Supreme Court allows appeal against administrative court decision due to contradictory reasoning regarding debt notification.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the first and second grounds of the appeal against a First Instance Court decision regarding administrative enforcement. The State argued the debtor could not verify the debt without specific documents, while the Court found the lower court's reasoning contradictory and insufficient regarding the notification of the debt. Consequently, the appeal was accepted, the case was remitted to the same court for retrial with a different judge, and the losing party was ordered to pay the appellant's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(19), 576(2), 580(3) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may allow an appeal when the lower court's reasoning is contradictory or insufficient regarding the notification of the debt, necessitating a retrial with a different judge.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 819 / 2018 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 819/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Λέκκα), Αθανάσιο Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού, Ιωάννη Μπαλιτσάρη και Χρήστο Τζανερρίκο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 26 Φεβρουαρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα και στην προκειμένη περίπτωση από τον Προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. Τρικάλων, κατοικοεδρεύοντα στα Τρίκαλα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Εμμανουήλ Μουστάκη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Ε. Π. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15/5/2007 ανακοπή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Τρικάλων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 397/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 90/2013 του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 22/12/2015 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. O Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρήστος Τζανερρίκος ανέγνωσε την από 15/2/2018 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την επανάληψη της συζητήσεως της υποθέσεως, προκειμένου να προσκομισθούν, με επιμέλεια του αναιρεσείοντος, τα αναφερόμενα στο σκεπτικό (παρ.
ΙΙ) έγγραφα, άλλως, να γίνουν δεκτοί οι πρώτος και δεύτερος αναιρετικοί λόγοι και να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και, τέλος, να απορριφθεί ο τρίτος λόγος.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από την προσκομιζόμενη από το αναιρεσείον υπ' αριθμ. …9Ε/01-09-2017 έκθεση επιδόσεως του εδρεύοντος στο Πρωτοδικείο Τρικάλων δικαστικού επιμελητού της περιφέρειας του Εφετείου Λάρισας Κ. Π., προκύπτει ότι επικυρωμένο αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως με την επ' αυτής πράξη προσδιορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση έχει επιδοθεί, με επιμέλεια του επισπεύδοντος τη συζήτηση αναιρεσείοντος, νομίμως και εμπροθέσμως στον αναιρεσίβλητο (άρθρο 568 παρ. 2, 3 και 4 Κ.Πολ.Δ.), για την παρούσα δικάσιμο. Επομένως, εφόσον ο τελευταίος δεν εμφανίσθηκε και δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατέθεσε δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, κατά την νόμιμη εκ του πινακίου εκφώνηση της υποθέσεως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση, χωρίς την παρουσία του (άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ).
ΙΙ. Με την κρινομένη αίτησή του το αναιρεσείον, παραδεκτώς, προσβάλλει τη, μη υποκειμένη σε ανακοπή ερημοδικίας, κατ' άρθρο 937 παρ. 1, β' του ΚΠολΔ, εφαρμοζομένου και στις περιπτώσεις διοικητικής εκτελέσεως, βάσει του ΚΕΔΕ (ΑΠ 1578/1991, ΑΠ 1530/1988), υπ' αριθμόν 90/2013 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας, που εκδόθηκε, ερήμην του ήδη αναιρεσίβλητου - εφεσιβλήτου, κατά την τακτική διαδικασία, με την οποίαν απορρίφθηκε η έφεσή του (αναιρεσείοντος) κατά της, αντιμωλία εκδοθείσας, 397/2008 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων, η οποία αφού δέχθηκε την από 15-05-2007, κατά τις διατάξεις του ΚΕΔΕ ασκηθείσα, ανακοπή του, ακύρωσε την …5/17-04-2007 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Τρικάλων Χ. Κ., καθώς και τις …8/08-07-2005 και …2/20-10-2006 ταμειακές βεβαιώσεις χρηματικών καταλόγων της ΔΟΥ ….
