Supreme Court dismisses appeal on traffic accident liability, upholding lower court's finding of joint negligence.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by three individuals against a final judgment of the Single Member Court of Thessaloniki regarding a traffic accident. The appellants argued that the lower court's reasoning was insufficient and contradictory, yet the court found the facts clear and the application of law correct. Consequently, the appeal was rejected as baseless, the security deposit was returned to the state, and the appellants were ordered to pay the legal costs of the respondents.
Legislator headnote
AI generatedArticles 10 of Law 711/1911, Articles 297-300, 330(b) and 914, 932 of the Civil Code; In cases of vehicle collision, liability requires unlawful and causal conduct, and negligence constitutes a form of fault where the court's clear finding of joint responsibility precludes appellate review.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 818 / 2019 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 818/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Τζανακάκη, Ελένη Φραγκάκη, Ζαμπέτα Στράτα και Κωνσταντίνο Παναρίτη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1η Μαρτίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Χ. Π. του Γ., 2) Θ. Π. του Α., 3) Α. Π. του Χ., κατοίκων ... και 4) Ε. χας Α. Π., το γένος Π. Γ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Καραγκούνη, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι: α) ανακαλεί την από 28-2-2019 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται και β) το πατρώνυμο της 2ης των αναιρεσειόντων αναγράφηκε εκ παραδρομής στο αναιρετήριο εσφαλμένα "Θ. Π. του Γ.", αντί του ορθού "Θ. Π. του Α.".
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ι. Δ. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Σωτηρία Πανουσάκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και 2) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ", που εδρεύει στη … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Τιμολέοντα Φουντεδάκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-1-2011 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων (οι 1ος και 2η ατομικά και ως ασκούντων τη γονική μέριμνα της ανήλικης τότε θυγατρός τους και ήδη 3ης αναιρεσείουσας), που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 17349/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 157/2013 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 11-7-2014 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Κωνσταντίνος Παναρίτης διάβασε την από 18-2-2019 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 11-7-2014 αιτήσεως για αναίρεση της υπ' αριθμ. 157/2013 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 11-7-2014 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 157/2013 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία των ζημιών από αυτοκίνητο και από τη σύμβαση ασφάλισής του (άρθρο 681Α ΚΠολΔ), έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής.
Από τις διατάξεις των άρθρων 10 του ν. ΓΠΝ/1911, 297 έως 300, 330 εδ. β', 914 και 932 του ΑΚ συνάγεται ότι σε περίπτωση συγκρούσεως δύο ή περισσοτέρων αυτοκινήτων η ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση ζημίας και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του οδηγού και της ζημίας.
Μορφή υπαιτιότητας είναι και η αμέλεια, η οποία υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, δηλαδή αυτή που αν είχε καταβληθεί, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς οδηγού αυτοκινήτου, θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή της συγκρούσεως. Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει, όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του οδηγού ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση.
Η παράβαση του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (ΚΟΚ) δεν θεμελιώνει αυτή καθ' εαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση του αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το Δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης παραβάσεως και του ζημιογόνου αποτελέσματος.
Εξάλλου, οι ανωτέρω έννοιες της υπαιτιότητας και του αιτιώδους συνδέσμου είναι νομικές και επομένως η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τη συνδρομή ή μη της υπαιτιότητας του εμπλακέντος σε σύγκρουση οχημάτων οδηγού και του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του και του ζημιογόνου αποτελέσματος, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 του ΚΠολΔ, για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παράβαση διδαγμάτων κοινής πείρας.
Ειδικότερα ελέγχεται αναιρετικώς η κρίση του δικαστηρίου, περί του αν τα πραγματικά περιστατικά, που το δικαστήριο δέχεται ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, καθ' εαυτά, αντικειμενικώς και βάσει των διδαγμάτων της κοινής πείρας, συγκροτούν ή όχι την έννοια της υπαιτιότητας και θεμελιώνουν την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ αυτής και του ζημιογόνου αποτελέσματος.
Έλλειψη δε νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ υπάρχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε.
Αντιθέτως δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις, οι οποίες ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του πορίσματος που εξήγαγε από αυτές το δικαστήριο, εφόσον αυτό εκτίθεται σαφώς (ΑΠ 144/2017, ΑΠ 76/2014, ΑΠ 1674/2009). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε ανέλεγκτα τα ακόλουθα: "Στις 9-8-2011 και περί ώρα 20.55 περίπου, ο Γ.
