Legislator Case Law & Legislation
818/2023 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds regarding labor dispute evidence evaluation.

Case Number 818/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the labor court's decision regarding the validity of employment contract terminations. The appellants argued the lower court failed to consider specific personnel records and procedural documents, claiming this violated evidence rules. The court rejected these claims as inadmissible because they concern the free evaluation of evidence rather than a specific legal error under the Code of Civil Procedure.

Legislator headnote

AI generated

Articles 340 and 559 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court cannot review the free evaluation of evidence by the court of first instance, and appeals based on the non-consideration of evidence or procedural documents are inadmissible unless they constitute a specific legal error.

Keywords

AI generated
labor dispute free evaluation of evidence inadmissible appeal Code of Civil Procedure employment contract termination personnel records Supreme Court review

Cited Legislation

AI generated
Article 340 of the Code of Civil Procedure
Article 559, paragraph 8, item b of the Code of Civil Procedure
Article 559, paragraph 12 of the Code of Civil Procedure
Article 559, paragraph 11, item g of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183 and 191, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 818 / 2023 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 818/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Μαριάνθη Παγουτέλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Τριανταφυλλιά Πατρώνα και Ελένη Χροναίου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 20 Σεπτεμβρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων:1) Ξ. Ί. του Α., 2) των εξ αδιαθέτου κληρονόμων του αποβιώσαντα Σ. Σ. του Γ.: α)Α. Κ. του Κ., β) Σ. Κ. του Σ., κατοίκων ..., 3) Ι. Σ. του Γεωργίου, κατοίκου ... και 4) Γ. Π. του Χ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Παρασκευά Βυλλιώτη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στον ... και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Αντώνιου Γεωργαντίδη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-11-2014 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θηβών. Εκδόθηκαν η 298/2015 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 95/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ευβοίας. Την αναίρεση της τελευταίας, ζήτησε η ήδη αναιρεσίβλητη με την από 14-9-2017 αίτηση αναίρεσης.

Εκδόθηκε η 510/2019 απόφαση του Αρείου Πάγου με την οποία αναιρέθηκε εν μέρει η παραπάνω απόφαση και παραπέμφθηκε η υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο για περαιτέρω εκδίκαση.

Εκδόθηκε η 111/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ευβοίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 12-11-2021 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 12.11.2021 και με αριθμό κατάθεσης 404/25/15.11.2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών υπ' αριθμ. 111/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ευβοίας. Αρχικά οι αναιρεσείοντες άσκησαν κατά της αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." την από 7.11.2014 (αριθμ. εκθ. καταθ.543/ΕΓ/2014) αγωγή. Εκδόθηκαν η υπ' αριθμ. 298/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θηβών, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή ως ουσία αβάσιμη, και μετά από άσκηση εφέσεως εκ μέρους των αναιρεσειόντων - εναγόντων, η υπ' αριθμ. 95/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ευβοίας, με την οποία εξαφανίστηκε η πρωτόδικη απόφαση, αναγνωρίσθηκε η ακυρότητα ως καταχρηστικών των, από 17.9.2014 και 1.10.2014, καταγγελιών των συμβάσεων εργασίας των εναγόντων (αναιρεσειόντων) καθώς και η υποχρέωση της εναγομένης (αναιρεσίβλητης) να καταβάλει στους ενάγοντες τα αναφερόμενα σε αυτή χρηματικά ποσά για μισθούς υπερημερίας με το νόμιμο τόκο. Μετά από άσκηση αναιρέσεως εκ μέρους της ήδη αναιρεσίβλητης εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 510/2019 απόφαση του Τμήματος τούτου, με την οποία αναιρέθηκε η ως άνω απόφαση του Εφετείου Ευβοίας για ευθεία παράβαση της ουσιαστικού δικαίου, διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ, αναφορικά με το ουσιώδες ζήτημα της ακυρότητας ή μη ως καταχρηστικών των καταγγελιών των συμβάσεων εργασίας για οικονομοτεχνικούς λόγους.

Στη συνέχεια εκδόθηκε η προσβαλλόμενη με αριθμό 111/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ευβοίας, με την οποία έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσία η ως άνω έφεση των ήδη αναιρεσειόντων. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ). Σημειώνεται εν προκειμένω ότι παραδεκτά ασκείται η κρινόμενη αίτηση, από τους νόμιμους εξ αδιαθέτου κληρονόμους του 2ου αρχικού ενάγοντος Σ.

