Legislator Case Law & Legislation
819/2012 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against first instance rejection of commission claim based on tobacco sales to Korea monopoly.

Case Number 819/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the tobacco company's appeal against the Athens Court of Appeal's decision rejecting the plaintiff's claim for a 4% commission on tobacco sales to the Korean state monopoly. The court found the lower court's interpretation of 'regular direct sales' under the Civil Code consistent with good faith and the parties' true intent, despite the appellant's argument regarding auction procedures. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 173 and 200 of the Civil Code; The court held that 'regular direct sales' encompasses sales made through intermediaries if they occur at regular intervals and without third-party intervention, provided the interpretation aligns with good faith and the parties' true intent.

Keywords

AI generated
tobacco sales commission Korean state monopoly regular direct sales Civil Code interpretation good faith principle intermediary involvement appeal dismissal

Cited Legislation

AI generated
Article 173 of the Civil Code
Article 200 of the Civil Code
Article 559, paragraph 1, number 1 of the Code of Civil Procedure
Article 559, paragraph 19 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 819 / 2012 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 819/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Δεκεμβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας : Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΤΙΚΗ ΕΝΩΣΗ ΚΑΠΝΟΠΑΡΑΓΩΓΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ (ΣΕΚΕ)" που εδρεύει την Ξάνθη, και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Μιχαήλ Ζαφειρόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσιβλήτου: Α. Τ. του Τ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Λαμπρόπουλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-3-1999 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 490/2000 του ίδιου Δικαστηρίου, 7849/2000 μη οριστική και 7480/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσίβλητος με την 16-2-2006 αίτησή του και τους από 12-2-2007 πρόσθετους λόγους. Εκδόθηκε η 1279/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεσε την εφετειακή απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση στο ίδιο Δικαστήριο με άλλους δικαστές. Το Εφετείο Αθηνών εξέδωσε την 5757/2009 απόφαση του, την αναίρεση της οποίας ζητά η αναιρεσείουσα με την από 8-2-2010 αίτησή της και τους από 31-10-2011 πρόσθετους λόγους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρυσόστομος Ευαγγέλου ανέγνωσε την από 2-12-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, όπως αυτή διαμορφώθηκε με το από 31-10-2011 δικόγραφο πρόσθετων λόγων.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και των προσθέτων λόγων καθώς και την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αποτέλεσμα της εξής διαδικαστικής διαδρομής: Ο αναιρεσίβλητος με την από 8-3-1999 αγωγή του ζήτησε να υποχρεωθεί η αναιρεσείουσα να του καταβάλει το σε δραχμές ισάξιο κατά τον χρόνο της πληρωμής των 396.671,60 δολλαρίων Η.Π.Α., ως οφειλόμενη προμήθειά του από τις πωλήσεις καπνού που η εναγόμενη, με τη μεσολάβησή του, πραγματοποίησε προς το Κρατικό Μονοπώλιο της Κορέας.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε ερήμην του ενάγοντος η υπ' αριθ. 490/2000 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία αυτή (αγωγή) απορρίφθηκε. Κατόπιν άσκησης έφεσης από τον ενάγοντα εκδόθηκαν οι υπ' αριθ. 7849/2000 μη οριστική και υπ' αριθ. 7480/2005 οριστική απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την τελευταία από τις οποίες η αγωγή απορρίφθηκε κατ' ουσίαν.

Κατά της τελευταίας αποφάσεως ο ενάγων άσκησε αίτηση αναίρεσης, η οποία έγινε δεκτή με την υπ' αριθ. 1279/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία δέχθηκε τους από το άρθρο 559 αριθ.1 και 19 ΚΠολΔ λόγους του αναιρετηρίου για παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών (άρθρα 173 και 200 Α.Κ.) και για έλλειψη αιτιολογίας όσον αφορά τη διάρκεια της μεταξύ των διαδίκων σύμβασης, αναίρεσε στο σύνολό της την 7480/2005 απόφαση του Εφετείου και παρέπεμψε την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο για περαιτέρω εκδίκαση της υποθέσεως.

