Supreme Court dismisses appeal on ownership acquisition via long-term possession and self-dealing contract validity.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the Second Instance Court's decision regarding property ownership disputes. The appellants challenged the lower court's finding that the respondent acquired ownership through long-term possession and a valid self-dealing contract authorized by a power of attorney. The court ruled that the appellants failed to prove the necessary conditions for acquiring ownership via long-term possession and correctly upheld the validity of the self-dealing transaction based on the power of attorney.
Legislator headnote
AI generatedArticles 1045, 974, 1094 of the Civil Code; Articles 216(1)(a) of the Civil Procedure Code: Long-term possession requires continuous exercise of ownership intent with legal capacity, and self-dealing contracts are valid when authorized by a power of attorney.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 818 / 2010 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 818/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Μιχαήλ Θεοχαρίδη και Δημήτριο Μαζαράκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1.Χ1 και 2. Χ2 θυγ. Χ1, κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Μιχαήλ Παπαγεωργίου με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.
Του αναιρεσίβλητου: Ψ1, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κώστα Ντίζε.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-3-2002 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Λάρισας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 141/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 536/2007 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 20-3-2008 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μαζαράκης ανέγνωσε την από 24-11-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την απόρριψή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 1045 ΑΚ, εκείνος που έχει στη νομή του για μια εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία, κατά δε το άρθρο 974 του ίδιου Κώδικα όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου.
Με τις διατάξεις αυτές για την κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή του πράγματος με καθολική ή με ειδική διαδοχή να συνοπολογήσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του κατ' άρθρο 1051 ΑΚ.
Άσκηση νομής, προκειμένου για ακίνητο, συνιστούν εμφανείς υλικές ενέργειες επάνω σ' αυτό που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει. Τέτοια πράξη νομής αποτελεί και η εποπτεία του ακινήτου. Περαιτέρω, από το άρθρο 1094 του ΑΚ, σε συνδυασμό με τις προαναφερθείσες διατάξεις, καθώς και εκείνες των άρθρων 216 παρ.1 α' ΚΠολΔ, προκύπτει ότι για την πληρότητα της διεκδικητικής αγωγής για ακίνητο, του οποίου η κυριότητα αποκτήθηκε με παράγωγο τρόπο, πρέπει ο ενάγων να αναφέρει, εκτός των άλλων, και ότι κατέστη κύριος του επίδικου ακινήτου για ορισμένη αιτία με συμβολαιογραφικό έγγραφο και μεταγραφή και ότι ο άμεσος δικαιοπάροχός του ήταν κύριος του πράγματος που μεταβίβασε.
Αν η αγωγή στηρίζεται σε έκτακτη χρησικτησία, πρέπει ο ενάγων να αναφέρει υλικές πράξεις νομής πάνω στο ακίνητο, με τις οποίες φανερώνεται η βούλησή του να το έχει ως δικό του, δυνάμενος να συνυπολογήσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του (ΑΠ 1879/2008, ΑΠ 452/2008, ΑΠ 968/2007). Εξάλλου, από τις ίδιες διατάξεις προκύπτει ότι για την έκτακτη χρησικτησία, δεν απαιτείται, για τον συνυπολογισμό της νομής των προκτητόρων του χρησιδεσπόζοντος στη δική του νομή προς συμπλήρωση του προβλεπόμενου γι' αυτήν στο νόμο χρόνου νομής (εικοσαετία), ειδική διαδοχή στο επί του πράγματος δικαίωμα της κυριότητας, αλλά αρκεί απλώς ειδική διαδοχή στη νομή του πράγματος, η οποία χωρεί με παράδοση με οικεία βούληση του νομέως (976 ΑΚ) και έχει την έννοια ότι στον αποκτώντα μεταβιβάζεται η ίδια νομή που έχει ο μεταβιβάζων, και συνεπώς αν αυτή ήταν κτητική, προσπορίσασα κυριότητα με έκτακτη χρησικτησία στον μεταβιβάσαντα, η ίδια μεταβιβάζεται και στον αποκτώντα με τα ίδια κτητικά προσόντα, ο οποίος στη περίπτωση αυτή δεν προσμετρά, αλλά συνεχίζει την ήδη κτητική νομή του δικαιοπαρόχου του, χωρίς να απαιτείται η σχετική συμφωνία να περιβληθεί τον συμβολαιογραφικό τύπο και να μεταγραφεί, δεδομένου ότι η νομή δεν είναι εμπράγματο δικαίωμα.