Σ. του Γ., ο οποίος απεβίωσε την 27.5.2020: α)Κ. Α. του Κ./νου, σύζυγο και τα τέκνα του β)Κ./νο Σ. του Σ. και γ)Γ. Σ. του Σ., οι οποίοι είχαν ήδη εμφανιστεί κατά τη δίκη ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Ευβοίας, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, εκ παραδρομής όμως στο όνομα του ήδη αποβιώσαντος διαδίκου Σ. Σ. και όχι των νομίμως εμφανισθέντων, ως συνεχιζόντων τη δίκη, καθολικών διαδόχων του και μοναδικών εγγυτέρων συγγενών του (βλ.

από …. απόσπασμα ληξιαρχικής πράξης θανάτου και με αριθ.πρωτ.... πιστοποιητικό εγγυτέρων συγγενών). Είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 18 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο της παραπομπής δεν συμμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση, δηλαδή δεν ακολούθησε, όσον αφορά το νομικό ζήτημα, που κρίθηκε με την αναιρετική απόφαση, τη λύση που δόθηκε από τον Άρειο Πάγο.

Το νομικό ζήτημα μπορεί ν' ανάγεται είτε στο ουσιαστικό είτε στο δικονομικό δίκαιο (ΑΠ 1090/2019, 814/2019, 2274/2009, 201/2009, 1663/2008). Για να είναι, όμως, ορισμένος ο παρών λόγος αναίρεσης, πρέπει ν' αναφέρονται στο αναιρετήριο: α) το νομικό ζήτημα που ο Άρειος Πάγος έλυσε στη συγκεκριμένη υπόθεση και β) οι παραδοχές του δικαστηρίου της παραπομπής ως προς το ζήτημα αυτό, ώστε να κριθεί αν το τελευταίο συμμορφώθηκε προς τη λύση που έδωσε ο Άρειος Πάγος ή έδωσε διαφορετική λύση (ΑΠ 906/2009, 1397/2008, 367/2005).

Περαιτέρω, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθμ. 16 ΚΠολΔ, δημιουργείται λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο, κατά παράβαση του νόμου, δέχθηκε ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο (ΑΠ 1090/2019). Αν όμως η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν αναφέρει την ύπαρξη ή τη μη ύπαρξη δεδικασμένου, τότε δεν ιδρύεται ο ως άνω από το άρθρο 559 αριθμ. 16 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης (ΑΠ 1182/2012).

Εξάλλου, επί μερικής αναίρεσης της απόφασης και παραπομπής στο δικαστήριο της ουσίας, ιδρύεται ο ανωτέρω εκ του αριθμού 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο τούτο επιληφθεί κεφαλαίων της απόφασης, τα οποία δεν έθιξε η αναιρετική απόφαση, διότι ως προς αυτά έχει δημιουργηθεί δεδικασμένο και δεν ιδρύεται εντεύθεν ο λόγος του αριθμ. 18, που αναφέρεται στην παραβίαση της δεσμευτικότητας των αποφάσεων του Αρείου Πάγου, ως προς τα "κριθέντα" μόνο νομικά ζητήματα (ΑΠ 707/2008).

Αν το δικαστήριο της παραπομπής εξετάσει εκ νέου και το κεφάλαιο ως προς το οποίο δεν αναιρέθηκε η απόφαση, παραβιάζει το δεδικασμένο και ιδρύεται ο παρών αναιρετικός λόγος (ΑΠ 707/2008, 1577/2000). Αν, όμως, ως προς το κεφάλαιο αυτό η απόφαση του δικαστηρίου της παραπομπής δεν διαφέρει από την προηγούμενη απόφαση, οπότε, κατ' αποτέλεσμα έγινε σεβαστό το δεδικασμένο κατά τη θετική του λειτουργία, δεν υπάρχει έννομο συμφέρον προς επίκληση λόγου αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμ. 16 του ΚΠολΔ, παρότι παραβιάσθηκε η αρνητική λειτουργία του δεδικασμένου (ΑΠ 2019/2006).

