Supreme Court dismisses appeal against lower court's rejection of construction project due to technical non-compliance.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the appellants' appeal against the First Instance Court of Athens regarding a construction project approval dispute. The appellants argued that the lower court erred in rejecting their technical study, while the appellees contended the project failed to meet mandatory roof specifications. The court ruled that the lower court's decision was based on sufficient and consistent reasoning regarding the technical non-compliance, rendering the appeal inadmissible.
Legislator headnote
AI generatedArticles 576(2)(a) and (c) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court reviews ex officio the legality of summons when an opponent is absent, and dismisses appeals where the lower court's reasoning is sufficient and free from contradictions regarding technical non-compliance.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 819 / 2019 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 819/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1 Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Καρυστηναίου, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά και Σοφία Τζουμερκιώτη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 6η Νοεμβρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέα Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ.
Των αναιρεσειόντων: 1) Α. Π. του Σ., κατοίκου ..., 2) τεχνικής εταιρίας με την επωνυμία "... ΕΠΕ", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στη ..., και 3) Π. Β. του Ι., κατοίκου ..., οι οποίοι παραστάθηκαν δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξούσιας δικηγόρου Γεωργίας Φλώρου, η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Κοινοπραξίας με την επωνυμία "...", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην ..., η οποία δεν παραστάθηκε, 2) Χ. Λ. του Α., κατοίκου ..., 3) Α. Σ. του Π., κατοίκου ... οι οποίοι παραστάθηκαν δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Σπύρου Μαύρου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις, και 4) νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδος", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα, το οποίο δεν παραστάθηκε.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-12-2009 αγωγή του 4ου των ήδη αναιρεσιβλήτων, ως υποκατάστατου των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών με αριθμό 675/28-12-2009. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 92/2011 απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν άσκησης έφεσης κατ' αυτής, η οποία συνεκδικάσθηκε με την ασκηθείσα ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου από 18-1-2013 και με αριθμό κατάθεσης 53/18-1-2013 πρόσθετη παρέμβαση των ήδη αναιρεσειόντων, εκδόθηκε η 5268/2013 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 12-7-2016 και με αριθμό κατάθεσης 657/19-7-2016 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η αρεοπαγίτης, Σοφία Τζουμερκιώτη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.Με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ.2 εδ. α' και γ' ΚΠολΔ ορίζεται ότι, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος σε αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και, σε καταφατική περίπτωση, προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Στην προκειμένη περίπτωση, από τις …81/16-5-2018 και …880/16-5-2018 εκθέσεις επίδοσης των δικαστικών επιμελητών στο Εφετείο Αθηνών Α. Κ. και Ι. Π., αντίστοιχα, που με επίκληση προσκομίζουν οι επισπεύδοντες τη συζήτηση αναιρεσείοντες, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της από 12-7-2016 και με αριθμό κατάθεσης 657/19-7-2016 αίτησης αναίρεσης, με πράξη ορισμού ως αρμοδίου του ανωτέρω Β1 τμήματος και πράξη ορισμού δικασίμου την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας (6-11-2018), καθώς και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο αυτή, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα προς τους πρώτη και τέταρτο των αναιρεσιβλήτων, αντίστοιχα.
Οι εν λόγω αναιρεσίβλητοι, όμως, δεν εμφανίσθηκαν στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου της ανωτέρω δικασίμου ούτε κατέθεσαν, κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ, δήλωση μη παράστασης κατά τη δικάσιμο αυτή. Επομένως, ενόψει του ότι αυτοί κλητεύθηκαν νόμιμα κατά την ορισθείσα ως άνω δικάσιμο, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υπόθεσης παρά τη δικονομική απουσία τους (ΚΠολΔ 568 παρ.4 και 576 παρ.2).
2.Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 76 παρ.1, 80, 82, 83 και 558 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι εκείνος που άσκησε πρόσθετη παρέμβαση, έχει δικαίωμα να ασκήσει αναίρεση και όταν δεν ανέλαβε το δικαστικό αγώνα, εφόσον έχει έννομο συμφέρον, υφιστάμενο όταν με αυτή μπορεί να προστατευθεί δικαίωμα του παρεμβαίνοντος ή να αποτραπεί η δημιουργία σε βάρος του νομικής υποχρέωσης.
