Supreme Court partially allows appeal regarding incorrect salary scale classification of public employee under DEH Law.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the DEH's appeal against a First Instance Court judgment regarding an employee's salary classification. The employee argued for a higher salary scale based on a specific legal provision, while the First Instance Court incorrectly placed him in a lower scale. The Court ruled that the First Instance Court erred in interpreting the relevant statute and remanded the case for retrial on the specific legal issue.
Legislator headnote
AI generatedArticles 4 para. 4 B. 5 of the DEH Law; The court must correctly interpret statutory provisions determining salary scales, and an erroneous interpretation requiring a lower scale when a higher one is legally warranted constitutes a ground for partial annulment and remittal.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 818 / 2024 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 818/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Νικόλαο Πουλάκη - Εισηγητή και Μαλαματένια Κουράκου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 27 Φεβρουαρίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ - ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ" (ΔΕΗ Α.Ε.), η οποία δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο. Κατά τη δικάσιμο της 14ης-9-2021 είχε εκπροσωπηθεί από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Περικλή Κατσαούνη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος είχε καταθέσει προτάσεις στις 13-9-2021.
Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Μ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-12-2010 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 486/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 4298/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 13-5-2020 αίτησή της, η οποία συζητήθηκε κατά τη δικάσιμο της 14ης-9-2021 χωρίς να εκδοθεί απόφαση. Με την με αριθμό 329/2023 πράξη αφαίρεσης δικογραφιών της Προέδρου του Αρείου Πάγου Ιωάννας Κλάπα - Χριστοδουλέα, από την ορισθείσα εισηγήτρια Αρεοπαγίτη ε.τ. Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου και την με αριθμό 375/2023 πράξη του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Νικολάου Πιπιλίγκα ορίσθηκε η ως άνω νέα δικάσιμος για επανάληψη της συζήτησης, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 307 Κ.Πολ.Δ. Κατά την οίκοθεν συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι δεν παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.-Με τη διάταξη του άρθρου 307 εδάφια α' και β' του ΚΠολΔ, ορίζεται ότι αν για οποιοδήποτε λόγο, που παρουσιάστηκε μετά το τέλος της συζήτησης, είναι αδύνατο να εκδοθεί η απόφαση, η συζήτηση επαναλαμβάνεται, αφού οριστεί νέα δικάσιμος και κοινοποιηθεί κλήση. Ο ορισμός της δικασίμου μπορεί να γίνει και η κλήση για συζήτηση μπορεί να κοινοποιηθεί με την επιμέλεια είτε κάποιου διαδίκου, είτε της γραμματείας του δικαστηρίου.
Η επαναλαμβανόμενη κατ' άρθρο 307 ΚΠολΔ συζήτηση αποτελεί, όπως και η από το άρθρο 254 ΚΠολΔ συζήτηση, συνέχεια της προηγούμενης και όχι νέα συζήτηση. Και ναι μεν στο άρθρο 307 ΚΠολΔ δεν μνημονεύεται ρητώς, όπως στο άρθρο 254 ΚΠολΔ, ότι η επαναλαμβανόμενη συζήτηση αποτελεί συνέχεια της προηγούμενης, όμως δεν συντρέχει δικαιολογητικός λόγος να αντιμετωπιστούν κατά διαφορετικό τρόπο οι δύο περιπτώσεις, διότι οι πιο πάνω διατάξεις διαφέρουν μόνον ως προς το λόγο της επανάληψης, ο οποίος στην περίπτωση του άρθρου 307 ΚΠολΔ δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα κάποιου διαδίκου και, συνεπώς, δεν δικαιολογείται να υφίσταται, αν δεν εμφανιστεί ή δεν εμφανιστεί προσηκόντως ή δεν καταθέσει εκ νέου προτάσεις, δυσμενέστερη μεταχείριση, δηλαδή, να δικαστεί ερήμην και να υποστεί τις σχετικές συνέπειες.
Συνακόλουθα, η αρχική και η επαναλαμβανόμενη συζήτηση συνθέτουν μία συζήτηση και ο διάδικος ο οποίος δεν παρίσταται στην επαναλαμβανόμενη συζήτηση, είχε όμως παραστεί στην αρχική, δικάζεται αντιμωλία, ο διάδικος δε που παρίσταται στην επαναλαμβανόμενη συζήτηση δεν χρειάζεται να καταθέσει εκ νέου προτάσεις (ΑΠ 701/2023, ΑΠ 533/2023, ΑΠ 32/2023, ΑΠ 936/2018).
Εάν, όμως, ο διάδικος δεν είχε παραστεί στην αρχική συζήτηση και δεν παρίσταται και στην επαναλαμβανόμενη, δικάζεται ερήμην. Στην προκεειμένη περίπτωση, από τα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου και τα διαδικαστικά έγγραφα της παρούσας δίκης προκύπτει ότι εισάγεται για συζήτηση η από 13.5.2020 και με αριθμό κατ. 2996/350/5.6.2020 αίτηση της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΫ _ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ" (ΔΕΗ Α.Ε.) κατά του Γ.
Μ., για αναίρεση της με αριθμό 4298/24.7.2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Τη συζήτηση της ένδικης αίτησης κατά την αρχική δικάσιμο της 23.2.2021, που ορίστηκε με την πράξη της Προέδρου του Β2 Πολιτικού Τμήματος Μαρίας Νικολακέα, επέσπευσε η αναιρεσείουσα ΔΕΗ Α.Ε., η οποία επέδωσε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον αναιρεσίβλητο ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης με την πράξη κατάθεσης και ορισμού δικασίμου και με κλήση για εμφάνιση κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, όπως προκύπτει από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από την αναιρεσείουσα με αριθμό 8230/16.12.2020 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών Ν.
Β.. Κατά τη δικάσιμο αυτή (23.2.2021), η συζήτηση της υπόθεσης ματαιώθηκε, διαρκούσης της αναστολής λειτουργίας των δικαστηρίων, λόγω των έκτακτων μέτρων προστασίας της δημόσιας υγείας από την πανδημία του κορονοϊού (ΚΥΑ 9147/2021 αναστολή από 11.2.2021 έως 1.3.2021, που τροποποιήθηκε με ΚΥΑ 9769/2021 για ίδιο χρόνο και εκδόθηκε νέα ΚΥΑ με αριθμό 10969/2021 για αναστολή από 22.2.2021 έως 1.3.2021) και ορίσθηκε αυτεπαγγέλτως να συζητηθεί για τη δικάσιμο της 14ης Σεπτεμβρίου 2021 με την από 12-5-2021 πράξη της Προέδρου του Β2 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου και τήρηση από τον γραμματέα των εκεί προβλεπομένων διατυπώσεων, ενώ η εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο, ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. (άρθρο 83 παρ. 2 και 3 ν. 4790/2021).