Περαιτέρω, η νομική αοριστία της αγωγής, στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ), συντρέχει δε αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο την αγωγή.
Αντίθετα η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 ή 14 του ΚΠολΔ.
Στην προκείμενη περίπτωση ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος εκθέτει στην ένδικη διεκδικητική αγωγή του ότι με το ... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Λάρισας Θεοφανώς Κυρατζή-Ζαφείρη που μεταγράφηκε νόμιμα, μεταβιβάστηκε σ' αυτόν από τον Φ με αιτία την πώληση ένα οικόπεδο, που λεπτομερώς περιγράφεται. Ότι ο δικαιοπάροχός του απέκτησε το οικόπεδο αυτό με έκτακτη χρησικτησία, προσμετρώντας και τον χρόνο των απώτερων δικαιοπαρόχων του Τ, οι οποίοι νέμονταν το επίδικο με διάνοια κυρίου και καλή πίστη ως τμήμα ακινήτου μεγαλύτερης έκτασης, την κυριότητα του οποίου απέκτησαν από το έτος 1934 δυνάμει συμβολαίου δωρεάς.
Ότι, ειδικότερα, οι ανωτέρω αδελφοί με το ...προσύμφωνο πώλησης του συμβολαιογράφου Λάρισας Στέργιου Έξαρχου ανέλαβαν την υποχρέωση να μεταβιβάσουν στον άμεσο δικαιοπάροχό του (του ενάγοντος) την κυριότητα τμήματος 220 τ.μ. της πιο πάνω μεγαλύτερης έκτασης, τη νομή του οποίου μεταβίβασαν ταυτόχρονα σ' αυτόν, ενώ τμήμα αυτής, έκτασης 36 τ.μ.
πώλησαν σ' αυτόν άτυπα στις 25-7-1984, μεταβιβάζοντάς του ταυτόχρονα και τη νομή του. Ότι από τότε ο δικαιοπάροχός του Φ νεμόταν και κατείχε με διάνοια κυρίου, είτε ο ίδιος είτε διά του αντιπροσώπου του και πατέρα του Ξ τις πιο πάνω εκτάσεις ως ένα ενιαίο ακίνητο, εποπτεύοντας και οριοθετώντας τούτο, του οποίου μετά νεότερη καταμέτρηση η πραγματική έκταση είναι 271,43 τ.μ., έως το 1991, οπότε κατέλαβε αυτό ο πρώτος εναγόμενος.
Ότι ο άμεσος δικαιοπάροχός του προέβη στις 25-9-1995 στην κατάρτιση με αυτοσύμβαση, και σε εκτέλεση του προσυμφώνου, του αναφερόμενου οριστικού συμβολαίου, που μεταγράφηκε νόμιμα, με το οποίο μεταβιβάστηκε σ' αυτόν κατά πλήρη κυριότητα το επίδικο ακίνητο. Ότι ο πρώτος εναγόμενος εξακολουθεί να νέμεται και κατέχει το επίδικο και το 1994 μεταβίβασε τη ψιλή κυριότητα στη θυγατέρα του δεύτερη εναγόμενη λόγω γονικής παροχής, η οποία επίσης αμφισβητεί την κυριότητά του.
Ζητούσε δε να αναγνωριστεί η κυριότητά του επί του επιδίκου και να διαταχθεί η απόδοσή του σ' αυτόν από τον πρώτο εναγόμενο ή όποιον τρίτο έλκει δικαιώματα από αυτόν. Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα η ένδικη αγωγή είναι πλήρως ορισμένη, περιέχοντας όλα τα αναγκαία στοιχεία που θεμελιώνουν τη κτήση κυριότητας στο πρόσωπο του ενάγοντος επί του επιδίκου.