ΙΙΙ. Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από την διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν (ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006). Εξάλλου, ο από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ο οποίος εφαρμόστηκε (υπαγωγικός συλλογισμός), ώστε καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της διάταξης, καθώς και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (Ολ.ΑΠ 1/1999, 28/1997, 12/1995).
Περαιτέρω, στην δίκη που ανοίγεται με την ανακοπή του άρθρου 73 ΚΕΔΕ (ν.δ. 356/1974), σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 583-585 ΚΠολΔ, η οποία μπορεί να ασκείται και κατά του νόμιμου τίτλου, ο μεν ανακόπτων επέχει κατ' αρχήν θέση εναγομένου, το δε καθ' ου η ανακοπή (Δημόσιο) θέση ενάγοντος και έτσι το τελευταίο βαρύνεται με την επίκληση των γεγονότων, των οποίων το βάρος θα έφερε, αν ασκούσε το δικαίωμά του με αγωγή.
Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 2 παρ. 2 ΚΕΔΕ, όπως ίσχυε πριν από την τροποποίησή του με το άρθρο 7 παρ. 2 του ν. 4224/2013, νόμιμο τίτλο αποτελούν: α) η βεβαίωση κατά το νόμο και ο προσδιορισμός από τις αρμόδιες διοικητικές ή άλλες αρχές του εισπρακτέου ποσού, του είδους του εσόδου και της αιτίας για την οποία αυτό οφείλεται, δηλαδή η πράξη καταλογισμού χρηματικού ποσού σε βάρος διοικουμένου με δημόσιο έγγραφο, το οποίο εκδίδεται από αρμόδια αρχή και ενσωματώνει την ατομική διοικητική πράξη, β) τα δημόσια ή ιδιωτικά έγγραφα που αποδεικνύουν οφειλή και γ) τα δημόσια ή ιδιωτικά έγγραφα από τα οποία μπορεί να πιθανολογηθεί η ύπαρξη και το ποσό οφειλής.
Σε κάθε περίπτωση πρέπει από τον τίτλο, δηλαδή από το σύνολο των εγγράφων που τον συγκροτούν, να προκύπτει βεβαία και εκκαθαρισμένη απαίτηση, το είδος αυτής και η ακριβής αιτία της αντίστοιχης οφειλής, δηλαδή ανάλυση της κίνησης του λογαριασμού της, ώστε, αν αμφισβητηθεί, να είναι δυνατός ο δικαστικός έλεγχος, αφού με βάση το νόμιμο τίτλο είναι δυνατόν να επισπευστεί αναγκαστική εκτέλεση, χωρίς να έχει προηγηθεί διαγνωστική δίκη και έκδοση δικαστικής απόφασης, που θα καθιστούσε σαφή την αιτία του χρέους.
Η ανάγκη αυτή καθίσταται εντονότερη, όταν ο ουσιαστικός καθορισμός του χρέους δεν έγινε από το Δημόσιο, η δράση του οποίου διέπεται από την αρχή και το τεκμήριο της νομιμότητας, αλλά από τρίτο πρόσωπο, όπως είναι ο αρχικός δανειστής, προς τον οποίο το Δημόσιο είχε παράσχει εγγύηση και στη θέση του οποίου αυτό υποκαταστάθηκε, λόγω μη εξόφλησης του δανείου από τον οφειλέτη.
Από την βεβαίωση, ως νόμιμο τίτλο είσπραξης (βεβαίωση υπό ευρεία έννοια), διακρίνεται η ταμειακή βεβαίωση (βεβαίωση υπό στενή έννοια), που είναι αναγκαία για να μπορεί να επιδιωχθεί η είσπραξη της απαίτησης του Δημοσίου, δηλαδή συνιστά τίτλο εκτέλεσης. Στον ΚΕΔΕ δεν προβλέπεται κοινοποίηση της ταμειακής βεβαίωσης στον οφειλέτη, ούτε επιβάλλεται να συνοδεύεται από τα έγγραφα που συγκροτούν το νόμιμο τίτλο ή να παρατίθενται αναλυτικά σ' αυτή τα μερικότερα ποσά της οφειλής ή η αιτιολογία τους, αλλά αρκεί με βάση τα έγγραφα του νόμιμου τίτλου, τα οποία το Δημόσιο υποχρεούται να προσκομίσει προς απόδειξη της απαίτησης του, να παρέχεται στον μεν οφειλέτη η δυνατότητα αμφισβήτησης της οφειλής του στη σχετική δίκη, στο δε δικαστήριο η δυνατότητα ελέγχου της βασιμότητάς της (ΑΠ 394/2017, ΑΠ 273/2016, ΑΠ 175/2015).
