Supreme Court dismisses appeal regarding overtime legality when Minister grants emergency exception without prior notice.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal's decision to reject his claim for overtime compensation. The appellant argued that overtime worked without prior written notice to the Labor Inspection Service was illegal and that the Minister's emergency approval was invalid. The court ruled that when a Minister grants an emergency exception to overtime limits, the work becomes legal without further notice or logbook requirements, and this administrative judgment is not subject to judicial review.
Legislator headnote
AI generatedArticles 3 and 8 § 4 of Law 515/1970; When a Minister grants an emergency exception to overtime limits, the work becomes legal without prior notice or logbook requirements, and this administrative judgment is not subject to judicial review.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 818 / 2011 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:
Άρθ. 3 και 8 § 4 ν.δ. 515/1970. Προϋποθέσεις, υπό τις οποίες επιτρέπεται υπερωριακή απασχόληση (επίδοση έγγραφης αναγγελίας στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας κ.λπ. και τήρηση ειδικού βιβλίου υπερωριών). Με αποφάσεις του Υπουργού Απασχόλησης (Εργασίας) μπορεί να χορηγείται, σε περιπτώσεις επείγουσας φύσεως εργασίας κ.λπ., άδεια υπερωριακής απασχόλησης πέραν και των επιτρεπομένων κατά κατηγορία ανωτάτων ορίων, στην περίπτωση δε αυτή η υπερωριακή απασχόληση των μισθωτών γίνεται νόμιμη σε όλη την χρονική έκτασή της, χωρίς ν΄ απαιτείται η τήρηση από τον εργοδότη του τύπου της προηγουμένης έγγραφης αναγγελίας στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας κ.λπ. Η κρίση του αρμόδιου υπουργού για την συνδρομή επείγουσας φύσης εργασίας κ.λπ. δεν ελέγχεται από τα πολιτικά δικαστήρια (Απορρίπτει αίτηση για αναίρεση της ΕφΑθ 7243/2008).
Αριθμός 818/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Nικόλαο Πάσσο, Νικόλαο Τρούσα (κωλυομένου του Αρεοπαγίτη Παναγιώτη Κομνηνάκη) και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Μαΐου 2011, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Δ. Γ. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευγένιο Βαγενά.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Δημόσια Επιχείρηση Ηλεκτρισμού ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Περικλή Κατσαούνη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-12-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2052/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 7243/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 18-3-2010 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πάσσος διάβασε την από 20-4-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Με το άρθ. 3 ν.δ. 515/1970 "περί χρονικών ορίων εργασίας μισθωτών ορίζεται ότι: "Ι. Το άρθ. 9 παρ. 1-3 του Π.Δ/τος της 27.6/4.7.1932 "περί κωδικοποιήσεως και συμπληρώσεως των περί 8ώρου εργασίας διατάξεων" αντικαθίσταται ως ακολούθως: "1. Υπερωριακή απασχόλησις του προσωπικού συμφώνως προς τας διατάξεις του παρόντος επιτρέπεται:
α) Μετά προηγουμένην επίδοσιν εις την αρμοδίαν Επιθεώρησιν Εργασίας, ή, όπου δεν υφίσταται τοιαύτη, εις την αρμοδίαν Αστυνομικήν Αρχήν, εγγράφου αναγγελίας περί της υπερωριακής απασχολήσεως, αντίγραφον της οποίας, τεθεωρημένον παρά της Επιθεωρήσεως Εργασίας, δέον να αναρτάται εις εμφανές μέρος του τόπου εργασίας.
Κατ' εξαίρεσιν εις τας υπό στοιχείον α, β και γ περιπτώσεις της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του παρόντος, δύναται να επιδίδεται η αναγγελία, το βραδύτερον, εντός της επομένης ημέρας από της ενάρξεως της υπερωριακής απασχολήσεως. β) Yπό τον όρον ότι τηρείται υπό του οικείου εργοδότου ειδικόν βιβλίον υπερωριών υπό τύπον ημερολογίου, θεωρούμενον υπό της αρμοδίας Επιθεωρήσεως Εργασίας, προ πάσης χρησιμοποποήσεώς του.