Στη συνέχεια, όμως, εξαιτίας της αποχώρησης από την υπηρεσία της Αρεοπαγίτη Όλγας Σχετάκη - Μπονάτου, μετά τη συζήτηση της αίτησης στην παραπάνω δικάσιμο, ερήμην του αναιρεσιβλήτου, κατά την οποία είχε ορισθεί εισηγήτρια, και της αδυναμίας έκδοσης απόφασης επ' αυτής, η υπόθεση εισήχθη εκ νέου για επανασυζήτηση και ορίστηκε δικάσιμος η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας (27.2.2024), με τη με αριθμό 375/2023 πράξη του Προέδρου του Β2 Πολιτικού Τμήματος Νικολάου Πιπιλίγκα.
Ακριβή αντίγραφα της πράξης αυτής με κλήση προς συζήτηση επιδόθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα, τόσο στον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας όσο και στον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσίβλητου, οι οποίοι είχαν εκπροσωπήσει τους διαδίκους ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, οπότε εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, με την επιμέλεια της γραμματείας του Αρείου Πάγου, όπως προκύπτει από τα από 5.12.2023 και 19.12.2023 αποδεικτικά επίδοσης των επιμελητών του Αρείου Πάγου, Π.
Φ. και Ε. Π., αντίστοιχα, καθώς και στον ίδιο τον αναιρεσίβλητο όπως προκύπτει από την από 27.11.2023 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο ... Π. Ν.. Επομένως, αφού η αναιρεσείουσα και ο αναιρεσίβλητος, δεν εμφανίστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του πινακίου, ούτε κατέθεσαν δήλωση, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ.2 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ, πρέπει, παρά την απουσία τους, να προχωρήσει το δικαστήριο στη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και ως προς τον αναιρεσίβλητο, αφού η παρούσα συζήτηση είναι συνέχεια της αρχικής, στην οποία δεν είχε παραστεί.
2.-Με την από 13.5.2020 και με αριθμό κατ. 2996/350/5.6.2020 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, υπ' αριθ. 4298/24.7.2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, επί της από 18.3.2015 και με αριθ. κατάθ. 1841/20.3.2015 έφεσης της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Δημόσια Επιχείρηση Ηλεκτρισμού ΑΕ".
Με την προσβαλλόμενη απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου έγινε τυπικά δεκτή, αλλά απορρίφθηκε κατ' ουσία, η ανωτέρω έφεση κατά της με αριθμό 486/19.2.2015 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου και α) αναγνωρίσθηκε "ότι η εναγομένη υποχρεούται να κατατάξει τον ενάγοντα, κατά την ένταξή του στο τακτικό προσωπικό αυτής, από 1.10.1997, στην κατηγορία Τ4/Θ του τακτικού προσωπικού και να τον τοποθετήσει στο 11ο μισθολογικό κλιμάκιο της ε' βαθμίδας της κατηγορίας αυτής, προάγοντάς τον ταυτόχρονα στο 10ο μισθολογικό κλιμάκιο, καθώς και να τον προάγει ακολούθως στο 9ο μ.κ.
της ίδια κατηγορίας την 26.6.1998, στο 8ο μ.κ. της ίδιας κατηγορίας την 26.6.2001, στο 7ο μ.κ. της ίδιας κατηγορίας την 26.6.2004, στο 6ο μ.κ. της ίδιας κατηγορίας την 26.6.2007 και στο 5ο μ.κ. την 26.6.2010" και β} υποχρεώθηκε η εναγομένη "να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των ένδεκα χιλιάδων διακοσίων σαράντα πέντε ευρώ και εξήντα πέντε λεπτών (11.245,65 Ε), με τους νόμιμους τόκους, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στο σκεπτικό της παρούσας" για διαφορές αποδοχών.
Η αίτηση αναίρεσης κατά της προσβαλλόμενης απόφασης, ασκείται από ηττηθέντα διάδικο εμπροθέσμως και παραδεκτώς, αφού αυτή (αναίρεση) κατατέθηκε στη γραμματεία του εκδώσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστηρίου στις 5.6.2020, ενώ δεν προκύπτει επίδοση της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης, που δημοσιεύθηκε στις 24.7.2019 (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ).
Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των διαλαμβανομένων σε αυτή λόγων αναίρεσης (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).
3.-Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αριθμ. 4 και 216 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, σαφή έκθεση των γεγονότων, τα οποία θεμελιώνουν κατά νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκηση αυτής από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα.
Η έκθεση στο δικόγραφο της αγωγής των πραγματικών περιστατικών, τα οποία πρέπει να είναι όσα είναι νομικώς ικανά και αναγκαία για τη θεμελίωση του δικαιώματος, η προστασία του οποίου ζητείται και τα οποία πρέπει να αναφέρονται με τέτοια σαφήνεια, ώστε να εξατομικεύουν την επίδικη έννομη σχέση και να μην καταλείπεται αμφιβολία περί της αξίωσης, η οποία απορρέει από αυτά, είναι απαραίτητη για να υπάρχει η δυνατότητα, το μεν δικαστήριο να κρίνει τη νομική βασιμότητα της αγωγής, ο δε εναγόμενος να μπορεί να αμυνθεί κατά της αγωγικής αξίωσης που θεμελιώνεται επ' αυτών με ανταπόδειξη ή ένσταση.
Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται τα πιο πάνω στοιχεία ή όταν αυτά περιέχονται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκησή της και επιφέρει την απόρριψή της ως απαράδεκτης, λόγω της αοριστίας, είτε αυτεπαγγέλτως, είτε κατόπιν προβολής σχετικού ισχυρισμού από τον εναγόμενο.
Η αοριστία δε αυτή δεν μπορεί να συμπληρωθεί ούτε με τις προτάσεις, ούτε με παραπομπή στο περιεχόμενο άλλων εγγράφων της δίκης, ούτε από την εκτίμηση των αποδείξεων. Η ανεπάρκεια των πραγματικών περιστατικών, που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος (ΟλΑΠ 4/2024, ΟλΑΠ 18/1998, ΑΠ 902/2020).
Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή της περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του ουσιαστικού δικαιώματος στο οποίο στηρίζεται. Πρόκειται και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση νομικής δήθεν αοριστίας της αγωγής (ΑΠ 32/2022).
Επομένως, νομική είναι η αοριστία που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτή ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη (ΟλΑΠ 4/2024, ΑΠ 108/2020, ΑΠ 121/2019).
Ο αναιρετικός αυτός έλεγχος γίνεται με βάση την κυριαρχική εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής από το δικαστήριο της ουσίας, υπό την προϋπόθεση ότι η ως άνω εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής ανταποκρίνεται στο πραγματικό περιεχόμενο αυτής (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ). Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 2, 3, 4 παρ.1, 3, 4 και 8, 5 παρ.1, 3 και 5, 6, 22 παρ.1, 2 και 3, 23 παρ. 1, 2 και 3 και 42 παρ.4 του Κανονισμού Καταστάσεως Προσωπικού της Δημόσιας Επιχείρησης Ηλεκτρισμού (ΚΚΠ/ΔΕΗ), που δημοσιεύθηκε με την υπ' αριθ. 2842/442 από 24/25 Οκτωβρίου 1973 απόφαση του Υπουργού Απασχόλησης στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ Β 1274/25.10.1973) και κυρώθηκε με το άρθρο 2 του Ν.Δ/τος 210/1974, επέχει δε ισχύ ουσιαστικού νόμου, όπως ισχύει μετά τη δημοσίευση της από 23.3.1990 Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας Προσωπικού ΔΕΗ (ΦΕΚ Β 227/1990), το προσωπικό συνδέεται με τη ΔΕΗ με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου και διακρίνεται σε τακτικό και έκτακτο.
Τακτικό προσωπικό είναι εκείνο που υπηρετεί σε οργανικές θέσεις και υπάγεται αυτοδικαίως στις διατάξεις του εν λόγω Κανονισμού, ενώ έκτακτο προσωπικό είναι εκείνο που προσλαμβάνεται με σύμβαση εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου για την κάλυψη έκτακτων ή πρόσκαιρων αναγκών υπαγόμενο σε ορισμένες μόνο διατάξεις του εν λόγω Κανονισμού κατά την παρ.1 του άρθρου 42 αυτού και το οποίο μπορεί να ενταχθεί μετά από διετή υπηρεσία στο τακτικό προσωπικό με απόφαση του διοικητή, μετά από γνώμη του πρωτοβαθμίου συμβουλίου κρίσεως.
Το τακτικό προσωπικό κατατάσσεται σε κλάδους, υποδιαιρούμενους σε κατηγορίες, που μπορούν να υποδιαιρεθούν σε βαθμίδες, στις οποίες αντιστοιχούν μισθολογικά κλιμάκια και ποσοστό οργανικών θέσεων. Κάθε μισθωτός, κατά την ένταξή του στο τακτικό προσωπικό, κατατάσσεται σε μισθολογικό κλιμάκιο, βαθμίδα, κατηγορία και κλάδο προς πλήρωση οργανικής θέσης.
Η κατάταξη σε μισθολογικό κλιμάκιο αποτελεί αποκλειστικά μισθολογική διαβάθμιση και δεν παρέχει δικαίωμα άσκησης καθηκόντων ορισμένης θέσης στη διάρθρωση των υπηρεσιών της επιχείρησης. Ο πριν την ένταξη διανυθείς χρόνος υπηρεσίας θεωρείται ως χρόνος δοκιμαστικής υπηρεσίας και συνυπολογίζεται στον απαιτούμενο χρόνο για την πρώτη μετά την ένταξη μισθολογική προαγωγή.
Ο συνολικός αριθμός των οργανικών θέσεων καθορίζεται κάθε φορά από το διοικητικό συμβούλιο και είναι αντίστοιχος με την εκάστοτε ισχύουσα διάρθρωση της επιχείρησης, ενώ η κατανομή αυτών ενεργείται ανάλογα προς τις υφιστάμενες ανάγκες με απόφαση του διοικητή, ο οποίος μπορεί να μεταβάλει το ποσοστό των οργανικών θέσεων.
Η ένταξη γίνεται στο μισθολογικό κλιμάκιο της κατώτερης βαθμίδας κάθε κατηγορίας, με απόφαση του διοικητή, κατόπιν πρότασης της ιεραρχίας. Ουδείς μπορεί να προσληφθεί απ' ευθείας ως τακτικός, η δε πρόσληψη έκτακτου προσωπικού γίνεται με έγγραφη σύμβαση που μπορεί να ανανεώνεται μέχρι τη συμπλήρωση διαστήματος πέντε (5) ετών, εντός του οποίου μπορεί να γίνει ένταξη του έκτακτου μισθωτού στο τακτικό προσωπικό.
Για την πρόσληψη δε του άνω μισθωτού απαιτείται να πληροί ο τελευταίος τις αναγραφόμενες στην παρ. 5 του άρθρου 5 προϋποθέσεις. Μετάταξη του προσωπικού από κατηγορία σε κατηγορία του ιδίου ή άλλου κλάδου είναι δυνατή για τη κάλυψη υπηρεσιακών αναγκών ή για λόγους υγείας, εφόσον ο μετατασσόμενος έχει τα προσόντα που απαιτούνται από την κατηγορία και το μισθολογικό κλιμάκιο αυτής, όπου μετατάσσεται.
Η μετάταξη λαμβάνει χώρα με απόφαση του διοικητή, μετά από πρόταση της ιεραρχίας και γνωμάτευση του πρωτοβαθμίου συμβουλίου κρίσεως, ενώ ο χρόνος έναρξης της μετάταξης καθορίζεται με την απόφαση του διοικητή. Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι η ένταξη του έκτακτου προσωπικού σε οργανικές θέσεις του τακτικού προσωπικού, μετά τη συμπλήρωση του ελαχίστου χρόνου υπηρεσίας, αποτελεί υποχρέωση της αναιρεσείουσας ΔΕΗ, η οποία απορρέει από τις διατάξεις του ΚΚΠ/ΔΕΗ, σε συνδυασμό με την ατομική σύμβαση εργασίας ενός εκάστου μισθωτού, που έχει προσληφθεί ως έκτακτος και με τις εκάστοτε ισχύουσες επιχειρησιακές Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας.