Η αναίρεση, όμως, απευθύνεται μόνο κατά του αντιδίκου του, που νίκησε και όχι κατά του διαδίκου υπέρ του οποίου άσκησε την παρέμβαση (ΑΠ 133/2018, ΑΠ 395/2011). Στην προκειμένη περίπτωση, υπόκειται προς κρίση η από 12-7-2016 αίτηση αναίρεσης κατά της 5268/2013 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία, αφού συνεκδικάσθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, η έφεση των εναγομένων (ήδη τριών πρώτων αναιρεσιβλήτων) με την από τους ήδη αναιρεσείοντες ασκηθείσα στην κατ' έφεση δίκη πρόσθετη υπέρ του εφεσιβλήτου- ενάγοντος (ήδη τετάρτου αναιρεσιβλήτου) παρέμβαση, έγινε δεκτή η έφεση, εξαφανίσθηκε η εκεί εκκαλουμένη 92/2011 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει δεκτή ως κατ' ουσία βάσιμη η από 20-12-2009 και με αριθμό κατάθεσης 675/28-12-2009 αγωγή του ενάγοντος ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδος", ως υποκατάστατου των προσθέτως στην κατ' έφεση δίκη παρεμβάντων και αναγνωρίσθηκε η υποχρέωση των εναγομένων να καταβάλουν συμμέτρως στο ενάγον το ποσό των 170.273,30 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από 24-4-2004, ως αμοιβή των υποκαθιστάμενων μελών του για την εκπόνηση των εκεί αναφερομένων μελετών, πλέον του φόρου προστιθέμενης αξίας ποσού 39.162,85 ευρώ, και αφού δικάσθηκε εκ νέου η αγωγή, απορρίφθηκε αυτή ως ουσία αβάσιμη.
Επομένως, οι αναιρεσείοντες έχουν έννομο συμφέρον για την άσκηση της αναίρεσης, η οποία, όμως, καθόσον στρέφεται κατά του τετάρτου των αναιρεσιβλήτων ("Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδος"), υπέρ του οποίου είχε ασκηθεί η πρόσθετη παρέμβαση, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη (ΚΠολΔ 577 παρ.1), σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην ανωτέρω νομική σκέψη, ενώ δεν πρέπει να επιδικασθούν υπέρ αυτού δικαστικά έξοδα, ελλείψει σχετικού αιτήματος, αφού δεν παραστάθηκε.
Κατά τα λοιπά, η αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νομότυπα και εντός της κατά το άρθρο 564 παρ.3 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή του με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, τριετούς καταχρηστικής προθεσμίας, αφού η προσβαλλόμενη απόφαση δημοσιεύθηκε την 30-8-2013 και η αίτηση αναίρεσης κατατέθηκε στη γραμματεία του δικαστηρίου, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, την 19-7-2016 με αριθμό 657/2016 (ΟλΑΠ 10/2018).
Συνεπώς, είναι παραδεκτή (ΚΠολΔ 577 παρ.1) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (ΚΠολΔ 577 παρ. 3).
3.Η σύμβαση, με την οποία ανατίθεται σε μηχανικό η εκπόνηση μελέτης, φέρει το χαρακτήρα της μίσθωσης έργου, βάσει της οποίας ο μηχανικός έχει υποχρέωση να εκτελέσει το έργο, εκπονώντας την αναληφθείσα μελέτη (ΑΚ 681) και δικαιούται να λάβει τη συμφωνημένη αμοιβή (ΑΚ 694) ή, αν αμοιβή δεν συμφωνήθηκε ή η συμφωνηθείσα είναι μικρότερη της κατά νόμο ελάχιστης, να λάβει την αμοιβή που καθορίζεται από το π.δ. 696/1974, όπως αυτό έχει τροποποιηθεί και ισχύει (ΑΠ 1146/2012).
Ως παράδοση του έργου νοείται η εκπλήρωση της κύριας υποχρέωσης του εργολάβου, που συνίσταται στην εκτέλεση του έργου και στην προσπόρισή του στον εργοδότη, δηλαδή η περιέλευση αυτού στη σφαίρα εξουσίασης του εργοδότη, με την προϋπόθεση ότι το έργο είναι αυτό που συμφωνήθηκε και όχι εντελώς διαφορετικό, διότι τότε δεν θεωρείται ότι ο εργολάβος προεκπλήρωσε την παροχή του, ώστε να δικαιούται, κατά το άρθρο 694 ΑΚ, της συμφωνημένης αμοιβής του.