Τέλος, για το ορισμένο - και συνεπώς το παραδεκτό - και του παρόντος λόγου, πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρονται με σαφήνεια, εκτός των άλλων: α) το αντικείμενο της προηγηθείσας δίκης και το περιεχόμενο της απόφασης από την οποία η επίκληση του δεδικασμένου, β) τα ζητήματα που κρίθηκαν σ' αυτή με δύναμη δεδικασμένου, αναφορικά με το αντικείμενο της παρούσας δίκης και αν συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις για την ύπαρξη δεδικασμένου (ή γιατί δεν υπάρχει αυτό), γ) οι παραδοχές του εφετείου και η αποδιδόμενη παράβαση (ΑΠ 1591/2007, 509/2002).

Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 9 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε, ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν. Ο όρος "επιδίκασε" σημαίνει ότι το δικαστήριο αποφάσισε σχετικά σε αίτημα, έστω και με αναγνωριστική διάταξη (ΑΠ 1811/2009). Δηλαδή, όταν το δικαστήριο επιδίκασε ή αναγνώρισε ή προέβη σε διάπλαση, χωρίς να υπάρχει αντίστοιχο αίτημα (ΑΠ 1708/2014, 204/2011, 858/2011).

Ο λόγος αυτός ιδρύεται και όταν το Εφετείο δέχθηκε ως βάσιμη και επιδίκασε αίτηση (κεφάλαιο) της αγωγής, που όμως δεν είχε εκκληθεί και συνεπώς δεν είχε μεταβιβαστεί (άρθρο 522 ΚΠολΔ), καθ' όσον η εξουσία του Εφετείου περιορίζεται στην έρευνα των κεφαλαίων της πρωτόδικης απόφασης, που προσβλήθηκαν με την έφεση και τους πρόσθετους λόγους αυτής (ΑΠ1415/2007).

Στην προκειμένη υπόθεση οι αναιρεσείοντες με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης, εκ του αριθμού 18 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προσάπτουν στο Εφετείο ότι με την προσβαλλόμενη απόφασή του με αριθμό 111/2021, το Μονομελές Εφετείο Ευβοίας δεν συμμορφώθηκε προς την υπ' αριθμ. 510/2019 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε η με αριθμό 95/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ευβοίας, η οποία εκδόθηκε στην ίδια ένδικη υπόθεση.

Όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης, το Μονομελές Εφετείο Ευβοίας, ως δικαστήριο της παραπομπής, επανεκδίκασε την έφεση, ως προς το αναιρεθέν κεφάλαιο της 95/2017 αποφάσεως του ως άνω δικαστηρίου, ότι οι καταγγελίες των συμβάσεων εργασίας των αναιρεσειόντων εκ μέρους της αναιρεσίβλητης υπήρξαν άκυρες ως καταχρηστικές και δέχθηκε στη συνέχεια το δικαστήριο της παραπομπής, ότι οι καταγγελίες δεν ήταν άκυρες ως καταχρηστικές και ως εκ τούτου η αναιρεσίβλητη δεν είχε περιέλθει σε υπερημερία περί την αποδοχή των υπηρεσιών τους και την καταβολή των μισθών υπερημερίας, καθ' όσον η αναιρεσίβλητη προέβη σε αυτές (καταγγελίες) λόγω της αντισυμβατικής συμπεριφοράς των αναιρεσειόντων και ανεπαρκούς εκτέλεσης των καθηκόντων τους.

Κρίνοντας ούτω, ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφασή του είχε απορρίψει την αγωγή κατά την ως άνω βάση της, δεν είχε σφάλει ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων δεν έκρινε πέρα από τα όρια της αναιρετικής απόφασης και ως εκ τούτου δεν υπέπεσε στην αποδιδόμενη εκ του άρθρου 559 αριθμ. 18 ΚΠολΔ πλημμέλεια.

Συνακόλουθα, οι πρώτος και δεύτερος αναιρετικοί λόγοι κατά το οικείο σκέλος τους, έκαστος, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στο Εφετείο την εν λόγω πλημμέλεια, είναι, σε κάθε περίπτωση, απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Τέλος, όπως προκύπτει από την περαιτέρω επισκόπηση του περιεχομένου της ως άνω προσβαλλομένης υπ' αριθμ. 111/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ευβοίας, το δικαστήριο της παραπομπής ερεύνησε όχι μόνο τον άνω λόγο της έφεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες παραπονούντο για την απόρριψη από το πρωτόδικο Δικαστήριο της κύριας βάσης της αγωγής τους, αλλά και τον δεύτερο λόγο της έφεσής τους, με τον οποίο αυτοί παραπονούντο και για το λόγο καταβολής ελλιπούς αποζημίωσης απόλυσης, λόγω καταβολής σε αυτούς αποζημίωσης εργάτη και όχι υπαλλήλου.

