Supreme Court dismisses appeal as inadmissible due to vague grounds and failure to raise issues in lower courts.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appeal filed by a municipality against a second-instance judgment regarding labor disputes. The appellant argued that the lower court erred in law and failed to address specific claims about the lack of employment relationship between the parties. The court ruled these grounds inadmissible because they were too vague and were not properly raised or proven before the lower courts.
Legislator headnote
AI generatedArticles 553, 559, 562 of the Code of Civil Procedure; Appeals must be specific and substantiated, and issues not raised or proven in lower courts are inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 818 / 2022 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 818/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα, Νικόλαο Πουλάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 23 Νοεμβρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ..., νόμιμα εκπροσωπουμένου από τον ….του που κατοικοεδρεύει στην…., όπως έχει μετονομασθεί ο….., ως καθολικός διάδοχος του ……και του……., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Ζαμπέτα Δρόσου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ., η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. Β. του Δ., κατοίκου ..., 2) Ι. Τ. του Η., κατοίκου ..., 3) Μ. Φ. του Κ., κατοίκου….., 4) Α. Γ. του Α., κατοίκου ..., 5) Β. Δ. του Δ., κατοίκου ..., και 6) Ε. Δ., νομίμως εκπροσωπούμενου εν προκειμένω από τον ... και τον ... που κατοικοεδρεύουν στην ….και εκπροσωπούνται νόμιμα. Οι 1η, 2η, 3η, 4η και 5η εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Βασιλείου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις και το 6ο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Αφροδίτη Καρούκη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ., η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-10-2017 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και λοιπών προσώπων που δεν είναι διάδικοι στη δίκη αυτή, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 37/2020 του ιδίου Δικαστηρίου και 6472/2020 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείον δήμος με την από 6-05-2021 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των 1ου έως 5ου αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.-Κατά τη διάταξη του άρθρου 553 παρ. 1 του ΚΠολΔ "1.Αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση α) . . . β) των οριστικών αποφάσεων που περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή την ανταγωγή. Αν η απόφαση είναι κατά ένα μέρος οριστική, δεν επιτρέπεται αναίρεση ούτε κατά των οριστικών διατάξεων, πριν εκδοθεί οριστική απόφαση στη δίκη".
Στη συγκεκριμένη περίπτωση με την από 6.5.2021 και με αριθμό κατ. 2836/376/7.5.2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμό 6472/25.11.2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατόπιν άσκησης των από α) 20.2.2020 και με αριθμό κατ. 16437/1163/21.2.2020 έφεσης του Ε. Δ. και ήδη έκτου αναιρεσίβλητου και β) από 19.2.2020 και με αριθμό κατ. 17052/1214/24.2.2020 έφεσης του όγδοου εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος (καθώς και άλλων εφέσεων τριών ακόμη…., μη διαδίκων πλέον στην αναιρετική δίκη), κατά της εκδοθείσας κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών με αριθμό 37/10.1.2020 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή ως κατ' ουσία βάσιμη, όλων των αρχικά εναγόντων (61 των αριθμό μεταξύ των οποίων και οι πέντε πρώτες των αναιρεσίβλητων), αντιμωλία των διαδίκων και α) αναγνωρίστηκε η υποχρέωση του πρώτου εναγομένου Ε.
Δ., ως αρχικού εργοδότη των εναγουσών, να αναγνωρίσει μισθολογικά ως χρόνο προϋπηρεσίας το σύνολο του χρονικού διαστήματος που παρείχαν σε αυτό τις υπηρεσίες τους ως καθαρίστριες σχολικών μονάδων, με διαδοχικές συμβάσεις μίσθωσης έργου, από τους αναφερόμενους για κάθε ενάγουσα χρόνους, μέχρι την κατάταξή τους σε οργανικές θέσης εργασίας αόριστης διάρκειας, που έλαβε χώρα στις 10.1.2007, β) υποχρεώθηκε ο όγδοος εναγόμενος ... (ήδη αναιρεσείων) να καταβάλει:
στην 58η ενάγουσα (Ε. Β.), στην 59η ενάγουσα (Τζουβάνου Ιωάννα), στην 60η ενάγουσα (Φάκου Μαρία), στην 61η ενάγουσα (Γ. Α.) - ήδη αναιρεσίβλητες, τα αναγραφόμενα εκεί ποσά με το νόμιμο τόκο (6%) από την επίδοση της αγωγής και γ) απορρίφθηκε η αγωγή ως προς την 57η ενάγουσα και ήδη πέμπτη αναιρεσίβλητη, Δ. Β., ως ουσιαστικά αβάσιμη, ως προς τον όγδοο εναγόμενο ... - ήδη αναιρεσείοντα.
Οι αναφερόμενες δύο εφέσεις του Ε. Δ. και του ..., συνεκδικάστηκαν και συζητήθηκαν με τις άλλες τρεις εφέσεις των ….ι) "...", ιι) "..." και ιιι) "...", μη διαδίκων πλέον στην αναιρετική δίκη, κατά τη δικάσιμο της 6ης Οκτωβρίου 2020 και το Μονομελές Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική δίκη μέρος α) κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της από 19.2.2020 και με αριθμό κατ. 17052/1214/24.2.2020 έφεσης του εκκαλούντος ..., ως προς το έκτο εφεσίβλητο ..., β) απέρριψε τυπικά ως απαράδεκτη για έλλειψη εννόμου συμφέροντος (άρθρο 516 του ΚΠολΔ) την προαναφερόμενη έφεση, ως προς την πέμπτη εφεσίβλητη Β.
Δ. και γ) δέχθηκε τυπικά, αλλά απέρριψε στην ουσία κατά τα λοιπά, όλες τις εφέσεις. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, εφόσον αντίγραφο της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα στις 14.4.2021 η δε αίτηση αναίρεσης κατατέθηκε στη γραμματεία του εκδώσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου στις 7.5.2021 (άρθρα 553, 556, 564 παρ. 1, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ).
Όμως, η αίτηση αναίρεσης ως προς το 6ο αναιρεσίβλητο ... είναι απαράδεκτη, σύμφωνα με τα αναφερόμενα παραπάνω στη μείζονα σκέψη, αφού ως προς αυτό κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της έφεσης και συνεπώς η δίκη δεν περατώθηκε οριστικά ως προς αυτό (άρθρο 553 παρ. 1 ΚΠολΔ). Ο πρώτος, λοιπόν, λόγος αναίρεσης με τον οποίο ο αναιρεσείων αποδίδει στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 1, 14 και 19, επειδή εσφαλμένα κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της έφεσης, ως προς το έκτο αναιρεσίβλητο ..., είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος.
Επίσης, η αίτηση αναίρεσης κατά το μέρος της που στρέφεται και κατά της πέμπτης αναιρεσίβλητης Β. Δ., ως προς την οποία η αγωγή κατά το καταψηφιστικό της αίτημα είχε απορριφθεί πρωτοδίκως ως προς τον εναγόμενο ... ως ουσιαστικά αβάσιμη και με την προσβαλλόμενη απόφαση απορρίφθηκε η έφεση του τελευταίου από τυπική άποψη, ως προς τη διάδικο αυτή, πρέπει ν` απορριφθεί ως απαράδεκτη, αφού ο αναιρεσείων …..νίκησε με την απόρριψη της αγωγής της έναντι αυτού και δεν επικαλείται έννομο συμφέρον που να δικαιολογεί την άσκησή της κατά της ανωτέρω ηττηθείσας ενάγουσας (άρθρο 556 ΚΠολΔ).
