Legislator Case Law & Legislation
819/2016 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against conviction for non-payment of public debts due to sufficient reasoning.

Case Number 819/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed the appellant's appeal against a second-instance conviction for non-payment of public debts. The appellant argued the lower court lacked reasoning regarding his denial of charges as a board member, but the court found the original judgment sufficiently detailed and free of logical gaps. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Art. 25 para. 1 of Law 1882/1990; Art. 171 para. 1 lit. d of the Code of Criminal Procedure: The Supreme Court rejects an appeal when the lower court provides specific and comprehensive reasoning based on proven facts, thereby satisfying constitutional and statutory requirements for criminal judgments.

Keywords

AI generated
non-payment of public debts criminal liability for debts sufficient reasoning requirement appeal dismissal legal costs allocation

Cited Legislation

AI generated
Art. 25 para. 1 of Law 1882/1990
Art. 171 para. 1 lit. d of the Code of Criminal Procedure
Art. 93 para. 3 of the Constitution
Art. 139 of the Code of Criminal Procedure
Art. 583 para. 1 of the Code of Criminal Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 819 / 2016 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 819/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Γεωργέλλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσούλα Παρασκευά, Μαρία Χυτήρογλου, Αρτεμισία Παναγιώτου και Χρήστο Βρυνιώτη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Οκτωβρίου 2015, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Ακριτίδη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Π. Κ. του Ζ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Χιρχαντέρη, για αναίρεση της υπ’ αριθ. 7614/2014 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 13 Φεβρουαρίου 2015 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 237/2015.

Αφού άκουσε

Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η υπό κρίση από 13-2-2015 αίτηση για αναίρεση της υπ’ αριθμ.7614/2014 απόφαση του Γ’ Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, με την οποία καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος σε ποινή φυλάκισης τριών (3) ετών, για το αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, ασκήθηκε νομότυπα εμπρόθεσμα και παραδεκτά και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τη βασιμότητα των λόγων της.

Με το άρθρο 25 παρ.1 του Ν.1882/1990 θεσπίζεται ποινική ευθύνη από τη μη καταβολή προς το Δημόσιο χρεών, που είναι βεβαιωμένα στις Δημόσιες Υπηρεσίες και ειδικότερα από την παραβίαση της προθεσμίας καταβολής τους κατά τις ισχύουσες εκάστοτε διατάξεις, αναλόγως του αν αυτά ήταν καταβλητέα εφάπαξ ή με δόσεις, έτσι ώστε η ποινική μεταχείριση να διαφοροποιείται ως προς το χρονικό σημείο ενάρξεως της ποινικής ευθύνης του υπαιτίου, αλλά και ως προς το ύψος του μεγέθους του χρέους.

Ειδικότερα προβλέπονται δύο χωριστές περιπτώσεις ενάρξεως της ποινικής ευθύνης ήτοι εκείνη της μη καταβολής του χρέους που η εξόφλησή του έχει ρυθμισθεί με δόσεις οπότε απαιτείται να παρέλθει η προθεσμία καταβολής του χρέους που η εξόφληση του έχει ρυθμισθεί με δόσεις, οπότε απαιτείται να παρέλθει η προθεσμία καταβολής της τρίτης δόσης και εκείνη της μη καταβολής του εφάπαξ καταβλητέου χρέους, οπότε απαιτείται να παρέλθει δίμηνο από το τέλος της προθεσμίας, κατά την οποία έπρεπε να καταβληθεί το χρέος.

Επακολούθησε η αντικατάσταση του άρθρου 25 του Ν.1882/1990 με το άρθρο 23 του Ν.2523/1997. Με την αντικατάσταση αυτή, αφενός ποινικοποιήθηκε η μη καταβολή χρεών και προς τρίτους (πλήν ιδιωτών), που εισπράττονται από τις Δημόσιες Υπηρεσίες ή τα Τελωνεία και αφετέρου αυξήθηκε το ύψος του οφειλόμενου ποσού που καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση καταβολής βεβαιωμένων στη Δημόσιες Οικονομικές Υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ) και τα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου κ.τλ.