Εις την επιδιδομένην αναγγελίαν περί της υπερωριακής απασχολήσεως, ως και εις το τηρούμενον υπό του εργοδότου, κατά τα άνω, ειδικόν βιβλίον υπερωριών, αναγράφονται εις ειδικάς ταυτοσήμους στήλας αα) η αιτία, δι' ην η υπερωριακή απασχόλησις, ββ) αι τροποποιήσεις τας οποίας επέφερεν ο εργοδότης, προσωρινώς, εις τας συνήθεις ώρας εργασίας, γγ) το ονοματεπώνυμον και η ειδικότης των μισθωτών ή ο αριθμός των απασχοληθησομένων μισθωτών κατ' ειδικότητα και τμήμα, δδ) η ημερομηνία πραγματοποιήσεως της υπερβάσεως, εε) η ώρα ενάρξεως και λήξεως της υπερβάσεως και στστ) εν περιπτώσει αναπληρώσεως απωλεσθεισών ωρών, υπεύθυνος δήλωσις περί των απωλεσθεισών ωρών και του τρόπου αναπληρώσεώς των.
Εις το ειδικόν βιβλίον υπερωριών απαιτείται και υπογραφή του μισθωτού εις ειδικήν στήλην, εφ' όσον ούτος δεν υπογράφει εις εξοφλητικήν μισθολογικήν κατάστασιν. Το ειδικόν βιβλίον υπερωριών τίθεται, οσάκις ζητείται, εις την διάθεσιν των οργάνων της Επιθεωρήσεως Εργασίας και των οργάνων των φορέων Κοινωνικής Ασφαλίσεως, αντίγραφον δε τούτου υποβάλλεται εις την αρμοδίαν Επιθεώρησιν Εργασίας κατά τους μήνας Μάιον και Οκτώβριον εκάστου έτους.
Η αρμοδία αρχή υποχρεούται να χορηγεί αντίγραφον της επιδοθείσης αναγγελίας περί υπερωριακής απασχολήσεως εις τον έχοντα έννομον συμφέρον μισθωτόν. 2. Προκειμένου περί εργοδότου χρησιμοποιούντος μηχανογραφικόν σύστημα, δεν απαιτείται η υπογραφή του μισθωτού εις το ειδικόν βιβλίον υπερωριών, εφ' όσον υπογράφει ούτος εις εξοφλητικήν μισθολογικήν κατάστασιν, εις ειδικήν στήλην της οποίας αναγράφονται αι πραγματοποιηθείσαι ώραι υπερωριακής εργασίας ως και η αντιστοιχούσα εις ταύτας πρόσθετος αμοιβή. 3.
Εξαιρετικώς προκειμένου περί ανειδικεύτων εργατών, η υπερωριακή απασχόλησις πέραν των 120 ωρών ετησίως, επιτρέπεται μόνον κατόπιν προηγουμένης αδείας της Επιθεωρήσεως Εργασίας, παρεχομένης εφ' όσον κατά την αντίστοιχον περίοδον δεν υπάρχουν διαθέσιμοι άνεργοι εις το Γραφείον Ευρέσεως Εργασίας". II. Εν περιπτώσει μη πραγματοποιήσεως ή διακοπής υπερωριακής απασχολήσεως, περί της οποίας επεδόθη κατά την παρ. 1 του παρόντος, έγγραφος αναγγελία εις την αρμοδίαν Αρχήν υποχρεούται ο εργοδότης να αναγγείλει τούτο ανυπερθέτως εντός 24ώρου εις την αυτήν Αρχήν, άλλως θεωρείται πραγματοποιηθείσα η υπερωριακή απασχόλησις.
