Legislator Case Law & Legislation
819/2010 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds regarding substantive law violation and failure to consider arguments.

Case Number 819/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of Appeal's decision rejecting a property claim. The appellant argued the lower court violated substantive law by misinterpreting evidence and failed to consider specific arguments regarding the timeline of ownership and prior agreements. The court ruled that the lower court correctly applied evidence rules and that the appellant's points were merely evidentiary arguments rather than independent claims requiring reconsideration.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559(1)(a) K.P.D.; Art. 559(8) K.P.D.: An appeal is admissible only if the court of first instance violated a rule of substantive law or failed to consider independent claims that fundamentally affect the outcome, excluding mere evidentiary arguments.

Keywords

AI generated
appeal admissibility substantive law violation independent claims evidentiary arguments property dispute court of first instance procedural dismissal

Cited Legislation

AI generated
Art. 559(1)(a) K.P.D.
Art. 559(8) K.P.D.
Art. 173 A.C.
ac
Art. 200 A.C.
ac

Cited Case Law

AI generated
OL. AP 7/2006
OL. AP 4/2005
OL. AP 36/1988

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 819 / 2010 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 819/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Μιχαήλ Θεοχαρίδη και Δημήτριο Μαζαράκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ1 κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Λαδακάκο.

Των αναιρεσιβλήτου: Ψ1, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Χατζηγρίβα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-6-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κορίνθου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 76/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 423/2007 του Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 25-6-2008 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Λεωνίδας Ζερβομπεάκος ανέγνωσε την από 18-11-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος δικηγόρος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψη της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. α' του Κ.Πολ.Δ., προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα (Ολ. ΑΠ 7/2006, 4/2005, 36/1988), η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Εξ άλλου, ο προβλεπόμενος από την ίδια ως άνω διάταξη λόγος αναιρέσεως για παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, που εισάγουν οι διατάξεις των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ., ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, ενώ διαπιστώνει αμέσως ή εμμέσως, κατά τη μη υποκείμενη σε αναιρετικό έλεγχο κρίση, την ύπαρξη σ' αυτές κενού ή αμφιβολίας, δεν προσφεύγει για την άρση αυτών στους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, όχι δε και όταν η μη προσφυγή στους εν λόγω κανόνες οφείλεται στο ότι, κατά την επίσης μη υποκείμενη σε αναιρετικό έλεγχο κρίση του, δεν υπάρχει κενό ή ασάφεια στη δικαιοπραξία.

Εν προκειμένω, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσία την ένδικη διεκδικητική ακινήτου αγωγή του αναιρεσείοντος δεχόμενο κατά την ανέλεγκτη αυτού κρίση τα εξής: "Το επίδικο ακίνητο το οποίο βρίσκεται στη θέση "..., έχει έκταση ένα περίπου στρέμμα και εντός αυτού υπάρχει μία ισόγεια οικία, επιφανείας102 τ.μ.

περίπου, ανήκε αρχικά στην αποκλειστική κυριότητα της μητέρας των διαδίκων, Ζ συζ. Φ, το γένος ... η οποία απεβίωσε το έτος 1963, χωρίς να αφήσει διαθήκη. Έτσι μετά το θάνατο της υπεισήλθαν στην κληρονομιά της ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι τα δύο τέκνα της, ήτοι οι εδώ διάδικοι κατά ποσοστό 3/8 εξ αδιαιρέτου καθένας και ο σύζυγος της (πατέρας των διαδίκων) Φ κατά ποσοστό 2/8 εξ αδιαιρέτου οι οποίοι και την αποδέχτηκαν, με την υπ' αρ. ...