για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται ύστερα από αίτηση του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. κ.λπ προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας του και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης: α)τεσσάρων μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημέρα συντάξεως του πίνακα χρεών ο οποίος συνοδεύει υποχρεωτικά την ως άνω αίτηση, υπερβαίνει το ποσό των 10.000 ευρώ, β)έξι τουλάχιστον μηνών εφόσον το συνολικό χρέος υπερβαίνει το ποσό των 50.000 ευρώ και γ)ενός τουλάχιστον έτους εφόσον το συνολικό χρέος υπερβαίνει το ποσό των 120.000 ευρώ.

Με τη διάταξη του άρθρου 34 παρ.1 του Ν.3220/2004: 1)το ποινικό αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το δημόσιο και λοιπών βεβαιωμένων και ληξιπροθέσμων εσόδων στις Δ.Ο.Υ. και τα τελωνεία, αντιμετωπίζεται πλέον ενιαία ως προς το χρόνο διάπραξής του ο οποίος είναι ο χρόνος της συμπληρώσεως τεσσάρων (4) μηνών από τότε που έπρεπε να καταβληθεί το χρέος, ανεξάρτητα από τον τρόπο καταβολής των χρεών, δηλαδή εφάπαξ ή σε δόσεις, 2)στο κατώτερο ληξιπρόθεσμο ποσό οφειλής για την οποία ζητείται η ποινική δίωξη υπολογίζονται μαζί με την βασική οφειλή και οι λοιπές επιβαρύνσεις από τόκους και προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής 3)οι ποινές καθορίζονται βάσει του κατωτέρου ποσού συνολικής κατά οφειλέτη ληξιπρόθεσμης οφειλής ανεξάρτητα από το είδος του χρέους (παρακρατούμενοι ή επιρριπτόμενοι φόροι, δάνεια με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου κ.τ.λ) και 4)αυξάνονται τα όρια του χρέους για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη.

Επίσης, σύμφωνα με την νέα διατύπωση του άρθρου 25, για κάθε πίνακα χρεών τα οποία γεννώνται μετά την 1-1-2004 και ο οποίος (πίνακας) υποβάλλεται στον εισαγγελέα με αίτηση του Προϊσταμένου της οικείας Δ.Ο.Υ. ασκείται ξεχωριστή ποινική δίωξη που περιλαμβάνει, ως μια πράξη, τη μη καταβολή του συνολικού χρέους που αναφέρεται στον πίνακα, το οποίο είναι δυνατόν να προέρχεται από οποιαδήποτε αιτία χωρίς διάκριση πλέον και επιρροή, ανάλογα με το ύψος και την προέλευση του κάθε επί μέρους χρέους του πίνακα.

Έτσι με βάση τα δεδομένα αυτά δεν πρόκειται πλέον, λόγω της μη καταβολής ενός εκάστου χρέους του πίνακα για κατ’ εξακολούθηση έγκλημα, ήτοι για περισσότερες πράξεις τελεσθείσες με ενότητα δόλου αλλά ότι ο νόμος κυριαρχικώς θεωρεί πλέον, ότι τα περιεχόμενα σε κάθε πίνακα χρέη, μη καταβληθέντα συνιστούν ένα και μόνο έγκλημα, της μη καταβολής του αθροίσματος των χρεών.

Για το λόγο αυτό γίνεται περαιτέρω δεκτό αφενός μεν ότι στο κλητήριο θέσπισμα με το οποίο καλείται ο κατηγορούμενος να δικασθεί για την καθυστέρηση καταβολής τέτοιου χρέους δεν είναι αναγκαίο να παρατίθενται τα επι μέρους χρέη του πίνακα κατ’ είδος, ποσό και λοιπά στοιχεία, αλλά ότι αρκεί η παράθεση του συνολικού ποσού αυτών στην παράλειψη καταβολής του οποίου θεμελιώνεται το αξιόποινο της (μιάς) πράξεως και αφετέρου ότι η αναφορά στο σκεπτικό και στο διατακτικό της σχετικής καταδικαστικής απόφασης ότι το έγκλημα, τούτο τελέσθηκε κατ’ εξακολούθηση έχει την έννοια ότι η συνολική αυτή οφειλή σύγκειται από περισσότερα χρέη που εμπίπτουν στο συγκεκριμένο αυτό χρονικό διάστημα και όχι στην έννοια της κατ’ εξακολούθηση τελέσεως περισσοτέρων πράξεων, αφού, ως ελέχθη η τέλεση του εγκλήματος τούτου, υπό την ισχύ του Ν.3220/2004 συνιστά μία πράξη και όχι έγκλημα κατ’ εξακολούθηση.