Η υπόθεση επαναφέρθηκε στο Εφετείο με κλήση του αναιρεσιβλήτου και εκδόθηκε η προσβαλλόμενη με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης υπ' αριθ. 5757/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε την αγωγή και υποχρέωσε την εναγόμενη να καταβάλει στον ενάγοντα το σε ευρώ ισόποσο κατά την ημέρα της πληρωμής 396.671,60 δολλαρίων ΗΠΑ.

Με τον πρώτο από το άρθρο 559 αριθ. 18 και 16 ΚΠολΔ λόγο του αναιρετηρίου, προβάλλεται ότι το Εφετείο με το να εξετάσει εκ νέου την έφεση και ως προς τα πραγματικά εκείνα επί μέρους περιστατικά, που προηγήθηκαν και ακολούθησαν την κατάρτιση του από 20-12-1993 ιδιωτικού συμφωνητικού, τα οποία δεν συνδέονται με τον όρο της σύμβασης "τακτικές απ' ευθείας πωλήσεις", για την έννοια του οποίου το Εφετείο, αν και δέχθηκε με την αναιρεθείσα απόφασή του, εμμέσως, την ύπαρξη αμφιβολίας, δεν προσέφυγε στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ., τους οποίους έτσι παραβίασε κατά την αναιρετική απόφαση, δεν συμμορφώθηκε με την αναιρετική απόφαση και παραβίασε το δεδικασμένο που είχε παραχθεί με τις παραδοχές του Εφετείου ως προς τα εν λόγω περιστατικά.

Όπως προκύπτει από την επισκόπηση της αναιρετικής υπ' αριθ. 1279/2008 απόφασης του Αρείου Πάγου, με αυτήν αναιρέθηκε στο σύνολό της η υπ' αριθ. 7480/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και η υπόθεση παραπέμφθηκε στο ίδιο Εφετείο για περαιτέρω εκδίκαση, δηλαδή για εκδίκαση από την αρχή της έφεσης κατά της υπ' αριθ. 7849/2000 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Επομένως, ο εξεταζόμενος αναιρετικός λόγος για μη συμμόρφωση του Εφετείου προς την αναιρετική απόφαση και παραβίαση δεδικασμένου, το οποίο, άλλωστε, παράγεται για ορισμένη έννομη σχέση και όχι για απλά πραγματικά περιστατικά, όπως είναι τα επικαλούμενα, είναι αβάσιμος.

Με τον δεύτερο κατά το πρώτο μέρος από το άρθρο 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ λόγο του αναιρετηρίου προσάπτεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι με το να δεχθεί, παρά τις υποβληθείσες αντιρρήσεις της αναιρεσείουσας, ότι από το προσκομισθέν από τον ενάγοντα από 10-2-1999 έγγραφο του Κρατικού Μονοπωλίου της Κορέας παράγεται πλήρης απόδειξη για το βεβαιούμενο σ' αυτό γεγονός ότι οι αναφερόμενες στην ένδικη αγωγή ποσότητες καπνών αγοράσθηκαν από αυτό (Κρατικό Μονοπώλιο) χωρίς διαγωνισμό και ότι εντεύθεν οφείλεται κατά τη σύμβαση αμοιβή μεσιτείας, παραβίασε τους ορισμούς του νόμου και ειδικότερα τις διατάξεις των άρθρων 438 και 439 του ΚΠολΔ ως προς τη δύναμη των αλλοδαπών δημοσίων εγγράφων, καθόσον το Κρατικό Μονοπώλιο της Κορέας δεν είναι δημόσια αρχή και τα εκπροσωπούντα αυτό πρόσωπα δεν είχαν την υλική αρμοδιότητα να βεβαιώσουν τ' ανωτέρω.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο συνεκτίμησε με τις άλλες αποδείξεις και το ανωτέρω έγγραφο και δεν προσέδωσε σ' αυτό αυξημένη ( πλήρη ) αποδεικτική δύναμη. Το γεγονός ότι αναφέρεται σ' αυτό σημαίνει ότι του προσέδωσε μεγαλύτερη αξιοπιστία και όχι πλήρη αποδεικτική δύναμη, για την οποία ουδεμία σχετική αναφορά γίνεται στην απόφαση.