Ο νόμιμος τίτλος δεν συμπίπτει με την ταμειακή βεβαίωση, πλην μεταξύ τους υφίσταται στενή αιτιακή σχέση, ώστε σε περίπτωση που η ταμειακή βεβαίωση δεν στηρίζεται σε νόμιμο τίτλο, όπως σε τίτλο στον οποίο δεν προσδιορίζεται επαρκώς το χρέος, να είναι αυτή ακυρωτέα (ΑΠ 434/2015, ΑΠ 1898/2014). Περαιτέρω, σύμφωνα με την 2/478/0025/4.1.2006 απόφαση Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών (ΦΕΚ 16/τ.
β'/ 13.1.2006), για την βεβαίωση οφειλών δανείων εγγυημένων από το Ελληνικό Δημόσιο, αποστέλλεται από τα πιστωτικά ιδρύματα στην 25η Διεύθυνση του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών, εις διπλούν, ο πλήρης φάκελος με τα παρακάτω δικαιολογητικά, η δε 25η Διεύθυνση, μέσα σε εύλογο χρονικό διάστημα, διενεργεί έλεγχο των δικαιολογητικών και στη συνέχεια αποστέλλει ένα πλήρη φάκελο με τον οικείο χρηματικό κατάλογο και τις τριπλότυπες περιληπτικές καταστάσεις βεβαίωσης στην αρμόδια Δ.Ο.Υ, η οποία προβαίνει εντός προθεσμίας ενός μηνός στην εν στενή εννοία βεβαίωση υπέρ του Δημοσίου του ποσού αυτού για το οποίο έχει εγγυηθεί το Ελληνικό Δημόσιο, στο λογαριασμό "Κεφάλαιο Ασφαλίσεως Χρηματοδοτήσεων εκ Κεφαλαίων ή εγγυήσεων του Ελληνικού Δημοσίου" και σε βάρος των υπόχρεων φυσικών ή νομικών προσώπων και αποστέλλει άμεσα στην 25η Δ/νση το αντίγραφο της περιληπτικής κατάστασης βεβαίωσης.
Η 25η Διεύθυνση ακολούθως προβαίνει στην πληρωμή της βεβαιωμένης εγγυημένης οφειλής, μέσω Ειδικού Λογαριασμού "Κεφάλαιον Ασφαλίσεως Χρηματοδοτήσεων εκ Κεφαλαίων ή Εγγυήσεων του Ελληνικού Δημοσίου". Για την διενέργεια δε του απαιτούμενου ελέγχου, όσο και για την διασφάλιση των δικαιωμάτων του Δημοσίου κατά την είσπραξη των απαιτήσεων, ο φάκελος που αποστέλλει το πιστωτικό ίδρυμα θα πρέπει απαραίτητα να περιέχει, μεταξύ άλλων:
Αναλυτικές καταστάσεις οφειλών εγγυημένων από το Ελληνικό Δημόσιο, αντίγραφα όλων των δανειακών συμβάσεων, των συμβάσεων πίστωσης με Ανοικτό Αλληλόχρεο λογαριασμό και των παρεπομένων αυτών συμβάσεων, αντίγραφα όλων των τυχόν συμβάσεων ρύθμισης που υπεγράφησαν, ανάλυση της κίνησης των λογαριασμών που τηρήθηκαν για κάθε σύμβαση χωριστά, από την υπογραφή της μέχρι την ημερομηνία αποστολής των δικαιολογητικών.