ΙΙΙ. Τα άρθρα 5, 10, 11, 12 και 17 του Π.Δ/τος της 27.6/4.7.1932 "περί κωδικοποιήσεως και συμπληρώσεως των περί 8ώρου εργασίας διατάξεων" καταργούνται". Περαιτέρω, κατ' άρθ. 8 § 4 του ως άνω ν.δ. 515/1970, η οποία προστέθηκε με το άρθ. 1 ν.δ. 264/1973 και όπως αυτή ίσχυε πριν την αντικατάστασή της με το άρθ. 74 § 11 ν. 3863/2010 κατά τον κρίσιμο εδώ χρόνο, με αποφάσεις του Υπουργού Απασχόλησης (Εργασίας), που εκδίδονται κάθε φορά μετά από γνώμη του Ανωτάτου Συμβουλίου Εργασίας, μπορεί να χορηγείται κατά περίπτωση άδεια υπερωριακής απασχόλησης των μισθωτών όλων των επιχειρήσεων και εργασιών ενγένει, ως και του δημοσίου και των ΝΠΔΔ επιπλέον των για κάθε κατηγορία επιτρεπομένων ανωτάτων ορίων υπερωριακής απασχόλησης, σε περιπτώσεις (α) επείγουσας φύσης εργασίας, η εκτέλεση της οποίας κρίνεται απόλυτα επιβαλλομένη ως μη επιδεχομένη αναβολή, (β) εξαιρετικά επείγουσας εξυπηρέτησης των Ενόπλων Δυνάμεων, του Δημοσίου και των ΝΠΔΔ, για δε την κατά τα παραπάνω υπερωριακή απασχόληση το ωρομίσθιο των μισθωτών καταβάλλεται αυξημένο κατά 75%.
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι, αν ο Υπουργός Εργασίας χορηγήσει άδεια υπερωριακής εργασίας πέραν από το επιτρεπόμενο ανώτατο όριο, η απασχόληση των μισθωτών γίνεται νόμιμη σε όλη την χρονική έκτασή της, χωρίς να απαιτείται η τήρηση από τον εργοδότη του τύπου της προηγουμένης έγγραφης αναγγελίας στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας κ.λπ.
Οι αποφάσεις αυτές του Υπουργού Εργασίας είναι ατομικές και αφορούν συγκεκριμένη επιχείρηση ή υπηρεσία του Δημοσίου ή ΝΠΔΔ και ορισμένους, περιοριστικά αναφερόμενους, λόγους (επείγουσας φύσης εργασία, εξαιρετικά επείγουσα ανάγκη εξυπηρέτησης των Ενόπλων Δυνάμεων, του Δημοσίου και των ΝΠΔΔ), εκδίδονται για κάθε συγκεκριμένη περίπτωση μετά από γνώμη του Ανωτάτου Συμβουλίου Εργασίας και δεν δημοσιεύονται στη Εφημερίδα της Κυβέρνησης, πρέπει δε ν' αναφέρουν την συγκεκριμένη επιχείρηση ή την συγκεκριμένη υπηρεσία του Δημοσίου ή του ΝΠΔΔ, τον αριθμό των εργαζομένων, για τους οποίους επιτρέπεται η πέραν του ανωτάτου νομίμου ημερησίου ωραρίου απασχόλησης εργασία, τον αριθμό των ωρών της κατά μήνα υπερωριακής απασχόλησης και το χρονικό διάστημα ισχύος τους, ενώ δεν απαιτείται να προσδιορίζονται ονομαστικά σ' αυτές οι μισθωτοί που θα εργασθούν υπερωριακά, καθόσον ανάγεται στο διευθυντικό δικαίωμα του εργοδότη να ορίσει, τηρώντας τους όρους της αντίστοιχης απόφασης ως προς τον αριθμό των μισθωτών και τις ώρες υπερωριακής απασχόλησης, ποιοί από τους μισθωτούς του θα εργασθούν υπερωριακά.
Εξάλλου, η διαπίστωση του γεγονότος ότι συντρέχει επείγουσας φύσης εργασία, η εκτέλεση της οποίας κρίνεται απόλυτα επιβαλλομένη και δεν επιδέχεται αναβολή ή εξαιρετικά επείγουσα ανάγκη εξυπηρέτησης των Ενόπλων Δυνάμεων, του Δημοσίου και των ΝΠΔΔ ανήκει αποκλειστικά στην αρμόδια διοικητική αρχή, δηλ.