Ωστόσο, και ως προς το ζήτημα αυτό, η απόφαση αυτή του Εφετείου, ως δικαστηρίου της παραπομπής, δεν διαφέρει από την προηγούμενη απόφασή του, αφού και με αυτήν με τις ίδιες αιτιολογίες έγινε δεκτό ότι έπρεπε να απορριφθεί ο λόγος αυτός έφεσης. Με τα δεδομένα αυτά, είναι, επίσης, απορριπτέοι, σε κάθε περίπτωση, ως απαράδεκτοι, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι κατά τα οικεία σκέλη τους της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, που αφορούν την απόρριψη της επικουρικής βάσης της αγωγής, καθόσον δεν υφίσταται έννομο συμφέρον των αναιρεσειόντων να τον προτείνουν.

Και τούτο διότι με τους λόγους αυτούς οι αναιρεσείοντες προβάλλουν αιτίαση από το άρθρο 559 αριθμ. 16 του ΚΠολΔ, ισχυριζόμενοι ότι το Εφετείο, με το να ερευνήσει εκ νέου το ως άνω ζήτημα περί της ελλιπούς ή μη καταβολής αποζημιώσεως, παρά το νόμο δέχτηκε ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο από την προηγούμενη 95/2017 απόφασή του, η οποία δεν είχε αναιρεθεί ως προς το σχετικό κεφάλαιο, καθόσον στην προκειμένη περίπτωση, όπως προεκτέθηκε, δεν παραβιάστηκε το δεδικασμένο της απόφασης αυτής κατά τη θετική του λειτουργία, αφού το Εφετείο με την παρούσα προσβαλλόμενη απόφασή του δεν έκρινε διαφορετικά από την υφιστάμενη από το δεδικασμένο της προηγούμενης απόφασής του δέσμευση, κάνοντας, κατ' αποτέλεσμα, σεβαστό το δεδικασμένο αυτό με την απόρριψη του σχετικού λόγου της έφεσης των αναιρεσειόντων, με τον οποίο αυτοί παραπονούντο κατά της πρωτόδικης απόφασης για την απόρριψη της επικουρικής βάσης της αγωγής τους, περί καταβολής αποζημιώσεως ήτοι εργάτη και όχι υπαλλήλου.

Επίσης, και ο πρώτος λόγος της αιτήσεως κατά το οικείο σκέλος της από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προσάπτουν την πλημμέλεια στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι το Εφετείο, με το να ερευνήσει εκ νέου το ως άνω ζήτημα περί της ελλιπούς ή μη καταβολής αποζημιώσεως, επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού το Εφετείο δεν επιδίκασε κάτι πλέον αυτού το οποίο είχε κρίνει το πρωτοβάθμιο δικαστήριο.

Από τις διατάξεις των άρθρων 656 Α.Κ. 1 και 5 παρ. 1 ν. 2112/1920 σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 5 και 7 του ν. 3198/1955, προκύπτει ότι η καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου έχει το χαρακτήρα μονομερούς αναιτιώδους δικαιοπραξίας και χωρεί ελεύθερα, εκτός αν περιοριστεί με συμφωνία των μερών ή με διάταξη νόμου.

Η άσκηση όμως του σχετικού δικαιώματος είτε του εργοδότη είτε του εργαζομένου δεν είναι απεριόριστη και ανέλεγκτη, αλλά υπόκειται στους περιορισμούς που προβλέπονται από τη διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ., της οποίας η παράβαση επάγεται απόλυτη ακυρότητα της καταγγελίας της εργασιακής σύμβασης, που θεωρείται σαν να μην έγινε, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 174 και 180 Α.Κ.

Στην περίπτωση αυτή, ο καταγγέλλων εργοδότης, που αρνείται να δεχτεί τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες του εργαζομένου, καθίσταται υπερήμερος και υποχρεούται να καταβάλει σ' αυτόν το μισθό του κατά τα άρθρα 349, 350 και 656 Α.Κ. Η καταγγελία της εργασιακής σύμβασης αντίκειται στη διάταξη του άρθρου 281 του Α.Κ.

