Legislator Case Law & Legislation
818/2014 AI generated

Supreme Court refers adoption appeal to plenary due to general interest in conflict of laws and human rights.

Case Number 818/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece referred the appeal to its plenary session rather than dismissing it immediately. The appellant challenged a lower court's refusal to recognize an Italian adoption judgment, arguing it violated the European Convention on Human Rights. The court identified a significant legal conflict between Greek and Italian laws regarding adult adoption and the potential violation of private life rights, necessitating a broader judicial review.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1) and 563(2) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court must refer an appeal to its plenary session when the case raises a question of general interest concerning the application of foreign law and the protection of human rights under the ECHR.

Keywords

AI generated
adoption of adults conflict of laws European Convention on Human Rights recognition of foreign judgments general interest of law private life rights Greek Civil Code

Cited Legislation

AI generated
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 780 of the Code of Civil Procedure
Article 563(2) of the Code of Civil Procedure
Articles 8 and 14 of the European Convention on Human Rights
Article 1 of the First Protocol to the ECHR
Article 1579 of the Greek Civil Code
Articles 291 et seq. of the Italian Civil Code

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 818 / 2014 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 818/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ρ. Λ. (R. L.) του Φ. (F.), κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Φραγκάκη.

Της αναιρεσίβλητης: Ε. συζ. Ν. Κ., το γένος Σ. Τ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρία Στρατάκου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-12-2009 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5904/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1511/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 21-11-2012 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Διονυσοπούλου ανέγνωσε την από 25-10-2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή κατά το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ. επιτρέπεται αναίρεση, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Με τη διάταξη του άρθρου 780 Κ.Πολ.Δ.

ορίζονται τα ακόλουθα: "Με την επιφύλαξη αυτών που ορίζουν διεθνείς συμβάσεις, απόφαση αλλοδαπού δικαστηρίου έχει στην Ελλάδα, χωρίς άλλη διαδικασία, την ισχύ που της αναγνωρίζει το δίκαιο του κράτους του δικαστηρίου που την εξέδωσε, εφ' όσον συντρέχουν οι εξής προϋποθέσεις: 1) αν η απόφαση εφάρμοσε τον ουσιαστικό νόμο που έπρεπε να εφαρμοστεί κατά το ελληνικό δίκαιο και εκδόθηκε από δικαστήριο που έχει δικαιοδοσία κατά το δίκαιο της πολιτείας της οποίας τον ουσιαστικό νόμο εφάρμοσε και 2) αν δεν είναι αντίθετη προς τα χρηστά ήθη ή προς τη δημοσία τάξη".Η ρηθείσα διάταξη του άρθρου 780 του Κ.Πολ.Δ., εφαρμόζεται σε υποθέσεις της εκουσίας δικαιοδοσίας και έχει προδήλως το χαρακτήρα ειδικού κανόνα έναντι εκείνης του άρθρου 905 παρ. 4 του ίδιου Κώδικα με την οποία ορίζονται οι προϋποθέσεις αναγνωρίσεως δεδικασμένου από απόφαση αλλοδαπού δικαστηρίου που αφορά στην προσωπική κατάσταση, καθ' όσον η τελευταία αυτή διάταξη αναφέρεται στις υποθέσεις της αμφισβητούμενης δικαιοδοσίας, Από την ίδια διάταξη του άρθρου 780 Κ.Πολ.Δ.

συνάγεται περαιτέρω ότι δεν απαιτείται οποιαδήποτε διαδικασία για την αναγνώριση στην Ελλάδα των αλλοδαπών αποφάσεων επί υποθέσεων της εκούσιας δικαιοδοσίας, άρα και εκείνων για την τέλεση υιοθεσίας (άρθρο 800 Κ.Πολ.Δ.). Οι αποφάσεις αυτές ισχύουν στην ημεδαπή αυτοδικαίως, έτσι ώστε, οποιοδήποτε δικαστήριο ή άλλη αρχή, ενώπιον των οποίων ανακύπτει ως κύριο ή προδικαστικό το ζήτημα της ισχύος μιας τέτοιας αποφάσεως δικαιούται και οφείλει να ελέγχει αυτεπαγγέλτως τη συνδρομή των προϋποθέσεων που αξιώνει για την ισχύ της το άρθρο 780 Κ.Πολ.Δ.

