Supreme Court remands appeal for abuse of right due to insufficient reasoning on good faith and changed circumstances.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece remanded the appeal against a labor dispute judgment for further examination by a different panel. The appellant argued that the lower court failed to substantiate its finding of abusive exercise of rights under Article 281 of the Civil Code. The court found the lower court's reasoning insufficient regarding the appellant's conduct and the specific circumstances justifying the dismissal of the claim. Consequently, the decision was overturned and the case sent back to the Court of First Instance for retrial.
Legislator headnote
AI generatedArt. 281 of the Civil Code; Art. 559(1) and 19 of the Code of Civil Procedure: The exercise of a right is abusive if it exceeds limits of good faith or social purpose, requiring the court to explicitly demonstrate the claimant's conduct created a belief of non-exercise and caused unacceptable consequences to the obligor.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 818 / 2012 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 818/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 27 Μαρτίου 2012, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Π. Μ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Λάμπρο Μακρυγιάννη και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." και το διακριτικό τίτλο "ATE-BANK", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Γεωργία Ζυγογιάννη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3/1/2006 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2251/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5223/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 7/3/2011 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασία Καρέλλου ανέγνωσε την από 15/3/2012 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της από 7/3/2011 αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικώς, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρόνο που μεσολάβησε, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν την γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκηση του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο.
Απαιτείται δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμα του. Απαιτείται ακόμη, οι πράξεις του υπόχρεου και η υπ' αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, επαγόμενη ιδιαίτερα επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο με την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου.
Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση στον υπόχρεο ότι δεν υπάρχει δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται αυτό να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλά απαιτείται να συντρέχουν προσθέτως ειδικές συνθήκες και περιστάσεις προερχόμενες κυρίως από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υπόχρεου, ενόψει των οποίων, και της αδράνειας του δικαιούχου η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, τείνουσα στην ανατροπή της διαμορφωθείσας καταστάσεως υπό τις ανωτέρω ειδικές συνθήκες και διατηρηθείσας για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, να εξέρχεται των υπό της ανωτέρω διατάξεως διαγραφομένων ορίων.
Εξάλλου, κατά τις διατάξεις των άρθρων 101, 102, 104 παρ. 1 και 2, 106 παρ. 2, 107 του από 137-9/1968 Οργανισμού της αναιρεσίβλητης Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος που εγκρίθηκε με την υπ' αριθμ. 226698/1980/6/3/1973 απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας, δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 389/2/4/1973, Β' Τεύχος, κυρώθηκε με το ν.δ. 213/1973 και επέχει ισχύ νόμου, όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει, η προαγωγή στο βαθμό του Υποδιευθυντή ενεργείται κατ' απόλυτη εκλογή από το Διοικητικό Συμβούλιο της Τράπεζας, ύστερα από πρόταση του Διοικητής της, εφόσον έχει συμπληρώσει υπηρεσία δύο ετών στο βαθμό του Τμηματάρχη Α'.
Το Συμβούλιο αποφαίνεται με ελεύθερη κρίση, αφού λάβει υπόψη τα στοιχεία που ειδικότερα αναφέρονται στα άρθρα 101-104 του ως άνω Οργανισμού και είναι τα στοιχεία του ατομικού φακέλου των κρινόμενων, τα οποία αφορούν το ήθος, τα τυπικά, επιστημονικά και επαγγελματικά προσόντα τους, τις ηθικές αμοιβές, τις εκθέσεις των προϊσταμένων τους στα σχετικά φύλλα ποιότητας, την άσκηση υπεύθυνων καθηκόντων, την αρχαιότητα, τα στοιχεία του πειθαρχικού ελέγχου, την προσωπική γνώση ή ασφαλείς πληροφορίες των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου, ρητώς διατυπούμενες στο σχετικό πρακτικό και κάθε, κατά την κρίση του Συμβουλίου, χρήσιμο στοιχείο για την αξιολόγηση των κρινόμενων, από τον πίνακα προακτέων που καταρτίζει το Υπηρεσιακό Συμβούλιο.