Επομένως, η προσβαλλόμενη απόφαση που δέχτηκε ως ορισμένη την αγωγή δεν αξίωσε λιγότερα στοιχεία από αυτά που απαιτούν οι ανωτέρω διατάξεις, ούτε υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Συνακόλουθα, ο πρώτος λόγος αναίρεσης από τους αριθμούς 1, 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Επειδή, κατά το άρθρο 1033 ΑΚ για τη μεταβίβαση της κυριότητας ακινήτου απαιτείται συμφωνία μεταξύ του κυρίου και εκείνου που την αποκτά, ότι μετατίθεται σ' αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία. Η συμφωνία γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο και υποβάλλεται σε μεταγραφή. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι μεταξύ των προϋποθέσεων που απαιτούνται για την απόκτηση της κυριότητας ακινήτου με σύμβαση είναι, ότι ο μεταβιβάσας ήταν κύριος του ακινήτου που μεταβιβάστηκε.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 1048 εδ. α' ΑΚ, η χρησικτησία διακόπτεται με την απώλεια της νομής, κατά δε τις διατάξεις του άρθρου 1050 ΑΚ, αν η χρησικτησία διακόπηκε, ο χρόνος που πέρασε έως τη διακοπή δεν υπολογίζεται. Νέα χρησικτησία μπορεί να αρχίσει μόνο μετά τη λήξη της διακοπής. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με τις διατάξεις που αναφέρονται στην προηγούμενη σκέψη, προκύπτει ότι ορισμένα γεγονότα που προβλέπονται περιοριστικά από το νόμο επιφέρουν διακοπή της χρησικτησίας, με συνέπεια ο χρόνος που διανύθηκε μέχρι τη διακοπή να μην υπολογίζεται πλέον.
Σ' αυτά τα γεγονότα συγκαταλέγεται η απώλεια της νομής, που επέρχεται όταν ο νομέας διαζευκτικά ή συμπλεκτικά είτε παύσει εκούσια ή ακούσια να ασκεί τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα, είτε παύσει να έχει τη διάνοια κυρίου, δηλαδή τη θέληση να εξουσιάζει το πράγμα σαν δικό του (ΑΠ 1056/1996). Περαιτέρω, από το συνδυασμό των άρθρων 369, 1033, 1045, 1051, 1192 και 1198 του Α.Κ.
προκύπτει σαφώς ότι ο νομέας ακινήτου δεν μπορεί να αντιτάξει ότι έγινε κύριος δια συνυπολογισμού του χρόνου χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου του, εναντίον αυτού ή εκείνου, προς τον οποίο μεταβίβασε την κυριότητα ο δικαιοπάροχος δια συμβάσεως νομίμως μεταγεγραμμένης, καθόσον τούτο αντιτίθεται στο θεσμό της χρησικτησίας και της δημοσιότητας των πράξεων επί ακινήτων (ΟλΑΠ 1593/1979, ΑΠ 504/2009, ΑΠ 1525/2006, ΑΠ 622/2001).
Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Κατά δε το άρθρο 559 αρ.19 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δε συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται ο λόγος αυτός σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.
Ως ζητήματα, τέλος, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (Ολ.
ΑΠ 24/1992). Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αναφορικά με την ένδικη από 11-3-2002 διεκδικητική ακινήτου αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Με το ... προσύμφωνο πώλησης του συμβολαιογράφου Λάρισας Στεργίου Εξάρχου οι Τ, συγκύριοι, συννομείς και συγκάτοχοι εξ αδιαιρέτου και κατ' ισομοιρίαν ενός μείζονος ακινήτου, υποσχέθηκαν να πωλήσουν και μεταβιβάσουν κατά πλήρη κυριότητα νομή και κατοχή στον Φ, που εκπροσωπείτο από τον πατέρα του Ξ, ένα οικόπεδο, έκτασης 220 τμ.
αντί τιμήματος 400.000 δρχ. Το οικόπεδο αυτό βρίσκεται στη συνοικία ... και στο ... Ο.Τ. της πόλεως της ..., συνορεύει δε βόρεια επί πλευράς 10 μέτρων με την οδό ..., νότια επί πλευράς 11 μέτρων με ιδιοκτησία ..., ανατολικά επί πλευράς 22,80 μέτρων με ιδιοκτησία αδελφών Τ και δυτικά επί πλευράς 9,70 μέτρων και 12,61 μέτρων με ιδιοκτησίες ..., αντίστοιχα, εμφαίνεται δε στο από 20-5-1980 τοπογραφικό διάγραμμα του Πολιτικού Μηχανικού Τ με στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Ε-Ζ-Η-Θ-Α που προσαρτάται στο άνω προσύμφωνο.
Με όρο του άνω προσυμφώνου, ο άνω αγοραστής Φ είχε το δικαίωμα να προβεί στην κατάρτιση του οριστικού συμβολαίου με αυτοσύμβαση. Στη συνέχεια, ο Τ, ενεργώντας και για λογαριασμό του αδελφού του ..., στις 25 Ιουλίου 1984 πώλησε και μετεβίβασε άτυπα στον παραπάνω αγοραστή Φ, που τον εκπροσωπούσε και πάλι ο πατέρας του, έκταση 36 τμ.