Από την ανάλυση αυτή, θα πρέπει οπωσδήποτε να προκύπτουν με σαφήνεια: α) Τα ποσά που χορηγήθηκαν. β) Οι τόκοι που χρεώθηκαν, ενήμεροι και υπερημερίας. γ) Τα επιτόκια που εφαρμόσθηκαν εκ μέρους των πιστωτικών ιδρυμάτων, ανά χρονική περίοδο που αυτά ίσχυσαν και τα οποία χρησιμοποιήθηκαν για τον εκτοκισμό της εγγυημένης οφειλής.
δ) Τα έξοδα με τα οποία χρεώθηκαν και η αιτιολογία τους. ε) Οι καταβολές που πραγματοποιήθηκαν εκ μέρους των ενεχομένων έναντι της οφειλής, με αναφορά στις ημερομηνίες που αυτές διενεργήθηκαν και στον τρόπο που τις κατένειμε η τράπεζα έναντι των εξόδων, των τόκων, συμβατικών και υπερημερίας, και των δόσεων ενήμερων και ληξιπροθέσμων (ΑΠ 393/2017, ΑΠ 340/2017, ΑΠ 273/2016).
IV. Tο Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση αυτής (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), δέχθηκε τα ακόλουθα: "...Στην προκείμενη περίπτωση από όλα τα έγγραφα που το εκκαλούν επικαλείται και προσκομίζει, αποδείχθηκαν τ' ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Όπως προκύπτει από τα αναφερόμενα στο υπ' αριθμ.
πρωτ. ...8/14-9-2011 έγγραφο του προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. .. Γ. Τ., η … Τράπεζα της Ελλάδος (…) απέστειλε στην Δ.Ο.Υ. Τρικάλων την με αριθμό πρωτ. ..4/29-6-2005 τριπλότυπη περιληπτική κατάσταση για βεβαίωση δανείων (ΚΑΧΚΕΕΔ) οικονομικού έτους 2003, ΚΥΑ 4216/…4/7-2-2001, διαφόρων δανειοληπτών της, με εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου (εκκαλούντος - καθ' ου η ανακοπή), για συνολικό ποσό 146.516,17 ευρώ, εκ του οποίου ποσό 81.897/96 ευρώ αφορούσε κεφάλαιο και τόκους ληξιπροθέσμου δανείου, που έλαβε η επιχείρηση "...
ΑΕ" με διακριτικό τίτλο "...". Σύμφωνα με την κατάσταση ανάκτησης βεβαιωμένης απαίτησης με ημερομηνία εκτύπωσης 29-6-2005, της Τράπεζας της Ελλάδος, το ποσό της απαίτησης προς βεβαίωση των 81.897,96 ευρώ, αποτελείται από κεφάλαιο στη λήξη της απαίτησης 21.244,76 ευρώ, τόκους στη λήξη της απαίτησης 45.504,79 ευρώ, τόκους μετά τη λήξη της απαίτησης με συμβατικό επιτόκιο 11.582,40 ευρώ, τόκους ποινής υπέρ … 1.783 ευρώ και τόκους ποινής υπέρ Δημοσίου 1.783,01 ευρώ και συνολικά 81.897,96 ευρώ.
Για την εν λόγω απαίτηση ως λήξη θεωρείται η 30-6-2003 και ως λήξη προθεσμίας βεβαίωσης η 30-6-2005. Η Δ.Ο.Υ. Τρικάλων με την ανακοπτόμενη υπ' αριθμ. 4498/8-7-2005 πράξη της, προέβη σε βεβαίωση του παραπάνω ποσού της τριπλότυπης κατάστασης των 146.516,17 ευρώ, που αφορά κατάπτωση της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου. Με το υπ' αριθμ.