Περαιτέρω δικαίωμα προς άσκηση αξιώσεων από τη μη προαγωγή έχουν όχι μόνο οι εν ενεργεία αλλά και οι συνταξιούχοι τραπεζοϋπάλληλοι, χρόνος δε μέσα στον οποίο πρέπει να ασκηθούν οι αξιώσεις του μη προαχθέντος υπαλλήλου ή συνταξιούχου είναι ο από το άρθρο 250 αρ. 17 ΑΚ οριζόμενος των πέντε (5) ετών .Ο χρόνος ασκήσεως των ως άνω αξιώσεων, " ...
των υπαλλήλων της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος και των συνταξιούχων αυτής ..." είχε περιορισθεί σε ένα (1) έτος, με την προσθήκη της παραγράφου 3 στο άρθρο 108 του Οργανισμού της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος, με το άρθρο 28 της υπ' αριθμ. 7905/202/1987 αποφάσεως των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Εργασίας, που κυρώθηκε με το άρθρο 20 παρ. 2 του ν. 1750/1988, στη συνέχεια με το άρθρο 28 παρ. 3 του ν. 2085/1982 ορίσθηκε αποσβεστική προθεσμία έξι μηνών από την έκδοση της αποφάσεως του αρμοδίου προς προαγωγή οργάνου για την άσκηση αξιώσεων υπαλλήλων ή συνταξιούχων των τραπεζών, οι οποίοι παραλείφθηκαν κατά τις προαγωγές αυτές και με το άρθρο 10 παρ. 1 του ν. 2224/1994 καταργήθηκε η διάταξη του άρθρου 28 παρ. 3 (και 4) του ν. 2085/1992, ενώ με την παρ. 2 του ίδιου άρθρου (10 του ν. 2224/1994) ορίσθηκε ότι " Οι δίκες που αφορούν αιτήματα αναγνώρισης δικαιώματος προαγωγής ή αξιώσεις από την παράλειψη προαγωγής, που άρχισαν κατά την περίοδο ισχύος της παρ. 3 του άρθρου 28 του ν.2085/-1992 συνεχίζονται στρεφόμενες μόνον κατά του εργοδότη.
Για τη δικαστική επιδίωξη των δικαιωμάτων αυτών ισχύει η συνήθης παραγραφή του άρθρου 250 του Αστικού Κώδικα " Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, εάν αυτός εφαρμοσθεί, αν και κατά τις σχετικές παραδοχές της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας δεν υπάρχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του (Ολ.Α.Π. 31/2009) ενώ κατά την έννοια του εδ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται όταν, από τις αιτιολογίες δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της ουσιαστικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε.
Στην προκείμενη περίπτωση επί αγωγής του ήδη αναιρεσείοντος κατά της ήδη αναιρεσίβλητης Τράπεζας, με την οποία αυτός εξιστορούσε, ότι προσλήφθηκε από την ως άνω Τράπεζα στις 31/1/1973 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ότι από την 1/5/1987 κατέχει τη θέση του Τμηματάρχη Α', θέση στην οποία προήχθη κατ' απόλυτη εκλογή, ότι κατά καταχρηστική άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος των οργάνων που την αντιπροσώπευαν, κατά τις αναφερόμενες στην αγωγή προαγωγικές κρίσεις, παρέλειψε να τον προαγάγει στο βαθμό του Υποδιευθυντή, αν και είχε τα αναφερόμενα και απαιτούμενα προς προαγωγή τυπικά και ουσιαστικά προσόντα, ενώ προήγαγε τους αναφερόμενους στην αγωγή προς σύγκριση ομοιόβαθμους υπαλλήλους της, έναντι των οποίων υπερείχε καταφανώς ως προς τα εν γένει υπηρεσιακά προσόντα και με την οποία ζητούσε να αναγνωρισθεί το προς προαγωγή του δικαίωμα στο βαθμό του Υποδιευθυντή από 27/4/2001, άλλως από 1/11/2001, άλλως από 17/12/2002, άλλως από 8/12/2003, άλλως από 19/12/2003, άλλως από 20/12/2004, άλλως από 11/4/2005, άλλως από 27/7/2005, άλλως από 7/12/2005, η οποία απορρίφθηκε από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το Εφετείο δικάζοντας την έφεση του ενάγοντος, δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα:
Ο ενάγων προσελήφθη από την εναγομένη Τράπεζα την 31/1/1973 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ως υπάλληλος της και εξελιχθείς προήχθη στο βαθμό του Τμηματάρχη Α' από 1/5/1987, τον οποίο κατείχε μέχρι την παραίτηση του από την υπηρεσία την 1/ 1/2006. Κατά τις ένδικες προαγωγικές κρίσεις, ήτοι της 27/4/2001, 1/11/2001, 17/12/2002, 8/12/2003, 19/12/2003, 20/12/2004, 11/4/2005, 27/7/2005 και 7/12/2005, προήχθησαν από το αρμόδιο όργανο της εναγομένης στο βαθμό του Υποδιευθυντή, μεταξύ άλλων υπαλλήλων και οι αναφερόμενοι στην αγωγή και προτεινόμενοι προς σύγκριση από τον ενάγοντα, ενώ παρελήφθη ο ίδιος.