συνεχόμενη του προπεριγραφέντος οικοπέδου των 220 τμ. αντί τιμήματος 180.000 δρχ. (βλ. έγγραφη απόδειξη από 25-7-1984). Οι άνω εκτάσεις 220 τμ. και 36 τμ. αποτελούσαν τμήματα μείζονος εκτάσεως, η οποία είχε μεταβιβασθεί στους αδελφούς Τ κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή, εξ αδιαιρέτου και κατ' ισομοιρία σ' αυτούς με το ...
δωρητήριο συμβόλαιο του τότε συμβολαιογράφου Λάρισας Πανταζή Μουλούλη, που νόμιμα μεταγράφηκε, έκτοτε δε αυτοί νέμονταν και κατείχαν, όσον αφορά τα άνω τμήματα, με διάνοια κυρίου και με νόμιμο τίτλο συνεχώς και αδιαλείπτως μέχρι 1-7-1981 και 25-7-1984, αντίστοιχα. Με την κατάρτιση των άνω συμβάσεων, οι αδελφοί Τ παρέδωσαν την νομή και κατοχή των άνω τμημάτων στον αγοραστή, Φ, ο οποίος από τότε και εφεξής νεμόταν και κατείχε το ενιαίο πλέον οικόπεδο, διανοία κυρίου, ασκώντας πράξεις νομής αρχικά δια του αντιπροσώπου του πατέρα του, μετά δε τον θάνατο του τελευταίου που συνέβη το έτος 1985, ο ίδιος.
Ειδικότερα, λόγω της εγκατάστασης του αγοραστή στην ... πριν από το έτος 1981, ο πατέρας του, ενεργώντας για λογαριασμό του, ασκούσε όλες τις προσήκουσες πράξεις νομής, έχοντας την πεποίθηση ότι ο γιος του είναι κύριος αυτού, εποπτεύοντας αυτό, αφού διέμενε, μαζί με τον πρώτο εναγόμενο που είναι και αυτός γιος του, στην ίδια οδό απέναντι από το επίδικο χωρίς ποτέ κανένας να εγείρει δικαιώματα κυριότητας, νομής και κατοχής επ' αυτού.
Όταν το έτος 1985 αποβίωσε ο πατέρας του αγοραστή Ξ, συνέχισε να νέμεται αυτό ο Φ, ο οποίος το έτος 1991, όταν ήλθε στην Ελλάδα, επισκέφθηκε το επίδικο και προέβη στην νέα καταμέτρηση αυτού, αναθέτοντας την εμβαδομέτρηση στον τοπογράφο - μηχανικό ..., οπότε διαπιστώθηκε ότι το ενιαίο οικόπεδο, το οποίο νεμόταν από 1-7-1981 και 25-7-1984 ο Φ είτε δια του αντιπροσώπου του είτε ο ίδιος, ανερχόταν σε 271,43 τμ.
και όχι 256 τμ. Στη συνέχεια, ο Φ ανέθεσε στον ... να περιφράξει το επίδικο οικόπεδο με σιδεροπασσάλους και συρματόπλεγμα και ανεχώρησε στη Ν. .... Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι, όταν ο ... και ενώ ο Φ είχε αναχωρήσει για την ..., το έτος 1991 μετέβη στο επίδικο και επιχείρησε να περιφράξει αυτό, εμποδίσθηκε από τον πρώτο εναγόμενο Χ1, αδελφό του Φ, ο οποίος δια της βίας αφαίρεσε τους τοποθετηθέντες πασσάλους, επικαλούμενος ότι αυτός είναι κύριος του επιδίκου.
Έκτοτε το επίδικο κατέχει ο πρώτος εναγόμενος, ο οποίος τοποθετεί σ' αυτό υλικά της επιχειρήσεώς του (ξυλουργείο), παραχωρώντας συνάμα αυτό σε τρίτους. Τις ενέργειες του αδελφού του πληροφορήθηκε ο Φ, που διαμένει μονίμως κατά τα προεκτεθέντα στη ... από φίλους του. Ο άνω Φ, έχοντας πάντοτε την πεποίθηση ότι είναι κύριος του επιδίκου, αντέδρασε στέλνοντας την από 30-10-1994 επιστολή στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Λάρισας, με την οποία, αφού εκθέτει το περιστατικό της παρεμπόδισης της περίφραξης του οικοπέδου του, ζητά την απονομή δικαιοσύνης.