πρωτ. 2/.../12-10-2006 έγγραφο της 25ης Διεύθυνσης κίνησης κεφαλαίων εγγυήσεων δανείων και αξιών του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών, διαβιβάστηκε στην ανωτέρω Δ.Ο.Υ. …, χρηματικός κατάλογος προς βεβαίωση, με συνημμένα δικαιολογητικά συνολικής απαίτησης 152.077,71 ευρώ, που αφορά κατάπτωση της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου, σε βάρος της παραπάνω επιχείρησης "...
ΑΕ" με διακριτικό τίτλο "...", σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 478/4-1-2006-ΦΕΚ16/Τ.Β713-1-2006. απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών. Η εν λόγω Δ.Ο.Υ. Τρικάλων, με την ανακοπτόμενη υπ' αριθμ. ….2/20-10-2006 πράξη της, προέβη σε βεβαίωση του παραπάνω ποσού. Σύμφωνα με τις καταστάσεις ανάκτησης βεβαιωμένης απαίτησης με ημερομηνία εκτύπωσης 27-6-2006 της …., η βεβαιωθείσα απαίτηση είναι το άθροισμα της 2ης και 3ης δόσης της δανειακής σύμβασης με εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου και αποτελείται από α/.
Δεύτερη δόση: κεφάλαιο στη λήξη της απαίτησης 23.403,04 ευρώ, τόκους στη λήξη της απαίτησης 39.815,02 ευρώ, τόκους μετά τη λήξη της απαίτησης 11.274,87 ευρώ, τόκους ποινής υπέρ … 1.735,66 ευρώ και τόκους ποινής υπέρ Δημοσίου 1.735,66 ευρώ και συνολικά 80.005,34 ευρώ. β/ Τρίτη δόση: κεφάλαιο στη λήξη της απαίτησης 25.303,37 ευρώ, τόκους στη λήξη της απαίτησης 39.815,02 ευρώ, τόκους μετά τη λήξη της απαίτησης 5.316,99 ευρώ, τόκους ποινής υπέρ … 818,49 ευρώ και τόκους ποινής υπέρ Δημοσίου 818,50 ευρώ και συνολικά 72.072,37 ευρώ.
Ως λήξη της απαίτησης για την 2η δόση θεωρείται η ημερομηνία 30-6-2004 και για την τρίτη δόση η ημερομηνία 30-6-2005, ενώ ως λήξη προθεσμίας βεβαίωσης της 2ης δόσης η 30-6-2006 και της 3ης δόσης η 30-6-2007. Σύμφωνα με τις δανειακές συμβάσεις, που έχουν συναφθεί μεταξύ της … και της επιχείρησης "... ΑΕ" με διακριτικό τίτλο "...", από τις οποίες προήλθαν οι βεβαιωθείσες από την Δ.Ο.Υ.
Τρικάλων υποχρεώσεις της εν λόγω ανώνυμης εταιρίας αυτής προς την …. οι μοναδικοί μέτοχοι αυτής (ανώνυμης εταιρίας) 1) Ν. Π., 2) Δ. Π., 3) Β. Π., 4) Ε. Π. (ανακόπτων - εφεσίβλητος) και 5) Φ. Π. συζ. Κ. Γ. υπέγραψαν ως εγγυητές υπέρ της πρωτοφειλέτριας ως άνω ανώνυμης εταιρίας τις παραπάνω συμβάσεις, ευθυνόμενοι ο καθένας εις ολόκληρον, παραιτούμενοι του ευεργετήματος της διαίρεσης και ένστασης δίζησης.
Επειδή η πρωτοφειλέτρια εταιρία δεν ανταποκρίθηκε στις υποχρεώσεις της από τις παραπάνω συμβάσεις και επειδή η παραπάνω Τράπεζα ζήτησε να καταβάλλει το Ελληνικό Δημόσιο, ως εγγυητής, το υπόλοιπο οφειλόμενο ποσό των δανείων, το οποίο το τελευταίο κατέβαλε στην δανείστρια Τράπεζα, η αρμόδια Δ.Ο.Υ. Τρικάλων ζήτησε και από τους εγγυητές την καταβολή του εν λόγω ποσού.