Η υποχρέωση αυτή της ΔΕΗ που αντιστοιχεί σε σχετική αξίωση του μισθωτού έχει ενοχικό χαρακτήρα και πρέπει να εκπληρώνεται από τον εργοδότη, όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη (άρθ.288 ΑΚ). Η μη εκπλήρωση της υποχρέωσης αυτής από τη ΔΕΗ, που ενδέχεται να εκδηλωθεί είτε με τη μη ένταξη του μισθωτού στο τακτικό προσωπικό της, είτε με την ένταξη αυτού σε κατηγορία διαφορετική από εκείνη, στην οποία αυτός είχε δικαίωμα να ενταχθεί, συνιστά αθέτηση ενοχικής υποχρέωσης και όχι αδικοπραξία (ΑΠ 1892/2017, ΑΠ 772/2017, ΑΠ 698/2015, ΑΠ 244/2013).
Περαιτέρω, όμως, από τις ως άνω διατάξεις του ΚΚΠ/ΔΕΗ συνάγεται με σαφήνεια ότι για την ένταξη του έκτακτου μισθωτού στο τακτικό προσωπικό της επιχείρησης και την κατάταξή του σε συγκεκριμένο κλάδο, κατηγορία, βαθμίδα και μισθολογικό κλιμάκιο απαραίτητη προϋπόθεση αποτελεί, εκτός των άλλων, η ύπαρξη αντίστοιχης κενής οργανικής θέσης κατά το χρόνο που διενεργείται ή επιδιώκεται η ένταξη (ΑΠ 1892/2017, ΑΠ 772/2017, ΑΠ 698/2015, ΑΠ 1252/2008).
Επομένως στο δικόγραφο της αγωγής, με την οποία ζητείται να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της εναγομένης ΔΕΗ να κατατάξει τον ενάγοντα σε συγκεκριμένο κλάδο, κατηγορία, βαθμίδα και μισθολογικό κλιμάκιο του τακτικού προσωπικού, με βάση τις προαναφερόμενες διατάξεις του ΚΚΠ/ΔΕΗ, απαιτείται να διαλαμβάνεται, εκτός των άλλων στοιχείων, η ύπαρξη κενής οργανικής θέσης κατά τον αναφερόμενο χρόνο ένταξης, από του οποίου ζητείται η κατά τα ανωτέρω κατάταξη, διαφορετικά η αγωγή είναι αόριστη και ως εκ τούτου απορριπτέα ως απαράδεκτη (ΑΠ 1892/2017, ΑΠ 772/2017, ΑΠ 1415/2015, ΑΠ 698/2015, ΑΠ 1596/2012).
Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση (άρθρο 561 παρ.2 του ΚΠολΔ) του δικογράφου της από 14.12.2010 και με αριθ. κατάθ. 229703/8520/30.12.2010 αγωγής, προκύπτει ότι με αυτήν (αγωγή) ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος ισχυρίσθηκε ότι προσελήφθη από την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα Δημόσια Επιχείρηση Ηλεκτρισμού στις 22.1.1992 ως έκτακτος ειδικευόμενος μισθωτός, ότι η σύμβαση του ανανεώθηκε πολλές φορές μέχρι την ένταξη αυτού στο τακτικό προσωπικό της εναγομένης, ότι αυτός απασχολήθηκε από την αρχική του πρόσληψη ως τεχνικός υπάλληλος - επιτηρητής ταινιοδρόμων (τεχνικός ορυχείων) στο Λιγνιτικό Κέντρο Μεγαλόπολης, ότι από την πρόσληψή του είχε γνωστοποιήσει στην εναγομένη ότι ήταν κάτοχος απολυτηρίου Γυμνασίου, που ορίζεται από τον ΚΚΠ/ΔΕΗ ως τυπικό προσόν για την ένταξη προσωπικού στο τεχνικό κλάδο κατηγορία 4 (Τ4), ότι με την εγκριτική της εναγόμενης απόφαση ΛΚΜ/Φ.824/13078/29.9.1997 εντάχθηκε στον Κλάδο Γενικών Υπηρεσιών κατηγορία 5 (ΓΥ 5) και στο μισθολογικό κλιμάκιο 12 της βαθμίδας β', με ημερομηνία ένταξης από 1.10.1997 και ταυτόχρονα προήχθη στο μισθολογικό κλιμάκιο 11 κατά το άρθρο 6 του ΚΚΠ/ΔΕΗ, ότι στην ίδια απόφαση προβλεπόταν ότι στις 26/6/1998 θα λάμβανε χώρα κρίση για την περαιτέρω μισθολογική προαγωγή του στο μισθολογικό κλιμάκιο 10, ότι στη συνέχεια με τις με αρ.
ΔΑΝΠ/Φ.826/2243/9.10.2008 και ΔΑΝ Π/Φ.826/1491/3.7.2009 εγκριτικές αποφάσεις της εναγομένης μετατάχθηκε στην κατηγορία Τ4/Θ (Τεχνικοί Ορυχείων) με χρόνο από 1/11/2008 και με το ίδιο από αυτόν κατεχόμενο μισθολογικό κλιμάκιο 7 και ότι η εναγόμενη είχε, σύμφωνα με τις διατάξεις του ΚΚΠ/ΔΕΗ, την υποχρέωση κατά την αρχική του ένταξη στο τακτικό προσωπικό αυτής, με βάση τα ανωτέρω τυπικά προσόντα αυτού, το είδος της απασχόλησής του επί πενταετία ως τεχνικού υπαλλήλου - τεχνικού ορυχείων στο Λιγνιτικό Κέντρο Μεγαλόπολης, ως και το ήθος, τη μόρφωση, την ικανότητα και την πείρα του να τον εντάξει εξ υπαρχής (από 1/10/1997) στον τεχνικό κλάδο, κατηγορία 4 (Τ4/Θ) και να τον τοποθετήσει στο μισθολογικό κλιμάκιο 11 της ε' βαθμίδας, προάγοντας αυτόν ταυτόχρονα στο 10° μισθολογικό κλιμάκιο και στη συνέχεια στο επόμενο 9° μισθολογικό κλιμάκιο από 26/6/1998, στο 8° μισθολογικό κλιμάκιο από 26/6/2001, στο 7° μισθολογικό κλιμάκιο από 26/6/2004, στο 6° μισθολογικό κλιμάκιο από 26/6/2007 και στο 5° μισθολογικό κλιμάκιο από 26/6/2010 της ως άνω Τ4/Θ κατηγορίας και όχι να τον εντάξει στην κατώτερη κατηγορία ΓΎ5 του κλάδου Γενικών Υπηρεσιών με μισθολογικό κλιμάκιο 12, όπου τον ενέταξε αρχικά.