Εξάλλου κατά τη διάταξη των άρθρων 23 παρ. 1, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του από το άρθρο 2 του ν. 2447/1996 οι ουσιαστικές προϋποθέσεις για τη σύσταση και τη λύση της υιοθεσίας ρυθμίζονται από το δίκαιο της ιθαγένειας του κάθε μέρους, κατά δε τη διάταξη του πρώτου εδαφίου του άρθρου 33 ΑΚ αν το πρόσωπο έχει ελληνική και ξένη ιθαγένεια εφαρμόζεται, ως δίκαιο της ιθαγένειας το ελληνικό δίκαιο.

Έτσι αν ο υιοθετών ή υιοθετούμενος ή και οι δύο έχουν την ελληνική και ξένη ιθαγένεια σύμφωνα με το ελληνικό ιδιωτικό διεθνές δίκαιο, οι ουσιαστικές προϋποθέσεις για τη σύσταση της υιοθεσίας ρυθμίζονται από το ελληνικό δίκαιο. Περαιτέρω σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1568 επ. του Α.Κ., όπως ίσχυαν πριν από τις τροποποιήσεις που επέφερε στο δίκαιο της υιοθεσίας ο Ν. 2247/1996, επιτρεπόταν, υπό τις προϋποθέσεις που έθεταν οι διατάξεις αυτές του Α.Κ., η υιοθεσία ενηλίκων.

Μετά την ισχύ του ανωτέρω νόμου, επιτρεπόταν μόνον όταν ο υιοθετούμενος ήταν τέκνο του συζύγου του υιοθετούντος (άρθρο 1579 Α.Κ.), ενώ, τέλος, μετά τη νέα αντικατάσταση του άρθρου 1579 του Α.Κ. με το άρθρο 25 παρ. 5 του Ν. 2915/2001, η υιοθεσία ενηλίκων επιτρέπεται μόνον όταν ο υιοθετούμενος είναι συγγενής ως και τον τέταρτο βαθμό εξ αίματος ή εξ αγχιστείας αυτού που υιοθετεί.

Επειδή στο άρθρο 8 της ΕΣΔΑ ορίζεται ότι κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα σεβασμού της ιδιωτικής και οικογενειακής του ζωής, της κατοικίας του και της αλληλογραφίας του. Κατά την ενάσκηση αυτού του δικαιώματος δεν επιτρέπεται παρέμβαση δημόσιας αρχής, παρά μόνον εφόσον είναι σύμφωνη με το νόμο και είναι αναγκαία σε μια δημοκρατική κοινωνία για λόγους εθνικής ασφάλειας, δημόσιας ασφάλειας ή οικονομικής ευημερίας της χώρας, για την αποτροπή των εκτροπών ή του εγκλήματος, για την προστασία της υγείας ή των ηθών, ή για την προστασία των δικαιωμάτων και ελευθεριών των άλλων, στο δε άρθρο 14 ΕΣΔΑ ορίζεται:

ότι η χρήσις των αναγνωριζομένων εν τη παρούση Συμβάσει δικαιωμάτων και ελευθεριών δέον να εξασφαλισθεί ασχέτως διακρίσεως φύλου, φυλής, χρώματος, γλώσσης, θρησκείας, πολιτικών ή άλλων πεποιθήσεων, εθνικής ή κοινωνικής προελεύσεως, συμμετοχής εις εθνικήν μειονότητα, περιουσίας, γεννήσεως ή άλλης καταστάσεως και τέλος στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου αυτής ορίζεται ότι παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του.