δήλωση αποδοχής κληρονομιάς του Σ/φου Κορίνθου Κων/νου Παβέλλα, που μεταγράφηκε νομίμως στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ..., στον τόμο 72 και με αυξ. αρ. 481. Μεταξύ των ακινήτων της κληρονομιαίας περιουσίας της ως άνω αποβιώσασας Ζ, περιλαμβανόταν και το επίδικο ακίνητο. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι οι διάδικοι και ο πατέρας τους το μεν έτος 1986 διένειμαν την κοινή περιουσία τους, η οποία κατά το μεγαλύτερο μέρος της αποτελείτο από τα κληρονομιαία ακίνητα που έλαβαν από την κατά τα προαναφερόμενα αποβιώσασα Ζ και από τότε (1986) ο εφεσίβλητος (ήδη αναιρεσίβλητος) εγκαταστάθηκε, στη νομή του επιδίκου, το δε επόμενο έτος (δηλαδή το 1987) επισημοποίησαν την εν λόγω άτυπη διανομή, προβαίνοντες στη σύνταξη του υπ' αρ. 8.826/9-12-1987 μετ' επικλήσεως προκομιζομένου προσυμφώνου διανομής ακινήτων του Σ/φου Λουτρακίου Παναγιώτη Γεωργόπουλου με το οποίο συμφώνησαν μεταξύ άλλων και κατά το ενδιαφέρον την παρούσα υπόθεση μέρος του να περιέλθει το επίδικο ακίνητο στην αποκλειστική κυριότητα του εφεσιβλήτου, στον οποίο χορήγησαν μάλιστα ρητή πληρεξουσιότητα να καταρτίσει ακόμα και με αυτοσύμβαση το οριστικό συμβολαιογραφικό έγγραφο οριστικής μεταβίβασης της κυριότητας του επιδίκου στον ίδιο, το οποίο όμως μέχρι την άσκηση της ένδικης έφεσης δεν έχει καταρτισθεί.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ήδη από το 1986 ο εφεσίβλητος παρέλαβε στην κατοχή του το επίδικο, εντός του οποίου είχε κατασκευαστεί προ του χρόνου της διανομής (ήτοι προ του έτους 1987) μια ισόγεια οικία 102 τ.μ. περίπου, η οποία μάλιστα μνημονεύεται στο προαναφερόμενο συμβολαιογραφικό προσύμφωνο διανομής και ασκούσε επ' αυτού όλες τις πράξεις νομής που αρμόζουν σ' αυτό.

Ειδικότερα κατοικούσε στην προαναφερόμενη οικία με την οικογένεια του (βλ. σχετικά την κατάθεση του μάρτυρα ανταπόδειξης και τις φορολογικές δηλώσεις του των οικονομικών ετών 1994 - 2002) και υπέβαλε τις απαιτούμενες ενστάσεις και προσφυγές προς το αρμόδιο πολεοδομικό γραφείο λόγω του ότι οι πράξεις επιβολής διοικητικού προστίμου εκδόθηκαν στο όνομά του.

Τις πράξεις δε αυτές νομής επί του επιδίκου ασκεί ο εφεσίβλητος μέχρι και σήμερα, απορριπτόμενου ως αβασίμου του ισχυρισμού του εκκαλούντος ότι ο ίδιος και όχι ο εφεσίβλητος ασκούσε επί του επιδίκου πράξεις νομής μετά το έτος 1986 μεταξύ των οποίων και την κατάρτιση κατά το έτος 1990 σύμβασης με τον εφεσίβλητο με την οποία φέρεται ότι χρησιδάνεισε το επίδικο στον τελευταίο για τη στέγαση της οικογένειας του καθώς αφενός όλες οι επικαλούμενες και αποδεικνυόμενες πράξεις αυτού (υποβολή αιτήσεων στην πολεοδομία για τη νομιμοποίηση των αυθαιρέτων κατασκευών) είναι προγενέστερες του 1986 πλην της αναφερόμενης στην υπ' αρ. ...

πράξη επιβολής προστίμου του Δασάρχη ... κατά του εκκαλούντος, η οποία όμως αποδείχθηκε ότι αφορούσε άλλο ακίνητο όμορο του επιδίκου (εκχέρσωση και διαμόρφωση του χώρου εισόδου της ταβέρνας, που δεν αποτελεί αμφισβητούμενη με την ένδικη αγωγή έκταση) και κατά συνέπεια οι σχετικές κατ' αυτής (πράξη επιβολής προστίμου) ενστάσεις αυτού, στα διοικητικά δικαστήρια δεν μπορούν να εκληφθούν ως πράξεις, νομής επί του επιδίκου, η δε επικαλούμενη ως καταρτισθείσα σύμβαση χρησιδανείου δεν αποδείχθηκε από κανένα αποδεικτικό στοιχείο.

Επομένως εφόσον δεν αποδείχθηκε η από τον εκκαλούντα-ενάγοντα (ήδη αναιρεσείοντα) επικαλούμενη συνεχής από το έτος 1969 και εφεξής αποκλειστική νομή του επιδίκου επί 20ετία φερομένη ως περιελθούσα σ' αυτόν από άτυπη παραχώρησή της εκ μέρους του πατρός του προς αυτόν αφού αυτή διακόπηκε το έτος 1986 σε κάθε δε περίπτωση το έτος 1987, οπότε και έλαβε χώρα η με το παραπάνω συμβολαιογραφικό προσύμφωνο διανομή, δεν μπορεί να γίνει λόγος για απόκτηση κυριότητας επί του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία την οποία και μόνο επικαλείται ο εκκαλών προς θεμελίωση της επικαλούμενης αποκλειστικής επί του όλου κυριότητας του, η ένδικη αγωγή κρίνεται απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη".