Επίσης στις 14-4-1995 υπέβαλε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του μήνυση ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Λάρισας, αναφέροντας ότι έχει πληροφορηθεί ότι το οικόπεδό του το διεκδικούν άλλοι. Στη συνέχεια, ο τελευταίος με τα ... πληρεξούσια που συντάχθηκαν ενώπιον του αναπληρωτού του Συμβολαιογραφούντος Γενικού Προξένου της Ελλάδος στο ..., έδωσε την εντολή και πληρεξουσιότητα στον φίλο του Ψ1 (ενάγοντα), όπως προβεί για λογαριασμό του στην σύνταξη οριστικού συμβολαίου δια αυτοσυμβάσεως, σύμφωνα με το ...
προσύμφωνο του Συμβ/φου Λάρισας Στέργιου Έξαρχου και ακολούθως να πωλήσει το επίδικο. Ο άνω πληρεξούσιος, ενεργώντας εντός των πλαισίων της εντολής και πληρεξουσιότητας, προέβη με αυτοσύμβαση σε εκτέλεση του άνω ... προσυμφώνου στην αγορά, για λογαριασμό του εντολέως του τού επιδίκου, συνταγέντος προς τούτο του ...
πωλητηρίου συμβολαίου της συμβολαιογράφου Λάρισας Θεοφανώς Κυρατζή-Ζαφείρη, που νόμιμα μεταγράφηκε. Στη συνέχεια, ενεργώντας και πάλι εντός των πλαισίων της εντολής, μετεβίβασε λόγω πωλήσεως το ακίνητο αυτό στον εαυτό του, ως είχε την προς τούτο εντολή, συνταγέντος του ... συμβολαίου της άνω Συμβολαιογράφου, που νόμιμα μεταγράφηκε.
Κατόπιν των παραπάνω, ο ενάγων κατέστη κύριος του επιδίκου, διότι ο προκτήτοράς του είχε καταστεί κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία, νεμόμενος και κατέχοντας αυτό διανοία κυρίου, προσμετρώντας δε και το χρόνο ανεπίληπτης νομής και κατοχής των δικαιοπαρόχων του, πέραν της εικοσαετίας μέχρι το έτος 1991, όταν ο πρώτος εναγόμενος άρχισε να αμφισβητεί τη κυριότητα του αδελφού του επί του επιδίκου και να κατέχει τούτο.
Περαιτέρω, συνεχίζει το Εφετείο, ο πρώτος εναγόμενος Χ1 ισχυριζόταν και ισχυρίζεται με λόγους της έφεσής του, ότι αυτός είναι κύριος του επιδίκου, το οποίο απέκτησε με έκτακτη χρησικτησία, διότι οι ανωτέρω αδελφοί Τ μετεβίβασαν σ' αυτόν ατύπως τη νομή αυτού, το έτος 1972, έκτοτε δε το νέμεται και κατέχει αδιαλείπτως πέραν της εικοσαετίας.
Όμως ο ισχυρισμός του αυτός δεν αποδείχθηκε. Το επίδικο επικαλείται ότι το αγόρασε ατύπως το 1972 και ότι το τίμημα το κατέβαλε σταδιακά μέχρι το έτος 1980, όταν και ο Τ εξέδωσε 3 αποδείξεις συνολικού ποσού 680.000 δρχ. (βλ. από 28 Ιανουαρίου 1980, 4 Μαρτίου 1980 και 25 Ιουλίου 1980 αποδείξεις). Όμως στις αποδείξεις αυτές ως αιτιολογία γράφεται "προς φύλαξιν".
Τι έννοια έχει βέβαια ο άνω όρος "προς φύλαξιν" δεν δίδεται ευεξήγητη απάντηση από τον εναγόμενο. Άλλωστε, εάν από το 1980 είχε αποπληρωθεί το τίμημα δεν δίδεται εξήγηση για ποιο λόγο δεν έλαβε χώρα μεταβίβαση του οικοπέδου από τους αδελφούς Τ προς αυτόν, αλλά αντιθέτως το 1981 υποσχέθηκαν να μεταβιβάσουν αυτό στον αδελφό του, δια του αντιπροσώπου πατέρα τους, δεδομένου μάλιστα ότι δεν αφήνει αιχμές για κακοπιστία των αδελφών Τ, αλλά ούτε και διαμαρτυρήθηκε προς αυτούς για την άνω πώληση προς τον αδελφό του.