Ότι ειδικά και αναφορικά με το στοιχείο της ύπαρξης κενών οργανικών θέσεων κατά το χρόνο κατάταξης αυτού, ο ενάγων διέλαβε στο οικείο δικόγραφο της αγωγής τα εξής: "Είναι άλλωστε χαρακτηριστικό ότι η απασχόλησή μου εξαρχής σε καθήκοντα τεχνικού υπαλλήλου κατηγορίας Τ4 έγινε αφενός διότι υπήρχαν ελλείψεις στις συγκεκριμένες θέσεις, αφετέρου δε διότι διέθετα τα απαιτούμενα προς τούτο τυπικά προσόντα.
Η ύπαρξη ελλείψεων της εναγόμενης άλλωστε στις συγκεκριμένες θέσεις, η ύπαρξη δηλαδή κενών οργανικών θέσεων στην ανωτέρω κατηγορία απασχόλησής μου (Τ4) σαφώς συνάγεται ιδίως από την επί μακρό χρονικό διάστημα απασχόλησή μου ως Τεχνικού Υπαλλήλου (Τ4) και όχι ως Γενικών Υπηρεσιών, η οποία υποδηλώνει ότι η αντίδικος διέθετε κενές οργανικές θέσεις στην ανωτέρω κατηγορία (Τ4) και είχε ανάγκη σε προσωπικό της κατηγορίας αυτής και όχι της κατηγορίας υπαλλήλων Γενικών υπηρεσιών".
Με το προαναφερθέν ιστορικό ζήτησε να αναγνωριστεί η υποχρέωση της εναγόμενης να τον κατατάξει, κατά την ένταξή του στο τακτικό προσωπικό της, από την ημερομηνία ένταξης (1/10/1997) στην κατηγορία Τ4/Θ και να τον τοποθετήσει στο μισθολογικό κλιμάκιο 11 της ε' βαθμίδας της κατηγορίας αυτής, προάγοντας αυτόν ταυτόχρονα στο 10° μισθολογικό κλιμάκιο και στη συνέχεια να τον προαγάγει στο επόμενο 9° μισθολογικό κλιμάκιο από 26/6/1998, στο 8° μισθολογικό κλιμάκιο από 26/6/2001, στο 7° μισθολογικό κλιμάκιο από 26/6/2004, στο 6° μισθολογικό κλιμάκιο από 26/6/2007 και στο 5° μισθολογικό κλιμάκιο από 26/6/2010 και να υποχρεωθεί η εναγόμενη να του καταβάλει τις από την αιτία αυτή προκύπτουσες μισθολογικές διαφορές του χρονικού διαστήματος από 1/1/2005 μέχρι 31/12/2010 συνολικού ύψους 11.968,86€, περιλαμβανομένων των επιδομάτων εορτών και αδείας νομιμοτόκως από την ημέρα που κάθε επιμέρους κονδύλιο κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό, άλλως από την επίδοση της αγωγής.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 486/19.2.2015 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία αφού την έκρινε επαρκώς ορισμένη και νόμιμη, στη συνέχεια τη δέχθηκε εν μέρει ως κατ' ουσίαν βάσιμη, αναγνωρίζοντας ότι η εναγόμενη υποχρεούται να κατατάξει τον ενάγοντα, κατά την ένταξή του στο τακτικό προσωπικό αυτής από 1/10/1997, στην κατηγορία Τ4/Θ και να τον τοποθετήσει στο 11° μ.κ.
της ε' βαθμίδας της κατηγορίας αυτής, προάγοντάς τον ταυτόχρονα στο 10° μ.κ., ακολούθως να τον προαγάγει στο 9° μ.κ. της ίδιας κατηγορίας από 26/6/1998, στο 8° μ.κ. της ίδιας κατηγορίας από 26/6/2001, στο 7° μ.κ. από 26/6/2004, στο 6° μ.κ. από 26/6/2007 και στο 5° μ.κ. από 26/6/2010 και υποχρεώνοντας την εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 11.245,65 ευρώ, νομιμοτόκως, κατά τις στο σκεπτικό της διακρίσεις.
Κατά της απόφασης αυτής η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα άσκησε έφεση και επ' αυτής εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, η οποία δέχθηκε κατά τον ενδιαφέροντα τον πρώτο αναιρετικό λόγο, μέρος, τα ακόλουθα: "Σύμφωνα με τα προαναφερθέντα στη νομική σκέψη της παρούσας το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεχόμενο ότι στοιχείο του ορισμένου της αγωγής ένταξης έκτακτου μισθωτού στο τακτικό προσωπικό της εναγόμενης Δημόσιας Επιχείρησης Ηλεκτρισμού είναι και η ύπαρξη κενής οργανικής θέσης της αντίστοιχης κατηγορίας, κατά τον αιτούμενο χρόνο κατάταξης, που πρέπει να διαλαμβάνεται στο οικείο δικόγραφο, ορθά ερμήνευσε τις ανωτέρω διατάξεις του ΚΚΠ/ΔΕΗ και εκείνες των άρθρων 288 ΑΚ και 216 παρ. 1 ΚΠολΔ.
Ακολούθως, βάσει του προαναφερθέντος περιεχομένου η ένδικη αγωγή ουδεμία αοριστία πάσχει, αφού κατά τρόπο σαφή και ορισμένο διαλαμβάνεται σ' αυτήν το στοιχείο της ύπαρξης κενών οργανικών θέσεων της κατηγορίας αυτής (Τ4) κατά την ένταξη του ενάγοντος στο τακτικό προσωπικό της εναγόμενης με περαιτέρω αναφορά στους λόγους που κατά τον ενάγοντα αποδεικνύουν τούτο [. . .], όπως το ότι ο ενάγων από την αρχή της πρόσληψής του απασχολήθηκε στην κατηγορία Τεχνικού Ορυχείων (Τ4/Θ), λόγω ελλείψεων στις συγκεκριμένες θέσεις, άρα ότι υπήρχαν κενές θέσεις στην κατηγορία αυτή.
Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που έκρινε ομοίως, δηλαδή ότι η αγωγή είναι ορισμένη και παραδεκτή, ορθά το νόμο ερμήνευσε και εάρμοσε και αξιολόγησε τις αποδείξεις, όσα δε αντίθετα υποστηρίζει η εκκαλούσα με τον πρώτο σχετικό λόγο της έφεσής της είναι απορριπτέα ως αβάσιμα". Με τη κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ορθώς δέχθηκε ότι η αγωγή ήταν επαρκώς ορισμένη, αφού ρητά αναφερόταν στην αγωγή η ύπαρξη κενών οργανικών θέσεων της κατηγορίας αυτής (Τ4) κατά την ένταξη του ενάγοντος στο τακτικό προσωπικό της εναγομένης, με περαιτέρω αναφορά στους λόγους που κατά τον ενάγοντα αποδείκνυαν τούτο.
Επομένως, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ορθώς ερμήνευσε τις ως άνω διατάξεις του ΚΚΠ/ΔΕΗ και εκείνες των άρθρων 288 ΑΚ και 216 παρ.1 του ΚΠολΔ. Κατά συνέπεια ο περί του αντιθέτου, αληθώς μόνο από τον αριθμό 14 (και όχι και από τον αριθμό 1) του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ειδικότερα ότι στο δικόγραφο της αγωγής δεν εκτίθεται με θετικό τρόπο η ύπαρξη κενών οργανικών θέσεων της συγκεκριμένης κατηγορίας Τ4, ούτε ο αριθμός των κενών θέσεων κατά το χρόνο ένταξης του αναιρεσίβλητου στο τακτικό προσωπικό αυτής, είναι αβάσιμος. 4.-Στο άρθρο 4 παρ. 4 Β. 5.
του από 31.12.1973 ισχύοντος Κανονισμού Καταστάσεως Προσωπικού ΔΕΗ (ΚΚΠ/ΔΕΗ), που θεσπίστηκε με την από 4.10.1973 ΕΣΣΕ Προσωπικού ΔΕΗ, σύμφωνα με το άρθρο 7 παρ. 5 του ν. 3239/1955, δημοσιεύθηκε με την 2842/442/25.10.1973 απόφαση του Υπουργού Απασχόλησης (ΦΕΚ 1274/Β'/25.10.1973) και κυρώθηκε με το Ν.Δ. 210/1974 (ΦΕΚ 364/Α'/7.12.1974) και κατά το άρθρο 2 αυτού έχει ισχύ ουσιαστικού νόμου, ορίζεται ότι: "Τ4 - Τεχνικοί (γενικά) Βαθμίδες:
α4 α3 α2 α1 α β γ δ ε Μισθολογικά Κλιμάκια:1α-1-2-3-4-5-6-7-8-9-10-11-12 Ποσοστό οργαν. θέσεων (%)
:
Προσόντα :
α. Πτυχίο αναγνωρισμένης Κατώτερης Τεχνικής Σχολής ή αντίστοιχο Πτυχίο Σχολών Μαθητείας του Υπουργείου Εργασίας ή Απολυτήριο Γυμνασίου ή Ενδεικτικό Γ Τάξης Εξατάξιας Σχολής Μέσης Γενικής Εκπαίδευσης, επιπλέον δε :
Για μισθολογική εξέλιξη στα μισθολογικά κλιμάκια 11 - 5 :
Η τυχόν κατά νόμο απαιτούμενη επαγγελματική άδεια της οικείας ειδικότητας και φύσης καθηκόντων σε συνδυασμό ενδεχομένως και με συναφή προς αυτή εμπειρία.
-Για μισθολογική εξέλιξη στα μισθολογικά κλιμάκια 11 - 4 :
Η τυχόν κατά νόμο απαιτούμενη άδεια Τεχνίτη και σχετική εμπειρία.
-Για μισθολογική εξέλιξη στα μισθολογικά κλιμάκια 11-3:
Η τυχόν κατά νόμο απαιτούμενη άδεια Αρχιτεχνίτη και σχετική εμπειρία.
β. Πτυχίο ή Απολυτήριο αναγνωρισμένης Σχολής Μέσης Τεχνικής Εκπαίδευσης, περιλαμβανομένων και των αναγνωρισμένων Μέσων Τεχνικών Σχολών Εμπορικού Ναυτικού ή Μέσης Γενικής Εκπαίδευσης ημεδαπής ή ισότιμο αλλοδαπής, επιπλέον δε :
- Για μισθολογική εξέλιξη στα μισθολογικά κλιμάκια 10 - 4 :
Η τυχόν κατά νόμο απαιτούμενη επαγγελματική άδεια της οικείας ειδικότητας και φύσης καθηκόντων σε συνδυασμό ενδεχομένως και με συναφή προς αυτή εμπειρία.
-Γ ια μισθολογική εξέλιξη στα μισθολογικά κλιμάκια 10 - 2 :
Η τυχόν κατά νόμο απαιτούμενη άδεια Τεχνίτη και σχετική εμπειρία.
-Για μισθολογική εξέλιξη στα μισθολογικά κλιμάκια 10 - 1 :
Η τυχόν κατά νόμο απαιτούμενη άδεια Αρχιτεχνίτη και σχετική εμπειρία.
-Για μισθολογική εξέλιξη στα μισθολογικά κλιμάκια 10 - 1α :
Η τυχόν κατά νόμο απαιτούμενη επαγγελματική άδεια για άσκηση καθηκόντων φύσης Εργοδηγού της οικείας ειδικότητας καθώς και συναφής προς την οικεία ειδικότητα εμπειρία ή ένταξη που έγινε κατά τις διατάξεις των άρθρων 81 και 82 του ττροϊσχύσαντα Κανονισμού ή ιδιότητα μισθωτού προέλευσης τέως ΗΕΑΠ ειδικότητας Βοηθού Μηχανικού".
Από τις διατάξεις του ανωτέρω άρθρου προκύπτει ότι τα μισθολογικά κλιμάκια της κατηγορίας Τ4 - Τεχνικοί (γενικά) είναι 12 και ότι για την ένταξη στην κατηγορία Προσωπικού Τ4 και στο μισθολογικό κλιμάκιο 11 αυτής, εκτός από τα προσόντα που αναφέρονται παραπάνω υπό στοιχείο α. απαιτείται επί πλέον και η επαγγελματική άδεια τεχνικού της οικείας ειδικότητας και φύσης καθηκόντων, σε συνδυασμό ενδεχομένως και με συναφή εμπειρία.