Ως προς τις λοιπές αναιρεσίβλητες, η αναίρεση είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
2.-Η νομική αοριστία της αγωγής συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που πρέπει να εφαρμοστεί, αποτελεί δε παράβαση που ελέγχεται με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο αξίωσε περισσότερα στοιχεία από τα απαιτούμενα από το νόμο προς θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος για να κρίνει νόμιμη την αγωγή ή αντίθετα αρκέσθηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα στοιχεία.
Η αοριστία, όμως, του δικογράφου της αγωγής μπορεί να μην είναι νομική, αλλά ποσοτική ή ποιοτική, όταν στο δικόγραφο αυτής δεν αναφέρονται με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου στον οποίο στηρίζεται το αίτημα της αγωγής (ποσοτική αοριστία) ή όταν στο δικόγραφο γίνεται απλώς επίκληση των όρων του νόμου, χωρίς ν' αναφέρονται τα περιστατικά που θεμελιώνουν την εφαρμογή του συγκεκριμένου κανόνα δικαίου (ποιοτική αοριστία).
Στις περιπτώσεις αυτές η απόφαση ελέγχεται με βάση τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθ. 8 και 14 ΚΠολΔ. Ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος ιδρύεται, αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτήν ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή παραγνωρίζοντας αναγκαία για τη θεμελίωσή της γεγονότα που εκτίθενται σε αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη (ΑΠ 86/2016).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ, για να είναι ορισμένη η αγωγή πρέπει να περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία που ορίζονται στα άρθρο 117 - 118, του ίδιου κώδικα, α) σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και γ) ορισμένο αίτημα.
Ειδικότερα, για να είναι ορισμένη η αγωγή του απασχολούμενου με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου μισθωτού, με την οποία ζητούνται διαφορές μεταξύ των αποδοχών τις οποίες ο εργαζόμενος δικαιούται, κατ' εφαρμογή ΣΣΕ ή ΔΑ ή με βάση το νόμο και εκείνων που του καταβλήθηκαν, πρέπει να προσδιορίζονται στην αγωγή, πλην άλλων, οι αποδοχές που αυτός δικαιούται με χωριστή αναφορά στο βασικό μισθό και τα τυχόν επιδόματα που αυτός δικαιούται κατά το αντίστοιχο χρονικό διάστημα και εκείνες τις οποίες αυτός έλαβε, ώστε να προκύπτει υπέρ αυτού η αιτούμενη διαφορά για το επίδικο χρονικό διάστημα (ΑΠ 276/2015, ΑΠ 2203/2014, ΑΠ 1133/2010).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής για τον έλεγχο της βασιμότητας του σχετικού αναιρετικού λόγου (άρθ. 561 παρ.1 του ΚΠολΔ), για τον υπολογισμό των μισθολογικών διαφορών που διώκει εκάστη των εναγουσών και ήδη αναιρεσιβλήτων, έναντι του ήδη αναιρεσείοντος Δήμου, διαλαμβάνονται αναλυτικά οι μηνιαίες αποδοχές που η κάθε ενάγουσα δικαιούται κατά νόμο, με αναφορά στον οφειλόμενο βασικό μισθό που αντιστοιχεί σε κάθε μισθολογικό κλιμάκιο στο οποίο έπρεπε να είχε ενταχθεί, αναλόγως της προϋπηρεσίας αυτής στο ...
και στα οφειλόμενα επί μέρους επιδόματα (κινήτρου απόδοσης, ειδικής απασχόλησης ΟΤΑ και εξόδων κίνησης), το σύνολο αυτών μηνιαίως, το ληφθέν χρηματικό ποσό μηνιαίως και η προκύπτουσα διαφορά από την αφαίρεση από το αντίστοιχο χρηματικό ποσό των δικαιουμένων ανά μήνα αποδοχών του ληφθέντος ανά μήνα ποσού, ζητείται δε η επιδίκαση του αθροίσματος των μηνιαίων διαφορών για όλη την επίδικη χρονική περίοδο για κάθε αναιρεσίβλητη (βλ.
σελ. 74-80 αγωγής). Με αυτό το περιεχόμενο η ένδικη αγωγή περιέχει όλα τα αναγκαία κατά το άρθρο 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ στοιχεία και είναι επαρκώς ορισμένη, απορριπτομένων ως αβασίμων των περί αντιθέτου ισχυρισμών του αναιρεσείοντος Δήμου. Δεν αποτελούσε δε στοιχείο του ορισμένου της αγωγής το χρονικό διάστημα που έχει ήδη αναγνωρισθεί ως προϋπηρεσία των εναγουσών, αφού αντικείμενο της αγωγής έναντι του εναγομένου Ε.
Δ. ήταν ακριβώς η κατά το χρόνο κατάταξης των εναγουσών σε οργανικές θέσεις (10.1.2007) από το ..., κατ' εφαρμογή των άρθρων 11 Π.Δ/τος 164/2004 και 1 Ν. 3320/2005, αναγνώριση του χρόνου προϋπηρεσίας των σε αυτό, με διαδοχικές συμβάσεις μίσθωσης έργου, για την κατάταξη αυτών σε αντίστοιχα μισθολογικά κλιμάκια (.Μ.Κ.). Επομένως, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο της ουσίας που έκρινε ορισμένη την έχουσα το ανωτέρω περιεχόμενο αγωγή, απορρίπτοντας τον περί του αντιθέτου λόγο έφεσης του αναιρεσείοντος ….δεν υπέπεσε στην από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 (και όχι από τον αριθμό 1, 8 και 19) του ΚΠολΔ πλημμέλεια και ο δεύτερος λόγος αναίρεσης με τον οποίο το αναιρεσείον ισχυρίζεται τα αντίθετα δεν είναι βάσιμος.
3.-Σύμφωνα με τις διατάξεις του Π.Δ/τος 164/2004 "Ρυθμίσεις για τους εργαζομένους με συμβάσεις ορισμένου χρόνου στο δημόσιο τομέα", (ΦΕΚ Α 134) που άρχισε να ισχύει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης στις 19.7.2004 και αφορά τους εργαζομένους στο δημόσιο τομέα με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου ή συμβάσεις έργου ή άλλες συμβάσεις ή σχέσεις που υποκρύπτουν σχέση εξάρτησης εργασίας (άρθ. 1 παρ. 1 αυτού), του οποίου σημειωτέον οι ρυθμίσεις κρίθηκαν συμβατές με τις ρυθμίσεις της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999, που αποσκοπεί κατά το άρθρο 1 σημείο 2 αυτής στην αποτροπή της κατάχρησης σύναψης διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου (ΔΕΚ της 23.4.2009 Υποθ.
Α. κλπ C 378 - 380), εξειδικεύθηκαν οι συνθήκες με τις οποίες οι διαδοχικές συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου ή συμβάσεις έργου ή άλλες συμβάσεις ή σχέσεις, υποκρύπτουν σχέση εξάρτησης εργασίας και καθορίσθηκαν οι εκ τούτου συνέπειες. Με τα άρθρα 5 και 6 του ως άνω Π.Δ/τος απαγορεύθηκε, καταρχάς, η κατάρτιση διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου, η οποία επιτρέπεται κατ' εξαίρεση στις αναφερόμενες εκεί περιπτώσεις και υπό τις στο άρθρο αυτό αναγραφόμενες προϋποθέσεις και προβλέφθηκε η ανωτέρα χρονική διάρκεια των συμβάσεων αυτών, η οποία δεν μπορεί να υπερβαίνει τους εικοσιτέσσερις (24) μήνες, με την επιφύλαξη των εκεί εξαιρέσεων.