Π., υιός των δύο πρώτων εναγόντων, αδελφός της τρίτης και εγγονός της τέταρτης αυτών, οδηγούσε την υπ' αριθμ. ...74 δίκυκλη μοτοσικλέτα, επί της οδού ..., με κατεύθυνση από το κέντρο της … προς το σιδηροδρομικό σταθμό, κινούμενος με ταχύτητα 75 χιλιομέτρων/ώρα περίπου. Η οδός ... είναι μονόδρομος, με πλάτος οδοστρώματος 6,80 μέτρων και πεζοδρομίου 2,60 μέτρων με μία λωρίδα κυκλοφορίας και ευθεία.
Στο ύψος του οικοδομικού αριθμού .... συμβάλλεται, κάθετα και δεξιά με την οδό ..., η οποία είναι οδός διπλής κατευθύνσεως, με πλάτος οδοστρώματος 7,0 μέτρων και πεζοδρομίου 2,30 και 2,50 μέτρων με μια λωρίδα ανά κατεύθυνση. Το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας προσδιορίζεται στην περιοχή σε 50 χιλιόμετρα/ώρα.
Οι συνθήκες που επικρατούσαν κατά τον ανωτέρω χρόνο, σύμφωνα με τη συνταχθείσα από 9-8-2010 έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος, ήταν νύκτα με επαρκή τεχνητό φωτισμό, με ξηρά κατάσταση του οδοστρώματος, επαρκή ορατότητα και κανονική κυκλοφορία οχημάτων και πεζών. Κατά τον ίδιο χρόνο και στο μέσο της οδού, με κατεύθυνση όμοια με αυτή του θανόντος και έμπροσθεν αυτού, κινούνταν με μικρή ταχύτητα το με αριθμό κυκλοφορίας ...56 Ι.Χ.
φορτηγό αυτοκίνητο, το οποίο οδηγούσε ο πρώτος εναγόμενος, ιδιοκτησίας του, ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στη δεύτερη εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία. Έχοντας την πρόθεση να στρίψει δεξιά για να εισέλθει στην οδό ..., κατ' αρχάς ενεργοποίησε το δεξιό δείκτη αλλαγής κατεύθυνσης και μείωσε ακόμη περισσότερο την ταχύτητά του.
Όπισθεν αυτού ήδη εκινείτο η δίκυκλη μοτοσυκλέτα, όπως ήδη αναφέρθηκε, η οποία κατά το χρόνο που πλησίαζε στη συμβολή των οδών ... και ... κατέλαβε το δεξιό τμήμα της οδού ..., με σκοπό να προσπεράσει το έμπροσθεν αυτού φορτηγό αυτοκίνητο. Όταν το τελευταίο όχημα πήρε διαγώνια θέση στην οδό κινούμενο με ταχύτητα 14,6 χιλιόμετρα/ώρα, με τρόπο ώστε το εμπρόσθιο μέρος του να κλίνει ελαφρώς προς τα δεξιά, ο θανών οδηγός της μοτοσυκλέτας αντιλήφθηκε αυτήν την κίνηση του αυτοκινήτου από απόσταση 17,5 μέτρων και άρχισε την πέδηση.
Ο πρώτος εναγόμενος όμως επιχείρησε την προς τα δεξιά στροφή του αυτοκινήτου του ενώ ακόμη αυτό βρισκόταν στο κέντρο της οδού, ήτοι δεν είχε προσεγγίσει σταδιακά τη δεξιά πλευρά του οδοστρώματος και επιπλέον χωρίς να προβεί στον αναγκαίο έλεγχο των όπισθεν αυτού κινουμένων οχημάτων και ειδικότερα των όπισθεν και δεξιά αυτού.
Λόγω όμως της αυξημένης ταχύτητας, με την οποία εκινείτο ο οδηγός της μοτοσυκλέτας, μολονότι τροχοπέδησε και κινήθηκε προς τα δεξιά, δεν κατόρθωσε να ακινητοποιήσει το όχημά του, με αποτέλεσμα αυτό να συγκρουσθεί με το εμπρόσθιο αριστερό φτερό της στο εμπρός δεξιό φτερό του Ι.Χ.Φ. αυτοκινήτου, στη συνέχεια δε να ανατραπεί με την αριστερή πλευρά της και να πλαγιολισθήσει μπροστά και δεξιά, να ανέλθει στο δεξιό πεζοδρόμιο της οδού ...