Ο ίδιος λόγος κατά το δεύτερο μέρος του, με τον οποίο, υπό την επίκληση της πλημμέλειας του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, προβάλλεται, επικουρικά, ότι το Εφετείο διέλαβε ανεπαρκή αιτιολογία σχετικά με το ανωτέρω έγγραφο, είναι απαράδεκτος, διότι ο αναιρετικός λόγος από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ δημιουργείται μόνο επί παραβάσεως κανόνος ουσιαστικού δικαίου όχι δικονομικού.

Οι διατάξεις των άρθρων 173 και 200 Α.Κ. αποσκοπούν στην ερμηνεία της δήλωσης βούλησης και καθεμία από αυτές συμπληρώνει την άλλη. Η πρώτη εξαίρει το υποκειμενικό στοιχείο της δήλωσης, δηλαδή την άποψη του δηλούντος και απαιτεί η ερμηνεία να μην προσκολλάται στις λέξεις της δήλωσης, αλλά να αναζητεί την αληθινή βούληση, η δε δεύτερη εξαίρει το αντικειμενικό στοιχείο, δηλαδή την άποψη των συναλλαγών και επιβάλλει η δήλωση να ερμηνεύεται όπως απαιτεί η καλή πίστη, για τον προσδιορισμό της οποίας και μόνο θα πρέπει να ληφθούν υπόψη τα συναλλακτικά ήθη.

Καλή πίστη είναι η συμπεριφορά που επιβάλλεται στις συναλλαγές, κατά την κρίση χρηστού και εχέφρονα ανθρώπου και νοείται αντικειμενικά, ενώ συναλλακτικά ήθη είναι οι συνηθισμένοι στις συναλλαγές τρόποι ενέργειας. Για τη διαμόρφωση της σχετικής κρίσης, το δικαστήριο της ουσίας λαμβάνει υπόψη, με διαφορετική κατά περίπτωση βαρύτητα, τα συμφέροντα των μερών και κυρίως εκείνου από αυτά, το οποίο αποβλέπει να προστατεύσει ο ερμηνευόμενος όρος, το δικαιοπρακτικό σκοπό, τις συνήθειες και τις λοιπές τοπικές, χρονικές και άλλες συνθήκες, υπό τις οποίες έγιναν οι δηλώσεις βουλήσεως των συμβαλλομένων καθώς και τη φύση της σύμβασης.

Έτσι, κάθε δήλωση βούλησης θα πρέπει να ληφθεί με την έννοια που απαιτεί στη συγκεκριμένη περίπτωση η συναλλακτική ευθύτητα και κατά τους κανόνες της οποίας θα μπορούσε να γίνει αντιληπτή η δήλωση βούλησης και από τον τρίτο. Το δικαστήριο της ουσίας, όταν ερμηνεύει, κατά τις αρχές της καλής πίστης, λαμβάνοντας υπόψη του και τα συναλλακτικά ήθη, τη δήλωση βούλησης, δεν είναι ανάγκη να αναλύσει και εξειδικεύσει τις αρχές αυτές ή τα συναλλακτικά ήθη και δεν δεσμεύεται στην κρίση του από τους ισχυρισμούς των διαδίκων.

Το δικαστήριο παραβιάζει τους ερμηνευτικούς κανόνες που εισάγουν οι πιο πάνω διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, και όταν, εκτός άλλων παραλείπει να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η συγκεκριμένη εφαρμογή των ερμηνευτικών κανόνων καθώς και όταν το ερμηνευτικό πόρισμα, στο οποίο, μετά από ερμηνεία της δικαιοπραξίας, κατέληξε (το δικαστήριο), δεν είναι σύμφωνο με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη (Α.Π. 329/06).

Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά τ' ακόλουθα: "Η εναγομένη (ΣΕΚΕ) είναι συνεταιριστική εταιρία με αντικείμενο εργασιών την αγορά, μεταποίηση και εξαγωγή ελληνικών καπνών. Μεταξύ αυτής και του ενάγοντος (Α. C.) που είναι κορεατικής καταγωγής υπήρχε συνεργασία κατά τα έτη 1972 μέχρι 1991.