Ακολούθως απέστειλε στον ανακόπτοντα εφεσίβλητο τις υπ' αριθμ. ….3/2005 και …2, …./2006 αρχικές ειδοποιήσεις και στην συνέχεια με την υπ' αριθμ. πρωτ. ….02/323/9.5.2006 ατομική ειδοποίηση ληξιπροθέσμων χρεών που προσκομίζεται η Δ.Ο.Υ … ζήτησε από τον εφεσίβλητο - ανακόπτοντα την καταβολή σ' αυτήν του συνολικού ποσού των 92.303,61 ευρώ (84539,90 ευρώ για κεφάλαιο και 7.763,71 ευρώ προσαυξήσεις).
Επειδή ο παραπάνω συνυπόχρεος εφεσίβλητος - ανακόπτων δεν ανταποκρίθηκε στις υποχρεώσεις του, η Δ.Ο.Υ. Τ… εξέδωσε την υπ' αριθμ. πρωτ. …1/14-3-2007 παραγγελία για αναγκαστική κατάσχεση κινητής και ακίνητης περιουσίας του τελευταίου, η οποία προσκομίζεται, με βάση την οποία η δικαστική επιμελήτρια στο Πρωτοδικείο Τρικάλων Χ.
Κ., προέβη, με την ανακοπτόμενη και προσκομιζόμενη υπ' αριθμ. …5/17-4-2007 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης, σε κατάσχεση της ακίνητης περιουσίας του ως άνω συνυποχρέου - εφεσίβλητου - ανακόπτοντος, για κύρια οφειλή από δάνεια ΚΑΧΚΕΕΔ 234390,29 ευρώ, πλέον προσαυξήσεων (πρόστιμο) εκπροθέσμου καταβολής υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου, από την ημερομηνία βεβαίωσης των οφειλών, μέχρι την ημερομηνία έκδοσης της παραγγελίας αναγκαστικής κατάσχεσης, το οποίο ανέρχονταν στο ποσό των 21.839,53 ευρώ και συνολικά 256.229,82 ευρώ.
Όπως συνομολογείται από το εκκαλούν, στις ανακοπτόμενες υπ' αριθμ. ….8/8-7-2005 και …2/20-10-2006 ταμειακές βεβαιώσεις χρηματικών καταλόγων, οι οποίες δεν προσκομίζονται, αναγράφεται το συνολικό ποσό της οφειλής, χωρίς να αναγράφεται η αιτία και χωρίς να γίνεται η ανάλυση του ποσού αυτού κατά κεφάλαιο, νομίμους τόκους, τόκους υπερημερίας, τυχόν ανατοκισμούς, προσαυξήσεων και τυχόν άλλων εξόδων, χωρίς εξατομίκευση των δανειακών συμβάσεων, από τις οποίες προκύπτει η ανωτέρω οφειλή της πρωτοφειλέτριας υπέρ της οποίας εγγυήθηκε ο εφεσίβλητος - ανακόπτων.
Από τη μη αναγραφή των παραπάνω στοιχείων στις βεβαιώσεις αυτές, ο ανακόπτων ο οποίος αρνείται το ύψος της οφειλής, δεν μπορεί να ελέγξει αυτήν, υφιστάμενος βλάβη, η οποία δεν μπορεί να καλυφθεί με άλλον τρόπο παρά με την ακύρωση των αορίστων αυτών ταμειακών βεβαιώσεων, λαμβανομένου υπόψη ότι μετά την έκδοση των παραπάνω βεβαιώσεων έλαβε τις προαναφερόμενες ατομικές ειδοποιήσεις ληξιπροθέσμων χρεών να καταβάλει το συνολικό ποσό των 256.229,82 €.
