της .... Αντιθέτως, δεν αποδείχθηκε ότι ο άμεσος δικαιοπάροχος των εναγόντων και πατέρας τους, Π. Μ. του Ι., άσκησε οποτεδήποτε και με οιονδήποτε τρόπο στο παρελθόν και δη, προ του επισυμβάντος θανάτου του; στις 15-1 1966, πράξεις νομής διάνοια συγκυρίου και καλή πίστη μέχρι 23-2-1946, επί των επιδίκων προπεριγραφέντων ακινήτων (αγροτεμαχίων), ούτε συνεπώς ότι απέκτησε οιοδήποτε εμπράγματο δικαίωμα, επ' αυτών, ιδίως δε, της (συγ)κυριότητος κατά ποσοστό 1/2% εξ αδιαιρέτου, με κληρονομική διαδοχή εξ αδιαθέτου, κατόπιν της αποβιώσεως του έτους 1912 πατρός του (Ι.

Μ.) και αμέσου δικαιοπαρόχου του, όπως αβάσιμα υποστηρίζουν οι ενάγοντες. Το γεγονός της συντάξεως των υπ' αρ. .../13-5-2010 και .../13-9-2010 πράξεων αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Κέας, Α. Τ. Σ., που μεταγράφηκαν νόμιμα στα οικεία βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλάκειου Κέας (τ. … και α/α … η πρώτη και τ. …και α/α … η δεύτερη πράξη), βάσει των οποίων οι ενάγοντες κληρονομούν, εξ αδιαθέτου, την επαχθείσα σ' αυτούς κληρονομιά κατά το ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου επί των επιδίκων τεσσάρων αγροτεμαχίων, του αποβιώσαντος το 1966 πατέρας τους, Π.

Μ. του Ι. (αλλά και της μεταποβιώσασας το έτος 1993 μητέρας τους, Α. Κ. χήρ. Π. Μ., κατά το ποσοστό που κληρονόμησε από τον ως άνω σύζυγό της), ενώ ο διαθέτης αυτός και κληρονομούμενος δεν ήταν (συγ)κύριος κατά το ως άνω ποσοστό (1/2 εξ αδιαιρέτου) των επιδίκων ακινήτων, δεν ασκεί καμία επιρροή στο δικαίωμα κυριότητας επί των επιδίκων ακινήτων των εναγομένων, καθόσον, κατά το χρόνο της σύνταξης των άνω συμβολαιογραφικών πράξεων αποδοχής κληρονομιάς και της μεταγραφής τους, οι δικαιοπάροχοι (άμεσος και απώτερος) των τελευταίων (εναγομένων), όπως αναλυτικά εκτέθηκε ανωτέρω, είχαν καταστεί ήδη και συγκεκριμένα ο καθένας εξ αυτών, διαδοχικά, αποκλειστικός κύριος των επιδίκων, με έκτακτη χρησικτησία ο απώτερος (Ν.

Μ. του Ι.), καθώς με παράγωγο τρόπο και με τακτική και έκτακτη χρησικτησία ο άμεσος δικαιοπάροχος τους, Κ. Μ. του Ν., εν συνεχεία δε και οι ίδιες οι εναγόμενες με παράγωγο τρόπο (κληρονομική διαδοχή). Πλέον ειδικότερα οι ενάγοντες ουδέποτε κατέστησαν συγκύριοι του 1/2 εξ αδιαιρέτου των επιδίκων προπεριγραφομένων τεσσάρων αγροτεμαχίων παραγώγως (κληρονομική διαδοχή) εφόσον απέκτησαν από μη κύριο και δη αφού ο κληρονομούμενος-πατέρας τους, Π.