Ουδείς δύναται να στερηθή της ιδιοκτησίας αυτού ειμή δια λόγους δημοσίας ωφελείας και υπό τους προβλεπόμενους, υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου, όρους. Αι προαναφερόμενοι διατάξεις δεν θίγουν το δικαίωμα παντός Κράτους όπως θέσει σε ισχύι Νόμους, τους οποίους ήθελε κρίνει αναγκαίον, προς ρύθμισιν της χρήσεως αγαθών συμφώνως προς το δημόσιον συμφέρον ή προς εξασφάλισιν της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων".

Με τη διάταξη αυτή κατοχυρώνεται ο σεβασμός της περιουσίας του προσώπου, το οποίο μπορεί να τη στερηθεί μόνο για λόγους δημόσιας ωφέλειας. Στην έννοια της περιουσίας περιλαμβάνονται όχι μόνον τα εμπράγματα δικαιώματα, αλλά και όλα τα δικαιώματα περιουσιακής φύσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την ένδικη αγωγή του αναιρεσείοντος, το περιεχόμενο της οποίας κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

εκτιμά ο Άρειος Πάγος, με αυτήν ο τελευταίος, Αλβανικής ιθαγένειας, ισχυρίσθηκε ότι την 22-3-2008 απεβίωσε στη Ρώμη χωρίς να αφήσει διαθήκη ο Ε. Λ., ο οποίος τον είχε υιοθετήσει με αμετάκλητη απόφαση του Πολιτικού Δικαστηρίου της Ρώμης και ο οποίος κατά το χρόνο του θανάτου του είχε στην κυριότητά του ακίνητα στην Ελλάδα και στην Ιταλία, ήταν δε και μοναδικός δικαιούχος τραπεζικού λογαριασμού σε ελληνική τράπεζα που εμφάνιζε κατάθεση κατά το θάνατό του ποσού 99.806 ευρώ.

Ότι η εναγομένη, η οποία δε συνδέεται με συγγενική σχέση με το θανόντα θετό του πατέρα, κατακρατεί ως κληρονόμος τα παραπάνω κληρονομιαία περιουσιακά στοιχεία, που βρίσκονται στην Ελλάδα, επικαλούμενη κληρονομικό δικαίωμα με βάση, φερόμενη ως ιδιόγραφη διαθήκη του τελευταίου, σύμφωνα με την οποία εγκαταστάθηκε σ' αυτήν ως μοναδική κληρονόμος του, την κληρονομία του οποίου αποδέχθηκε και μετέγραψε τη σχετική δήλωση αποδοχής.

Ότι είναι άκυρη η ιδιόγραφη αυτή διαθήκη επειδή δεν έχει γραφεί από το χέρι του διαθέτη ούτε έχει υπογραφεί από αυτόν, Ζήτησε δε να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της διαθήκης, να αναγνωρισθεί μοναδικός εξ αδιαθέτου κληρονόμος του πατέρα του και να υποχρεωθεί η εναγομένη να του αποδώσει τα κληρονομιαία και επικουρικά στην περίπτωση που κριθεί έγκυρη η διαθήκη, να αναγνωρισθεί ότι είναι νόμιμος μεριδούχος στην κληρονομιαία περιουσία, που βρίσκεται στην Ελλάδα, και να υποχρεωθεί η εναγομένη να του αποδώσει το ποσοστό αυτής, που αντιστοιχεί στη νόμιμη μοίρα του.