στον Υπουργό Εργασίας, και η κρίση του περί συνδρομής της ουσιαστικής αυτής προϋπόθεσης δεν ελέγχεται από τα πολιτικά δικαστήρια. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο Αθηνών κρίνοντας, ύστερ' από έφεση της ήδη αναιρεσίβλητης ΔΕΗ ΑΕ, επί αγωγής του αναιρεσείοντος κατ' αυτής με αντικείμενο αξιώσεις του από παράνομη, λόγω της μη τήρησης των νομίμων διατυπώσεων, υπερωριακή εργασία του, με την προσβαλλομένη 7243/2008 απόφασή του και όπως απ' αυτήν προκύπτει δέχθηκε, ότι ο αναιρεσείων ενάγων προσελήφθη από την αναιρεσίβλητη εναγομένη ΔΕΗ ΑΕ με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου την 11-7-1972 ως υπάλληλος με την ειδικότητα του μηχανοτεχνίτη, προκειμένου να εργασθεί στον Ατμοηλεκτρικό Σταθμό Λαυρίου, αντί μηνιαίου μισθού, με το σύστημα της πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας και με ωράριο 07.15' έως 15.15', ότι για της ώρες απασχόλησής του κατά το Σάββατο, επί πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας, συμφωνήθηκε με την ατομική σύμβαση εργασίας, της οποίας περιεχόμενο είναι και οι εκάστοτε Ειδικές Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας Προσωπικού ΔΕΗ, όπως και η από 14-3-1982 ΕΣΣΕ, ότι η εναγομένη ΔΕΗ μπορεί να ζητήσει από το προσωπικό να εργασθεί και πρόσθετη ημέρα της εβδομάδας, προσαρμόζοντας τα προγράμματα από Δευτέρα έως και Κυριακή κυκλικά, στην περίπτωση δε αυτή η ΔΕΗ θα παρέχει αντίστοιχη ανάπαυση την Δευτέρα ή άλλη ημέρα της αμέσως επόμενης εβδομάδας και εφόσον οι υπηρεσιακές ανάγκες το επιβάλλουν η χορήγηση αντίστοιχων ημερών ανάπαυσης μπορεί να γίνεται σωρευτικά, όποτε είναι αυτό δυνατόν, μέσα σε διάστημα 75 ημερολογιακών ημερών, εάν, όμως, δεν είναι δυνατή η χορήγηση αντίστοιχης ημέρας ανάπαυσης, θα θεωρούνται οι εργάσιμες ώρες αυτής της ημέρας ως υπερεργασία ή υπερωρία ανάλογα και θα καταβάλλεται στον εργαζόμενο αντίστοιχη αποζημίωση, ισοδύναμη με τις πραγματικές ώρες επιπλέον εργασίας, ότι στην ατομική σύμβαση εργασίας του ενάγοντος δεν υπάρχει όρος, κατά τον οποίο οι ώρες απασχόλησής του "έως 8ωρο ημέρα Σάββατο" επί πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας θεωρούνται και πληρώνονται ως ώρες παρανόμων υπερωριών, ότι κατά το επίδικο χρονικό διάστημα από 1-1-1999 έως 31-5-2003 ο ενάγων εργάσθηκε υπερωριακά τις εργάσιμες ώρες της εβδομάδας (Δευτέρα έως και Παρασκευή) καθώς και Κυριακή για εργασία επείγουσας φύσεως, η εκτέλεση της οποίας κρίθηκε απόλυτα επιβαλλομένη και μη επιδεχομένη αναβολή, ειδικότερα δε παρέσχε 2.500 ώρες υπερωριακής απασχόλησης, πέραν των ωρών υπερεργασίας και ιδιόρρυθμης υπερωρίας, ότι για την απασχόληση αυτή του ενάγοντος χορηγήθηκε σχετική άδεια με τις 2336/20-5-1999, 2876/14-10-1999, 3216/29-12-2000, 2795/28-6-2001, 3185/26-10-2001, 3478/18-12-2001, 2731/26-6-2002, 2629/8-7-2002, 2912/27-8-2002, 2975/25-11-2002, 3057/21-3-2003 και 3759/8-10-2003 αποφάσεις του Υπουργού Εργασίας, που εκδόθηκαν μετά από γνώμη του Ανωτάτου Συμβουλίου Εργασίας, στις οποίες αναφέρεται η εναγομένη, η επείγουσας φύσεως εργασία της, απόλυτα επιβαλλομένη και μη επιδεχομένη αναβολή, ο αριθμός των εργαζομένων με την ειδικότητα του ενάγοντος και ο αριθμός των ωρών της κατά μήνα υπερωριακής απασχόλησης, ότι κατά συνέπεια η υπερωριακή απασχόληση του ενάγοντος κατά το ως άνω χρονικό διάστημα κατέστη νόμιμη, χωρίς ν' απαιτείται η εκ μέρους της εναγομένης επίδοση έγγραφης αναγγελίας στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας, η δε κρίση του Υπουργού Εργασίας ως προς την συνδρομή της ουσιαστικής προϋπόθεσης της επείγουσας φύσεως εργασίας που επιβάλλεται απολύτως και δεν επιδέχεται αναβολή δεν ελέγχεται από τα πολιτικά δικαστήρια.