και είναι άκυρη, όταν έγινε από εκδίκηση του εργοδότη ή εξαιτίας εχθρότητας προς το μισθωτό λόγω συνδικαλιστικής του δράσης. Εξάλλου, επί απόλυσης, που οφείλεται σε οικονομικοτεχνικούς λόγους, όπως μεταξύ άλλων είναι η αναδιοργάνωση των υπηρεσιών της επιχείρησης και η μείωση του προσωπικού για λόγους οικονομικούς, που επιβάλλονται από συγκεκριμένες οικονομικές συνθήκες, τις οποίες αντιμετωπίζει η επιχείρηση, η απόφαση του εργοδότη να ανταπεξέλθει με τον τρόπο αυτό στη διαφαινόμενη οικονομική κρίση της επιχείρησης δεν ελέγχεται από τα δικαστήρια.

Ελέγχεται όμως αφενός ο αιτιώδης σύνδεσμος της επιλογής αυτής και η καταγγελία της σύμβασης εργασίας συγκεκριμένου εργαζομένου, ως έσχατο μέσο αντιμετώπισης των προβλημάτων της επιχείρησης και αφετέρου ο τρόπος επιλογής προς απόλυση του εν λόγω εργαζομένου, η οποία πρέπει να πραγματοποιείται βάσει των αντικειμενικών κριτηρίων του άρθρου 281 Α.Κ.

Ειδικότερα, ο εργοδότης οφείλει κατά την επιλογή του απολυτέου μεταξύ των εργαζομένων, που ανήκουν στην ίδια κατηγορία και ειδικότητα και είναι του ίδιου επιπέδου από απόψεως ικανότητας, προσόντων και απόδοσης, να λάβει υπόψη και να συνεκτιμήσει τα κοινωνικά και οικονομικά κριτήρια της αρχαιότητας, της ηλικίας, της οικογενειακής και οικονομικής κατάστασης κάθε μισθωτού και της δυνατότητας εξεύρεσης από αυτόν άλλης εργασίας ή ακόμη να προτείνει στο μισθωτό, που πρόκειται να απολύσει, την απασχόλησή του σε άλλη θέση, έστω και κατώτερη εκείνης που αυτός κατείχε, εφόσον βεβαίως υπάρχει τέτοια κενή θέση στην επιχείρηση του και ο υπό απόλυση μισθωτός είναι κατάλληλος να εργασθεί σε αυτήν (Α.Π. 2243/2013).

Επί δε αγωγής του μισθωτού για την καταβολή μισθών υπερημερίας, ο ισχυρισμός του εργοδότη ότι δεν υποχρεούται στην καταβολή των αιτούμενων μισθών, γιατί λύθηκε με καταγγελία η σύμβαση εργασίας αποτελεί ένσταση, ο δε ισχυρισμός του εργαζόμενου ότι η καταγγελία είναι άκυρη γιατί αντίκειται στο άρθρο 281 ΑΚ, είναι αντένσταση, η οποία μπορεί καθ' υποφορά να προβληθεί με την αγωγή.

Ο ισχυρισμός του εργοδότη ότι η καταγγελία δεν έγινε για τους λόγους που αναφέρει ο εργαζόμενος και την καθιστούν καταχρηστική, αλλά για άλλους, που αιτιολογούν τη γενόμενη καταγγελία, δεν αποτελεί ένσταση, αλλά αιτιολογημένη άρνηση της αποτελούσας βάση της αγωγής καταχρηστικότητας της καταγγελίας (ΑΠ 1481/2018, 877/2017, 1404/2014, 2234/2013).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, 2/2013, 7/2006).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 130/2016, 1420/2013).

Από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), το Μονομελές Εφετείο, δέχθηκε τα εξής: "Ότι αμφότεροι οι ενάγοντες εκτελούσαν πλημμελώς τα καθήκοντα τους. Συγκεκριμένα οι ενάγοντες ήδη αναιρεσείοντες κάποιες φορές εν ώρα εργασίας κοιμόντουσαν ή έβλεπαν τηλεόραση και DVD που είχαν οι ίδιοι τοποθετήσει στο φυλάκιο στην πύλη του εργοστασίου τα οποία μετέφεραν κάθε φορά όταν πηγαίνανε στο εργοστάσιο μέσω αυτοκινήτου, με αποτέλεσμα να παρατηρηθεί παραβίαση του εξωτερικού συρματοπλέγματος του εργοστασίου με ένα μεγάλο άνοιγμα αυτού, ως συνέπεια της συμπεριφοράς τους αυτής η οποία τους αποσπούσε την προσοχή τους.