και να ακινητοποιηθεί έμπροσθεν του προαύλιου χώρου παρακείμενης οικίας σε απόσταση 12,3 μέτρων από το σημείο σύγκρουσης. Όπως κατέθεσε η μάρτυρας Ε. Κ. κατά τη διενεργηθείσα προανάκριση, η οποία ήταν αυτόπτης μάρτυρας (αναφέρεται στην έκθεση αυτοψίας), ο οδηγός της δίκυκλης μοτοσυκλέτας είχε αναπτύξει μεγάλη ταχύτητα και προσπάθησε να προσπεράσει το έμπροσθεν αυτού όχημα, που οδηγούσε ο πρώτος εναγόμενος από τη δεξιά πλευρά του και ότι όταν αυτός αντιλήφθηκε την επιχειρούμενη προς τα δεξιά κίνηση του φορτηγού αυτοκινήτου, τροχοπέδησε και άρχισε να φωνάζει, συνειδητοποιώντας πρόδηλα την επερχόμενη σύγκρουση.
Επίσης η ίδια κατέθεσε ότι ο πρώτος εναγόμενος είχε ενεργοποιήσει το δεξιό δείκτη αλλαγής κατεύθυνσης και ότι εκινείτο με μικρή ταχύτητα. Περί της επιχειρούμενης από τα δεξιά προσπέρασης των προπορευομένων οχημάτων εκ μέρους του οδηγού της μοτοσυκλέτας κατέθεσε και ο έτερος, εξετασθείς κατά την προανάκριση, μάρτυρας Π.
Ι., ο οποίος μάλιστα επισήμανε την επικίνδυνη οδήγηση του τελευταίου, καθόσον αυτός πραγματοποιούσε ελιγμούς στο οδόστρωμα και στη συνέχεια άρχισε να προσπερνά από δεξιά τα οχήματα... Επίσης ο πρώτος εναγόμενος όταν άκουσε το θόρυβο τροχοπέδησε και ακινητοποίησε το όχημά του άμεσα, μόλις σε απόσταση 1,2 μέτρων (ενδεικτικό της μικρής ταχύτητας με την οποία εκινείτο)...
Συνακόλουθα, από τα παραπάνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, η ένδικη σύγκρουση και ο προκληθείς από αυτήν θάνατος του οδηγού της δίκυκλης μοτοσικλέτας οφείλεται σε συγκλίνουσα υπαιτιότητα αμφοτέρων των οδηγών, διότι αυτοί δεν κατέβαλαν κατά την οδήγηση των οχημάτων τους την προσήκουσα (απαιτούμενη) επιμέλεια και προσοχή (μη ενσυνείδητη αμέλειά τους), την οποία μπορούσαν, αναλόγως των αντικειμενικών περιστάσεων και ικανοτήτων τους και όφειλαν κατά τους νομικούς κανόνες, τις επικρατούσες οδικές και κυκλοφοριακές συνθήκες και την κοινή πείρα και λογική να καταβάλουν, ως μέσοι συνετοί και ευσυνείδητοι οδηγοί οχημάτων και η οποία θα οδηγούσε σε πρόβλεψη του ζημιογόνου αποτελέσματος.
Ειδικότερα, η αμέλεια του πρώτου εναγομένου συνίσταται στο γεγονός ότι ενώ εκινείτο στο μέσον της οδού, με πρόθεση να επιχειρήσει δεξιά στροφή και να εισέλθει σε συμβαλλόμενη δεξιά οδό, δεν άλλαξε σταδιακά θέση επί του οδοστρώματος, ώστε να καταλάβει το δεξιό τμήμα αυτού, σε τρόπο ώστε να μην υπάρχει χώρος για άλλο όχημα για να το προσπεράσει από δεξιά και επιπλέον επιχείρησε την προς τα δεξιά στροφή χωρίς προηγουμένως να έχει ελέγξει αν μπορεί να πράξει τούτο χωρίς κίνδυνο ή παρακώλυση των λοιπών οδηγών που κινούνταν στην παραπάνω οδό, με αποτέλεσμα να μην αντιληφθεί την, έστω και με υπερβολική ταχύτητα, όπισθεν και δεξιά αυτού κινούμενη δίκυκλη μοτοσικλέτα (άρθρα 12 παρ. 1, 21 παρ. 1 και 23 παρ. 1 Κ.Ο.Κ.).