Με το άρθρο 7 του ιδίου Διατάγματος ορίσθηκε ότι συμβάσεις που καταρτίζονται κατά παράβαση των πιο πάνω ρυθμίσεων είναι απολύτως άκυρες, πλην όμως ο απασχοληθείς κατά παράβαση αυτών μισθωτός δικαιούται να λάβει τα οφειλόμενα βάσει αυτών χρηματικά ποσά, καθώς και ως αποζημίωση το ποσό που θα ελάμβανε ο αντίστοιχος εργαζόμενος με σύμβαση αορίστου χρόνου σε περίπτωση καταγγελίας της σύμβασής του.
Ενόψει όμως του γεγονότος, ότι διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ή έργου ορισμένου χρόνου που συνάπτονταν με το Δημόσιο, κατά παράβαση του Ν. 2190/1994, του Π.Δ/τος 410/1988 και του άρθρου 6 του Ν. 2527/1997 δεν μπορούσαν σε κάθε περίπτωση, να μετατραπούν σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, υπό το κράτος της ισχύος του άρθ. 103 του Συντάγματος μετά την αναθεώρηση του έτους 2001 (ΦΕΚ Α' 85/18-4-2001), οπότε προστέθηκαν οι περί τούτου παράγραφοι 7 και 8, έχοντας υποχρεωτικά, κατά τις ως άνω συνταγματικές και άλλες διατάξεις, καταρτισθεί ως συμβάσεις ορισμένου χρόνου (ΟλΑΠ 7/2011, ΟλΑΠ 19/2007), και του γεγονότος ότι το ως άνω ΠΔ 164/2004 άρχισε να ισχύει από 19 Ιουλίου 2004, ήτοι μετά το πέρας της περιόδου προσαρμογής της εσωτερικής νομοθεσίας προς τις ρυθμίσεις της άνω Οδηγίας 1999/70 (10 Ιουλίου 2002), περιελήφθησαν σε αυτό, ως μεταβατικές διατάξεις, ρυθμίσεις, οι οποίες εξασφαλίζουν την επιβαλλομένη προσαρμογή στην παραπάνω Οδηγία και για τον ενδιάμεσο χρόνο και προβλέπουν την κατ' εξαίρεση και υπό τις εκεί προϋποθέσεις μετατροπή του ήδη απασχολουμένου με διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου.
Ειδικότερα, με τη διάταξη του άρθρου 11 του ως άνω Π. Δ/τος, η οποία ως εκ του μεταβατικού της χαρακτήρα τακτοποίησης εκκρεμών εργασιακών σχέσεων του Δημοσίου και φορέων του δημοσίου τομέα κρίθηκε συνταγματικά ανεκτή (Ολ.ΑΠ 16/2017), ορίσθηκε στην παρ.1 ότι διαδοχικές συμβάσεις κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, οι οποίες έχουν συναφθεί πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος και είναι ενεργές έως την έναρξη ισχύος αυτού, συνιστούν εφεξής σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, εφόσον συντρέχουν αθροιστικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις: (α) συνολική χρονική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων τουλάχιστον 24 μηνών έως την έναρξη ισχύος του διατάγματος, ανεξαρτήτως αριθμού ανανεώσεων συμβάσεων ή τρεις τουλάχιστον ανανεώσεις πέραν της αρχικής σύμβασης κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος με συνολικό ελάχιστο χρόνο απασχόλησης 18 μηνών, μέσα σε συνολικό χρονικό διάστημα 24 μηνών από την αρχική σύμβαση, (β) ο συνολικός χρόνος υπηρεσίας του εδ.
α' να έχει πράγματι διανυθεί στον ίδιο φορέα, με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, όπως αναγράφεται στην αρχική σύμβαση, (γ) το αντικείμενο της σύμβασης να αφορά σε δραστηριότητες, οι οποίες σχετίζονται ευθέως και αμέσως με πάγιες και διαρκείς ανάγκες του αντίστοιχου φορέα, όπως αυτές οριοθετούνται από το δημόσιο συμφέρον που υπηρετεί ο φορέας αυτός, (δ) ο, κατά τις προηγούμενες περιπτώσεις, συνολικός χρόνος υπηρεσίας πρέπει να έχει παρασχεθεί κατά πλήρες ή μειωμένο ωράριο εργασίας και σε καθήκοντα ίδια ή παρεμφερή με αυτά που αναγράφονται στην αρχική σύμβαση.
Με τις παραγράφους 2 και 3 του ιδίου άρθρου ορίσθηκε ότι για τη διαπίστωση της συνδρομής των, κατά την προηγουμένη παράγραφο, προϋποθέσεων, ο εργαζόμενος υποβάλλει, εντός αποκλειστικής προθεσμίας δύο (2) μηνών από την έναρξη ισχύος του παρόντος, αίτηση προς τον οικείο φορέα, στην οποία αναφέρει τα στοιχεία, από τα οποία προκύπτει η συνδρομή των προϋποθέσεων αυτών, αρμόδιο δε όργανο να κρίνει αιτιολογημένα, εάν συντρέχουν, κατά περίπτωση οι προϋποθέσεις της προηγουμένης παραγράφου, είναι το οικείο Υπηρεσιακό Συμβούλιο ή το όργανο που προσομοιώνεται με αυτό κατά τη κείμενη νομοθεσία και όπου δεν υπάρχει, το Διοικητικό Συμβούλιο ή το διοικούν όργανο του οικείου νομικού προσώπου ή το όργανο που εξομοιώνεται με αυτό κατά την κείμενη νομοθεσία (παρ. 2) και ότι οι ως άνω κρίσεις των αρμοδίων οργάνων, θετικές ή αρνητικές, διαβιβάζονται αμέσως στο Ανώτατο Συμβούλιο Επιλογής Προσωπικού, το οποίο αποφαίνεται εντός τριών (3) μηνών από τη διαβίβαση σ' αυτό των σχετικών κρίσεων (παρ. 3).
Τέλος με την παρ. 5 του ιδίου άρθρου συμπεριλήφθηκαν στη ρύθμιση της παρ. 1 και οι συμβάσεις οι οποίες είχαν λήξει κατά το χρονικό διάστημα των τελευταίων τριών μηνών πριν την έναρξη ισχύος του διατάγματος, λογιζόμενες ως ενεργές. Προς συμπλήρωση της μεταβατικού περιεχομένου διάταξης του άρθρου 11 του Π.Δ/τος 164/2004 επακολούθησε ο Νόμος 3320/2005 "Ρυθμίσεις θεμάτων για το προσωπικό του Δημοσίου και των νομικών προσώπων του ευρύτερου δημόσιου τομέα και για τους ΟΤΑ" (ΦΕΚ Α 48), με τη διάταξη του άρθρου 1 του οποίου ορίζεται ότι: "Παρ.1.
Το προσωπικό με σύμβαση ή σχέση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου ή σύμβαση έργου ή άλλη σχέση του Δημοσίου, των ΝΠΔΔ και των ΟΤΑ πρώτου και δεύτερου βαθμού, του οποίου οι συμβάσεις συνιστούν συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 11 του ΠΔ 164/2004, κατατάσσεται σε υφιστάμενες κενές οργανικές θέσεις με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, ειδικότητας αντίστοιχης ή παρεμφερούς προς την ειδικότητα της σύμβασής του.
Παρ.2. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Οικονομίας και Οικονομικών και του οικείου, κατά περίπτωση Υπουργού, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, συνιστώνται οργανικές θέσεις προσωπικού με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, προκειμένου να καλυφθούν, όπου απαιτείται, οι διαπιστωθείσες πάγιες και διαρκείς ανάγκες, κατ' εφαρμογή του ΠΔ 164/2004.