Από τις παραπάνω παραδοχές, στις οποίες και μόνο στήριξε το Εφετείο την απόρριψη της ένδικης αγωγής ως αβάσιμης κατ' ουσία, προκύπτει αναμφίβολα ότι αυτό δεν δέχθηκε ότι η κυριότητα του επιδίκου ακινήτου μεταβιβάστηκε στον εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο με το προαναφερόμενο προσύμφωνο διανομής και συνεπώς ο πρώτος από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της παραβίασης των άρθρων 1033 (περί κτήσεως της κυριότητας ακινήτου με σύμβαση) και 166 (περί της εννοίας και του τύπου του προσυμφώνου) του Α.Κ., πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι στηρίζεται επί αναληθούς προϋποθέσεως.

Περαιτέρω, ενόψει των παραπάνω παραδοχών της προσβαλλομένης, από τις οποίες προκύπτει αβίαστα ότι δεν διέγνωσε κενό ή ασάφεια στις δηλώσεις βουλήσεως των συμβαλλομένων στο προαναφερόμενο προσύμφωνο, ώστε να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, ο δεύτερος από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση της παραβίαση, δια της παραλείψεως εφαρμογής τους, των ως άνω κανόνων είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος.

II. Επειδή λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αποδεικτικό μέσο αυξημένη αποδεικτική δύναμη που δεν του παρέχει ο νόμος ή δεν του προσέδωσε τέτοια δύναμη μολονότι την είχε κατά νόμο. Εξ άλλου, από τα άρθρα 438, 440 και 441 ΚΠολΔ προκύπτει ότι τα συμβολαιογραφικά έγγραφα, ως δημόσια έγγραφα, αποτελούν πλήρη απόδειξη, χωρίς να επιτρέπεται ανταπόδειξη, παρά μόνο δια της προσβολής τους ως πλαστών, όχι ως προς όλα όσα περιέχονται σε αυτά, αλλά μόνο ως προς όσα ο συμβολαιογράφος αναφέρει ότι έγιναν από τον ίδιο ή ενώπιον του. Ως προ το περιεχόμενο των δικαιοπρακτικών δηλώσεων των συμβαλλομένων μερών, καθώς και ως προς όσα αναφέρονται αφηγηματικά στο συμβολαιογραφικό έγγραφο, εφόσον αυτά έχουν άμεση σχέση με το κύριο αντικείμενο του εγγράφου, χωρεί ανταπόδειξη και χωρίς προσβολή του εγγράφου ως πλαστού, ενώ όσα δεν έχουν άμεση σχέση θεωρούνται ως αρχή έγγραφης απόδειξης.

Εν προκειμένω, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στο Εφετείο η από τον αριθ. 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της παραβίασης των ορισμών του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, που συνίσταται στο ότι το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, συνεκτιμώντας το σύνολο των προσκομισθεισών από τους διαδίκους αποδείξεων και συγκεκριμένα τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων και όλα τα προσκομισθέντα με επίκληση έγγραφα, μεταξύ των οποίων και το ...

προσύμφωνο διανομής ακινήτων του συμβολαιογράφου Λουτρακίου Παναγιώτη Γεωργόπουλου, απέρριψε κατ' ουσία την επί εκτάκτου χρησικτησίας ερειδομένη ένδικη διεκδικητική αγωγή του αναιρεσείοντος, δεχόμενο ότι τουλάχιστον από το έτος 1987, οπότε έλαβε χώρα η με το ως άνω συμβολαιογραφικό έγγραφο συμφωνία όπως το επίδικο περιέλθει στην κυριότητα, νομή και κατοχή του αναιρεσιβλήτου-εναγομένου, διακόπηκε η από το έτος 1969 συνεχής νομή του επίδικου από τον αναιρεσείοντα και ως εκ τούτου δεν συμπληρώθηκε μέχρι την άσκηση της αγωγή η απαιτούμενη για την κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία εικοσαετής νομή του αναιρεσείοντος επί του επιδίκου, ότι με την ως άνω παραδοχή του παραβίασε την από τα άρθρα 438 και 441 του ΚΠολΔ παρεχόμενη στο ως άνω συμβολαιογραφικό έγγραφο αποδεικτική δύναμη της πλήρους απόδειξης ως προς το περιεχόμενο των δικαιοπρακτικών δηλώσεων των διαδίκων και ειδικότερα των περιεχομένων στο εν λόγω συμβολαιογραφικό προσύμφωνο δηλώσεων των διαδίκων ότι "η ισόγειος οικία (που βρίσκεται στο επίδικο) είναι μισθωμένη μέχρι 30-10-1988 στον Λ και μέχρι 30-10-1988 ο ενάγων θα λαμβάνει τα 3/8 του μισθώματος της οικίας και μόνον εφόσον στο μίσθιο παραμένει ο Λ", από τις οποίες (δηλώσεις) προέκυπτε πλήρης απόδειξη για όλους ότι τουλάχιστον μέχρι 30-10-1988 ο ενάγων νεμόταν το επίδικο ακίνητο.