Αντίθετα, η παράδοση έργου με ελλείψεις, είτε πρόκειται για έλλειψη συμφωνημένων ιδιοτήτων είτε για ουσιώδη ή επουσιώδη ελαττώματα του έργου, δεν απαλλάσσει αυτοδικαίως τον εργοδότη από την υποχρέωση καταβολής της εργολαβικής αμοιβής, ακόμη και αν πρόκειται για έργο άχρηστο, ούτε μπορεί ο εργοδότης να αποποιηθεί χωρίς άλλο το προσφερόμενο σε αυτόν ελαττωματικό έργο, ώστε να αποφύγει την καταβολή αμοιβής, αλλά έχει τα προβλεπόμενα από τα άρθρα 688- 690 ΑΚ δικαιώματα, εκτός βέβαια διαφορετικής συμφωνίας τους (ΑΠ 447/2016, ΑΠ 1665/2014).
Μπορεί έτσι και να υπαναχωρήσει από την όλη σύμβαση, αν το έργο έχει ουσιώδη ελαττώματα, που το καθιστούν άχρηστο, ή του λείπουν συμφωνημένες ιδιότητες, οπότε με την υπαναχώρηση η σύμβαση έργου καταργείται αναδρομικά και επέρχονται οι συνέπειες, που ορίζονται στο άρθρο 389 παρ.2 ΑΚ, δηλαδή αποσβήνονται οι συμβατικές υποχρεώσεις προς παροχή και οι συμβαλλόμενοι έχουν αμοιβαία υποχρέωση να αποδώσουν κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό τις παροχές που έλαβαν.
Η δήλωση βούλησης του εργοδότη περί υπαναχώρησης μπορεί να είναι είτε ρητή, είτε σιωπηρή, η κρίση δε του δικαστηρίου της ουσίας, ότι συνάγεται υπαναχώρηση από τα γενόμενα δεκτά ανελέγκτως πραγματικά περιστατικά, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 472/2009). Στην απαλλαγή του εργολάβου από την ευθύνη του για ελλείψεις του έργου οδηγεί, κατά το άρθρο 692 ΑΚ, και η έγκριση του έργου από τον εργοδότη, εκτός αν οι ελλείψεις δεν μπορούσαν να διαπιστωθούν με κανονική εξέταση, όταν έγινε η παραλαβή του έργου, ή αν ο εργολάβος τις απέκρυψε με δόλο.
Έγκριση είναι η επιδοκιμασία του έργου από το εργοδότη, με την οποία αυτός αναγνωρίζει ότι το έργο δεν έχει ελλείψεις. Η έγκριση, που προϋποθέτει πραγματική παράδοση του έργου, μπορεί να είναι ρητή, με την έννοια ότι ο εργοδότης δήλωσε ότι το έργο εκτελέστηκε σύμφωνα με τους όρους και τις προδιαγραφές της εργολαβικής σύμβασης, ή σιωπηρή που μπορεί να συναχθεί από την ανεπιφύλακτη ή χωρίς διαμαρτυρία παραλαβή του έργου από τον εργοδότη, η οποία, περαιτέρω, προκύπτει και από τη μη έγερση αξίωσης κατά του εργολάβου εντός ευλόγου χρόνου (ΑΠ 1199/2007).
Προκύπτει έτσι όχι μόνο δικαίωμα, αλλά και υποχρέωση του εργοδότη να εξετάσει το έργο, που του παραδίδεται και αναλόγως να το εγκρίνει ή να αρνηθεί την έγκρισή του, αν έχει ελλείψεις, διαφορετικά, αν δηλαδή παραλάβει το έργο χωρίς να το εξετάσει, φέρει αυτός τον κίνδυνο των ελλείψεων και υποχρεούται να καταβάλει στον εργολάβο τη συμφωνημένη αμοιβή του παρά την ύπαρξη ελλείψεων, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις παραπάνω εξαιρέσεις του άρθρο 692 ΑΚ.