Ο ενάγων, αν και ελάμβανε κάθε φορά γνώση της παραλείψεως του, κατά τις προαναφερθείσες προαγωγικές κρίσεις, ουδέποτε διαμαρτυρήθηκε προφορικώς ή εγγράφως και συνέχισε να παρέχει την εργασία του στην εναγομένη μέχρι την ημέρα της παραιτήσεως του, λαμβάνοντας τις νόμιμες για το βαθμό του, αποδοχές. Η ένδικη αγωγή ασκήθηκε στις 22/2/2006, μετά τη συνταξιοδότηση, αποσκοπούντος επί του προκειμένου σε οικονομικό όφελος σε περίπτωση ευνοϊκής έκβασης της δίκης, από διεκδίκηση μισθολογικών διαφορών, χωρίς να διακινδυνεύσει να του ζητηθεί η άσκηση καθηκόντων Υποδιευθυντή και να τοποθετηθεί σε κάποιες από τις θέσεις που τοποθετήθηκαν οι προαχθέντες συνάδελφοι του, ευρισκόμενες πέραν του τόπου των συμφερόντων του (περιφέρεια Ηλείας) και χωρίς πραγματικό ενδιαφέρον για κάποιες από αυτές.
Κατέληξε δε το Εφετείο ότι μετά δεδομένα αυτά ευλόγως δημιουργήθηκε στην εναγομένη η πεποίθηση ότι ο ενάγων δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμα του για προαγωγή και ότι η άσκηση του ενδίκου δικαιώματος είναι καταχρηστική, ως υπερβαίνουσα προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος και απέρριψε την έφεση του ενάγοντος.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ. η οποία με τις ως άνω παραδοχές δεν ήταν εφαρμοστέα καθόσον, α) η ένδικη αγωγή ασκήθηκε από τον αναιρεσείοντα, 2 1/2 μήνες μετά την τελευταία προαγωγική κρίση, της 22/12/2005, η οποία, όπως και κάθε κρίση, ερευνάται αυτοτελώς για τη συνδρομή των τυπικών και ουσιαστικών προϋποθέσεων των προακτέων, όπως αυτοτελώς, για κάθε κρίση, ερευνάται η συνδρομή των προϋποθέσεων της καταχρηστικής ή μη ασκήσεως των αξιώσεων του παραληφθέντος από την προαγωγή υπαλλήλου, 7 μήνες μετά την προαγωγική κρίση της 27/7/2005, 10 περίπου μήνες μετά την προαγωγική κρίση της 11/4/2005, 14 μήνες μετά την προαγωγική κρίση της 20/12/2004, 2 περίπου χρόνια μετά τις προαγωγικές κρίσεις της 19/12/2003 και 8/12/-2003, 3 περίπου χρόνια μετά την προαγωγική κρίση της 17/12/2002 και 4 και 41/2 περίπου χρόνια αντίστοιχα από τις προαγωγικές κρίσεις της 1/11/2001 και 27/4/2001 αντίστοιχα, δηλαδή οι τελευταίες έξι (6) προαγωγικές κρίσεις έγιναν σε χρονικό διάστημα 2 1/2 μηνών έως δύο περίπου ετών πριν από την άσκηση της ένδικης αγωγής, β) το δικαίωμα προς άσκηση των αξιώσεων από τη μη προαγωγή, δεν συναρτάται με το αν ο παραλειφθείς είναι στην ενεργό υπηρεσία ή αν έχει συνταξιοδοτηθεί, αλλά με τη συνδρομή στο πρόσωπο του παραληφθέντος των προς προαγωγή προϋποθέσεων κατά το χρόνο κάθε προαγωγικής κρίσης, ο οποίος είναι πάντοτε χρόνος ενεργού υπηρεσίας, γ) η προαγωγή υπαλλήλου της αναιρεσίβλητης δεν προϋποθέτει ενέργεια του κρινόμενου υπαλλήλου, π.χ.