Συγκεκριμένα με τη μεσολάβηση του ενάγοντος η εναγομένη προέβαινε στην πώληση καπνών προς το Μονοπώλιο καπνού της Κορέας αντί προμήθειας που είχε συμφωνηθεί σε ποσοστό 1% επί του εισπραχθέντος τιμήματος των πωλούμενων καπνών. Η συνεργασία τους διακόπηκε κατά το έτος 1991 και για τα επόμενα δύο έτη, ήτοι 1992 και 1993, η εναγόμενη δεν προέβη σε πώληση καπνού προς την Κορέα, παρά τις προσπάθειες αυτής, καθόσον δεν συμπεριλαμβανόταν ούτε στον κατάλογο των προμηθευτών καπνού του Μονοπωλίου Καπνού της Κορέας.

Ειδικότερα η εναγομένη επιδιώκοντας να περιληφθεί εκ νέου στον κατάλογο προμηθευτών καπνού προς την Κορέα ήταν διατεθειμένη να προβαίνει σε ανταλλαγή με Κορεάτικα προϊόντα, γι' αυτό και σε σχετικό από 07-07-1992 έγγραφό της που υπογράφεται από το Γενικό Διευθυντή της και απευθύνεται προς τους Πρόεδρο και Αντιπρόεδρο του Διοικητικού της Συμβουλίου αναφέρει ότι πρέπει να ενεργοποιήσουν την εισαγωγή GINSENG έστω και αν έχουν κάθε χρόνο ζημιά από την εισαγωγή, για να το έχουν ως όπλο για την πώληση καπνών προς την Κορέα.

Προκειμένου δε να επιτύχει την προς την Κορέα πώληση καπνού απέστειλε το από 18- 05-1993 έγγραφό της προς το Μονοπώλιο Καπνού της Κορέας, στο οποίο εκφράζει τις απόψεις της για το λόγο που δεν περιλαμβάνεται στον κατάλογο των προμηθευτών καπνού, το από 10-06-1993 έγγραφο του Προέδρου του διοικητικού της συμβουλίου προς τον Πρέσβη της Κορέας στην Αθήνα, με το οποίο τον καλούσε να επισκεφθεί τα γραφεία της στη Βόρεια Ελλάδα και επιστολή από 6-8-1993 του Γενικού Διευθυντή της προς τον Πρέσβη της Κορέας στην Αθήνα, στην οποία αναφέρει ότι έχουν ατονήσει επί διετία οι πωλήσεις.

Στα εν λόγω έγγραφα επικαλείτο και το όνομα του ενάγοντος αλλά οι ενέργειές της δεν είχαν αποτέλεσμα. Κατόπιν αυτού ήλθε εκ νέου σε συμφωνία με τον ενάγοντα στις 20-12-1993, η οποία καταρτίσθηκε εγγράφως. Στο σχετικό συμφωνητικό που συνέταξαν αναφέρουν τα εξής: "1) Ο Α. C. αναλαμβάνει να παρέχει στην ΣΕΚΕ παντός είδους πληροφορίες, σχετικές με τις πωλήσεις των καπνών της, καθώς επίσης και να δημιουργεί όλες τις προϋποθέσεις για την προώθηση της πωλήσεως των καπνών της στο Μονοπώλιο Καπνού της Κορέας. 2) Η ΣΕΚΕ αναλαμβάνει να καταβάλει στον κ.

Α. C. για τις πραγματοποιούμενες στην Κορέα τακτικές απευθείας πωλήσεις καπνών για προμήθεια η οποία ανέρχεται σε 4% (τέσσερα τοις εκατό) επί της αξίας F.O.B. του τιμολογίου. 3) Η ΣΕΚΕ με την πραγματοποίηση της εξαγωγής και την είσπραξη ολοκλήρου της αξίας του τιμολογίου θα και καταβάλει, στον δικαιούχο κ. Α.