Η εξέταση του έργου θεωρείται κανονική, αν γίνει είτε από τον ίδιο τον εργολάβο ή από αντιπρόσωπό του ή και από τρίτο πρόσωπο στο οποίο ανατέθηκε η εξέταση και έγκριση του έργου, είτε από ειδικό που έχει τις αναγκαίες γνώσεις, αν κατά τις αντιλήψεις των συναλλαγών και την καλή πίστη οι ελλείψεις του συγκεκριμένου έργου δεν μπορούν να γίνουν αντιληπτές από οποιονδήποτε (ΑΠ 447/2016).
4.Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Ακόμη, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με συνεκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος (ΑΠ 1340/2017, ΑΠ 765/2014).
5.Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης 5268/2013 απόφασής του (ΚΠολΔ 561 παρ.2), εκτιμώντας όλα τα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, τα εξής ουσιώδη:
Ότι με την από 26-11-2003 διακήρυξη δημοπρασίας του Δήμου ..., προκηρύχθηκε δημόσιος μειοδοτικός διαγωνισμός για την ανάδειξη αναδόχου κατασκευής του έργου "Μελέτη και κατασκευή Κλειστού Γυμναστηρίου ΑΠΧ ….", σε οικόπεδο του Δήμου. Ότι συντάχθηκαν για το σκοπό αυτό τα σχετικά τεύχη προμελέτης και τεύχη δημοπράτησης, τα οποία, άπαντα, τέθηκαν υπόψη όσων εκδήλωσαν ενδιαφέρον συμμετοχής στο διαγωνισμό.
Ότι μεταξύ αυτών ήταν και η εναγομένη κοινοπραξία, η οποία ανέθεσε τη σύνταξη της σχετικής μελέτης στους υποκαθιστάμενους από το ενάγον μελετητές. Ότι οι υποκαθιστάμενοι μελετητές, τελούντες εν γνώσει τόσο της προμελέτης και των τεχνικών προδιαγραφών και των όρων της διακήρυξης, όσο και του οικείου οικοδομικού κανονισμού, συνέταξαν την επίμαχη μελέτη.
Ότι η μελέτη αυτή απορρίφθηκε, με το (από 1-6-2004) πρακτικό της ΕΕΑ, "διότι δεν πληροί την απαίτηση της προμελέτης και των όρων δόμησης της περιοχής που επιβάλλουν κεραμοσκεπή στέγη" στο μελετώμενο κτίριο. Ότι η υποβληθείσα μελέτη δεν προέβλεπε ολική κεραμοσκεπή κάλυψη της στέγης του Γυμναστηρίου, αφού ποσοστό 20% αυτής ήταν από πλάκα σκυροδέματος.
Ότι η εναγομένη κοινοπραξία άσκησε ένσταση κατά της απορριπτικής απόφασης, η οποία απορρίφθηκε με την 58/25-6-2004 απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου του Δήμου ..., με το εξής αιτιολογικό: "1. Η επιβολή κεραμοσκεπής στέγης από τους όρους δόμησης σημαίνει προφανώς συνολική επιστέγαση του κτιρίου, το δε επιχείρημα με αναφορά της Κ/Ξ σε ποσοστά στέγασης κρίνεται από την επιτροπή ανεπιτυχές. 2.
Η επιτροπή αναζητεί μία ολοκληρωμένη πρόταση για το συγκεκριμένο ειδικό έργο του Κλειστού Γυμναστηρίου, που θα καλύπτει εξ αρχής όλες τις απαιτήσεις που θέτει ο Δήμος ... και σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να μελετηθεί το έργο με πιθανές μελλοντικές προσθήκες και μάλιστα καθ' ύψος. 3. Είναι προφανές ότι δεν ελήφθη υπόψη η προμελέτη του έργου, που δόθηκε σε όλες τις διαγωνιζόμενες επιχειρήσεις από το Δήμο ..., σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ.4.2.8 της διακήρυξης και συγκεκριμένα το τοπογραφικό διάγραμμα, στο οποίο αποτυπώνονται οι όροι δόμησης της περιοχής, οι οποίοι έχουν θεωρηθεί από το αρμόδιο Πολεοδομικό Γραφείο. 4.
Τέλος, σύμφωνα με την εγκύκλιο 7/50802/23-1-1998 του ΥΠΕΧΩΔΕ, που επικαλείται η Κ/Ξ στην ένστασή της και συγκεκριμένα την τελευταία παράγραφο, η προτεινόμενη λύση προϋποθέτει νέες εγκρίσεις από το αρμόδιο Πολεοδομικό Γραφείο και ενδεχομένως την ΕΠΑΕ, εγκρίσεις οι οποίες δεν είναι εκ των προτέρων εξασφαλισμένες και κατά συνέπεια αμφίβολη η υλοποίησή της".