Περαιτέρω στις περιπτώσεις καταβολής του χρέους σε δόσεις, χρόνος τελέσεως είναι ο χρόνος συμπλήρωσης τεσσάρων μηνών από την καθυστέρηση και της τελευταίας δόσης και όχι ο χρόνος της συμπλήρωσης τετραμήνου από το ληξιπρόθεσμο εκάστης δόσης του ιδίου χρέους. Σύμφωνα λοιπόν με τα παραπάνω κρίσιμα στοιχεία για τη θεμελίωση του ανωτέρω εγκλήματος σύμφωνα με τη νέα ρύθμιση του άρθρου 34 παρ.1 του Ν.3220/2004, που πρέπει να προσδιορίζονται στην καταδικαστική απόφαση για να είναι αυτή ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη όπως επιβάλλεται από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, είναι: 1)η Αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, 2)το ύψος του χρέους, 3)ο τρόπος πληρωμής του (εφάπαξ ή σε δόσεις), 4)ο ακριβής χρόνος καταβολής του, όταν αυτό καταβάλλεται σε δόσεις, ο οποίος δεν συμπίπτει αναγκαστικά με το χρόνο που βεβαιώθηκε το χρέος, διότι ως χρόνο βεβαιώσεως των χρεών ο νόμος εννοεί εκείνον κατά τον οποίο γίνεται η βεβαίωση από την αρμόδια οικονομική αρχή και έχει ως περιεχόμενο τον προσδιορισμό του υπόχρεου προσώπου καθώς και του είδους και του ποσού τις οφειλής ενώ το ληξιπρόθεσμο του χρέους συνάπτεται με τη λεγόμενη ταμειακή βεβαίωση, οπότε και μπορεί το χρέος αυτό να εισπραχθεί και 5)η μη πληρωμή τριών συνεχών δόσεων του σε δόσεις χρέους, ή ολοκλήρου του ποσού του, όταν αυτό είναι καταβλητέο εφάπαξ, πέραν των τεσσάρων μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής του.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 25 παρ.2 του Ν.1882/1990, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 23 παρ.1 του Ν.2523/1997 "στις πιο κάτω περιπτώσεις οφειλετών του Δημοσίου και τρίτων πλην ιδιωτών, οι προβλεπόμενες ποινές που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου επιβάλλονται, προκειμένου για ημεδαπές ανώνυμες εταιρείες, στους Προέδρους των ΔΣ, στους διευθύνοντες η εντεταλμένους ή συμπράττοντες συμβούλους ή διοικητές ή γενικούς διευθυντές ή διευθυντές αυτών ή σε κάθε πρόσωπο εντεταλμένο, είτε άμεσα από το νόμο, είτε από ιδιωτική βούληση, είτε από δικαστική απόφαση στη διοίκηση ή διαχείριση αυτών, σωρευτικά η μη.

Αν ελλείπουν όλα τα παραπάνω πρόσωπα, οι ποινές επιβάλλονται κατά των μελών των διοικητικών συμβουλίων των εταιρειών αυτών, εφόσον ασκούν πράγματι προσωρινά ή διαρκώς ένα από τα καθήκοντα που αναφέρονται παραπάνω ....". Κατά δε τη διάταξη της παραγράφου 3 του ιδίου άρθρου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 23 παρ.1 του Ν.2523/1997, "για τα πρόσωπα που αναφέρονται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου (ημεδαπές ανώνυμες εταιρείες, ομόρρυθμες κ.τ.λ.) η ποινική δίωξη ασκείται για χρέη προς το Δημόσιο και τρίτους, πλην ιδιωτών που ήταν βεβαιωμένα κατά το χρόνο απόκτησης της πιο πάνω ιδιότητας ή βεβαιώθηκαν κατά τη διάρκεια που είχαν τη συγκεκριμένη ιδιότητα ανεξάρτητα αν μεταγενέστερα απέβαλαν την ιδιότητα αυτή με οποιονδήποτε τρόπο ή για οποιαδήποτε αιτία, καθώς και για χρέη που βεβαιώθηκαν ανεξάρτητα από τη λύση η μη των νομικών προσώπων, αλλά γεννήθηκαν ή ανάγονται στο χρόνο που είχαν την ιδιότητα αυτή.