C. την δικαιούμενη ως άνω προμήθεια. 4) Η σύμβαση αυτή τίθεται σε ισχύ από της αποδοχής και από τους δύο συμβαλλόμενους και αφορά πωλήσεις καπνών για όλες τις εσοδείες μέχρι 31-12-1995. Η παρούσα συμφωνία ανανεώνεται αυτομάτως για άλλα δυο χρόνια από τη λήξη της αν στο μεταξύ δεν γίνει έγγραφη καταγγελία από ένα από τους συμβαλλόμενους ".

Μετά την υπογραφή του συμφωνητικού, ο ενάγων προέβη σε ενέργειες, προκειμένου να αρχίσει εκ νέου η συνεργασία της εναγομένης με το Μονοπώλιο Καπνού της Κορέας και οι προς την Κορέα εξαγωγές καπνού απ' αυτή. Προς το σκοπό αυτό ταξίδεψε στην Κορέα μαζί με τον διευθυντή της εναγομένης στις αρχές του έτους 1994, ήλθε σε επαφές με κυβερνητικούς παράγοντες της Κορέας, με τον πρόεδρο και παράγοντες του Μονοπωλίου Καπνού της Κορέας, καθώς και τον Πρέσβη και τον εμπορικό ακόλουθο της Κορέας στην Αθήνα.

Με τις συντονισμένες δε ενέργειες αυτού που διατηρεί φιλικές σχέσεις με τους παράγοντες του Κορεατικού Μονοπωλίου καπνού τελικά η εναγομένη συμπεριελήφθηκε από το έτος 1994 στον επίσημο κατάλογο προμηθευτών καπνού τούτου (Μονοπωλίου Καπνού της Κορέας). Για το χρονικό δε διάστημα 1994-1997 η εναγομένη προέβη στις παρακάτω πωλήσεις, καπνού προς την Κορέα α) το έτος 1994 πώλησε 203.000 κιλά καπνού, τύπου, ΒASMA, εσοδείας έτους 1992, αντί τιμήματος 1.112.440 δολαρίων ΗΠΑ, το οποίο εισέπραξε κατά ποσοστό 90%, ήτοι ποσό 1.001.196 δολαρίων ΗΠΑ στις 07-01-1995 και ποσό 111.244 δολαρίων ΗΠΑ στις 27-01-1995.

β) το έτος 1995, πώλησε 500.000 κιλά καπνού (175 + 325), τύπου BASMA, εσοδείας έτους 1993, αντί τιμήματος 2.976.000 δολαρίων ΗΠΑ, το οποίο εισέπραξε κατά το ποσό 929.250 δολαρίων ΗΠΑ στις 21-4-1995, ποσό 103.250 δολαρίων ΗΠΑ στις 31-05-1995, ποσό 1.749.150 δολαρίων ΗΠΑ στις 18-08-1995 και ποσό 194.350 δολαρίων ΗΠΑ στις 25-09-1995. γ) το έτος 1995, πώλησε 105.000 κιλά καπνού, τύπου BASMA, εσοδείας 1994, αντί τιμήματος 574.350 δολαρίων, από το οποίο ποσό 516.915 δολαρίων ΗΠΑ εισέπραξε στις 23-01-1996, ενώ το υπόλοιπο ποσό των 57.435 δολαρίων ΗΠΑ εισέπραξε στις 14-03-1996.

δ) το έτος 1996, πώλησε 220.000 κιλά καπνού, εσοδείας 1995, τύπου BASMA, αντί τιμήματος 1.529.000 δολαρίων ΗΠΑ, από το οποίο ποσό 1.376.100 δολαρίων ΗΠΑ εισέπραξε στις 11-11-1996, ενώ ποσό 152.900 δολαρίων ΗΠΑ εισέπραξε στις 30-12-1996 και ε) το έτος 1997 πώλησε 500.000 κιλά καπνού, εσοδείας 1996, τύπου BASMA, αντί τιμήματος 3.725.000 δολαρίων ΗΠΑ, το οποίο εξοφλήθηκε στις 06-05-1998.