Ότι η μελέτη παραδόθηκε στην κοινοπραξία την προτεραία (27-4-2004) της ημερομηνίας του διαγωνισμού (28-4-2004), αποστερώντας έτσι τα μέλη της από τη δυνατότητα να τη μελετήσουν και να διαπιστώσουν τυχόν παρεκβάσεις ή σφάλματα. Ότι περί όλων αυτών σαφής, κατηγορηματική και δοθείσα μετά λόγου γνώσεως, γι' αυτό και πειστική, είναι η ένορκη βεβαίωση του Ε.
Γ., πολιτικού μηχανικού. (Ακολούθως, το Εφετείο αναφέρει, κατά πιστή αντιγραφή, τα σχετικά με τις ανωτέρω παραδοχές σημεία της ένορκης βεβαίωσης του τελευταίου). Ότι, αντίθετα, ο μάρτυρας απόδειξης δεν πείθει, διότι προβαίνει σε κριτική των αποφάσεων της ΕΕΑ, ενώ ομολογεί και αυτός ότι "η μόνη αναφορά υπάρχει στο τοπογραφικό της υπηρεσίας που μιλάει για στέγη, χωρίς να διευκρινίζει οποιοδήποτε τοπογραφικό...".
Ότι, καταθέτοντας έτσι, παραβλέπει το γεγονός ότι στη διακήρυξη του συγκεκριμένου έργου περιλαμβάνεται ο όρος 8.6 α', σύμφωνα με τον οποίο οι μελετητές καταθέτουν υπεύθυνη δήλωση ότι "έλαβαν πλήρη γνώση των όρων της διακήρυξης αυτής και των τευχών, σχεδίων κλπ της μελέτης της υπηρεσίας, καθώς και όλων των άλλων στοιχείων που έχουν σχέση με το διαγωνισμό και τις συνθήκες εκτέλεσης του έργου και τα αποδέχονται πλήρως και ανεπιφύλακτα".
Ότι, αφού υπήρχε το τοπογραφικό της υπηρεσίας, όπου γινόταν αναφορά για κεραμοσκεπή στέγη, όφειλαν οι μελετητές ή να συμμορφωθούν απολύτως ή, έστω, να ζητήσουν πληροφορίες ή οδηγίες περί του θέματος και όχι να αυθαιρετήσουν. Ότι ο εκ των μελετητών Ά. Π., μετά την απόρριψη της προσφοράς, επειδή δεν πληρούσε τις απαιτήσεις της προμελέτης κλπ, προέβη στις εξής ενέργειες:
α) απηύθυνε το από 17-6-2004 έγγραφό του προς την Περιφέρεια Αττικής, Τμήμα ΠΕΧΩ και ζήτησε "ερμηνεία επιβολής κεραμοσκεπούς στέγης στην περιοχή των ..., σύμφωνα με το διάταγμα...", υποβάλλοντας και σχετικά ερωτήματα,
β) απηύθυνε προς την ΤΥΔΚ το από 28-6-2004 έγγραφό του, με το οποίο ζητούσε την "άμεση επέμβασή της" στην επιτροπή αξιολόγησης του έργου, διότι αυτή "αναρμοδίως και πιθανότατα λαθεμένα απεφάνθη επί νομικού θέματος",
γ) απηύθυνε προς τον πρόεδρο της επιτροπής ΕΕΑ του έργου το από 17-9-2004 έγγραφό του, με το οποίο ζητούσε επανεξέταση της ένστασης της κοινοπραξίας. Ότι τις απόψεις του επί του θέματος της κεραμοσκεπούς στέγης, τις οποίες διατύπωνε στα έγγραφά του, θα έπρεπε εγκαίρως να τις είχε υποβάλει στην επιτροπή αξιολόγησης, προς διευκρίνιση του θέματος, αφού το θεωρούσε ασαφές και μόνο οι σχετικές αμφιβολίες και αντιρρήσεις του επί του θέματος καταδεικνύουν την αυθαίρετη θέση των μελετητών και την αχρηστία της μελέτης. Ότι, άλλωστε, και μετά την απόρριψη της προσφοράς, με το ανωτέρω υπό στοιχείο γ' έγγραφό του, εκφράζει την αμφιβολία του περί των θέσεών του, αφού αναφέρει σε αυτό ότι η επιτροπή απεφάνθη, ως απεφάνθη, "πιθανότητα