Legislator Case Law & Legislation
819/2007 AI generated

Supreme Court allows appeal against association expulsion ruling due to missed two-month statute of limitations for annulment action.

Case Number 819/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appellant's appeal against the Second Instance Court's dismissal of an action seeking to annul an association's expulsion decision. The appellant argued the expulsion was invalid and lacked legal basis, while the association contended the action was time-barred. The Court found the appellant had filed the annulment action after the two-month statutory period expired, rendering it inadmissible, but correctly identified that the appeal raised a distinct issue regarding the validity of the expulsion itself.

Legislator headnote

AI generated

Articles 88 and 101 of the Civil Code; An action to annul an association's expulsion decision must be filed within two months, and failure to do so results in the loss of the right to challenge the expulsion, distinguishing it from a separate action for annulment of the assembly's resolution.

Keywords

AI generated
association expulsion statute of limitations annulment action member rights Civil Code provisions

Cited Legislation

AI generated
Article 564 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 144 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 88 of the Civil Code
Article 101 of the Civil Code
Article 559 number 1 of the Code of Civil Procedure
Article 70 of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 819 / 2007 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 819/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Αχιλλέα Νταφούλη, Ελένη Μαραμαθά, Πλαστήρα Αναστασάκη και Αντώνιο Παπαθεοδώρου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Νοεμβρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: .....,, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ανδρέα Τζαβέλλα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Του αναιρεσίβλητου: Σωματείου με την επωνυμία "Σωματείο Αρωγής του Συνδέσμου Εργοληπτών Εγκαταστατών Ηλεκτρολόγων Νομού Λακωνίας", που εδρεύει στη Σπάρτη και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαράλαμπο Μωραΐτη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17 Ιανουαρίου 2002 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Σπάρτης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 84/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 139/2005 οριστική του Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί αναιρεσείων με την από 21 Ιουνίου 2005 αίτησή του και τον από 7 Φεβρουαρίου 2006 πρόσθετο λόγο αυτής.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Πλαστήρας Αναστασάκης, ανέγνωσε τις από 9 Μαρτίου 2006 και 8 Νοεμβρίου 2006 εκθέσεις του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου τούτου, Αρεοπαγίτη Δημητρίου Δαλιάνη, με τις οποίες εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και του πρόσθετου λόγου αυτής.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

I.- Σύμφωνα με το άρθρο 564 παρ. 1 ΚΠολΔ, αν ο αναιρεσείων διαμένει στην Ελλάδα, η προθεσμία της αναίρεσης είναι τριάντα ημέρες και αρχίζει από την επίδοση της απόφασης. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 144 παρ. 1 ΚΠολΔ, οι προθεσμίες που ορίζονται από το νόμο ή τα δικαστήρια αρχίζουν από την επόμενη ημέρα μετά την επίδοση ή μετά τη συντέλεση του γεγονότος που αποτελεί την αφετηρία της προθεσμίας και λήγουν στις 7 το βράδυ της τελευταίας ημέρας και αν αυτή είναι κατά νόμον εξαιρετέα, την ίδια ώρα της επόμενης μη εξαιρετέας ημέρας.

Αν η τελευταία ημέρα της προθεσμίας είναι κατά νόμο εξαιρετέα ή Σάββατο, η προθεσμία λήγει την τελευταία εργάσιμη ώρα της επόμενης εργάσιμης ημέρας, ενώ ως ημέρες αργίας των δημοσίων γενικώς υπηρεσιών ορίζονται, μεταξύ άλλων, και όλες οι Κυριακές όπως και η ημέρα του Αγίου Πνεύματος (άρθρα 1 παρ. 12 εδ. α' και 1 παρ. 11 εδ.

α' της πράξεως νομοθετικού περιεχομένου της 29/30.12.1980 που κυρώθηκε με το ν. 1157/1981, ΑΠ 204/1994 ΕλλΔνη 36.1656). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την υπ' αριθ. ..... έκθεση επιδόσεως του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου... επικυρωμένο αντίγραφο της προσβαλλόμενης 139/2005 αποφάσεως του Εφετείου Ναυπλίου επιδόθηκε με επιμέλεια του αναιρεσιβλήτου Σωματείου στις 19.5.2005 στο δικηγόρο Σπάρτης Παναγιώτη Αθανασούλια, ο οποίος, όπως βεβαιώνεται στην εν λόγω απόφαση παρέστη στη σχετική δίκη ως πληρεξούσιος δικηγόρος του αναιρεσείοντος και, ως δικαστικός πληρεξούσιος αυτού, ήταν αυτοδικαίως και αντίκλητός του (άρθρο 143 ΚΠολΔ), άρα και δεκτικός παραλαβής της προσβαλλόμενης απόφασης.

Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την με αριθμό 46/21.6.2005 έκθεση του αρμόδιου υπαλλήλου της γραμματείας του Εφετείου Ναυπλίου, που έχει συνταχθεί στο τέλος του δικογράφου της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως, η αίτηση αυτή κατατέθηκε στις 21.6.2005, ημέρα Τρίτη, επόμενη εργάσιμη ημέρα της 20.6.2005, αργίας του Αγίου Πνεύματος, ενώ η 18.6.2005 με την οποία συμπίπτει η 30ή ημέρα από της επιδόσεως, ήταν ημέρα Σάββατο και ακολουθούσε η 19.6.2005 ημέρα Κυριακή (αργία).

Ενόψει τούτων, η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε εμπρόθεσμα και κατά τους νομίμους τύπους και επομένως είναι παραδεκτή.

ΙΙ. Επειδή ναι μεν ορίζεται από τη διάταξη του άρθρου 88 ΑΚ, που εφαρμόζεται επί κοινών σωματείων, ότι αποβολή μέλους επιτρέπεται: 1) στις περιπτώσεις που προβλέπει το καταστατικό, 2. αν υπάρχει σπουδαίος λόγος και το αποφασίσει η γενική συνέλευση. Το μέλος που έχει αποβληθεί έχει το δικαίωμα να προσφύγει στον Πρόεδρο των Πρωτοδικών (ήδη Μονομελές Πρωτοδικείο) μέσα σε δύο μήνες αφότου του γνωστοποιήθηκε η απόφαση, αν η αποβολή έγινε αντίθετα προς τους όρους του καταστατικού ή αν δεν υπήρχαν σπουδαίοι λόγοι για την αποβολή του.

Εξάλλου, από την παρ. 6 του άρθρου 4 του Ν. 1712/1987 "εκσυγχρονισμός επαγγελματικών οργανώσεων των εμπόρων, βιοτεχνών και λοιπών επαγγελματιών και άλλες διατάξεις" ορίζεται ότι "η περί αποβολής μέλους πράξη του διοικητικού συμβουλίου εγκρίνεται από τη γενική συνέλευση των μελών της ένωσης ............ τα αποτελέσματα της αποβολής επέρχονται από της εγκρίσεως από τη γενική συνέλευση.

Το διοικητικό συμβούλιο, όπως και η γενική συνέλευση, υποχρεούται να ακούσει προηγουμένως το μέλος του οποίου ζητείται η αποβολή και ότι "το μέλος που αποβάλλεται μπορεί μέσα σε τριάντα (30) ημέρες από την επίδοση σ' αυτό της απόφασης να προσφύγει στο Μονομελές Πρωτοδικείο, το οποίο δικάζει κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας".

Όμως, από τις παραπάνω διατάξεις δεν απαγορεύεται στο μέλος η άσκηση γενικής αναγνωριστικής αγωγής (ΚΠολΔ 70) στην περίπτωση που καθίσταται σ' αυτό γνωστό από το σωματείο ότι με απόφαση της γενικής συνελεύσεώς του διαγράφηκε, χωρίς συγχρόνως και να του επιδίδεται η περί διαγραφής απόφαση του οργάνου που αποφάσισε τη διαγραφή του, οπότε το μέλος αυτό έχει έννομο συμφέρον, εφόσον ισχυρίζεται ότι διατηρεί και δεν απώλεσε κατά νόμιμο τρόπο την ιδιότητα του μέλους του σωματείου να εγείρει κατ' αυτού που αμφισβητεί τη διατήρηση της ιδιότητας του μέλους, αναγνωριστική αγωγή ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου της έδρας του σωματείου (άρθρο 18 ΚΠολΔ, ενόψει του ότι πρόκειται περί διαφοράς μη αποτιμητής σε χρήμα και μη υπαγομένης στην καθ' ύλην αρμοδιότητα άλλου δικαστηρίου), σύμφωνα με το άρθρο 70 του ΚΠολΔ με αίτημα την αναγνώριση της διατήρησης της ιδιότητας του μέλους του εναγόμενου σωματείου.

Τούτο γιατί η ιδιότητα προσώπου ως μέλους σωματείου αποτελεί έννομη σχέση κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διατάξεως, την αναγνώριση της οποίας το μέλος, εφόσον αμφισβητείται, έχει έννομο συμφέρον να επιδιώξει με δικαστική απόφαση. Όμως, η αναγνωριστική αυτή αγωγή δεν προσφέρεται στο μέλος για την καταστρατήγηση των ειδικών εκείνων διατάξεων που προβλέπουν και χορηγούν σ' αυτό ειδικό ένδικο βοήθημα (προσφυγή) κατά συγκεκριμένης αποφάσεως συλλογικού οργάνου του σωματείου, με την οποία διαγράφεται από τη δύναμη των μελών του σωματείου και η οποία απόφαση είναι υποστατή, πλην ελαττωματική, δυναμένη να προσβληθεί ενώπιον του αρμοδίου δικαστηρίου μέσα σε αποκλειστική βραχεία προθεσμία, επερχομένης άλλως, εν απράκτω παρελεύσει της, οριστικής θεραπείας της κρίσιμης αποφάσεως.