Παρ. 3. Η κατάταξη του προσωπικού γίνεται με απόφαση του αρμόδιου για την πρόσληψη οργάνου, η οποία δεν δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Παρ. 4. Οι κατατασσόμενοι λαμβάνουν τις αποδοχές της θέσης τους από την ημερομηνία έκδοσης της πράξης κατάταξης τους. Ο χρόνος των συμβάσεων μίσθωσης έργου των κατατασσόμενων λογίζεται για όλες τις συνέπειες ότι έχει διανυθεί με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου.
Παρ. 5. Για τους κατατασσόμενους ισχύει ο χρονικός περιορισμός της παρ. 2 του άρθρου 70 του Ν. 2683/1999 "Κύρωση του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Υπαλλήλων και Υπαλλήλων ΝΠΔΔ και άλλες διατάξεις" για τη μετάταξη σε ανώτερη βαθμίδα, σύμφωνα με την διάταξη της παρ. 5 του άρθρου 12 του ν. 3230/2004 (ΦΕΚ 44). Ως ημερομηνία πρόσληψης νοείται η ημερομηνία έκδοσης της πράξης κατάταξης".
Εξάλλου, με το Ν.3205/2003 "Μισθολογικές ρυθμίσεις λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ, μονίμων στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων και αντιστοίχων της Ελληνικής Αστυνομίας, του Πυροσβεστικού και Λιμενικού Σώματος και άλλες διατάξεις" (ΦΕΚ Α 297), οι διατάξεις των άρθρων 2 - 13, 15 - 18, 20 - 26, 27 παρ. 2 και 28 του οποίου επεκτάθηκαν με την με αριθ.
οικ. 2/7093/0022/2004 (ΦΕΚ Β 215) Κοινή Υπουργική Απόφαση (ΚΥΑ) όλων των συναρμοδίων Υπουργών, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθ. 21 του ως άνω νόμου, στο προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου που απασχολείται στο Δημόσιο κλπ. με χρόνο έναρξης της ισχύος της από 1.1.2004, ορίσθηκε με το άρθρο 2 παρ. 1 αυτού ότι το προσωπικό της παραγράφου 1 του προηγουμένου άρθρου εξελίσσεται ανεξάρτητα από το βαθμό που κάθε φορά έχει σε μισθολογικά κλιμάκια και με το άρθρο 3 παρ.1 του νόμου αυτού ότι τα μισθολογικά κλιμάκια (Μ.Κ.) των υπαλλήλων των κατηγοριών πανεπιστημιακής, τεχνολογικής, δευτεροβάθμιας και υποχρεωτικής εκπαίδευσης καθορίζονται σε 18 για κάθε κατηγορία με εισαγωγικό το 18° Μ.Κ.
Με το άρθ. 5 παρ. 1 και 2 του ίδιου νόμου ορίσθηκε ότι για τη μισθολογική εξέλιξη των υπαλλήλων όλων των ως άνω κατηγοριών από κατώτερο σε ανώτερο μισθολογικό κλιμάκιο απαιτείται η αναφερομένη εκεί, κατά χρόνο, υπηρεσία και λαμβάνεται υπόψη γι' αυτήν (μισθολογική εξέλιξη) ο χρόνος υπηρεσίας που ορίζεται στο άρθ. 15 του νόμου αυτού.
Σύμφωνα δε με το ως άνω άρθ. 15 παρ. 1 του εν λόγω νόμου "Ως υπηρεσία για την εξέλιξη των υπαλλήλων στα μισθολογικά κλιμάκια του άρθρου 3 του παρόντος νόμου, λαμβάνεται υπόψη: α. Η υπηρεσία που προσφέρεται στο Δημόσιο, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ με σχέση εξαρτημένης εργασίας δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου αορίστου ή ορισμένου χρόνου, β...γ...δ...ε...στ...ζ...η...θ...ι.
ο χρόνος παροχής υπηρεσίας με σύμβαση μίσθωσης έργου ή με ανάθεση κατ' αποκοπήν εργασίας, εφόσον οι υπηρεσίες αυτές έχουν χαρακτηρισθεί με διάταξη νόμου ή με δικαστική απόφαση ότι διανύθηκαν με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου (εξαρτημένης) ή εφόσον σύμφωνα με τα υπηρεσιακά έγγραφα συντρέχουν σωρευτικά οι εξής προϋποθέσεις:
ι. απασχόληση κατά το σύνηθες δημοσιοϋπαλληλικό ωράριο ιι. παροχή εργασίας στο χώρο της δημόσιας υπηρεσίας και με την άμεση εποπτεία της υπηρεσίας και ιιι. αμοιβή ανάλογη με των προσλαμβανομένων με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου". Τέλος, με το άρθ. 20 εδ. α του ίδιου ως άνω νόμου, ορίζεται ότι "η κατάταξη των υπηρετούντων υπαλλήλων στα Μ.Κ.
του άρθρου 3, του νόμου αυτού, ανάλογα με την κατηγορία στην οποία ανήκουν, γίνεται με βάση το συνολικό χρόνο υπηρεσίας τους, όπως αυτός ορίζεται στο άρθρο 15 του παρόντος νόμου, σύμφωνα με τα τυπικά τους προσόντα", συνυπολογίζεται δηλ. και στην περίπτωση αυτή, της κατάταξης σε μισθολογικά κλιμάκια και ο χρόνος απασχόλησης στο Δημόσιο κλπ.
με σύμβαση μίσθωσης έργου, κατά τη ρητή ως άνω διάταξη του προαναφερθέντος άρθ. 15 παρ. 1 περ. ι του Ν. 3205/2003 σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 11 του Π.Δ/τος 164/2004. Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων συνάγεται ότι οι κατατασσόμενοι σε θέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, κατ' εφαρμογή του άρθ. 11 Π.Δ/τος 164/2004, που προηγουμένως παρείχαν υπηρεσίες στο Δημόσιο με διαδοχικές συμβάσεις μίσθωσης έργου, από και με την έκδοση της σχετικής πράξης κατάταξης δικαιούνται τις αποδοχές των εργαζομένων με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, για τον καθορισμό των οποίων καθώς και για την περαιτέρω μισθολογική τους εξέλιξη συνυπολογίζεται, ως χρόνος προϋπηρεσίας, και ο χρόνος απασχόλησής τους με σύμβαση μίσθωσης έργου, αφού και αυτός έχει χαρακτηρισθεί και λογίζεται με διάταξη νόμου (άρθ. 1 παρ. 4 εδ.
β' Ν.3205/2003) ότι διανύθηκε στα πλαίσια σχέσης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ως προς όλες, μάλιστα, τις συνέπειες, το αυτό δε για τον ως άνω λόγο ισχύει, συνυπολογίζεται δηλ. ο χρόνος αυτός της προηγουμένης παροχής υπηρεσιών με συμβάσεις μίσθωσης έργου, και για την κατάταξη στα αντίστοιχα μισθολογικά κλιμάκια (ΟλΑΠ 16/2017, ΑΠ 133/2020, ΑΠ 712/2018, ΑΠ 533/2018, ΑΠ 942/2015). 4.-Στην προκειμένη περίπτωση, με την ένδικη από 9.10.2017 και με αριθμό κατ. 582864/2403/2017 αγωγή οι ενάγουσες και ήδη αναιρεσίβλητες ισχυρίσθηκαν ότι η 58η εξ αυτών (1η αναιρεσίβλητη) από 1.9.1990, η 59η εξ αυτών (2η αναιρεσίβλητη) από 1.9.2000, η 60η εξ αυτών (3η αναιρεσίβλητη) από 1.9.1992, η 61η εξ αυτών (4η αναιρεσίβλητη) από 1.9.1990 και η 57η εξ αυτών (5η αναιρεσίβλητη) από 1.1.1991 απασχολήθηκαν ως καθαρίστριες από το πρώτο εναγόμενο ..., δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων μίσθωσης έργου, από το οποίο προσλήφθηκαν κατ' εφαρμογή του άρθρου 113 παρ. 6 του Ν. 1892/1990 και ότι ειδικότερα, αυτές παρείχαν τις υπηρεσίες τους για την καθαριότητα σχολικών μονάδων του πρώτου εναγομένου (ήδη έκτου αναιρεσίβλητου) Ε.