λαθεμένα". Ότι από τα ανωτέρω προκύπτει σαφώς, ότι οι υποκαθιστάμενοι μελετητές δεν αρκέσθηκαν στην πιστή εφαρμογή της προμελέτης και του τοπογραφικού διαγράμματος, ούτε έλαβαν υπόψη τους ισχύοντες στην περιοχή όρους δόμησης και άφησαν το 20% της στέγης μη κεραμοσκεπές, διότι ήθελαν να επωφεληθεί ο Δήμος μελλοντικής αύξησης του συντελεστή δόμησης. Ότι κάτι τέτοιο, το οποίο άλλωστε δεν ήταν σύμφωνο με τους ισχύοντες όρους δόμησης, δεν προβλεπόταν από την προμελέτη, ούτε ήταν και στις προθέσεις του Δήμου ..., αφού
α) δεν αφορούσε την υπάρχουσα τοπική και νομική κατάσταση της κατασκευής και β) δεν εξηγούν οι μελετητές τι είδους προσθήκη θα μπορούσε να γίνει, και μάλιστα καθ' ύψος, σε ένα ειδικό κτίριο, όπως το υπό κατασκευή Κλειστό Γυμναστήριο, το οποίο εξ ορισμού, αφού προβλεπόταν και κατασκευαζόταν κεραμοσκεπές, θα ήταν αδύνατον και σε αλλαγή συντελεστή δόμησης να δεχθεί καθ' ύψος προσθήκη και μάλιστα στο 20% της στέγης και αυτό με την προϋπόθεση ότι η προσθήκη θα εξυπηρετούσε ανάγκες του Γυμναστηρίου, οι οποίες δεν είχαν προβλεφθεί με την προμελέτη, ούτε, άλλωστε, και οι υποκαθιστάμενοι μελετητές προσδιορίζουν.
Ότι επί του θέματος αυτού η ΤΥΔΚ, με το υπ' αριθμό πρωτ. ...80/30-9-2004 έγγραφό της προς τον εκ των μελετητών Ά. Π., απαντώντας στον ισχυρισμό του ότι η εγκύκλιος 7 του ΥΠΕΧΩΔΕ/50802/23-1-1998 επέτρεπε τη μερική κεραμοσκεπή στέγη, επεσήμανε ότι τούτο συμβαίνει "μόνον όταν προβλέπεται μελλοντική εξάντληση του συντελεστή δόμησης ή όταν αυτό απαιτείται για λόγους κατασκευαστικούς άλλων κατασκευών και εγκαταστάσεων πάνω από το κτίριο" και ότι "στην προκειμένη περίπτωση του συγκεκριμένου έργου δεν συμβαίνει ούτε ο ένα ούτε το άλλο".
Επομένως, συνεχίζει το Εφετείο, η υπό των μελετητών καταρτισθείσα επίδικη μελέτη ήταν παντελώς άχρηστη. Ότι, κατά το λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας του Γ. Μπαμπινιώτη, η έννοια της λέξης άχρηστη είναι "αυτή που δεν είναι χρήσιμη, αυτή που δεν χρησιμοποιείται, αυτή που δεν είναι ικανή να εκτελέσει σωστά ένα έργο".
Ότι και οι τρεις έννοιες της λέξης βρίσκουν εφαρμογή στη συγκεκριμένη περίπτωση, διότι η μελέτη των υποκαθιστάμενων μελετητών καταρτίσθηκε αποκλειστικά για τη συμμετοχή της εναγομένης κοινοπραξίας στο συγκεκριμένο διαγωνισμό, που αφορούσε την κατασκευή συγκεκριμένου έργου, σε συγκεκριμένο χώρο και για συγκεκριμένο σκοπό.
Ότι η μελέτη αυτή δεν είναι δυνατόν να χρησιμοποιηθεί σε άλλη περίπτωση και παραμένει έκτοτε στα χέρια της κοινοπραξίας και θα παραμένει αχρησιμοποίητη στο διηνεκές, εκτός αν ο Δήμος ..., στον ίδιο τόπο, θελήσει να ανεγείρει και άλλο κλειστό γυμναστήριο, με υπερκάλυψη του 20% της στέγης του, γεγονός, όμως, που δεν προβλέπεται να συμβεί κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων.