Μ. του Ι., δεν ήταν συγκύριος του 1/2 εξ αδιαιρέτου των εν λόγω ακινήτων, οπότε μετά τον θάνατον του το έτος 1966 δεν περιήλθε η (συγ)κυριότητα αυτών με κληρονομική διαδοχή εξ αδιαθέτου στους κληρονόμους του- ενάγοντες. Εξάλλου, αφού ούτε ο Π. Μ. του Ι. ήταν (συν)νομέας των επίδικων εκινήτων (αγροτεμαχίων), μετά το θάνατο του;

η νομή αυτών δεν περιήλθε αυτοδικαίως στους- ενάγοντες κληρονόμους του, δεδομένου ότι προϋπόθεση της αυτοδίκαιης κτήσης της νομής από τον κληρονόμο είναι να είχε ο κληρονομούμενος κατά το χρόνο του θανάτου του τη νομή του κληρονομιαίου . Ωστόσο, ασφαλώς και δεν αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες άσκησαν επ' αυτών των ακινήτων πράξεις νομής με διάνοια συγκυριών και δη εμφανείς υλικές διακατοχικές πράξεις από το χρόνο θανάτου (το έτος 1966) του κληρονομούμενου- πατέρα τους (του οποίου σημειωτέον αποδέχθηκαν κατά τα ανωτέρω την κληρονομιά μετά παρέλευση 44 ετών) συνεχώς και αδιαταράκτως, μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής.

Κατόπιν όλων αυτών η ένδικη αναγνωριστική κυριότητας ακινήτων αγωγή κρίνεται απορριπτέα ως κατ' ουσίαν αβάσιμη τόσον κατά την κύρια βάσης της , που στηρίζεται στην παράγωγη κτήση κυριότητας των εναγόντων (κληρονομική διαδοχή εξ αδιαθέτου του πατέρα τους, αποδοχή και μεταγραφή), όσον και κατά την επικουρική της βάση στηριζόμενη στη πρωτότυπη κτήση κυριότητάς τους επί των επιδίκων με τακτική άλλως έκτακτη χρησικτησία, αφού δεν αποδείχθηκε η εκ μέρους των εναγόντων άσκηση στα επίδικα ακίνητα, συνεχούς και αδιατάρακτης δεκαετούς νομής με διάνοια συγκυριών, καλή πίστη και νόμιμο τίτλο, ούτε η άσκηση εικοσαετούς νομής μέχρι το χρόνο άσκησης της αγωγής".

Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές το Εφετείο έκρινε ότι στο πρώτο από τα επίδικα ακίνητα, στο οποίο αναφέρεται ο ερευνώμενος, πρώτος (κατά το 4ο και 5ο σκέλος του) αναιρετικός λόγος, δεν κατέστησαν (συγ)κύριοι οι ενάγοντες με παράγωγο τρόπο (κληρονομική διαδοχή), καθόσον ο φερόμενος δικαιοπάροχος πατέρας τους, Π.

Μ., κατά το χρόνο του θανάτου του (έτος 1966), δεν ήταν (συγ)κύριος αυτού, αλλά ούτε και με πρωτότυπο τρόπο και ότι αντίθετα, αποκλειστικός κύριος του άνω επιδίκου ήταν ο Ν. Μ. .απώτερος δικαιοπάροχος των εναγομένων, καθόσον, κατόπιν άτυπης διανομής που έγινε, πριν από το έτος 1925, μεταξύ των (συγ)κυρίων, δικαιοπαρόχων των διαδίκων μερών, ήτοι του Π.

Μ. (άμεσος των αναιρεσειόντων) και του Ν. Μ. (απώτερος των αναιρεσιβλήτων) των περιελθόντων σ'αυτούς, από τον αποβιώσαντα το έτος 1912 πατέρα τους Ι. Μ., κληρονομιαίων ακινήτων, το ανωτέρω ακίνητο περιήλθε στον δικαιοπάροχο των εναγομένων Ν. Μ. , ο οποίος μέχρι τον επισυμβάντα το έτος 1959 θάνατο του χρησιδέσποζε σ'αυτό, καταστάς, κατά το χρόνο αυτό, με πρωτότυπο τρόπο κύριος τούτου, έκτοτε δε χρησιδέσποζε στο εν λόγω επίδικο ο γιος του Κ.