Η εναγομένη όμως αν και εισέπραξε το τίμημα δεν κατέβαλε στον ενάγοντα το ποσό της προμήθειας που είχε συμφωνηθεί μεταξύ τους, ισχυριζόμενη ότι δεν οφείλει κανένα ποσό σ' αυτόν διότι οι πωλήσεις που έγιναν απ' αυτή προς την Κορέα δεν εμπίπτουν στις πωλήσεις που είχε συμφωνηθεί καταβολή προμήθειας προς τον ενάγοντα και συγκεκριμένα ότι δεν πρόκειται για τακτικές απ' ευθείας πωλήσεις που, κατά τους ισχυρισμούς της, είναι αυτές που γίνονται απευθείας με παραγγελίες αλλά πρόκειται για έκτακτες, οι οποίες είναι αυτές που γίνονται με διαγωνισμό είτε με ανταλλαγή προϊόντων ή διαγωνισμό και ταυτόχρονη ανταλλαγή κορεατικών τσιγάρων ή άλλων προϊόντων, όπως συνέβη στις ένδικες περιπτώσεις.

Αποδείχθηκε ότι κατά το έτος 1994 με την πώληση των 203.000 κιλών καπνού η εναγόμενη, κατά το σύστημα που είχε καθιερώσει το Μονοπώλιο Καπνού της Κορέας, αγόρασε και 18.480 κιλά κορεάτικου καπνού εσοδείας 1993 αντί τιμήματος 109.401,6 δολαρίων ΗΠΑ, το έτος 1995 αγόρασε 909.333 πακέτα κορεάτικα τσιγάρα, ενώ κατά τα έτη 1996 και 1997 δεν αποδείχθηκε ότι με τις πωλήσεις που έκανε έγινε και ανταλλαγή προϊόντων.

Κατά το από 10-02-1999 έγγραφο του Κρατικού Κορεατικού Μονοπωλίου, το οποίο προσκομίζεται και σε επίσημη μετάφραση, όλες οι πωλήσεις καπνών από την εναγομένη ΣΕΚΕ προς την Κορέα έγιναν χωρίς διαγωνισμό. Ανεξαρτήτως όμως αυτού η αληθινή βούληση των συμβαλλομένων στη σχετική σύμβαση, ερμηνευόμενη καλοπίστως και λαμβάνοντας υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, κατά τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, είναι, ενόψει και των προεκτεθέντων, ότι θα καταβαλλόταν προμήθεια στον ενάγοντα αν αυτός επιτύγχανε να περιληφθεί η ενάγουσα στον κατάλογο προμηθευτών καπνού της KOΡΕΑΣ (δεδομένου ότι η εναγομένη μετά το έτος 1991 δεν περιλαμβανόταν στο σxετικό κατάλογο) και να επιτύχει την πώληση καπνών με τακτικές πωλήσεις και ως τέτοιες θεωρούνται οι πωλήσεις που επαναλαμβάνονται σε τακτά διαστήματα κατά τα ετήσια προγράμματα για την αγορά καπνού, ανεξαρτήτως αν γίνονται με διαγωνισμό ή όχι ή με ανταλλαγή προϊόντων ή και τα δύο και επί πλέον να γίνονται (οι πωλήσεις) απευθείας χωρίς την παρεμβολή τρίτου προσώπου, δηλαδή προμήθεια θα οφειλόταν για τις πωλήσεις που η εναγομένη ΣΕΚΕ θα έκανε με δικά της τιμολόγια και όχι μέσω τρίτης επιχείρησης, στην οποία θα παρέδιδε καπνά δικά της και αυτή θα τα εξήγαγε προς την Κορέα.

Η συνήθης πρακτική στις πωλήσεις είναι να γίνονται με παραγγελίες σε ετήσια βάση αλλά τακτικές πωλήσεις είναι και αυτές που γίνονται στη βάση τακτικών μειοδοτικών διαγωνισμών, στους οποίους καλούνται να λάβουν μέρος οι προμηθευτές.