Η εναγομένη, αμυνόμενη κατά της αγωγής, πρόβαλε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρωτοδίκων προτάσεων αυτής, τον ισχυρισμό περί ελλείψεως ενεργητικής νομιμοποίησης του ενάγοντος προς άσκηση της ένδικης αγωγής, επειδή δεν είχε αναγνωρισθεί στην Ελλάδα με δικαστική απόφαση η ισχύς της αλλοδαπής αυτής αποφάσεως περί υιοθεσίας του τελευταίου, διαφορετικά επειδή δε συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για την αναγνώριση αυτής αφού, σύμφωνα με το Ελληνικό δίκαιο, το οποίο ήταν εφαρμοστέο ως προς τις προϋποθέσεις για τη σύσταση της υιοθεσίας, κατά το ελληνικό ιδιωτικό διεθνές δίκαιο, ως προς τον κληρονομούμενο-υιοθετήσαντα, απαγορευόταν η υιοθεσία του ενάγοντος, που ήταν ενήλικας κατά το χρόνο σύστασης αυτής και δεν είχε οποιαδήποτε συγγενική σχέση με τον τελευταίο και συνεπώς δεν κατέστη κληρονόμος του παραπάνω θανόντος.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε κατ' ουσίαν το σχετικό ισχυρισμό και απέρριψε την αγωγή. Την απόφαση αυτή επικύρωσε το Εφετείο με τη προσβαλλομένη απόφαση, απορρίπτοντας κατ' ουσίαν την έφεση του ενάγοντος-αναιρεσείοντος. Ειδικότερα το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφαση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του προσκομιζομένου αντιγράφου της, ερευνώντας την ισχύ της αλλοδαπής απόφασης στη χώρα μας, ως προς τη συνδρομή των προϋποθέσεων του άρθρου 780 Κ.Πολ.Δ., που ανέκυψε ως προδικαστικό ζήτημα στην ένδικη διαφορά των διαδίκων δέχθηκε ότι "Στις 22.3.2008, απεβίωσε στη Ρώμη της Ιταλίας, ο Ε.

Λ. του Π., κάτοικος, εν ζωή, ..., ο οποίος είχε γεννηθεί στην ..., στις 2.3.1938, και είχε την Ελληνική ιθαγένεια, ενώ παράλληλα είχε αποκτήσει και την Ιταλική. Ο ενάγων είχε γεννηθεί στις 25.11.1980 στην Αλβανία και έχει την Αλβανική ιθαγένεια. Κατά το έτος 1994, ο ενάγων είχε μεταβεί στην Ιταλία, όπου φιλοξενήθηκε από το ίδρυμα "Citta dei ragazzi di Roma", το οποίο φιλοξενεί άπορα παιδιά και στο οποίο ο αποβιώσας διετέλεσε, εν ζωή, διευθυντής μέχρι το έτος 2001, οπότε και συνταξιοδοτήθηκε.

Δυνάμει της 172/2002 τελεσίδικης απόφασης του Πολιτικού Δικαστηρίου της Ρώμης, ο αποβιώσας είχε υιοθετήσει τον ενάγοντα, με τον οποίο δεν είχε καμία συγγένεια εξ αίματος ή εξ αγχιστείας. Η απόφαση αυτή του Ιταλικού δικαστηρίου, που αφορά σε υπόθεση της εκούσιας δικαιοδοσίας, σύμφωνα με το ημεδαπό δικονομικό δίκαιο, κατά το οποίο γίνεται ο νομικός χαρακτηρισμός αυτής, δεν αναγνωρίστηκε στην Ελλάδα, καθότι δεν κινήθηκε η σχετική διαδικασία από τον ενάγοντα ή τον αποβιώσαντα όσο ζούσε.

Μετά την αμφισβήτηση της ισχύος αυτής εκ μέρους της εναγομένης και την προβολή του ισχυρισμού περί ελλείψεως ενεργητικής νομιμοποίησης του ενάγοντος, πρέπει να ελεγχθεί, παρεμπιπτόντως, η ισχύς της αλλοδαπής απόφασης στην ημεδαπή, που ανακύπτει ως προδικαστικό ζήτημα. Μετά ταύτα, το παρόν δικαστήριο οφείλει να ελέγξει, αυτεπάγγελτα, τη συνδρομή των προϋποθέσεων για την αναγνώριση της.