Δ., καλύπτοντας πάγιες και διαρκείς ανάγκες αυτού καθ' όλη τη διάρκεια του σχολικού έτους και τελώντας κατά την παροχή των υπηρεσιών αυτών υπό τον έλεγχο, την εποπτεία, την καθοδήγηση και το διευθυντικό δικαίωμα των διευθυντών των σχολείων και των προϊσταμένων των Γραφείων Εκπαίδευσης και σε άμεση εξάρτηση με αυτούς.
Ότι ενόψει του ότι οι σχέσεις των αυτές στην πραγματικότητα είχαν τον χαρακτήρα σχέσης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, κατετάγησαν κατ' εφαρμογή του άρθρου 11 του Π.Δ/τος 164/2004 από 10 Ιανουαρίου 2007, σε οργανικές θέσεις εξαρτημένης εργασίας αόριστης διάρκειας καθαριστριών (ΥΕ κατηγορίας) από το ... και από 1 Ιανουαρίου 2011 μεταφέρθηκαν με την ίδια εργασιακή σχέση σε προσωποπαγείς θέσεις του όγδοου εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος ..., κατ' εφαρμογή του άρθρου 18 του Ν. 3870/2010.
Ότι κατά την κατάταξή τους σε οργανικές θέσεις την 10.1.2007 το πρώτο εναγόμενο ..., παρά το νόμο, κατέταξε αυτές στον 18ο (εισαγωγικό) μισθολογικό κλιμάκιο, χωρίς να προβεί κατά την κατάταξη αυτή σε συνυπολογισμό της προϋπηρεσίας τους σε αυτό, που είχε διανυθεί δυνάμει των πιο πάνω συμβάσεων μίσθωσης έργου. Ζήτησαν δε να αναγνωρισθεί ότι το πρώτο εναγόμενο ...
όφειλε κατά την κατάταξή τους σε μισθολογικά κλιμάκια (ΜΚ) ν' αναγνωρίσει μισθολογικά το σύνολο του χρόνου προϋπηρεσίας τους σε αυτό από την αρχική ημερομηνία πρόσληψης μέχρι τις 10 Ιανουαρίου 2007 και να υποχρεωθεί ο αναιρεσείων Δήμος να τους καταβάλει τις προκύπτουσες διαφορές αποδοχών, από τις αποδοχές που έλαβαν, λόγω του ως άνω μη συνυπολογισμού του πιο πάνω χρόνου προϋπηρεσίας που είχε διανυθεί με συμβάσεις μίσθωσης έργου και για τα στην αγωγή διαλαμβανόμενα χρονικά διαστήματα για κάθε αναιρεσίβλητη.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών η με αριθμό 37/2020 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία, αφού έκρινε νόμιμη την αγωγή, α) αναγνώρισε την υποχρέωση του πρώτου εναγομένου Ε. Δ., ως αρχικού εργοδότη των εναγουσών, να αναγνωρίσει μισθολογικά ως χρόνο προϋπηρεσίας το σύνολο του χρονικού διαστήματος από 1.1.1991 για την 57η ενάγουσα και ήδη πέμπτη αναιρεσίβλητη, από 1.9.1990 για την 58η ενάγουσα και ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη, από 1.9.2000 για την 59η ενάγουσα και ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη, από 1.9.1992 για την 60η ενάγουσα και ήδη τρίτη αναιρεσίβλητη και από 1.9.1990 για την 61η ενάγουσα και ήδη τέταρτη αναιρεσίβλητη, που είχε διανυθεί με συμβάσεις μίσθωσης έργου μέχρι τις 10.1.2007 (ημερομηνία αρχικής κατάταξης αυτών σε οργανικές θέσεις, β) υποχρέωσε τον αναιρεσείοντα …..
να καταβάλει για την αιτία αυτή στις πρώτη, δεύτερη, τρίτη και τέταρτη αναιρεσίβλητες ως μισθολογικές διαφορές τα ποσά των 8793,75 ευρώ στην 58η ενάγουσα (1η αναιρεσίβλητη), 3517,50 ευρώ στην 59η ενάγουσα (2η αναιρεσίβλητη), 5787,50 ευρώ στην 60η ενάγουσα (3η αναιρεσίβλητη) και 8793,75 ευρώ στην 61η ενάγουσα (4η αναιρεσίβλητη), με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και γ) απέρριψε την αγωγή κατά το κεφάλαιο καταβολής μισθολογικών διαφορών ως ουσιαστικά αβάσιμη ως προς την 57η ενάγουσα και ήδη πέμπτη αναιρεσίβλητη Β.
Δ.. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, επιλαμβανόμενο (μεταξύ άλλων) και της από 19.2.2020 και με αριθμό κατάθ. 17052/1214/24.2.2020 έφεσης του όγδοου εναγομένου - εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος……, με την οποία ο τελευταίος παραπονείτο, μεταξύ άλλων, ότι εσφαλμένως είχε κριθεί πρωτοδίκως ως νόμιμη η αγωγή, ενώ έπρεπε να απορριφθεί ως μη νόμιμη, καθότι, κατά τον εκκαλούντα….., ως χρόνος κατάρτισης των ένδικων συμβάσεων εργασίας αορίστου χρόνου είναι η ημερομηνία έκδοσης της πράξης κατάταξης των εναγουσών σε κενές οργανικές θέσεις ΥΕ κατηγορίας (καθαριστριών) του Ε.
Δ. (10.1.2007) και ότι ο χρόνος αυτός έπρεπε να ληφθεί υπόψη για την κατάταξη αυτών σε μισθολογικά κλιμάκια, με συνέπεια ο χρόνος παροχής υπηρεσιών καθαριότητας με διαδοχικές συμβάσεις μίσθωσης έργου, να μην μπορεί να συνυπολογισθεί για τη μισθολογική τους κατάταξη, αφού στη μείζονα σκέψη διέλαβε τις πιο πάνω ρυθμίσεις των άρθρων 5, 6, 7 και 11 του ΠΔ/τος 164/2004, 1 παρ. 1-5 Ν. 3320/2005, 2 παρ. 1, 3 παρ. 1, 5 παρ. 1 και 2, 15 παρ. 1 περίπτ. 1, 20 Ν. 3205/2003 και της με αριθμό 2/7093/0022/2004 ΚΥΑ, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 21 Ν. 3205/2003, τις οποίες ερμήνευσε ομοίως με όσα διαλαμβάνονται στην ως άνω υπό στοιχείο 3 σκέψη, έκρινε ότι η αγωγή ήταν νόμιμη στηριζόμενη στις πιο πάνω διατάξεις τόσο έναντι του πρώτου εναγομένου Ε.