Στην προκειμένη περίπτωση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε κατά τον ενδιαφέροντα την έρευνα του δεύτερου αναιρετικού λόγου, μέρος, τα ακόλουθα: "Ο ενάγων και ήδη εφεσίβλητος [ήδη αναιρεσίβλητος] είναι κάτοχος Απολυτηρίου Γυμνασίου από το έτος 1988, στις 22/1/1992 προσλήφθηκε από την εκκαλούσα - εναγόμενη "Δημόσια Επιχείρηση Ηλεκτρισμού Α.Ε." [ήδη αναιρεσείουσα] ως έκτακτος ειδικευόμενος μισθωτός με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, προκειμένου να εργαστεί με την ειδικότητα του εργάτη στο Λιγνιτικό Κέντρο Μεγαλόπολης, όπου συνέχισε να εργάζεται με διαδοχικές συμβάσεις επίσης ορισμένου χρόνου έκτακτου μισθωτού μέχρι την 1/10/1997, αμειβόμενος με μηνιαίο μισθό που αντιστοιχούσε στο 12° μισθολογικό κλιμάκιο του τακτικού προσωπικού.
Στις σχετικές έγγραφες συμβάσεις που καταρτίστηκαν μεταξύ των διαδίκων αναγράφεται ότι ο ενάγων προσλήφθηκε ως εργάτης, χωρίς όμως να προσδιορίζονται τα συγκεκριμένα καθήκοντα που ανέλαβε. Προέκυψε ότι ο ενάγων από τις προσλήψεώς του (22/1/1992), το μεν εργάστηκε ως τεχνικός υπάλληλος και συγκεκριμένα ως επιτηρητής ταινιοδρόμων δηλαδή ως τεχνικός ορυχείων στο Λιγνιτικό Κέντρο Μεγαλόπολης και το δε ότι είχε γνωστοποιήσει με την κατάθεση στα αρμόδια όργανα της εναγόμενης του ανωτέρω απολυτηρίου.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι με την με αριθμό ΛΚΜ/Φ.824/13078/29.9.1997 εγκριτική απόφαση της εναγόμενης που κοινοποιήθηκε στον ενάγοντα και την αποδέχθηκε αυτός με την από 10/10/1997 δήλωση προσχώρησης στις διατάξεις του Κανονισμού Καταστάσεως Προσωπικού ΔΕΗ και έτσι ο τελευταίος εντάχθηκε από 1/10/1997 στο τακτικό προσωπικό της εναγόμενης, η οποία τον ενέταξε στην κατηγορία ΓΥ5 του Κλάδου Γενικών Υπηρεσιών - Εργατών και τον τοποθέτησε στο 12° μισθολογικό κλιμάκιο, της βαθμίδας β' και ταυτόχρονα προήχθη στο μισθολογικό κλιμάκιο 11 κατ' άρθρο 6 του ΚΚΠ/ΔΕΗ, επιπλέον στην ίδια απόφαση προβλέφθηκε ότι από 26/6/1998 θα ελάμβανε χώρα κρίση για την περαιτέρω μισθολογική προαγωγή του στο μ.κ. 10.
Ακολούθως ο ενάγων κατά τη διάρκεια της υπηρεσίας του στο τακτικό προσωπικό της εναγόμενης απέκτησε τη με αριθμό 278/30.10.2006 άδεια πρακτικού μηχανικού συντηρητή απλών μηχανολογικών εγκαταστάσεων Ειδικότητας Α', Γ' τάξης, βάσει της οποίας είχε το δικαίωμα της τεχνικής επίβλεψης και συντήρησης απλών μηχανολογικών εγκαταστάσεων των ειδικοτήτων Α, Β, Γ, Δ, Ε, ΣΤ, Ζ, Η, Θ, Ι.
Ειδικότερα προέκυψε ότι καθ' όλο το χρονικό διάστημα απασχόλησης του ενάγοντος στο Λιγνιτικό Κέντρο Μεγαλόπολης από της προσλήψεώς του απασχολήθηκε διαρκώς και μονίμως ως τεχνικός υπάλληλος όπως προαναφέρθηκε, επιφορτισμένος με τα καθήκοντα της κινητής επιτήρησης των ταινιοδρόμων μεταφοράς του εξορυσσόμενου μεταλλεύματος στο ως άνω κέντρο, την οποία (εργασία) πραγματοποιούσε οδηγώντας εντός του ορυχείου τα υπηρεσιακά οχήματα της εναγόμενης καθώς και της επαναφοράς των χαλινοδιακοπτών.
Οι εν λόγω εργασίες απαιτούσαν ηλεκτρολογικές και μηχανολογικές γνώσεις και εμπειρία, η θέση δε αυτή εμπεριείχε το στοιχείο της ανάληψης ευθύνης, το οποίο δεν προσιδιάζει στην ειδικότητα του εργάτη γενικών καθηκόντων. Περί των προαναφερθέντων εργασιακών καθηκόντων του ενάγοντος στο Λιγνιτικό Κέντρο Μεγαλόπολης κατέθεσε και ο εξετασθείς μάρτυρας Π.
Κ. που ήταν συνάδελφός του εργαζόμενος στο ίδιο Κέντρο από το έτος 1993 και ο οποίος έχοντας άμεση αντίληψη και γνώση κατέθεσε λεπτομερώς περί των εργασιών που εκτελούσε ο ενάγων καθ' όλο το διάστημα της απασχόλησής του στην εναγόμενη. Πρέπει να αναφερθεί ότι τελευταία εργοδότρια αρνείται αβάσιμα ότι ο ενάγων απασχολήθηκε στην ανωτέρω θέση - του τεχνικού υπαλλήλου - και με τα παραπάνω αναφερόμενα επιμέρους καθήκοντα, ισχυριζόμενη αορίστως ότι αυτός εργάστηκε ως εργάτης γενικών καθηκόντων, χωρίς όμως να προσδιορίζει και κατά μείζονα λόγο να αποδεικνύει τα συγκεκριμένα οποιαδήποτε τέτοια καθήκοντα που αυτός εκτελούσε, ενόψει του ότι η εν λόγω ειδικότητα δεν είναι συγκεκριμένη, αλλά αόριστη και μπορεί να συμπεριληφθούν σ' αυτήν οποιαδήποτε καθήκοντα.