Είναι δε πέραν κάθε λογικής να μην γνώριζε για τη σύνταξη του άνω ... προσυμφώνου, όπως επικαλείται, στο οποίο συνέπραξε ο πατέρας του, ο οποίος ζούσε μαζί του και μάλιστα σε οικία ακριβώς απέναντι από το επίδικο. Ο εναγόμενος εκμεταλλευόμενος το θάνατο του πατέρα του και την απουσία του αδελφού του τον Δεκέμβριο του έτους 1994 προσήλθε ενώπιον της συμβολαιογράφου Λάρισας Ευανθίας Ναούμ και δήλωσε, προσκομίζοντας συνάμα τις ...
ένορκες βεβαιώσεις που συντάχθηκαν ενώπιον της ίδιας συμβολαογράφου, στις οποίες οι ... βεβαίωναν ότι το επίδικο νέμεται και κατέχει επί 20ετία ο πρώτος εναγόμενος, ότι τυγχάνει κύριος του επιδίκου που το απέκτησε με έκτακτη χρησικτησία. Προς τούτο συντάχθηκε το ... συμβόλαιο της άνω συμβολαιογράφου που νόμιμα μεταγράφηκε, χωρίς την σύμπραξη των πωλητών αδελφών Τ, εν συνεχεία δε με το ίδιο συμβόλαιο μετεβίβασε την ψιλή κυριότητα τούτου στην θυγατέρα του δεύτερη εναγομένη, λόγω γονικής παροχής.
Η μάρτυρας του ενάγοντος σύζυγός του ήταν σαφής και κατηγορηματική ως προς την κτήση κυριότητας του δικαιοπαρόχου του ενάγοντος Φ. Αντιθέτως, η κατάθεση του μάρτυρα των εναγομένων είναι ασαφής και αόριστη. Έτσι, ενώ καταθέτει ότι τα χρήματα τα κατέβαλε ο πρώτος εναγόμενος σιγά-σιγά (από το 1972 που το αγόρασε ατύπως), αποδεικνύεται, όπως επικαλείται και ο εναγόμενος, ότι το ποσό των 680.000 δρχ. (που ήταν κατ' αυτόν το τίμημα) το κατέβαλε από τον Ιανουάριο έως Ιούλιο 1980.
Ο πρώτος εναγόμενος αφήνει να εννοηθεί ότι ο Φ, αδελφός του, δεν είχε την οικονομική δυνατότητα να αποστείλει το ποσό των 400.000 δρχ. και 180.000 δρχ., τούτο όμως δεν ασκεί έννομη επιρροή, έστω και αν κατέβαλε αυτά ο πατέρας τους, ο οποίος ήθελε να έχει ένα οικόπεδο και ο άλλος γιος του όταν επιστρέψει στην Ελλάδα.
Πάντως τα ποσά αυτά καταβλήθηκαν για την αγορά του άνω οικοπέδου για λογαριασμό του Φ (βλ. ... προσύμφωνο και από 25-7-1994 απόδειξη), δεν συνδέονται δε με τις άνω καταβολές του πρώτου εναγομένου προς τους αδελφούς Τ που δόθηκαν σε προγενέστερο χρόνο "ως εγγύηση". Απλώς ο πρώτος εναγόμενος, εκμεταλλευόμενος την συγγενική σχέση και με την άδεια του πατέρα του έθετε στο επίδικο διάφορα αντικείμενα της επιχειρήσεώς του.
Μετά δε τον θάνατο του πατέρα του λόγω της απουσίας του Φ, θεώρησε σκόπιμο να σφετερισθεί την περιουσία του αδελφού του, άρχισε δε τούτο να πράττει εμφανώς, αφότου ο αδελφός του επέστρεψε το 1991 στη .... Έκτοτε ο εναγόμενος, αφού απέβαλε από τη νομή του επιδίκου τον αδελφό του, άρχισε να νέμεται τούτο, έστω και ως επιλήψιμος νομέας.