Δ., όσο και έναντι του αναιρεσείοντος …..και απέρριψε τον ως άνω περί του αντιθέτου (δεύτερο) λόγο της από 19.2.2020 έφεσης του όγδοου εναγομένου - εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος……, με το ακόλουθο σκεπτικό: "Επομένως το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που δέχθηκε ότι η αγωγή ήταν νόμιμη, ερειδομένη στις διατάξεις που κατά τα αμέσως ανωτέρω ήταν εφαρμοστέες και στη συνέχεια δέχθηκε ως αποδεδειγμένα τα πραγματικά περιστατικά που υπάγονται στις παραπάνω διατάξεις και τα οποία δεν αμφισβητούνται από τον εκκαλούντα, ορθώς εφάρμοσε το νόμο και δεν έσφαλε και πρέπει όλοι οι σχετικοί λόγοι των εφέσεων περί νομικής αβασιμότητας της αγωγής και εν γένει εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου εκ μέρους του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου να απορριφθούν ως αβάσιμοι".
Με την κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν παραβίασε ευθέως, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 103 παρ.7 και 8 του Συντάγματος, 11 Π.Δ/τος 164/2004, 1 παρ. 1 έως 4 του Ν.3320/2005, 2 παρ.1, 3 παρ.1, 5 παρ.1 και 2, 15 παρ.1 και 20 Ν.3205/2003 σε συνδυασμό με την με αριθ. οικ. 2/7093/0022/2004 (ΦΕΚ Β 215) Κοινή Υπουργική Απόφαση, τις οποίες αντιθέτως ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και συνεπώς είναι αβάσιμος ο περί του αντιθέτου από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ τρίτος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο αυτού σκέλος, του αναιρεσείοντος…….
Σημειώνεται ότι η κατ' εφαρμογή του άρθρου 1 παρ. 4 εδ. β του ν. 3320/2005 κατάταξη των αναιρεσιβλήτων σε μισθολογικά κλιμάκια με προσμέτρηση του κατά τ' ανωτέρω χρόνου προϋπηρεσίας τους με συμβάσεις μίσθωσης έργου στο ... δεν στηρίζεται στις διατάξεις του ν. 4024/2011 που άρχισε να ισχύει από 1.11.2011 (άρθρο 32 παρ. 4 του νόμου αυτού), διότι η κατάταξη των εναγουσών - εφεσιβλήτων και ήδη πρώτης έως πέμπτης των αναιρεσίβλητων σε συνέχεια της οποίας έλαβε χώρα η μισθολογική τους εξέλιξη, δεν έγινε κατά την ισχύ του νόμου αυτού, αλλά σε προγενέστερο χρόνο (10.1.2007), ούτε στηρίζεται στη διάταξη του άρθρου 11 παρ. 4 α' του ν. 4354/2015 που ισχύει από 1.1.2016 και αποκλείει αναγνώριση προϋπηρεσίας που προσφέρθηκε με συμβάσεις μίσθωσης έργου, διότι η κατάταξη αυτών βάσει της οποίας ακολούθησε και η μισθολογική τους εξέλιξη, έγινε πριν την ισχύ του παραπάνω νόμου, με βάση την προαναφερθείσα και προϊσχύσασα διάταξη του άρθρου 1 παρ. 4 εδ.
β Ν. 3320/2005, παρεκτός ότι η διάταξη του Ν. 4354/2015 αφορά τη μισθολογική εξέλιξη και διακρίνεται από τη συγκεκριμένη περίπτωση που η προϋπηρεσία των εναγουσών δεν λήφθηκε υπόψη εξαρχής κατά την αρχική κατάταξη. 5.-Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης και κατά το δεύτερο σκέλος του, ο αναιρεσείων ……ισχυρίζεται "α) ότι η Β.
Δ. (57η ενάγουσα) κατατάχθηκε την 10.1.2007 σε οργανική θέση ΥΕ καθαριστριών σχολικών μονάδων με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου σε θέση μειωμένης απασχόλησης (3 ώρες ημερησίως) και με την υπ' αριθμ. οικ. 48416/26367//22.12.2010 απόφαση της ΓΓ Περιφέρειας Αττικής που εκδόθηκε σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 18 του ν. 3870/2010, μεταφέρθηκε στο ...
με την ίδια σχέση εργασίας σε συνιστώμενη προσωποπαγή θέση ίδιας εκπαιδευτικής βαθμίδας και ειδικότητας με το βαθμό και το μισθολογικό κλιμάκιο που κατείχε και περαιτέρω ότι με την υπ' αριθμ. 37/11 απόφαση Δημάρχου κατατάχθηκε ως μεταφερόμενο προσωπικό σε θέση μειωμένης απασχόλησης (3 ώρες ημερησίως), ειδικότητας ΥΕ καθαριστριών σχολικών μονάδων από το Υπουργείο δια Βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων σύμφωνα με το άρθρο 254 του ν. 3852/2010 και κατά συνέπεια δεν επληρούντο ούτε πληρούνται εις το πρόσωπό της και δη σωρευτικά οι προϋποθέσεις που θέτει ο νόμος και συγκεκριμένα απασχόληση κατά το σύνηθες δημοσιοϋπαλληλικό ωράριο, αμοιβή ανάλογη με των προσλαμβανομένων με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, β) η Α.
Γ. (61η ενάγουσα) την 31.10.2017 παραιτήθηκε λόγω συνταξιοδότησης και κατά συνέπεια απαραδέκτως ζητεί την επίδικη διαφορά μέχρι την 30.9.2017 και γ) η Μ. Φ. (60η ενάγουσα) την 30.12.2016 παραιτήθηκε λόγω συνταξιοδότησης και κατά συνέπεια απαραδέκτως ζητεί την επίδικη διαφορά μέχρι την 30.9.17". Ο λόγος αυτός αναίρεσης, ως προς την 57η ενάγουσα και ήδη πέμπτη αναιρεσίβλητη, Β.
Δ., αλυσιτελώς προβάλλεται, καθόσον ως προς αυτή η αναίρεση απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, λόγω του ότι και η έφεση ως προς αυτήν είχε απορριφθεί, επειδή ακριβώς ο αναιρεσείων …..με την απόρριψη της αγωγής αυτής από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ως ουσιαστικά αβάσιμης, ως προς αυτόν (εναγόμενο - εκκαλούντα - αναιρεσείοντα), δεν είχε έννομο συμφέρον προς άσκηση της έφεσης.
Ως προς τις λοιπές ενάγουσες, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε ότι η μεν 60η Μ. Φ. παραιτήθηκε από την υπηρεσία της στις 30.12.2016 και μέχρι τότε της επιδικάστηκαν από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο (βλ. 40ο φύλλο πίσω σελίδα) διαφορές και όχι μέχρι τις 30.9.2017 που με την αγωγή της ζητούσε, η δε 61η Α.
Γ. παραιτήθηκε από την υπηρεσία της στις 31.10.2017 και τις επιδικάστηκαν διαφορές μέχρι 30.9.2017 (ήτοι για προγενέστερο της παραίτησής της χρόνο), όπως ορθά ζητούσε με την αγωγή της.
Συνεπώς, ο λόγος αυτός αναίρεσης ως προς την τρίτη και τέταρτη των αναιρεσιβλήτων, είναι απορριπτέος ως επί αναληθούς προϋποθέσεως ερειδόμενος. 6.-Κατά μεν το άρθρο 90 παρ. 3 ν. 2362/1995 "περί Δημοσίου Λογιστικού και ελέγχου δαπανών του Κράτους": "Η απαίτηση οποιουδήποτε των επί σχέσει δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ` αυτού, που αφορά σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζεται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, παραγράφεται μετά διετία από της γενέσεώς της", κατά δε το άρθρο 91 εδ.
α του ίδιου νόμου: "Επιφυλασσομένης κάθε άλλης ειδικής διατάξεως του παρόντος, η παραγραφή οποιασδήποτε απαιτήσεως κατά του Δημοσίου αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής". Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι με την πρώτη από αυτές ρυθμίζεται ειδικώς το θέμα του χρόνου της παραγραφής των αξιώσεων των επί σχέσει δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ` αυτού, που αφορούν σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζονται σε παρανομία των οργάνων του δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, ορίζεται δε ως χρονικό σημείο έναρξης της παραγραφής αυτής η γένεση της κάθε αντίστοιχης αξιώσεως.