Εξάλλου έλλειψη της απαιτούμενης από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που ιδρύει λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ’ του ίδιου Κώδικα, υπάρχει, όταν δεν εκτίθεται σ’ αυτήν, με πληρότητα σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε.

Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα απ’ αυτά χωριστά. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Ε του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως.

Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ’ αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, που δίκασε κατ’ έφεση, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεώς του, δέχθηκε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που κατ’ είδος αναφέρει (καταθέσεις μαρτύρων υπεράσπισης αναγνωσθέντα έγγραφα, απολογία κατηγορουμένου) προέκυψαν τα εξής: "Ο κατηγορούμενος στον αναφερόμενο στο διατακτικό τόπο και χρόνο όντας οφειλέτης του Δημοσίου και ενώ τα χρέη του κατέστησαν ληξιπρόθεσμα και απαιτητά κατά την ισχύ του Ν.3220/2004, με πρόθεση καθυστέρησε την καταβολή των χρεών του προς το Δημόσιο για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, το δε ποσό της ληξιπρόθεσμης για την καταβολή της οφειλής, μαζί με κάθε είδους προσαυξήσεις υπερβαίνει το ποσό των 150.000 ευρώ, ειδικότερα δε ως διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας με την επωνυμία ...

και ενώ είχαν βεβαιωθεί σε βάρος της εταιρείας αυτής διάφορα χρέη υπέρ του Δημοσίου στη Δ.Ο.Υ. ΦΑΒΕ Αθηνών, όπως τα ποσά αυτά αναφέρονται στο συνημμένο πίνακα χρεών της παραπάνω Δ.Ο.Υ. , ηθελημένα δεν κατέβαλε το ποσό των 616495,45 ευρώ που αφορά βεβαιωμένα χρέη αυτού προς το Δημόσιο. Ακολούθως κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα του ότι:

στην Αθήνα στις 31-8-2009 όντας οφειλέτης του Δημοσίου και ενώ τα χρέη κατέστησαν ληξιπρόθεσμα, κατά την ισχύ του Ν.3220/2004, με πρόθεση καθυστέρησε την καταβολή χρεών προς το Δημόσιο για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, το δε ποσό της ληξιπρόθεσμης για την καταβολή οφειλής μαζί με κάθε είδους προσαυξήσεις υπερβαίνει το ποσό των 150.000 ευρώ.

Συγκεκριμένα ενώ είχαν βεβαιωθεί σε βάρος της εταιρείας με την επωνυμία ... της οποίας ο κατηγορούμενος τυγχάνει διευθύνων σύμβουλος διάφορα χρέη υπέρ του Δημοσίου στη Δ.Ο.Υ. ΦΑΒΕ Αθηνών, όπως ακριβώς αναφέρονται στο συνημμένο πίνακα χρεών της παραπάνω Δ.Ο.Υ. (αριθμ.ειδ.βιβλίου…/2011) και συνοδεύει ως αναπόσπαστο μέρος αυτής την από 14-2-2011 μηνυτήρια αναφορά του Προϊσταμένου της πιο πάνω Δ.Ο.Υ., ηθελημένα δεν κατέβαλε ποσό 616.495,45 ευρώ που αφορά βεβαιωμένα χρέη αυτού προς το Δημόσιο.