Μ., στον οποίο κατέλιπε τούτο με δημόσια διαθήκη, κληρονομιά την οποία ο τελευταίος νόμιμα αποδέχθηκε και μετέγραψε , μετά δε και το θάνατο αυτού, που συνέβη το έτος 2003, το ως άνω επίδικο περιήλθε στις εξ αδιαθέτου κληρονόμους του, εναγόμενες, θυγατέρες του προαποβιώσαντος αδελφού του, Α. Μ., οι οποίες, αποδέχθηκαν και μετέγραψαν, την επαχθείσα σ'αυτές, από τον αληθή κύριο, θείο τους, κληρονομιά, και συνέχισαν να χρησιδεσπόζουν σ'αυτό, γενόμενες (συγ)κυρίες τούτου, παραγώγως και πρωτοτύπως.

Μετά δε τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε ως αβάσιμη κατ'ουσία την έφεση των εναγόντων ήδη αναιρεσειόντων κατά της εκκληθείσας απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που είχε εκφέρει όμοια κρίση και είχε απορρίψει, την ένδικη αρνητική αναγνωριστική της κυριότητας ακινήτων αγωγή. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως ούτε εκ πλαγίου τις προαναφερθείσες διατάξεις του ΒρΔ, τις οποίες ορθά δεν εφάρμοσε, καθόσον δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους, διέλαβε δε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της κτήσης από τις εναγόμενες και ήδη αναιρεσίβλητες αποκλειστικής κυριότητας στο πιο πάνω επίδικο ακίνητο με παράγωγο, αλλά και πρωτότυπο τρόπο, που οδήγησαν στην παραδοχή των ισχυρισμών των εναγομένων-αναιρεσιβλήτων και την απόρριψη της αγωγής.

Συνεπώς, οι αποδιδόμενες με το 4ο και 5ο σκέλος του πρώτου αναιρετικού λόγου αιτιάσεις, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αντίστοιχα, είναι αβάσιμες. Εξάλλου, η αποδιδόμενη με το ίδιο ως άνω 5ο σκέλος αιτίαση, περί ελλιπούς αιτιολογίας της προσβαλλομένης, όσον αφορά τον τρόπο κτήσεως της (συγ)κυριότητας των ανωτέρω απώτερων δικαιοπαρόχων των διαδίκων Π. και Ι. Μ., στο πρώτο από τα επίδικα ακίνητα, είναι αβάσιμη, διότι, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, εκτίθενται με πληρότητα τα αναγκαία πραγματικά περιστατικά, κατά τα οποία οι ανωτέρω δικαιοπάροχοι των διαδίκων Π. και Ν. Μ. κατέστησαν συγκύριοι του εν λόγω επιδίκου. Τέλος, οι αποδιδόμενες στο ίδιο ως άνω 5ο σκέλος λοιπές αιτιάσεις, είναι απαράδεκτες, καθόσον πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων( άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ).

2. Από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο, για να σχηματίσει την δικανική πεποίθησή του, ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων, τα οποία ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα οι διάδικοι για άμεση ή έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, κατ' αντιδιαστολή προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι λήφθηκαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσης του.

Δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, από το όλο περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι.

Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 11 γ ΚΠολΔ, υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, το οποίο επικαλείται ο διάδικος, ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός, καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (ΟλΑΠ 2/2008, ΟλΑΠ 14/2005).