Εξαιτίας της αμελούς συμπεριφοράς του παρενεβλήθη στην πορεία της μοτοσυκλέτας και προκλήθηκε η σύγκρουση των δύο οχημάτων. Περαιτέρω, η αμέλεια του οδηγού της δίκυκλης μοτοσυκλέτας συνίσταται στο γεγονός ότι η οδηγική συμπεριφορά αυτού κατά το χρόνο προ του ατυχήματος ήταν άκρως επικίνδυνη, δεδομένου ότι αυτός ενεργούσε ελιγμούς ανάμεσα από τα αυτοκίνητα, προκειμένου να τα προσπεράσει, κινούμενος με υπερβολική για τις περιστάσεις ταχύτητα, ήτοι 75 χιλιομέτρων/ώρα, ενώ το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ήταν 50 χιλιόμετρα/ώρα και χωρίς να καταβάλει την απαιτούμενη επιμέλεια και προσοχή, καθόσον επιχείρησε να προσπεράσει το προπορευόμενο όχημα του πρώτου εναγομένου από δεξιά και επιπλέον, ενώ αντιλήφθηκε την πρόθεση του τελευταίου να στρίψει προς τα δεξιά, αφού αυτός είχε ενεργοποιήσει το δεξιό δείκτη αλλαγής κατεύθυνσης, από απόσταση τουλάχιστον 17,5 μέτρων, δεν κατόρθωσε να ελέγξει το όχημά του, λόγω της υπερβολικής ταχύτητάς του, μολονότι τροχοπέδησε από την προαναφερόμενη απόσταση, με αποτέλεσμα να επιπέσει επί του προπορευομένου φορτηγού αυτοκινήτου.
Εξαιτίας της σύγκρουσης ο οδηγός της δίκυκλης μοτοσυκλέτας υπέστη βαρειά κρανιοεγκεφαλική κάκωση (κατάγματα θόλου, βάσης κρανίου, υπαραχνοειδής αιμορραγία, αιμορραγία πλαγίων κοιλιών), κλειστή θωρακική κάκωση (κάταγμα οστών του αριστερού ημιθωρακίου, θλάσεις αριστερού πνεύμονα), βαρειά κοιλιακή-πυελική κάκωση (αιμορργικές διηθήσεις μεσεντερίου, παγκρέατος, ρήξεις οπισθοπεριτοναϊκών σπλάχνων), συνεπεία των οποίων επήλθε ο θάνατός του...
Με βάση όσα εκτέθηκαν πιο πάνω στην πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος η μεν συνυπαιτιότητα του θανόντος οδηγού της δίκυκλης μοτοσικλέτας Γ. Π., πρέπει να καθοριστεί σε ποσοστό 60%, ενώ του πρώτου εναγομένου σε ποσοστό 40%...". Κρίνοντας έτσι το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων που εφαρμόσθηκαν, περιέχει δε την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών και του επελθόντος αποτελέσματος.
Ειδικότερα αναπτύσσονται με πληρότητα οι συνθήκες κάτω από τις οποίες έλαβε χώρα το ατύχημα, η πορεία και η θέση των δύο οχημάτων πριν και μετά το ατύχημα, η οδηγική συμπεριφορά των δύο οδηγών κατά τον πριν τη σύγκρουση χρόνο, η ταχύτητα με την οποία εκινούντο τα δύο οχήματα, από ποιά απόσταση τροχοπέδησε ο θανατωθείς οδηγός της δίκυκλης μοτοσυκλέτας στην προσπάθειά του να αποφύγει τη σύγκρουση, καθώς και τα στοιχεία από τα οποία το Δικαστήριο οδηγήθηκε στο συμπέρασμα της συντρέχουσας συνυπαιτιότητας του θανατωθέντος οδηγού.
Σωστά εξήγαγε από την ως άνω οδηγική συμπεριφορά του εν λόγω οδηγού το συμπέρασμα ότι αυτός ήταν συνυπαίτιος του ατυχήματος, διότι κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές του δεν οδηγούσε με την απαιτούμενη επιμέλεια και προσοχή, καθόσον ενεργούσε επικίνδυνους ελιγμούς στο οδόστρωμα και στη συνέχεια άρχισε να προσπερνά από δεξιά τα προπορευόμενα οχήματα, έχοντας αναπτύξει ταχύτητα 75 περίπου χιλιομέτρων την ώρα, η οποία ήταν πολύ μεγαλύτερη από το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας των 50 χιλιομέτρων την ώρα και υπερβολική για τις συνθήκες που επικρατούσαν στο δρόμο και περιγράφονται στην απόφαση (κατοικημένη περιοχή, προσέγγιση σε διασταύρωση, νύκτα με επαρκή τεχνητό φωτισμό, κίνηση και άλλων οχημάτων στο δρόμο).