Και ναι μεν το εκκαλούν-καθ' ου Ελληνικό Δημόσιο ισχυρίζεται ότι ο ανακόπτων γνώριζε την ακριβή αιτία και το ύψος της οφειλής της πρωτοφειλέτριας ανώνυμης εταιρίας ως εκ της ιδιότητάς του ως μέλους του ΔΣ αυτής, όμως, δεν προσκόμισε κανένα αποδεικτικό στοιχείο από το οποίο να προκύπτει ότι αυτός έλαβε γνώση άλλων προσδιοριστικών της οφειλής διοικητικών πράξεων.
Επομένως, οι προσβαλλόμενες ταμειακές βεβαιώσεις χρηματικών καταλόγων ήταν αόριστες και συνεπώς άκυρες. Ακολούθως σχετικά με την ανακοπή εκ του άρθρου 75 § 1 του ΚΕΔΕ κατά της υπ' αριθμ. ….5/17.4.2007 έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Τρικάλων, Χ.
Κ., πρέπει να γίνει δεκτή διότι η πράξη αναγκαστικής εκτέλεσης, ακολουθεί τη νομότυπη ταμειακή βεβαίωση με βάση νόμιμο τίτλο, στην προκειμένη όμως περίπτωση δεδομένου ότι ο τίτλος που στηρίζεται η εκτέλεση, κρίθηκε ως άνω άκυρος επιφέρει και την ακύρωση αυτής.
Συνεπώς το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφαση του ακύρωσε την υπ' αριθμ. ….5/17.4.2007 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης της ως άνω δικαστικής επιμελήτριας, και τις με αριθμ. ….8/8.7.2005 και …2/20.10.2006 ταμειακές βεβαιώσεις χρηματικών καταλόγων της Δ.Ο.Υ …. ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις παραπάνω διατάξεις και εκτίμησε τις αποδείξεις έστω και με ελλιπείς αιτιολογίες που συμπληρώνονται με τις παρούσες και τ' αντίθετα που ισχυρίζεται το εκκαλούν είναι αβάσιμα και απορριπτέα, καθώς και η κρινόμενη έφεση στο σύνολο της.".
Με αυτά, όμως, που δέχτηκε το Εφετείο και απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης απόφασης, που είχε κρίνει ομοίως, παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 2 ΚΕΔΕ, αναφορικά με την έννοια του νόμιμου τίτλου, την οποία περιόρισε, αποκλειστικά, στην ταμειακή βεβαίωση και τον χρηματικό κατάλογο, στα οποία και μόνον αναζήτησε, για το ορισμένο του νόμιμου τίτλου, τα προσδιοριστικά της επίδικης οφειλής στοιχεία. Ειδικότερα, με βάση τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη και προκειμένης περιπτώσεως οφειλής από κατάπτωση εγγυήσεως του Ελληνικού Δημοσίου από δάνειο που έλαβε, από την … Α.Ε., η εταιρεία με την επωνυμία "... ΑΕ", που δεν εκπλήρωσε τις συμβατικές υποχρεώσεις της και υπέρ της οποίας είχε εγγυηθεί, ευθυνόμενος, εις ολόκληρον, παραιτηθείς του ευεργετήματος διαίρεσης και της ένστασης δίζησης, ο ήδη αναιρεσίβλητος - ανακόπτων, το νόμιμο τίτλο συγκροτούσαν τα αποστελλόμενα στην αρμόδια Δ.Ο.Υ (… εν προκειμένω) έγγραφα από τον φάκελο δανείων της ως άνω Τράπεζας (συμβάσεις, αναλυτικές καταστάσεις οφειλών εγγυημένων από το Ελληνικό Δημόσιο, ανάλυση της κίνησης των λογαριασμών που τηρήθηκαν για κάθε σύμβαση χωριστά, από την υπογραφή της μέχρι την ημερομηνία αποστολής των δικαιολογητικών, με τον οικείο χρηματικό κατάλογο και τις τριπλότυπες περιληπτικές καταστάσεις βεβαίωσης), με βάση τα οποία ζητήθηκε η βεβαίωση του εισπρακτέου ποσού.