Η αναγνώριση, όμως, της ισχύος της ως άνω απόφασης του αλλοδαπού, Δικαστηρίου είναι δυνατό να γίνει μόνο εάν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 780 Κ.Πολ.Δικ, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα πρόταση αυτού του συλλογισμού. Το Πολιτικό Δικαστήριο της Ρώμης, που εξέδωσε την παραπάνω απόφαση εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 291 και 297 του ιταλικού ΑΚ (Κεφάλαιο Ι, Τίτλος III), που ρυθμίζουν την υιοθεσία των ενηλίκων Όπως προαναφέρθηκε, ο υιοθετών είχε την Ελληνική και την Ιταλική Ιθαγένεια και ο υιοθετούμενος - ενάγων την Αλβανική Ιθαγένεια.

Με τα δεδομένα αυτά, οι ουσιαστικές προϋποθέσεις για την τέλεση της υιοθεσίας θα κριθούν για τον αποβιώσαντα υιοθετούντα με βάση το ελληνικό δίκαιο και για τον ενάγοντα κατά το Αλβανικό, το εφαρμοστέο δε δίκαιο λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο αυτεπαγγέλτως, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 337 και 741 Κ.Πολ.Δικ.

Παρά ταύτα, το Ιταλικό Δικαστήριο εφήρμοσε το ιταλικό οικογενειακό δίκαιο. Η εφαρμογή του ιταλικού δικαίου αντί του ελληνικού, το οποίο είναι εφαρμοστέο, κατά το ελληνικό Ιδιωτικό διεθνές δίκαιο, ως προς τις προϋποθέσεις τέλεσης της υιοθεσίας εκ μέρους του αποβιώσαντος, αποκλείει την αναγνώριση της ισχύος της ως άνω απόφασης στην Ελλάδα, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα πρόταση αυτού του συλλογισμού, καθότι οι ρυθμίσεις του ελληνικού Ιδιωτικού διεθνούς δικαίου εκφράζουν θεμελιώδεις αντιλήψεις της ελληνικής έννομης τάξης.

Αλλά και με την αποδοχή της διατυπωθείσα στην θεωρία άποψης, η οποία αρκείται στη εφαρμογή, από το αλλοδαπό δικαστήριο, δικαίου που οδηγεί, κατ' αποτέλεσμα, στις ίδιες λύσεις με την προβλεπόμενη από τους ημεδαπούς κανόνες προσέγγιση, εναρμονιζόμενη προς την αρχή της ελαστικότητας της δημόσιας τάξης, που επιτάσσει η αρνητική λειτουργία της να κρίνεται ενόψει του αντίκτυπου τον οποίο προκαλεί, στη συγκεκριμένη περίπτωση, σχέση ρυθμιζόμενη από το αλλοδαπό δίκαιο το ιταλικό δικαστήριο κατέληξε σε συμπέρασμα διαφορετικό από αυτό, στο οποίο θα κατέληγε το δικαστήριο με βάση το ελληνικό νομοθετικό καθεστώς, που ισχύει για τις υιοθεσίες ενηλίκων.

Πιο συγκεκριμένα, στην προκειμένη περίπτωση, ενόψει του ότι, κατά τον χρόνο τέλεσης της υιοθεσίας, ο υιοθετών διήγε το 64ο έτος της ηλικίας του και ο υιοθετούμενος ήταν 21 ετών περίπου, εφαρμόστηκαν τα άρθρα 291 επ. του Ιταλικού ΑΚ, που ρυθμίζουν την υιοθεσία ενηλίκων, δεδομένου ότι, σύμφωνα με το ιταλικό νομοθετικό καθεστώς, επιτρέπεται η υιοθεσία ενηλίκου.