Τούτο σημαίνει ότι ελαττωματική απόφαση του αρμοδίου οργάνου του σωματείου που διατάσσει αποβολή ή διαγραφή μέλους είναι άκυρη, δυναμένη να προσβληθεί από το διαγραφόμενο μέλος μέσα σε ορισμένη αποκλειστική προθεσμία από τη γνωστοποίησή της ή την επίδοσή της στο μέλος. Δηλαδή, αναγκαίως κατά νόμο πρόσφορο μέσον είναι το προβλεπόμενο στο νόμο, όχι δε και η γενική αναγνωριστική αγωγή κατ' άρθρο 70 ΚΠολΔ που είναι κατ' αρχήν απρόθεσμη.

Η τελευταία μπορεί να ασκηθεί αν η προσβαλλόμενη απόφαση του σωματείου λόγω της βαρύτητας του ελαττώματος δεν είναι απλώς ακυρώσιμη αλλά ανυπόστατη ή απολύτως άκυρη (βλ. ΑΚ 180). Τέτοιες αποφάσεις είναι εκείνες οι οποίες δεν περιεβλήθησαν τα εξωτερικά γνωρίσματα αποφάσεως ή αποφάσεις προδήλως κατά το φαινόμενον μόνον τέτοιες ή εκδοθείσες πέραν από την ανήκουσα στη συνέλευση εξουσία ή εμφανίζουσες αντίθεση με απαγορευτικό νόμο ή τα χρηστά ήθη από της απόψεως του περιεχομένου της τυχόν εκφρασθείσης με αυτές δικαιοπρακτικής βουλήσεως κατά τα άρθρα 174 και 178 ΑΚ, οπότε στις περιπτώσεις αυτές είναι αυτοδικαίως άκυρες και δεν εφαρμόζεται το άρθρο 101 ΑΚ (ΑΠ 410/1967, ΑΠ 137/1963, ΑΠ 569/1961).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχτηκε τα εξής: "με την αγωγή του επί της οποίας εκδόθηκε η εκκαλούμενη απόφαση και κατ' ορθήν εκτίμηση του δικογράφου της ο ενάγων και ήδη εφεσίβλητος ισχυρίσθηκε ότι από της ιδρύσεως του εναγομένου ήδη εκκαλούντος σωματείου είναι τακτικό μέλος του.

Ότι το εναγόμενο στις 3.8.2001 του κοινοποίησε την από 1.8.2001 εξώδικη δήλωσή του με την οποία του γνωστοποίησε ότι η καταστατική γενική συνέλευσή του με την από 29.1.2000 απόφασή της τον απέβαλε, διαγράφοντάς τον από τα μέλη του για το λόγο ότι δεν ήταν πλέον εν ενεργεία επαγγελματίας και ως εκ τούτου δεν μπορεί να είναι μέλος του.

Ότι η τοιαύτη αποβολή του δεν είναι νόμιμη, με συνέπεια να εξακολουθεί αυτός να είναι τακτικό μέλος του εναγομένου, γεγονός που το τελευταίο αρνείται. Με βάση δε το ιστορικό αυτό και προς άρση της αμφισβητήσεως που έχει δημιουργηθεί, ζήτησε να αναγνωρισθεί ότι δεν έχει αποβληθεί από τακτικό μέλος του εναγομένου, άλλως ότι δεν έχει αποβληθεί νομίμως και ότι εξακολουθεί να είναι ενεργό τακτικό μέλος του.

Υπό το ανωτέρω περιεχόμενο και αίτημα η αγωγή αυτή, ως αναγνωριστική της ακυρότητας της αποφάσεως της γενικής συνελεύσεως του εναγομένου σωματείου περί αποβολής του ενάγοντος και εξακολουθήσεως της ιδιότητάς του ως μέλους του σωματείου, πρέπει να απορριφθεί λόγω ελλείψεως του σχετικού εννόμου συμφέροντος του ενάγοντος και ήδη εφεσιβλήτου.

Τούτο δε γιατί, κατά τα ιστορούμενα στην αγωγή, η απόφαση της γενικής συνελεύσεως των μελών του εναγομένου αλληλοβοηθητικού, κατά την έννοια του άρθρου 19 του ν. 1976/1991, σωματείου, με την οποία αποβλήθηκε, γνωστοποιήθηκε σ' αυτόν, όπως ο ίδιος επικαλείται, στις 3.8.2001, οπότε αυτός μεν έλαβε γνώση της αποφάσεως αποβολής του, άρχισε δε την επομένη ημέρα η έναρξη της αναφερόμενης στην αρχή της παρούσας σκέψης δίμηνης αποκλειστικής ή αποσβεστικής προθεσμίας του άρθρου 88 του ΑΚ.