Περαιτέρω, το δικαστήριο της ουσίας, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις δέχθηκε: α)ότι κατά το χρόνο που βεβαιώθηκαν τα επτά (7) πρώτα χρέη του πίνακα ήτοι κατά τους μήνες Οκτώβριο και Νοέμβριο του έτους 2005 ο κατηγορούμενος είχε την ιδιότητα του προέδρου του ΔΣ της ... (σελίδες 7-στ, 7-ζ, 7- 4 της προσβαλλόμενης απόφασης που αναφέρονται και τα σχετικά πρακτικά με τα οποία απέκτησε την ιδιότητα αυτή) και όχι την ιδιότητα του διευθύνοντος συμβούλου που από προφανή παραδρομή αναφέρεται, στη σελίδα 7-η της ίδιας απόφασης και β)ότι για τα λοιπά χρέη του πίνακα τα οποία βεβαιώθηκαν τα έτη 2007 και 2008, γεννήθηκαν και ανάγονται στα έτη 2004 και 2005, κατά τα οποία, επίσης, ο κατηγορούμενος είχε την ιδιότητα του Προέδρου του ΔΣ της ανωτέρω εταιρείας (βλ.

ίδιες ως άνω σελίδες της προσβαλλόμενης απόφασης που αναφέρονται και τα σχετικά πρακτικά, με τα οποία απέκτησε την ιδιότητα αυτή). Έτσι, με βάση την ιδιότητα αυτή και μόνο του κατηγορουμένου (Προέδρου του ΔΣ), σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, η οποία δεν αναιρείται ούτε τίθεται εν αμφιβόλω, με την αναφορά στην απόφαση και άλλων ιδιοτήτων του, οι οποίες αναφέρονται πλεοναστικά και μόνο, υφίσταται ποινική ευθύνη του κατηγορουμένου, η αιτίαση δε του τελευταίου ότι η προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε χωρίς καμμία αιτιολογία τον ισχυρισμό του (άρνηση κατηγορίας) περί μη άσκησης εκ μέρους του, στην εταιρεία ..., εν τοις πράγμασι διοίκησης και ότι η προσβαλλόμενη απόφαση πάσχει για το λόγο τούτο από απόλυτη ακυρότητα (αρθρ.171 παρ.1 στοιχ.δ’ 510 παρ.1 στοιχ.Α ΚΠΔ), υπό την άνω παραδοχή, ήτοι της ιδιότητος του κατηγορουμένου ως προέδρου του ΔΣ, είναι άνευ εννόμου επιρροής.

Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του, την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία αφού εκθέτει σ’ αυτή με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων τις αποδείξεις, από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που αναφέρθηκαν παραπάνω, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου με ελλιπή δηλαδή ή αντιφατική αιτιολογία.

Ειδικότερα, όπως προκύπτει από το σύνολο των παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης, που επισκοπείται παραδεκτά για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, ουδεμία αμφιβολία καταλείπεται ότι το δικαστήριο της ουσίας ήχθη στο περί ενοχής του κατηγορουμένου αποδεικτικό του πόρισμα, συνεκτιμώντας όλα τα αποδεικτικά μέσα που τέθηκαν υπόψη του, όλα τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν μεταξύ των οποίων και τα υπ’ αριθμ.8, 11, 13, 14, 15, 16, 17, 18, 19, 20 και 21 προσκομισθέντα από την υπεράσπιση και αναγνωσθέντα έγγραφα, χωρίς να προσαπαιτείται, όπως αναφέρθηκε αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προέκυψε από το καθένα χωριστά και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών στην εφαρμοσθείσα ποινική διάταξη και οι αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμες και απορριπτέες.

Τέλος, ουδεμία αντίφαση υφίσταται ως εκ του ότι στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης αναφέρεται ως χρόνος τέλεσης της πράξης για την οποία κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος η 31-8-2009, διότι, όπως ήδη αναφέρθηκε πρόκειται για μια πράξη μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, συνολικού ποσού 616.495,45 ευρώ, η προαναφερόμενη δε ημεροχρονολογία είναι ο χρόνος καταβολής, δηλαδή κατά τον οποίο, αυτό (χρέος), ανεξάρτητα από το χρόνο βεβαιώσεως του έπρεπε να καταβληθεί από τον υπόχρεο κατηγορούμενο, σύμφωνα με τον συνημμένο στην προσβαλλόμενη απόφαση πίνακα χρεών.

Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (αρθρ.583 παρ.1 ΚΠοινΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 13-2-2015 αίτηση του κατηγορουμένου, Π. Κ. του Ζ., για αναίρεση της υπ’ αριθ.7614/2014 απόφασης του Γ’ Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Μαρτίου 2016.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Απριλίου 2016.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