Αντίθετα, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα πρόταση αυτού του συλλογισμού, κατά το ελληνικό νομοθετικό καθεστώς και συγκεκριμένα κατά τη διάταξη του άρθρου 1542 του Ελληνικού ΑΚ, η υιοθεσία επιτρέπεται μόνο όταν αυτός που υιοθετείται είναι ανήλικος, με την εξαίρεση της περίπτωσης του άρθρου 1579, που προβλέπει ότι η υιοθεσία ενηλίκου επιτρέπεται μόνο όταν ο υιοθετούμενος είναι συγγενής ως και τον τέταρτο βαθμό εξ αίματος ή εξ αγχιστείας αυτού που υιοθετεί.

Περαιτέρω, το άρθρο 1543 του ΑΚ ορίζει ότι αυτός που υιοθετεί ανήλικο πρέπει να είναι ικανός για δικαιοπραξία, να έχει συμπληρώσει τα τριάντα χρόνια του και να μην έχει υπερβεί τα εξήντα. Είναι πρόδηλο ότι το ελληνικό δίκαιο δεν επιτρέπει την υιοθεσία ενηλίκου, εκτός από την ως άνω περίπτωση του άρθρου 1579 ΑΚ, οι προϋποθέσεις εφαρμογής του οποίου δεν συντρέχουν εν προκειμένω, καθόσον δεν υπήρχε συγγένεια έως και τον τέταρτο βαθμό εξ αίματος ή εξ αγχιστείας μεταξύ υιοθετήσαντος και υιοθετηθέντος.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η ισχύς της επίμαχης αλλοδαπής απόφασης δεν αναγνωρίζεται στην Ελλάδα και ο ενάγων δεν είναι φορέας της επίδικης έννομης σχέσης και, συνακόλουθα, στερείται ενεργητικής νομιμοποίησης". Με τον μοναδικό λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., της ευθείας παραβίασης με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 8 και 14 της ΕΣΔΑ και του άρθρου 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου αυτής, στην οποία υπέπεσε το Εφετείο κατά την ερμηνεία και εφαρμογή των άρθρων 1579, 23, 31 παρ. 1 ΑΚ και 780 Κ.Πολ.Δ.

Το ζήτημα που τίθεται με το λόγο αυτό της αίτησης αναίρεσης είναι γενικότερου ενδιαφέροντος, σχετιζόμενο με το αν η απαγόρευση της υιοθεσίας ενηλίκου, με στοιχεία αλλοδαπότητας, η οποία απαγορεύεται με βάση το εφαρμοστέο, κατά το ιδιωτικό διεθνές δίκαιο, λόγω της ελληνικής ιθαγένειας του υιοθετούντος, ελληνικό δίκαιο, εφόσον ο ενήλικος υιοθετούμενος δεν είναι συγγενής ως τον τέταρτο βαθμό εξ αίματος ή εξ αγχιστείας του τελευταίου, ενώ η υιοθεσία του ενηλίκου επιτρέπεται σύμφωνα με το δίκαιο, της ιθαγένειας του υιοθετούμενου, παραβιάζει το δικαίωμα για την προστασία της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής, στην έννοια της οποίας εμπίπτουν οι οικογενειακοί δεσμοί γονέων και τέκνων και στην περίπτωση που έχουν υιοθετηθεί, καθώς και της απαγόρευσης των διακρίσεων και της προστασίας της περιουσίας κατά τους ορισμούς των διατάξεων των άρθρων 8, 14 της ΕΣΔΑ και του άρθρου 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου αυτής.

Συνεπώς πρέπει λόγω του τιθέμενου με το λόγο αυτό γενικότερου ενδιαφέροντος θέματος, σύμφωνα με το άρθρο 563 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., να παραπεμφθεί η αίτηση αναίρεσης στην τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Παραπέμπει στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου την από 21-11-2012 αίτηση του Ρ. Λ. περί αναιρέσεως της 1511/2012 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Μαρτίου 2014.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 10 Απριλίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