Ότι, κατά συνέπεια, το υπό των υποκαθιστάμενων μελετητών παραδοθέν έργο είναι παντελώς άχρηστο και η κοινοπραξία μπορούσε να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση. Ότι μετά την απόρριψη της ένστασής της, οπότε και παγιώθηκε η πεποίθηση περί της αχρηστίας του έργου, η εναγομένη προέβη πράγματι σε υπαναχώρηση. Ότι τούτο προκύπτει και εκ του γεγονότος ότι επί ολόκληρη πενταετία, οι μελετητές δεν ήγειραν αξίωση περί καταβολής της αμοιβής τους.
Ότι, προφανώς, παραιτήθηκαν ατύπως από τις εκατέρωθεν απαιτήσεις, αφού ούτε και η κοινοπραξία προέκυψε ότι αξίωσε αποζημίωση για τη ζημία που υπέστη από την απόρριψη της προσφοράς της, λόγω της άχρηστης μελέτης, οι δε μελετητές αδράνησαν επί πέντε έτη να επιδιώξουν την επίδικη αμοιβή τους. Ότι το ενάγον, αφού κοινοποίησε την από 16-12-2009 εξώδικη δήλωση και πρόσκληση προς την κοινοπραξία, η οποία της επιδόθηκε την 24-12-2009, δηλώνοντας ότι υποκαθιστά τους μελετητές και τάσσει προθεσμία 15 ημερών προς αυτή για να καταβάλει την επιδιωκόμενη αμοιβή τους, έσπευσε, προ του κινδύνου επέλευσης της παραγραφής της επίδικης αξίωσης, να καταθέσει την 28-12-2009 την υπό κρίση αγωγή του, την οποία και επέδωσε την 30-12-2009, δηλαδή επτά ημέρες πριν από τη συμπλήρωση της ταχθείσας προθεσμίας των 15 ημερών.
Κατόπιν αυτών, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κατά παραδοχή της έφεσης, εξαφάνισε την εκεί εκκαλουμένη απόφαση και απέρριψε την αγωγή ως ουσία αβάσιμη.
6.Έτσι που έκρινε το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του νόμιμης βάσης, καθόσον διέλαβε σε αυτή την επιβαλλόμενη από το άρθρο 93 παρ.3 του Συντάγματος αιτιολογία, ως προς το ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα της υπαναχώρησης της κοινοπραξίας και των μελών της από τη ένδικη σύμβαση έργου, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 689 ΑΚ, την οποία έτσι δεν παραβίασε εκ πλαγίου.
Τούτο διότι αναφέρονται στην απόφαση, όπως προκύπτει από το προαναφερθέν ουσιώδες περιεχόμενό της, με σαφήνεια και επάρκεια τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπωμένο αποδεικτικό πόρισμά της ότι η εναγομένη κοινοπραξία προέβη σιωπηρώς στην άσκηση του δικαιώματος υπαναχώρησης από τη σύμβαση, αφού η επίμαχη μελέτη, η οποία θα χρησίμευε αποκλειστικά για τη συμμετοχή της τελευταίας στο συγκεκριμένο δημόσιο μειοδοτικό διαγωνισμό, είναι παντελώς άχρηστη και δεν είναι δυνατόν να χρησιμοποιηθεί σε άλλη περίπτωση.
Επομένως, ο πρώτος λόγος της αίτησης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση ως προς το ουσιώδες ζήτημα της υπαναχώρησης, στηρίζοντας τη σχετική κρίση του σε ελλιπείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες, αφού στο αιτιολογικό αυτής δεν εκτίθενται από ποια συγκεκριμένα στοιχεία αποδείχθηκαν οι νόμιμες προϋποθέσεις της υπαναχώρησης και κυρίως από ποια στοιχεία το Εφετείο συνήγαγε τη συντέλεση της υπαναχώρησης, είναι αβάσιμος.