Η διάταξη αυτή είναι ειδική σε σχέση με εκείνη του άρθρου 91 εδ. α του ανωτέρω νόμου, με την οποία ρυθμίζεται γενικώς το θέμα της έναρξης του χρόνου παραγραφής οποιασδήποτε αξίωσης κατά του Δημοσίου από το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής, όπως τούτο συνάγεται από τη ρητή επιφύλαξη ως προς την ισχύ άλλων ειδικών διατάξεων που υπάρχει στο άρθρο 91 εδ.
α, και επομένως κατισχύει αυτής (Α.Ε.Δ. 32/2008, Ολ. Α.Π. 29/2006). Η προβλεπόμενη από την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 90 παρ. 3 του ν. 2362/1995 για τις πιο πάνω αξιώσεις των υπαλλήλων του Δημοσίου βραχυπρόθεσμη παραγραφή, ο χρόνος της οποίας είναι μικρότερος από το χρόνο παραγραφής που ισχύει κατά το άρθρο 250 αριθ. 6 και 17 Α.Κ.
για παρόμοιες αξιώσεις των εργατών και υπαλλήλων των ιδιωτικών επιχειρήσεων, καθώς και από τον οριζόμενο στο άρθρο 937 ΑΚ χρόνο παραγραφής των αξιώσεων από αδικοπραξία, έχει θεσπισθεί για λόγους γενικότερου δημόσιου συμφέροντος, η συνδρομή των οποίων δικαιολογεί την εισαγωγή εξαιρέσεων και διακρίσεων και συγκεκριμένα από την ανάγκη ταχείας εκκαθάρισης των σχετικών αξιώσεων και των αντιστοίχων υποχρεώσεων του Δημοσίου, που είναι απαραίτητη για την προστασία της περιουσίας και της οικονομικής κατάστασης αυτού, στην οποία συμβάλλουν οι πολίτες με την καταβολή φόρων, τελών και λοιπών επιβαρύνσεων (πρβλ.
Ολ. Α.Π. 38/2005). Περαιτέρω κατά το άρθρο 93 του ίδιου νόμου (2362/1995): "Με την επιφύλαξη ειδικών διατάξεων, η παραγραφή των χρηματικών απαιτήσεων κατά του Δημοσίου διακόπτεται μόνο: α) Με την υποβολή της υποθέσεως στο δικαστήριο ή σε διαιτητές, οπότε η παραγραφή αρχίζει εκ νέου από την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων, του δικαστηρίου ή των διαιτητών, β) Με την υποβολή στην αρμόδια δημόσια αρχή αιτήσεως για την πληρωμή της απαιτήσεως, οπότε η παραγραφή αρχίζει εκ νέου από τη χρονολογία που φέρει η έγγραφη απάντηση του Διατάκτη ή της αρμόδιας για την πληρωμή της απαιτήσεως αρχής.
Αν η αρμόδια δημόσια αρχή δεν απαντήσει, η παραγραφή αρχίζει μετά πάροδο έξι μηνών από τη χρονολογία υποβολής της αιτήσεως...". Εξάλλου κατά το άρθρο 3 του ν.δ. 31/1968 "περί προστασίας της περιουσίας των οργανισμών τοπικής αυτοδιοικήσεως και ρυθμίσεως ετέρων τινών θεμάτων" οι υπό των αστικών εν γένει νόμων και των ουσιαστικών διατάξεων επί δικών του δημοσίου αναγνωριζόμενες στο Δημόσιο προνομίες ή θεσπισμένες ειδικές προστατευτικές διατάξεις εφαρμόζονται αναλόγως και επί των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης, εφόσον οι τυχόν υφιστάμενες αντίστοιχες για τους οργανισμούς αυτούς προνομίες εν γένει δεν είναι ευρύτερες ή ευνοϊκότερες από εκείνες που ισχύουν για το Δημόσιο.
Επίσης με το άρθρο 29 παρ. 5 του ν. 3202/2003 προστέθηκαν παράγραφοι στο τέλος του άρθρου 304 του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων που κυρώθηκε με το π.δ. 410/1995, με την πρώτη από τις οποίες ορίζεται ότι στην παραγραφή των αξιώσεων κατά των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης εφαρμόζονται οι διατάξεις που διέπουν την παραγραφή των αξιώσεων κατά του Δημοσίου και ότι κάθε άλλη διάταξη που ορίζει μεγαλύτερο χρόνο παραγραφής των αξιώσεων κατά των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης καταργείται.
Η διάταξη αυτή επαναλαμβάνεται με το ίδιο περιεχόμενο στο άρθρο 276 παρ. 2 του νέου Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων που κυρώθηκε με το ν. 3463/2006 και ισχύει από 1.1.2007. 7.-Στην προκείμενη περίπτωση το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφαση και κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, δέχθηκε, μεταξύ άλλων, τα εξής ουσιώδη πραγματικά περιστατικά επί του ζητήματος της παραγραφής των ενδίκων αξιώσεων: "Εξάλλου, τα εκκαλούντα ΝΠΔΔ (του αναιρεσείοντος Δήμου περιλαμβανομένου) αποδίδουν εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και συγκεκριμένα της διάταξης του άρθρου 90 παρ. 3 του ν. 2362/1995 στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, διότι τα υποχρέωσε να καταβάλουν στις εφεσίβλητες - ενάγουσες τις αξιούμενες με την αγωγή τους διαφορές μηνιαίων αποδοχών για τα έτη 2014-2017, δεχόμενο ότι δεν είχαν παραγραφεί οι αξιώσεις, διότι διεκόπη η διετής παραγραφή της ίδιας ως άνω διάταξης με τις αιτήσεις καταβολής που τους είχαν απευθύνει εντός των ετών 2015-2017, ενώ αν εφάρμοζε ορθά το νόμο θα έπρεπε να υπολογίσει την εκκίνηση του χρόνου παραγραφής των αξιώσεών τους από το χρόνο της εσφαλμένης, σύμφωνα με τις ενάγουσες, κατάταξης στο κατώτερο μισθολογικό κλιμάκιο, που τα εκκαλούντα την τοποθετούν για κάποιες στο 2006 και για άλλες στο 2007, άλλως από την 1.1.2011, όταν οι εφεσίβλητες μετατάχθηκαν αυτοδικαίως στους Δήμους και ανέλαβαν υπηρεσία και ως εκ τούτου να κρίνει ότι ήταν παραγεγραμμένες οι αξιώσεις τους όταν απεύθυναν στους Δήμους τις παραπάνω αιτήσεις τους.
Ο λόγος αυτός όμως της έφεσης είναι αβάσιμος και απορριπτέος, επειδή το πρωτοβάθμιο δικαστήριο υποχρέωσε τα εκκαλούντα να καταβάλουν στις ενάγουσες διαφορές μηνιαίων αποδοχών για εργασία που παρείχαν εντός των ετών 2014-2017, οι οποίες προέκυπταν από το ότι οι μηνιαίες αποδοχές τους υπολογιζόταν με χαμηλότερο μισθολογικό κλιμάκιο, διότι παρά το νόμο δεν ελήφθη υπόψη η προϋπηρεσία τους πριν την κατάταξή τους, αυτές δε οι διαφορές αποτελούν μισθό, ο οποίος καταβαλλόταν κατά μήνα στις ενάγουσες και ως εκ τούτου σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στο σκεπτικό, οι αξιώσεις των εναγουσών για αυτές δεν είχαν γεννηθεί πριν την προσφορά εργασίας και μάλιστα πολλά έτη πριν από αυτή κατά τα έτη 2006 ή 2007 ή 2011, αλλά γεννήθηκαν μετά την παροχή εργασίας εντός των ετών που αφορούν οι διαφορές και επομένως η γέννηση της αξίωσης που αποτελεί χρονικό σημείο ενάρξεως της παραγραφής της διάταξης του άρθρου 90 παρ. 3 του ν. 2362/1995 και ήδη 140 παρ. 3 ν. 4270/2014 δεν είναι ούτε ο χρόνος κατάταξης, ούτε ο χρόνος που μετατάχθηκαν στα εκκαλούντα".