Με βάση τα γενόμενα ως άνω δεκτά το Εφετείο κατά παραδοχή της έφεσης της αναιρεσίβλητης εναγομένης εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και απέρριψε την πρωτοδίκως γενομένη δεκτή αγωγή του αναιρεσείοντος ως ουσιαστικά αβάσιμη. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο ουδόλως παραβίασε, αλλά ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και δη του άρθ. 8 § 4 ν.δ. 515/1970 και επομένως ο μοναδικός λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης πρέπει ν' απορριφθεί (1) κατά το σχετικό μέρος του, κατ' εκτίμηση από τον αριθμό 1 του άρθ. 559 ΚΠολΔ., με το οποίο αποδίδεται η αιτίαση ότι παραβιάσθηκε η παραπάνω διάταξη, επειδή δεν τηρήθηκαν οι προβλεπόμενοι από τις προαναφερθείσες σχετικές υπουργικές αποφάσεις όροι για την τήρηση ειδικού βιβλίου υπερωριών σε τύπο ημερολογίου (ανάλογο προς το προβλεπόμενο από το άρθ. 3 ν.δ. 515/1970) και έγγραφη αναγγελία της υπερωριακής εργασίας στην Επιθεώρηση Εργασίας, ως αβάσιμος, διότι, κατά τα προαναφερθέντα, αν ο Υπουργός Εργασίας χορηγήσει άδεια υπερωριακής εργασίας πέραν από το επιτρεπόμενο ανώτατο όριο, η απασχόληση των μισθωτών γίνεται νόμιμη σε όλη την χρονική έκτασή της και δεν απαιτείται η τήρηση βιβλίου υπερωριών, ούτε έγγραφη αναγγελία αυτών στην Επιθεώρηση Εργασίας και τυχόν αντίθετη πρόβλεψη στις οικείες υπουργικές αποφάσεις δεν ασκεί έννομη επιρροή στη νομιμότητα των υπερωριών που πραγματοποιήθηκαν, και (2) κατά τα μέρη του, με τα οποία προβάλλεται ότι (α) οι εγκρίσεις από τον Υπουργό Εργασίας ζητούνταν και παρέχονταν καθυστερημένα και κάλυπταν μέρος μόνο των πραγματοποιουμένων υπερωριών, ειδικά δε για το έτος 2000 και το α' εξάμηνο του 2001 ουδεμία έγκριση είχε ληφθεί και (β) οι υπερωρίες δεν πραγματοποιούνταν για λόγους επείγοντος, αλλά για την κάλυψη πάγιων αναγκών της εναγομένης, το δε Εφετείο δεν ερεύνησε αν οι υπερωρίες που πραγματοποιήθηκαν κάλυψαν πραγματικά τις ανάγκες, για τις οποίες είχε χορηγηθεί η έγκριση, ως απαράδεκτος, διότι πλήττει ευθέως την μη υποκειμένη σε αναιρετικό έλεγχο κρίση του Εφετείου για την ουσία της υπόθεσης (άρθ. 561 § 1 ΚΠολΔ).
Πρέπει, επομένως ν' απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθ. 176, 183 ΚΠολΔ), κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18-3-2010 αίτηση του Δ. Χ. Γ. για αναίρεση της 7243/2008 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Μαΐου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24 Μαΐου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