Η περιεχόμενη στον ίδιο λόγο αιτίαση ότι δεν προκύπτει από κανένα αποδεικτικό στοιχείο ότι οι αναιρεσίβλητοι άσκησαν, σαφώς και ορισμένως, το δικαίωμα υπαναχώρησης από τη σύμβαση έργου, είναι απαράδεκτη, διότι, υπό την επίκληση της αναιρετικής πλημμέλειας της ανωτέρω διάταξης, πλήττεται η ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Εφετείου και ειδικότερα για την εκτίμηση των αποδείξεων αναφορικά με την άσκηση του δικαιώματος υπαναχώρησης (ΚΠολΔ 561 παρ.1).
7.Με το δεύτερο λόγο της αίτησης οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ ότι στερείται νόμιμης βάσης, διότι "διέλαβε αναφορικά με το στοιχείο της έγκρισης ή μη του έργου από τους αναιρεσιβλήτους ασαφείς, ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή του κανόνα ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 692 ΑΚ, καθώς έχει δεχθεί αντιφατικά από τη μία πλευρά ότι οι αντίδικοι δεν πρόλαβαν να εξετάσουν το έργο και από την άλλη πλευρά ότι το εξέτασαν και ότι ήταν σε θέση να διαγνώσουν όχι μόνο τις τεχνικές του πλημμέλειες, αλλά και το αν θα γίνει δεκτό ή όχι στο διαγωνισμό".
Με βάση τις προαναφερόμενες παραδοχές, αποδεικτικό πόρισμα αποτελεί η παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης περί μη έγκρισης του έργου, το οποίο παραδόθηκε την προηγούμενη ημέρα του διαγωνισμού και η έγκρισή του εξαρτάτο από την επιτροπή του διαγωνισμού, η οποία τελικά απέρριψε την προσφορά της εναγομένης κοινοπραξίας, διότι δεν πληρούσε την απαίτηση της προμελέτης και των όρων δόμησης της περιοχής, που επιβάλλουν κεραμοσκεπή στέγη.
Ως προς το ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ως άνω ζήτημα της έγκρισης ή μη της μελέτης που εκπόνησαν οι αναιρεσείοντες για τη συμμετοχή της κοινοπραξίας στον ως άνω μειοδοτικό διαγωνισμό, το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 692 ΑΚ, την οποία έτσι δεν παραβίασε εκ πλαγίου.
Δεν συνάγεται αντίφαση στις αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης από την ειδική μνεία σε αυτή της ένορκης βεβαίωσης του Ε. Γ., πολιτικού μηχανικού, ως πειστικής και η παράθεση του επικαλούμενου με το αναιρετήριο αποσπάσματος της κατάθεσής του, το οποίο έχει, κατά λέξη, ως εξής: ".... Ήμουν παρών στο γραφείο της κοινοπραξίας την παραμονή του διαγωνισμού, όταν διαπίστωσαν οι κ.κ.
Σ. και Λ. την ασυμφωνία της μελέτης προς τις προδιαγραφές που έθετε ο κύριος του έργου και ιδίως για τη στέγη του κτιρίου, μπορώ δε να μεταφέρω την αντίδρασή τους και τη βεβαιότητα που είχαν ότι η ασυμφωνία αυτή θα οδηγούσε σε πιθανό αποκλεισμό της κοινοπραξίας από το διαγωνισμό, όπως και έγινε. Δεν είχαν, όμως, τότε άλλη επιλογή από το να καταθέσουν τη μελέτη ως είχε ή να μη συμμετάσχουν στο διαγωνισμό...", καθόσον η ειδική αυτή μνεία και αξιολόγηση ως πειστικής της κατάθεσης του ενόρκως βεβαιούντος ως άνω μάρτυρα, στην οποία προέβη το Εφετείο, χωρίς να είναι υποχρεωμένο προς τούτο, δεν αποτελεί "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.
Επομένως, ο εξεταζόμενος δεύτερος λόγος από το άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ, για εκ πλαγίου παραβίαση της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 692 ΑΚ, είναι αβάσιμος.
8.Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα του δευτέρου και τρίτου των αναιρεσιβλήτων, που παραστάθηκαν και κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτών (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12-7-2016 και με αριθμό κατάθεσης 657/19-7-2016 αίτηση για αναίρεση της 5268/2013 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα των δευτέρου και τρίτου των αναιρεσιβλήτων, Χ. Λ. του Α. και Α. Σ. του Π..
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 17η Μαΐου 2019.-Και
Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 11η Ιουλίου 2019.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