Με την κρίση αυτή, το δικαστήριο της ουσίας με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του, εφάρμοσε ορθά τόσο τις περί παραγραφής και τις περί διακοπής της παραγραφής διατάξεις που αναφέρθηκαν, όσο και τις διατάξεις περί γεννήσεως των αξιώσεων των εναγουσών εντός των ετών που αφορούν οι διαφορές και όχι από το χρόνο κατάταξης ή μετάταξης στον αναιρεσείοντα, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο τελευταίος.
Επομένως, ο τέταρτος λόγος της αίτησης του αναιρεσείοντος Δήμου, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι εσφαλμένα το Εφετείο δεν απέρριψε, λόγω παραγραφής, τα κονδύλια της αγωγής που αφορούν τις διαφορές των μηνιαίων αποδοχών α) για το χρονικό διάστημα από 17.10.2014 έως και 30.9.2017 για την 58η και 59η των εναγουσών (ήδη 1η και 2η των αναιρεσιβλήτων) Βλαχοπούλου Ελένη και Τζουβανού Ιωάννα, β) για το χρονικό διάστημα από 17.10.2014 έως και 30.12.2016 για την 60η ενάγουσα (ήδη 3η αναιρεσίβλητη) Φάκου Μαρία και γ) για το χρονικό διάστημα από 14.10.2014 έως και 30.9.2017 για την 61η ενάγουσα (ήδη 4η αναιρεσίβλητη) Γ.
Α., είναι αβάσιμος.
8.-Κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ.2 Κ.Πολ.Δ είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται, σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Για να είναι, όμως, ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης πρέπει ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο τρόπος και ο χρόνος πρότασής του ή επαναφοράς του στο Εφετείο, ώστε να μπορεί να κριθεί από το αναιρετήριο αν αυτός ήταν νόμιμος και παραδεκτός, αφού μη νόμιμοι, αόριστοι και απαράδεκτοι ισχυρισμοί δεν είναι για τους λόγους αυτούς ουσιώδεις και δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 49/2014, ΑΠ 2004/2009, ΑΠ 1401/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον πέμπτο και έκτο λόγο της αναίρεσής του ισχυρίζεται ότι α) "Κακώς, παρανόμως και όλως αναιτιολογήτως άμα δε και κατ' εσφαλμένη του νόμου ερμηνεία και εφαρμογή, το εκδόν την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση Δευτεροβάθμιο δικαστήριο σιγή αντιπαρήλθε άλλως απέρριψε τον νομίμως και προσηκόντως προταθέντα ισχυρισμό μου περί έλλειψης ενεργητικής και παθητικής νομιμοποιήσεως που ασκεί ουσιώδη επιρροή εις την έκβαση της παρούσης δίκης και ούτω αναιρετέα και εξαφανιστέα την εαυτού απόφαση κατέστησε για παράβαση του άρθρου 559 αρ. 1, 8, 11 και 19 ΚΠολΔ" (πέμπτος λόγος έφεσης) και β) "Κακώς, παρανόμως και όλως αναιτιολογήτως άμα δε και κατ' εσφαλμένη του νόμου ερμηνεία και εφαρμογή, το εκδόν την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση Δευτεροβάθμιο δικαστήριο σιγή αντιπαρήλθε άλλως απέρριψε τον νομίμως και προσηκόντως προταθέντα ισχυρισμό μου που ασκεί ουσιώδη επιρροή εις την έκβαση της παρούσης δίκης, καθ' ον οι δια της υπό κρίσιν αγωγής διατυπούμενες αξιώσεις, πέραν του ότι είναι αναληθείς, αβάσιμοι, αόριστοι και ανυπόστατοι, παρίστανται και είναι καταχρηστικές κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ και αποτελούν δια τον …..
δυσβάστακτο βάρος, εφόσον κατά το ένδικο χρονικό διάστημα (ήτοι από 1.1.1990 έως 10.1.2007) οι αντίδικοι δεν συνδέοντο με τον …….. με οποιαδήποτε έννομη σχέση και μάλιστα εργασίας ως λεπτομερώς εκτίθεται ανωτέρω, λαμβανομένου υπόψιν ότι κατά το ένδικο χρονικό διάστημα οι αντίδικοι δεν ήσαν δημοτικοί υπάλληλοι και ούτω αναιρετέα και εξαφανιστέα την εαυτού απόφαση κατέστησε για παράβαση του άρθρου 559 αρ. 1, 8, 11 και 19 ΚΠολΔ" (έκτος λόγος αναιρέσεως).
Αμφότεροι οι ανωτέρω λόγοι αναίρεσης είναι απορριπτέοι προεχόντως ως αόριστοι και ως εκ τούτου απαράδεκτοι, κατ` άρθρο 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., καθόσον, προκειμένης διαφοράς εκδικαζόμενης κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, ο αναιρεσείων δεν επικαλείται, στους οικείους αναιρετικούς λόγους, παραδεκτή προβολή των εν λόγω ισχυρισμών του (έλλειψη ενεργητικής και παθητικής νομιμοποίησης και καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος), ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας, με καταχώρησή τους στα πρακτικά συνεδριάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και επαναφορά τους, κατά νόμιμο τρόπο ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, κατά τα προεκτεθέντα, ούτε επικαλείται το πρώτον προβολή αυτών ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, αναφέροντας τον τρόπο και χρόνο πρότασης αυτών, ούτως ώστε να μπορεί να κριθεί από το αναιρετήριο το παραδεκτό και βάσιμο των προταθέντων ισχυρισμών. 9.-Κατ` ακολουθίαν των ανωτέρω, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει η ένδικη αίτηση να απορριφθεί στο σύνολό της.
Ο αναιρεσείων πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που παρέστησαν και κατέθεσαν προτάσεις, υποβάλουν δε και σχετικό αίτημα (άρθρα 176, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένα όμως, κατά το μέτρο της παρ. 2 του άρθρου 281 του Ν. 3463/2006 "Κύρωση του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων"), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
Δικαστικά έξοδα υπέρ του Ε. Δ. δεν θα επιδικασθούν, καθότι το τελευταίο δεν υπέβαλε σχετικό αίτημα (άρθρο 106 ΚΠολΔ), εφόσον παρέστη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ, ως απαράδεκτη, την από 6 Μαΐου 2021 και με αριθμ. κατ. 2836/376/7.5.2021 αίτηση αναίρεσης της υπ' αριθμ. 6472/25.11.2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, ως προς την 5η εφεσίβλητη Β. Δ. και ως προς το 6ο εφεσίβλητο ....- ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ κατά τα λοιπά την από 6 Μαΐου 2021 και με αριθμ. κατ. 2836/376/7.5.2021 αίτηση αναίρεσης της υπ' αριθμ. 6472/25.11.2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.- ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα ……στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των πέντε πρώτων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των οκτακοσίων (800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Μαρτίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Μαΐου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