Παρόλο που τους έγιναν συστάσεις επανειλημμένως από την υπεύθυνη προσωπικού … Π. Μ. και πραγματοποιήθηκε συνάντηση γι' αυτό τον σκοπό στις αρχές Σεπτέμβριου του 2014 μεταξύ των εναγόντων, της υπεύθυνης προσωπικού, του Διευθυντή του Εργοστασίου Ε.. Μ. και της Διευθύντριας Ανθρωπίνου Δυναμικού Μ.. Γ., οι ενάγοντες εξακολουθούσαν να επαναλαμβάνουν την ως άνω συμπεριφορά τους (ύπνος εν ώρα εργασίας, παρακολούθηση τηλεόρασης), με αποτέλεσμα να προβεί η εναγόμενη και ήδη αναιρεσίβλητη, έχοντας εξαντλήσει τα ηπιότερα μέσα προστασίας των προβλημάτων της στο έσχατο που είναι η καταγγελία των συμβάσεων τους.

Οι ενάγοντες - εκκαλούντες ισχυρίζονται ότι η ενάγουσα προέβη στην απόλυσή τους για οικονομοτεχνικούς λόγους, και δη με μοναδικό σκοπό να προσλάβει με λιγότερα χρήματα εξωτερικό συνεργάτη για υπηρεσία φύλαξης. Ο ισχυρισμός αυτός των εναγόντων πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμος, διότι αποδείχτηκε ότι η εναγόμενη εταιρεία είχε ήδη συνεργασία με εταιρεία η οποία παρείχε περιορισμένης έκτασης υπηρεσίες φύλαξης και πριν την απόλυση τους, λόγω της αυξημένης ανάγκης φύλαξης του εργοστασίου ενόψει και της πλημμελούς εκτέλεσης καθηκόντων των φυλάκων.

Περαιτέρω, οι ενάγοντες - αναιρεσείοντες καίτοι επικαλούνται οικονομοτεχνικούς λόγους, δεν επικαλούνται στοιχεία από τα οποία να προκύπτει ότι η εναγόμενη είχε την δυνατότητα βάσει των προσόντων τους να τους απασχολήσει σε άλλες θέσεις εργασίας, αλλά ούτε και απέδειξαν κάτι τέτοιο προσκομίζοντας συγκρίσιμα στοιχεία σχετικά με τα προσόντα και τις ικανότητες των διατηρηθέντων στην επιχείρηση της εναγομένης εργαζομένων, ούτως ώστε να μπορέσει το δικαστήριο να αχθεί σε κρίση ότι η καταγγελία των συμβάσεων τους ήταν όντως καταχρηστική, αλλά ούτε και επικαλούνται ότι υπήρχαν κενές θέσεις εργασίας στην επιχείρηση της εφεσίβλητης.

Το γεγονός εξάλλου ότι η εναγόμενη επεκτάθηκε και σε άλλους τομείς παραγωγής, όπως στην παρασκευή ψωμιού, ουδόλως συνδέεται με την απόλυση των εναγόντων, διότι η υπηρεσία φύλαξης που αυτοί παρείχαν είναι ανεξάρτητη από τη νέα γραμμή παραγωγής ψωμιού και τις ανάγκες που θα δημιουργηθούν. Εξάλλου, ούτε η εναγόμενη κατά την καταγγελία των συμβάσεων επικαλέστηκε οικονομοτεχνικούς λόγους.

Τέλος, οι ενάγοντες - εκκαλούντες ισχυρίζονται ότι η εναγόμενη καταχρηστικά προχώρησε στην απόλυσή τους χωρίς να λάβει υπόψη της την οικογενειακή και προσωπική κατάσταση του καθ' ενός εξ αυτών, δεδομένου ότι αυτοί τυγχάνουν οι τρεις πρώτοι έγγαμοι με ανήλικα ή ενήλικα άνεργα τέκνα και ο τέταρτος συντηρεί τον ηλικιωμένο πατέρα του και για τον λόγο αυτό θα έπρεπε να τους απασχολήσει στις νέες θέσεις εργασίας που δημιουργήθηκαν από την καινούργια γραμμή παραγωγής.