Συνεπώς, βασίμως μέμφεται την αναιρεσιβαλλομένη το αναιρεσείον για την πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον πρώτο, κατά το πρώτο σκέλος του και με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεώς του, οι οποίοι πρέπει να γίνουν δεκτοί. Περαιτέρω, το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες, αναφορικά με το κρίσιμο ζήτημα της πρόκλησης βλάβης στον αναιρεσίβλητο, αφού, ενώ αναφέρει σ' αυτήν ότι το αναιρεσείον προσκόμισε στην κατ' έφεση δίκη τα συγκροτούντα, κατά τα ανωτέρω, το νόμιμο τίτλο έγγραφα, εντούτοις κατέληξε στην παραδοχή ότι ο τελευταίος "...δεν μπορεί να ελέγξει αυτήν (οφειλή), υφιστάμενος βλάβη, η οποία δεν μπορεί να καλυφθεί με άλλον τρόπο παρά με την ακύρωση των αόριστων αυτών ταμειακών βεβαιώσεων..." και, στη συνέχεια, δέχθηκε ότι το ήδη αναιρεσείον - καθ' ου η ανακοπή "...δεν προσκόμισε κανένα αποδεικτικό στοιχείο από το οποίο να προκύπτει ότι αυτός (ήδη αναιρεσίβλητος - ανακόπτων) έλαβε γνώση άλλων προσδιοριστικών της οφειλής διοικητικών πράξεων", χωρίς να αιτιολογεί γιατί δεν προέκυπτε από τα προαναφερθέντα και συγκροτούντα πλήρως, με βάση τις παραπάνω σκέψεις της παρούσας, το νόμιμο τίτλο έγγραφα η ένδικη οφειλή, ώστε να μην μπορεί, κατά τις παραδοχές του, να την ελέγξει ο ανακόπτων οφειλέτης ούτε, περαιτέρω, αναφέρει ποιες ήταν οι "άλλες διοικητικές πράξεις", που, όπως δέχθηκε, δεν προσκόμισε το ήδη αναιρεσείον - καθ' ου η ανακοπή, από τις οποίες θα εξατομικευόταν, κατά τις παραδοχές του, με πληρότητα, η ένδικη οφειλή, προκειμένου να λάβει γνώση αυτής ο πρώτος.
Συνεπώς, βασίμως μέμφεται την αναιρεσιβαλλομένη το αναιρεσείον και για την πλημμέλεια από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με το δεύτερο σκέλος του πρώτου αναιρετικού λόγου, ο οποίος πρέπει να γίνει δεκτός, κατά τούτο.
V. Μετά την παραδοχή της βασιμότητας των παραπάνω αναιρετικών λόγων, η αναιρετική εμβέλεια των οποίων καταλαμβάνει και τους λοιπούς, ώστε να παρέλκει η έρευνά τους, πρέπει ν' αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλον, εκτός εκείνου που δίκασε, δικαστή, κατά την παράγραφο 3 του άρθρου 580 Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει. Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος θα επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσιβλήτου, λόγω της ήττας του, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος του πρώτου, που κατέθεσε προτάσεις, (άρθρα 106, 176 και 183 ΚΠολΔ) μειωμένα, όμως, σύμφωνα με άρθρο 22 ν. 3693/1957, κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό. Σημειώνεται, τέλος, ότι το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, κατ' άρθρο 19 παρ. 1 του Ν. Δ. της 26-6/10-7-1944 σε συνδυασμό με άρθρο 36 ΠΔ 28/1931 (ΦΕΚ α' 239/1931), απαλλάσσεται της προκαταβολής των τελών της δίκης και γι' αυτό δεν γίνεται λόγος περί της τύχης του προβλεπομένου από την διάταξη του άρθρου 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ παραβόλου για την άσκηση του ενδίκου μέσου της αναίρεσης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 90/2013 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας.
Παραπέμπει την υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από δικαστή άλλον, εκτός εκείνου που δίκασε.
Επιβάλλει σε βάρος του αναιρεσιβλήτου τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Απριλίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 2 Μαΐου 2018.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