Η οδηγική του αυτή συμπεριφορά, δέχθηκε το Εφετείο, συντέλεσε κατά ποσοστό 60%, ώστε να προκληθεί η σύγκρουση των οχημάτων και να επέλθει ο θανάσιμος τραυματισμός του οδηγού της μοτοσυκλέτας. Δεν ήταν ανάγκη να αναφερθεί στην προσβαλλόμενη απόφαση σε ποιο ακριβώς σημείο του δεξιού τμήματος της οδού εκινείτο η μοτοσυκλέτα και σε ποιο ακριβώς σημείο του δεξιού τμήματος έγινε η σύγκρουση των δύο οχημάτων, αφού την κατά τα ανωτέρω συνυπαιτιότητα του οδηγού της μοτοσικλέτας αποδίδει στην χωρίς επιμέλεια και προσοχή οδήγηση και στην υπερβολική ταχύτητα που είχε αναπτύξει, και η οποία δεν του επέτρεψε, παρά την τροχοπέδηση που πραγματοποίησε από απόσταση 17,5 μέτρων, να αποφύγει τη σύγκρουση, ενώ αν είχε μειώσει την ταχύτητα στο επιτρεπόμενο όριο και την είχε ρυθμίσει ανάλογα με τις συνθήκες που επικρατούσαν θα μπορούσε να ακινητοποιήσει έγκαιρα τη μοτοσυκλέτα και να αποφύγει τη σύγκρουση.
Επίσης με την παραδοχή ότι "έχοντας την πρόθεση να στρίψει δεξιά για να εισέλθει στην οδό ..., κατ' αρχάς ενεργοποίησε τον δεξιό δείκτη αλλαγής κατεύθυνσης και μείωσε ακόμη περισσότερο την ταχύτητά του" προσδιορίζεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ο χρόνος που ο οδηγός του φορτηγού αυτοκινήτου έκανε χρήση των δεικτών αλλαγής κατεύθυνσης.
Επομένως ουδεμία ασάφεια υπάρχει ως προς το παραπάνω θέμα. Οι επικαλούμενες με τον ίδιο λόγο αναίρεσης ελλείψεις, όπως ότι δεν αναφέρονται: α) αν ο οδηγός του φορτηγού αυτοκινήτου με το δεξιό ελιγμό του είχε καταλάβει όλο το οδόστρωμα της οδού και αν υπήρχε δυνατότητα αποφευκτικού ελιγμού για τον θανόντα και β) αν υπήρχε άλλος ελιγμός ή αποφευκτική ενέργεια που μπορούσε να εκτελέσει ο οδηγός του φορτηγού ώστε να αποφευχθεί το ατύχημα, δεν εμποδίζουν τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής εφαρμογής των ως άνω κανόνων δικαίου που εφαρμόσθηκαν, ενώ στην προσβαλλόμενη απόφαση, σύμφωνα με τις κατά τα ανωτέρω ανέλεγκτες παραδοχές της, προσδιορίζονται με σαφήνεια και πληρότητα τα στοιχεία με βάση τα οποία το Δικαστήριο οδηγήθηκε στην κρίση ότι οι δύο οδηγοί των συγκρουσθέντων οχημάτων είναι συνυπαίτιοι του ενδίκου ατυχήματος κατά ποσοστό 40% ο οδηγός του φορτηγού αυτοκινήτου και κατά ποσοστό 60% ο οδηγός της δίκυκλης μοτοσικλέτας.
Ακόμη αναφέρεται στην απόφαση και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της υπαίτιας και παράνομης συμπεριφοράς των δύο οδηγών και της επέλευσης του ενδίκου ατυχήματος.
Συνεπώς όλοι οι ισχυρισμοί των αναιρεσειόντων περί ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών, που περιλαμβάνονται στο μοναδικό λόγο αναιρέσεως, είναι αβάσιμοι και συνακόλουθα ο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ μοναδικός λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να διαταχθεί, κατ' άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ, η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου που κατατέθηκε για την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως. Τέλος, πρέπει να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), που παραστάθηκαν και κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο αίτημα αυτών.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 11-7-2014 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 129/22-6-2015 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 157/2013 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου, που έχει κατατεθεί για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, στο Δημόσιο Ταμείο. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, που ορίζει στο ποσό των δύο χιλάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ, για καθένα απ' αυτούς.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Ιουνίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Ιουλίου 2019.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