Ο ως άνω ισχυρισμός και αληθής υποτιθέμενος δεν συνιστά καταχρηστική άσκηση δικαιώματος εκ μέρους της εναγόμενης κατ' άρθρο 281 ΑΚ. Αντιθέτως αποδείχθηκε ότι η επίδικη καταγγελία των συμβάσεων εργασίας των εναγόντων δεν έγινε αναιτιωδώς, αλλά αντιθέτως η εναγόμενη προχώρησε στην καταγγελία των συμβάσεων λόγω της αντισυμβατικής συμπεριφοράς των εναγόντων και της ανεπαρκούς εκτέλεσης των καθηκόντων τους.

Επομένως, η καταγγελία των συμβάσεων εργασίας των εναγόντων είναι έγκυρη, απορριπτομένου ως ουσία αβασίμου και του δεύτερου λόγου ακυρότητας της απόλυσης". Έτσι που έκρινε το Μονομελές Εφετείο, δεχόμενο ότι η καταγγελία των συμβάσεων των αναιρεσειόντων δεν έγινε για οικονομοτεχνικούς λόγους, δεν παραβίασε, αλλά ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προρρηθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις καθώς και τη διάταξη του άρθρου 281ΑΚ, καθ' όσον τα ανελέγκτως γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, α) ότι οι αναιρεσείοντες εκτελούσαν πλημμελώς τα καθήκοντά τους, καθ' όσον κοιμόντουσαν ή έβλεπαν τηλεόραση και DVD, β) ότι τους έγιναν συστάσεις επανειλημμένως από την υπεύθυνη προσωπικού ..., πραγματοποιήθηκε συνάντηση μεταξύ των αναιρεσειόντων, της υπεύθυνης προσωπικού, Διευθυντή Εργοστασίου και Διευθύντρια Ανθρωπίνου Δυναμικού, ήτοι όλα τα ηπιότερα μέσα, γ) ότι η αναιρεσίβλητη εταιρεία λόγω των αυξημένων αναγκών φύλαξης και της πλημμελούς φύλαξης εκ μέρους των αναιρεσειόντων είχε ήδη συνεργασία με εταιρεία φύλαξης, δ) ότι δεν υπήρξε ούτε επίκληση ούτε προσκόμιση εκ μέρους των αναιρεσειόντων συγκρίσιμων στοιχείων σχετικά με προσόντα και ικανότητες διατηρηθέντων εργαζομένων στην επιχείρηση της αναιρεσίβλητης ούτε ότι υπήρχαν κενές θέσεις εργασίας, δεν πληρούν τις προϋποθέσεις εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 281ΑΚ, περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας των αναιρεσειόντων, η οποία - καταγγελία εκ μέρους της αναιρεσίβλητης έγινε λόγω της αντισυμβατικής συμπεριφοράς των αναιρεσειόντων και της ανεπαρκούς εκτέλεσης των καθηκόντων τους.

Κατά συνέπεια ο δεύτερος λόγος κατά το πρώτο σκέλος αυτού και ο τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμοι. Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθμός 8 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ως "πράγματα" δε νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή δικαιώματος (Ολ ΑΠ 3/1997), δηλαδή οι ισχυρισμοί που, κατά το νόμο, διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (Ολ ΑΠ 2/1989), και, επομένως, θεμελιώνουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, όχι δε και τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα ή επίκληση του περιεχομένου τους (ΑΠ 1148/2019,10/2008).

Δεν αποτελούν "πράγματα" τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και πολύ περισσότερο η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων. Επομένως, δεν ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης αν δεν λήφθηκαν υπόψη επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγος έφεσης, όπως και οι νομικοί ισχυρισμοί ή η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων, ούτε οι ισχυρισμοί που ανάγονται στην κατ' ορθή ερμηνεία έννοια του εφαρμοστέου νόμου (Ολ ΑΠ 25/2003, 3/1997, 11/1996).

Για το ορισμένο του λόγου αυτού δεν αρκεί να αναγράφεται στο αναιρετήριο ότι το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη κάποιον ισχυρισμό, αλλά θα πρέπει να παρατίθενται και όλα τα στοιχεία από τα οποία προκύπτει ότι ο ισχυρισμός προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι ήταν νόμω βάσιμος και ότι αν γινόταν δεκτός θα επηρέαζε ευνοϊκά για τον αναιρεσείοντα το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφαση, αν δε το δικαστήριο της ουσίας εξέτασε στην ουσία την υπόθεση, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές, υπό τις οποίες έγινε η επικαλούμενη παραβίαση (ΑΠ 81/2020, ΑΠ 892/2011, ΑΠ 668/2016, ΑΠ 1742/2006).

Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθμ. 12 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, για παραβίαση των ορισμών του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, ιδρύεται όταν το δικαστήριο προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που δεσμευτικά ορίζει γι' αυτό ο νόμος και όχι στην περίπτωση που το δικαστήριο έχει, σύμφωνα με τον κανόνα του άρθρου 340 ΚΠολΔ, την εξουσία να εκτιμήσει ελεύθερα τα αποδεικτικά μέσα, στα οποία περιλαμβάνονται και οι μαρτυρικές καταθέσεις, η εκτίμηση της αξιοπιστίας των οποίων εναπόκειται στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο δεν είναι υποχρεωμένο να εκθέσει στην απόφασή του τους λόγους της γενομένης εκτίμησής του (ΑΠ 1199/2018, ΑΠ 990/2013, ΑΠ 479/2010, ΑΠ 907/2006).

Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11γ του άρθρ. 559 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή ισχυρισμών, δηλαδή λυσιτελών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 42/2002), το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη.

Κατά την έννοια αυτή ο ισχυρισμός, για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου έγινε η προσκόμιση και η επίκληση του κρίσιμου αποδεικτικού μέσου, πρέπει να είναι νόμιμος και να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας. Για την ίδρυση πάντως του παραπάνω λόγου αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, τα οποία όφειλε αυτό να λάβει υπόψη.

Ωστόσο, στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνον από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 466/2019, 1557/2018, 1349/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τον πρώτο λόγο κατά το οικείο σκέλος της αιτήσεως προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 8 περ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενοι ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον πίνακα προσωπικού έτους 2014, που είχε προσκομίσει η αναιρεσίβλητη.

Ο λόγος αυτός είναι πρωτίστως απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι δεν ιδρύεται τέτοιος λόγος αναίρεσης προκειμένου για μη αυτοτελή ισχυρισμό, όπως εν προκειμένω, διότι όπως προεκτέθηκε τα αποδεικτικά μέσα, άρα και τα ανωτέρω διαδικαστικά έγγραφα κατά το μέρος που παρέχουν έδαφος συναγωγής δικαστικών τεκμηρίων για την αλήθεια ενός γεγονότος, δεν αποτελούν πράγματα κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ.

Ομοίως και ο συναφής κατά το έτερο σκέλος λόγος της αιτήσεως από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο, μη λαμβάνοντας υπόψη τα ως άνω διαδικαστικά έγγραφα, παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, είναι απαράδεκτος διότι δεν δημιουργείται ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο συνεκτιμώντας ελεύθερα τα αποδεικτικά μέσα, κατά το άρθρο 340 ΚΠολΔ, αποδίδει μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα σ' ένα από αυτά.

Σε κάθε δε περίπτωση, ακόμη και αν ήθελαν εκτιμηθεί ότι οι λόγοι αυτοί υπάγονται ορθά στην πλημμέλεια του αριθμού 11 περ. γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι διότι υπό το πρόσχημα των ως άνω σφαλμάτων πλήττεται η ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο εκτίμηση των αποδείξεων από το Εφετείο αναφορικά με το γεγονός των εργαζομένων στην επιχείρηση της αναιρεσίβλητης, με το οποίο συνάπτεται αναγκαία το συμπέρασμα του Εφετείου.

Μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες που ηττήθηκαν στην καταβολή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, η οποία κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την, από 12.11.2021 και με αριθ. κατάθ. 404/25/15-11-2021 αίτηση των αναιρεσειόντων 1) Ξ. Ί. του Α. 2)των εξ αδιαθέτου κληρονόμων του αποβιώσαντα Σ. Σ. του Γ.: α)Κ. Α. του Κ./νου (συζύγου), β)Σ. Κ./νου του Σ. (γιού) και γ)Σ. Γ. του Σ. (κόρης), 3)Ι.. Σ.. Γ. και 4)Γ. Π. του Χ., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 111/2021 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ευβοίας και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην καταβολή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, εκ χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Νοεμβρίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 31 Μαΐου 2023.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