Όμως ο ενάγων την ένδικη αυτή αγωγή την κατέθεσε στην γραμματεία του δικαστηρίου, που εξέδωσε την εκκαλουμένη απόφαση, στις 17.1.2002, όπως αποδεικνύεται από την σχετική περί τούτου επισημείωση στο προσκομιζόμενο έγκυρο αντίγραφό της του αρμόδιου γραμματέα και την επέδωσε στο αντίδικό του στις 18.1.2002, όπως αποδεικνύεται από την προσκομιζόμενη υπ' αριθ..........

έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου .......... Αποδεικνύεται επομένως εκ τούτων, ότι την αγωγή αυτή ο ενάγων και ήδη εφεσίβλητος την άσκησε μετά την παρέλευση της εν λόγω προθεσμίας των δύο μηνών του εφαρμοζόμενου και στην ένδικη περίπτωση άρθρου 88 του ΑΚ, από της κατά τα ανωτέρω γνωστοποιήσεως της αποφάσεως αποβολής του, οπότε και η σχετική αξίωσή του είχε αποσβεσθεί.

Από την παραδεκτή όμως, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης αγωγής που περιέχεται κατά το εδώ ενδιαφέρον μέρος της και στο αναιρετήριο, προκύπτει ότι ο ενάγων το πιο πάνω αναφερόμενο αίτημά της να αναγνωρισθεί ότι δεν έχει διαγραφεί από τακτικό μέλος του εναγομένου (ήδη αναιρεσιβλήτου) σωματείου, άλλως ότι δεν έχει διαγραφεί νόμιμα και ότι εξακολουθεί να παραμένει ενεργό μέλος του, στηρίζει στο γεγονός ότι "ενόψει της αμφισβητήσεως που δημιουργούν τα παραπάνω περιστατικά και δη ο αβάσιμος ισχυρισμός του εναγομένου περί διαγραφής του, η οποία ουδέποτε έγινε, άλλως ουδέποτε έγινε νόμιμα, υφίσταται ανάγκη εκκαθάρισης του σχετικού ζητήματος με αυθεντική διάγνωση του δικαστηρίου".

Πρόκειται δηλαδή για αγωγή με την οποία επιδιώκεται σαφώς να αναγνωρισθεί ότι η απόφαση αυτή της γενικής συνελεύσεως είναι ανύπαρκτη άλλως ότι εκδόθηκε πέραν από την ανήκουσα στη συνέλευση εξουσία και αντίκειται κατά το περιεχόμενο της δικαιοπρακτικής της βουλήσεως σε απαγορευτικό νόμο ή τα χρηστά ήθη (σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην αγωγή ειδικότερα πραγματικά περιστατικά - λόγους ανυπαρξίας, στην οποία (ανυπαρξία ή ανυπόστατον αυτής) ο ενάγων στηρίζει το έννομο συμφέρον του να αναγνωρισθεί ότι εξακολουθεί να είναι μέλος του σωματείου αυτού (άρθρο 70 ΚΠολΔ) και όχι για προσφυγή κατά αποφάσεως οργάνου του σωματείου για αποβολή μέλους (άρθρο 88 ΑΚ) ή για αγωγή ακυρώσεως αποφάσεως γενικής συνελεύσεως σωματείου (άρθρο 101 ΑΚ) για την έγερση των οποίων άλλωστε (ενώπιον του καθ' ύλην αρμοδίου Μονομελούς Πρωτοδικείου κατ' άρθρο 17 αριθ. 3 ΚΠολΔ) δεν θα υπήρχε πράγματι, ήδη κατά το χρόνο ασκήσεώς της, έννομο συμφέρον στον ενάγοντα λόγω της εκπνοής των αντίστοιχων προθεσμιών (διμήνου και εξαμήνου αντίστοιχα).

Το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε ότι η αγωγή έβαλλε κατά υποστατής αποφάσεως της γενικής συνελεύσεως του εναγομένου σωματείου περί διαγραφής του ενάγοντος από μέλος του και την απέρριψε λόγω ελλείψεως εννόμου συμφέροντος αυτό παραβίασε (με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή) τις διατάξεις των άρθρων 88 και 101 ΑΚ και υπέπεσε έτσι στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ.

Επομένως, κατά παραδοχή του σχετικού πρώτου λόγου της αιτήσεως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο συντιθέμενο από άλλους δικαστές και να καταδικασθεί το αναιρεσίβλητο, λόγω της ήττας του, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 139/2005 απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο με άλλη σύνθεση. Και

Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1500) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Φεβρουαρίου 2007.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 18 Απριλίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