υποβολή αιτήσεως, αλλ' αποτελεί υπηρεσιακή υποχρέωση της Τράπεζας, η οποία, δια των αρμοδίων οργάνων της, αφού καταρτίζει κατ' έτος πίνακα προακτέων, από τους υπαλλήλους που διαθέτουν τα προς τούτο τυπικά και ουσιαστικά προσόντα προβαίνει στη συνέχεια σε προαγωγή και δ) η αύξηση των αποδοχών του προαχθέντος υπαλλήλου αποτελεί αυτόθροη συνέπεια της προαγωγής και δεν συναρτάται με την τοποθέτηση του πρoαχθέντος σε συγκεκριμένη θέση, αντίστοιχη με το βαθμό στον οποίο προήχθη, και η οποία αποτελεί ενάσκηση του διευθυντικού δικαιώματος αυτής.
Περαιτέρω η προσβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνει ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες εξαιτίας των οποίων καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 281 ΑΚ, καθόσον, α) δεν διαλαμβάνονται καθόλου αιτιολογίες αναφορικά με τη συμπεριφορά που επεδείκνυε ο αναιρεσείων μετά από κάθε προαγωγική κρίση από τις συνολικά εννέα (9) κρίσεις κατά τις οποίες παραλήφθηκε, αλλά μόνο η γενική αναφορά ότι ουδέποτε ο αναιρεσείων διαμαρτυρήθηκε προφορικώς ή εγγράφως, β) ενώ οι μόνες αιτιολογίες αναφορικά με τη συμπεριφορά του αναιρεσείοντος σχετικά με την άσκηση της ένδικης αγωγής είναι η έλλειψη διαμαρτυρίας προς την αναιρεσίβλητη δεν διαλαμβάνονται αιτιολογίες πως δημιουργήθηκε στην αναιρεσίβλητη η πεποίθηση ότι ο αναιρεσείων δεν θα ασκήσει την ένδικη αγωγή, όταν, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, αυτή ασκήθηκε 2 1/2 μόνο μήνες μετά την τελευταία παράλειψη του αναιρεσείοντος και γ) δεν διαλαμβάνονται παραδοχές για την ύπαρξη ειδικών συνθηκών και περιστάσεων προερχομένων κυρίως από την προηγηθείσα συμπεριφορά του αναιρεσείοντος αλλά και της αναιρεσίβλητης, ενόψει των οποίων και της αδράνειας του δικαιούχου, η επακολουθήσασα άσκηση του δικαιώματος, τείνουσα σε ανατροπή της καταστάσεως που διαμορφώθηκε για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, να εξέρχεται των από τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ διαγραφομένων ορίων.
Συνεπώς και σι δύο λόγοι αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ. αντίστοιχα είναι βάσιμοι και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, του οποίου η συγκρότηση από άλλους δικαστές είναι δυνατή (άρθρο 580 αρ. 3 Κ.Πολ.Δ.)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 5223/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών .
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Απριλίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Μαΐου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