Συνεπώς, είτε οι πωλήσεις έγιναν με διαγωνισμό, είτε χωρίς διαγωνισμό, είτε με ανταλλαγή προϊόντων, είτε με διαγωνισμό και ανταλλαγή προϊόντων, ο ενάγων δικαιούται να λάβει την συμφωνηθείσα προμήθεια, εφόσον πρόκειται για τακτικές πωλήσεις επαναλαμβανόμενες σε ετήσια βάση, οι οποίες πράγματι έλαβαν χώρα και καταβλήθηκε και το τίμημα και η επανάληψη της συνεργασίας της εναγομένης με το Μονοπώλιο Καπνού της Κορέας οφείλεται στις ενέργειες του ενάγοντος, ο οποίος πέτυχε αυτό ενώ κατά την διετία που είχε διακοπεί η συνεργασία τους, η εναγομένη προσπαθούσε ανεπιτυχώς να πωλήσει καπνά προς την Κορέα, μολονότι ήταν διατεθειμένη να πράξει τούτο και με ανταλλαγές προϊόντων ...".

Από τις παραπάνω παραδοχές του Εφετείου προκύπτει ότι αυτό, συμμορφούμενο με την αναιρετική απόφαση, προέβη σε ερμηνεία της δήλωσης των διαδίκων ότι " η εναγόμενη αναλαμβάνει να καταβάλει στον ενάγοντα για τις πραγματοποιούμενες στην Κορέα τακτικές απ' ευθείας πωλήσεις καπνών προμήθεια 4% επί της αξίας fob του τιμολογίου" και ειδικότερα των όρων "τακτικές απ' ευθείας πωλήσεις" σύμφωνα με τις ερμηνευτικές αρχές των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ.

και δέχθηκε, ανελέγκτως, ότι κατά την αληθινή βούληση των μερών ως τακτικές πωλήσεις νοούνται εκείνες που επαναλαμβάνονται σε τακτά διαστήματα κατά τα ετήσια προγράμματα για την αγορά καπνού, ανεξάρτητα αν γίνονται με απ' ευθείας διαπραγματεύσεις ή με διαγωνισμό και ως απ' ευθείας πωλήσεις εκείνες που γίνονται χωρίς την παρεμβολή τρίτου προσώπου, με τιμολόγια της εναγόμενης και όχι με παρεμβολή τρίτης επιχείρησης.

Δεχόμενο δε περαιτέρω ότι οι πωλήσεις που έγιναν από την εναγόμενη στο Κρατικό Μονοπώλιο της Κορέας έγιναν με μεσολάβηση του ενάγοντος και όλες με απ' ευθείας παραγγελίες και όχι με διαγωνισμό, όπως υποστηρίζει η εναγόμενη, έκρινε ότι ο ενάγων δικαιούται τη συμφωνηθείσα προμήθεια. Το ανωτέρω ερμηνευτικό πόρισμα του Εφετείου ότι στην έννοια των τακτικών πωλήσεων περιλαμβάνονται κατά την αληθινή βούληση των μερών και οι πωλήσεις καπνού κατόπιν διαγωνισμού αλυσιτελώς πλήττεται κατά τούτο με τον εξεταζόμενο αναιρετικό λόγο, αφού το διατακτικό της απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς στην ανέλεγκτη παραδοχή ότι όλες οι ένδικες πωλήσεις καπνού έγιναν με τη μεσολάβηση του ενάγοντος και με απ' ευθείας παραγγελίες, δηλαδή χωρίς διαγωνισμό.

Σε κάθε περίπτωση το ερμηνευτικό ως άνω πόρισμα του Εφετείου δεν είναι αντίθετο με την καλή πίστη. Επομένως, ο τέταρτος από το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ λόγος του κύριου δικογράφου, με τον οποίο υποστηρίζεται ότι το Εφετείο παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή τους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ., είναι αβάσιμος.

Περαιτέρω, το Εφετείο διέλαβε σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες σχετικώς με τους όρους "τακτικές απ' ευθείας πωλήσεις" και οι περί του αντιθέτου από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ πέμπτος του κύριου δικογράφου και μοναδικός πρόσθετος λόγος είναι αβάσιμοι. Μετά απ' αυτά και μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 8-2-2010 αίτηση της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΤΙΚΗ ΕΝΩΣΗ ΚΑΠΝΟΠΑΡΑΓΩΓΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", όπως αυτή διαμορφώθηκε με τους από 31-10-2011 πρόσθετους λόγους, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 5757/2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Απριλίου 2012.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Μαΐου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