Συνεπώς η εναγόμενη όφειλε σύμφωνα με τις προδιαληφθείσες διατάξεις του Κανονισμού της, λαμβάνοντας υπόψη το είδος της προπεριγραφείσας απασχολήσεως του ενάγοντος από την πρόσληψή του, τα προσόντα του και την εμπειρία που διέθετε ως εργαζόμενος σε καθήκοντα τεχνικού υπαλλήλου (τεχνικού ορυχείων) για μεγάλο χρονικό διάστημα και τον τίτλο σπουδών που διέθετε, σε συνδυασμό με την ύπαρξη ανάγκης προς κάλυψη κενών θέσεων στην κατηγορία Τ4/Θ που υποδηλώνει η επί μακρό χρονικό διάστημα απασχόληση του ενάγοντα ως τεχνικού υπαλλήλου - επιτηρητή ταινιοδρόμων και όχι απλού εργάτη, να τον εντάξει στο τακτικό προσωπικό, στην κατηγορία Τ4/Θ, στο 11° μισθολογικό κλιμάκιο από 1/10/1997 (άρθρο 4 ΚΚΠ/ΔΕΗ) της βαθμίδος ε', με ταυτόχρονη προαγωγή στο 10° μ.κ., ακολούθως στο 9° μισθολογικό κλιμάκιο από 26/6/1998, μετά δε την πάροδο κάθε τριετίας στο κατεχόμενο μ.κ.
θα έπρεπε να προαχθεί στο επόμενο μ.κ. 8 από 26/6/2001, στο 7° μ.κ. από 26/6/2004, στο 6° μ.κ. από 26/6/2007 και στο 5° μ.κ. από 26/6/2010. Πρέπει να αναφερθεί ότι κατόπιν αιτήσεως του ενάγοντα, αυτός μετατάχθηκε με την με αριθμό ΠΡΣ/Φ.826/1491/3.7.2009 εγκριτική απόφαση στην κατηγορία Τ4/Θ - Τεχνικοί Ορυχείων από 1/11/2008 στο 7° μισθολογικό κλιμάκιο.
Η εναγόμενη αβάσιμα ισχυρίζεται ότι ο ενάγων δεν διέθετε τα απαιτούμενα από τον Κανονισμό του Προσωπικού της τυπικά προσόντα για την ένταξή του στην κατηγορία Τ4 και στο 11° μ.κ. και ειδικότερα "την επαγγελματική άδεια τεχνικού της οικείας ειδικότητας και φύσης καθηκόντων" χωρίς να την προσδιορίζει καθόσον η τυχόν έλλειψη τέτοιας άδειας δεν αποτελεί λόγο -προϋπόθεση μη ένταξης του ενάγοντα στην κατηγορία αυτή, εφόσον κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη της παρούσας η ύπαρξη τυχόν απαιτούμενης από το νόμο άδειας αποτελεί προϋπόθεση μισθολογικής εξέλιξης στα κλιμάκια 10 - 4 αυτής.
Η εκκαλούσα - εναγόμενη με την κατάταξη του ενάγοντα - εφεσίβλητου στον κλάδο Γενικών Υπηρεσιών, στην Κατηγορία ΓΥ5, στη βαθμίδα β' και στο 12° μισθολογικό κλιμάκιο, παραβίασε εναντίον της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών την πηγάζουσα από τον ΚΚΠ/ΔΕΗ και την ατομική σύμβαση εργασίας ενοχική υποχρέωσή της για ένταξη του ενάγοντα στον κλάδο, στην κατηγορία και στο μισθολογικό κλιμάκιο που κατά τα ανωτέρω εδικαιούτο αυτός και θεμελιώνεται επομένως δικαίωμά του για την ορθή κατάταξή του από 1/10/1997.
Εξάλλου λόγω της εσφαλμένης ως άνω κατάταξης του ενάγοντα και της συνεπεία αυτής διαφοράς του μισθολογικού κλιμακίου δικαιούται ο ενάγων διαφορές αποδοχών για το χρονικό διάστημα από 1/1/2005 μέχρι 31/12/2010 ανερχόμενες στο συνολικό ποσό των 11.245,65 € που αναφέρεται στην εκκαλούμενη απόφαση και που δεν αμφισβητούνται, ποσόν, ύψος και ο τρόπος υπολογισμού του από την εναγόμενη ούτε προσβάλλονται από αυτήν με σχετικό λόγο έφεσης. . .".
Με την κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 4 παρ. 4 Β. 5 του από 31.12.1973 ΚΚΠ/ΔΕΗ, δεχόμενο ότι κατά την ένταξη του ενάγοντος από 1.10.1997 στο τακτικό προσωπικό της εναγομένης, αυτός έπρεπε να καταταγεί στο 11ο μισθολογικό κλιμάκιο, με μόνο προσόν το απολυτήριο του Γυμνασίου, ενώ αν ερμήνευε ορθά την ανωτέρω διάταξη, θα έπρεπε να τον κατατάξει στο 12ο εισαγωγικό μισθολογικό κλιμάκιο, αφού αυτός δεν διέθετε επαγγελματική άδεια τεχνικού της οικείας ειδικότητας και φύσης καθηκόντων, σε συνδυασμό ενδεχομένως και με συναφή προς αυτή εμπειρία, οπότε τότε μόνον θα μπορούσε να καταταγεί στο 11ο μισθολογικό κλιμάκιο, κατά τα αναφερόμενα παραπάνω στη μείζονα σκέψη.
Σημειώνεται ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος συνομολογεί στην αγωγή του ότι δεν διέθετε τέτοια άδεια, ούτε κατά την αρχική πρόσληψή του στην εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα, ούτε κατά το χρόνο ένταξής του στο τακτικό προσωπικό της εναγομένης, την οποία απέκτησε το έτος 2006.
Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ήτοι της εσφαλμένης ερμηνείας του άρθρου 4 παρ. 4 Β. 5 του ΚΚΠ/ΔΕΗ, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος. 5.-Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος και ακολούθως να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση ήτοι κατά το μέρος που δέχθηκε ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος έπρεπε να καταταγεί κατά το χρόνο ένταξής του στο τακτικό προσωπικό της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας στο 11ο μισθολογικό κλιμάκιο, στη συνέχεια δε να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή, εκτός εκείνου που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.). Ο αναιρεσίβλητος πρέπει να καταδικασθεί σε ένα μέρος των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, λόγω της κατά ένα μέρος νίκης και ήττας τους (άρθρα 178, 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.-
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ εν μέρει, κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό, τη με αριθμό 4298/24.7.2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, ως προς το αναιρούμενο μέρος της, στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσίβλητο σε μέρος των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας τα οποία ορίζει στο ποσό των πεντακοσίων (500) Ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Απριλίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 3 Ιουνίου 2024.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