Όμως, οι παραπάνω δηλώσεις των συμβληθέντων στο ως άνω προσύμφωνο διανομής ακινήτων διαδίκων, δεδομένου ότι έχουν άμεση σχέση με το κύριο αντικείμενο του συμβολαιογραφικού προσυμφώνου διανομής ακινήτων (που περιλαμβάνει και το επίδικο), αποτελούν μεν πλήρη απόδειξη ως προς το περιεχόμενό τους, πλην όμως χωρεί ανταπόδειξη κατά των δηλώσεων αυτών, χωρίς να υπάρχει ανάγκη να προσβληθεί το ως άνω έγγραφο ως πλαστό.

Συνεπώς, το Εφετείο, που δέχθηκε ως αποδεικνυόμενο από τους μάρτυρες και τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, τη διακοπή της νομής του αναιρεσείοντος επί του επιδίκου από το έτος 1987, δεν υπέπεσε στην επικαλούμενη πλημμέλεια της παραβίασης των προεκτεθεισών διατάξεων σχετικά με την αποδεικτική δύναμη του προαναφερόμενου συμβολαιογραφικού προσυμφώνου ως προς τις ως άνω δηλώσεις των συμβληθέντων διαδίκων, γι' αυτό και ο σχετικός λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτος..

III. Επειδή κατά το άρθρο 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα υπό την έννοια της άνω διάταξης είναι οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασης τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως και όχι οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα, νομικά η πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων.

Εν προκειμένω, με τον τέταρτο (και τελευταίο) λόγο αναίρεσης, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από την προαναφερθείσα διάταξη πλημμέλεια της παρά το νόμο μη λήψεως υπόψη των προταθέντων με την έφεση του αναιρεσείοντος παρακάτω τριών ισχυρισμών: α) ότι κατά την υπογραφή του προαναφερόμενου προσυμφώνου στο επίδικο κατοικούσε ο μισθωτής Λ και όχι ο εναγόμενος- αναιρεσίβλητος, β) ότι το παραπάνω προσύμφωνο δεν εφαρμόστηκε, αλλά διατηρήθηκαν σε ισχύ μέχρι την έγερση της ένδικης αγωγής όσα είχαν συμφωνηθεί μεταξύ των διαδίκων τα έτη 1969-1970, βάσει των οποίων κατείχε ο ενάγων το επίδικο, και γ) ότι μετά το έτος 1987 (οπότε υπογράφηκε το ως άνω προσύμφωνο διανομής) ο αντίδικος προέβη τόσο προς τον ενάγοντα, όσο και προς τρίτο, στην πώληση τμημάτων από τα προς διανομή ακίνητα, επικαλούμενος ως τίτλο κτήσεως της κυριότητάς του την γενόμενη από το έτος 1969-1970 άτυπη δωρεά από τον πατέρα των διαδίκων και όχι το ανωτέρω προσύμφωνο. Όλοι, όμως, οι παραπάνω ισχυρισμοί δεν είναι αυτοτελείς, που θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της ένδικης αγωγής, αλλά αποτελούν πραγματικά επιχειρήματα, που αντλεί ο αναιρεσείων από την εκτίμηση των αποδείξεων και συνεπώς δεν είναι πράγματα υπό την προεκτεθείσα έννοια της ως άνω διατάξεως, γι' αυτό και ο παραπάνω λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 25-6-2008 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της 423/2007 απόφασης του Εφετείου Ναυπλίου.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία προσδιορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Ιανουαρίου 2010. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Μαΐου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