Εξάλλου, επί παραπόνου για μη λήψη υπόψη αποδεικτικών μέσων, που προσκομίστηκαν με επίκληση, πρέπει για το παραδεκτό του λόγου αυτού, να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο τα αποδεικτικά μέσα, να προσδιορίζεται το περιεχόμενο τους και το παραδεκτό της προσαγωγής τους, να καθορίζεται ο ισχυρισμός το βάσιμο ή αβάσιμο του οποίου θα αποδεικνυόταν με τα αποδεικτικά αυτά μέσα, καθώς και οι λόγοι για τους οποίους ο ισχυρισμός αυτός ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Για τον έλεγχο όμως της ουσιαστικής βασιμότητας του λόγου αυτού αναίρεσης είναι αναγκαία η προσκόμιση των αποδεικτικών μέσων, που αφορά η σχετική αναιρετική αιτίαση, προκειμένου να διακριβωθεί το επικαλούμενο περιεχόμενο αυτών, με βάση το οποίο θα ελέγχει η μη λήψη του από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 1207/2019, 293/2016).Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 11 γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι αναιρεσείοντες με τις προτάσεις τους στην δευτεροβάθμια δίκη, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προς απόδειξη του ότι οι δικαιοπάροχοι των διαδίκων μερών δεν είχαν προβεί σε άτυπη διανομή των επίδικων ακινήτων και, ειδικότερα, δεν έλαβε υπόψη:

τα αριθμ. 1).../2014, 2)...1919, 3).../1915, 4)...1917, 5).../1917, 6).../1919, 7)... /1884, 8)...1874 συμβόλαια. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθόσον τα επικαλούμενα ως άνω έγγραφα δεν προσκομίζονται από τον αναιρεσείοντα, αλλά ούτε από τον αναιρεσίβλητο προς διακρίβωση του περιεχομένου τους, ώστε να ελεγχθεί ότι δεν λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, οι δε προσκομιζόμενες με αριθμ.784/1933,155/1930, 510/1929 αποφάσεις του Πρωτοδικείου Σύρου, (και όχι πρακτικά συνεδριάσεως του Πρωτοδικείου Σύρου, όπως από προφανή παραδρομή αναφέρει ο αναιρεσείων στις κατατεθείσες στο παρόν δικαστήριο προτάσεις του), δεν διαλαμβάνονται στα έγγραφα (συμβόλαια) που αναφέρονται στον πιο πάνω αναιρετικό Λόγο.

Εξάλλου, σε κάθε περίπτωση, όπως προκύπτει από την ενυπάρχουσα στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης διαβεβαίωση ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα νόμιμα με επίκληση από τους διαδίκους προσαχθέντα έγγραφα, μέχρι του πέρατος της συζήτησης, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, από τα οποία στα με στοιχεία 2, 3, 4, 5, και 6 γίνεται ιδιαίτερη μνεία, σε συνδυασμό και προς το σύνολο των αιτιολογιών της, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο κατέληξε στο πιο πάνω αποδεικτικό του πόρισμα, αφού έλαβε υπόψη του και τα προαναφερόμενα με στοιχεία 1,7 και 8 έγγραφα, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει μνεία ή χωριστή αξιολόγηση καθενός από αυτά και ουδεμία αμφιβολία δημιουργείται για τη συνεκτίμησή τους με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα.

Συνεπώς, ο ανωτέρω λόγος είναι απορριπτέος. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, εφόσον δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος αναιρετικός λόγος, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί δε η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ εδάφ. ε' του ΚΠολΔ, όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 που ισχύει, κατ' άρθρ. 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από 1-1-2016). Τέλος, τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, πρέπει, κατά το σχετικό νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους, να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος, λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 180 παρ. 1, 183, 189, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Θεωρεί ότι δεν ασκήθηκε η από 22/10/2018 αίτηση της Ι. Μ. ,για αναίρεση της υπ' αριθμ. 4723/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών και κηρύσσει καταργημένη τη δίκη ως προς αυτή.

Απορρίπτει την άνω από 22.10.2018 αίτηση για αναίρεση της ίδιας υπ' αριθμ. 4723/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, ως προς τον αναιρεσείοντα Ι. Μ..

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 29 Απριλίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Ιουλίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