Από το έτος δε 1991 και οι μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Ειρηνοδίκου εστίαζαν κυρίως την νομή και κατοχή του πρώτου εναγομένου, πλην όμως από το έτος 1991 μέχρι ασκήσεως της αγωγής (2002) δεν παρήλθε 20ετία. Καταλήγει δε το Εφετείο, ότι συνακόλουθα και η δεύτερη εναγομένη δεν απέκτησε την ψιλή κυριότητα του επιδίκου, που της μεταβίβασε ο πατέρας της πρώτος εναγόμενος, αφού ο τελευταίος δεν είναι κύριος αυτού.
Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές το Εφετείο έκρινε ως βάσιμη την ένδικη αγωγή, επικύρωσε την εκκληθείσα απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που έκρινε ομοίως, και απέρριψε την έφεση των ήδη αναιρεσειόντων. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 369, 1033, 974, 1045, 1048, 1050, 1051, 1192, 1198, 211, 216, 217 και 235 ΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, και δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς τα ουσιώδη ζητήματα, ότι ο ενάγων απέκτησε την κυριότητα επί του επιδίκου με παράγωγο τρόπο, καθόσον ο δικαιοπάροχός του Φ με τα αναφερόμενα συμβόλαια αγόρασε την επίδικη έκταση από τους αδελφούς Τι, η οποία έκταση είχε δωρηθεί σ' αυτούς με δωρητήριο συμβόλαιο το 1934 και έκτοτε κατείχαν και νέμονταν την έκταση αυτή διάνοια κυρίου και με νόμιμο τίτλο συνεχώς και αδιαλείπτως μέχρι 1981 και 1984, αντίστοιχα, ότι μετά την κατάρτιση των άνω συμβάσεων ο Φ κατείχε και νεμόταν το επίδικο με διάνοια κυρίου, ασκώντας τις αναφερόμενες πράξεις νομής αρχικά διά του αντιπροσώπου πατέρα του και μετά το θάνατο του τελευταίου ο ίδιος μέχρι το έτος 1991 και συνακόλουθα ότι ουδέποτε διακόπηκε μέχρι το 1991 η άσκηση της νομής εκ μέρους του Φ επί του επιδίκου, ότι ο πρώτος εναγόμενος ουδέποτε έγινε κύριος του επιδίκου με άτυπη σύμβαση (που βέβαια δεν μεταγράφηκε) από τους αδελφούς Τ και ότι δεν κατέστη κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία, αφού από το 1991, που νέμεται το επίδικο μέχρι την άσκηση της αγωγής το 2002 δεν παρήλθε εικοσαετία, ενώ συνακόλουθα η δεύτερη εναγόμενη δεν απέκτησε την ψιλή κυριότητα του επιδίκου και έτσι ο ενάγων με το προαναφερόμενο συμβόλαιο απέκτησε το επίδικο, όταν ήδη από το 1991 ο εναγόμενος είχε καταλάβει τούτο, αφού όμως ο δικαιοπάροχος του ενάγοντος με χρησικτησία είχε καταστεί κύριος αυτού.
Οι αιτιολογίες αυτές επιτρέπουν τον έλεγχο της ορθής εφαρμογής των ως άνω ουσιαστικών διατάξεων, τις οποίες ορθώς εφάρμοσε και δεν παραβίασε εκ πλαγίου. Επομένως, οι δεύτερος, κατά το δεύτερο μέρος του, τέταρτος και έβδομος κατά το πρώτο μέρος τους από τον αριθμό 1, καθώς και δεύτερος, κατά το πρώτο μέρος του, και τρίτος κατά το δεύτερο μέρος του από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγοι αναίρεσης.
που υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι.
Επειδή, ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 περ. β' ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα κατά την έννοια της διάταξης αυτής νοούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό (βάση αγωγής, ανταγωγής) είτε ως αμυντικό (ένσταση, αντένσταση) μέσο, αλλά όχι και οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης, ή επιχειρήματα, νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων.
Δεν στοιχειοθετείται, όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, έστω και αν η απόρριψή του δεν είναι ρητή, αλλά συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης (Ολ. ΑΠ 11/1996). Στην προκείμενη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τους δεύτερο, κατά το τρίτο μέρος του, και τρίτο κατά το πρώτο μέρος του, λόγους αναίρεσης προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ.
β' ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τους ουσιώδεις ισχυρισμούς τους α) ότι και μετά το θάνατο του Ξ, πατέρα και δήθεν αντιπρόσωπο του άμεσου δικαιοπαρόχου του ενάγοντος, ο τελευταίος δεν άσκησε επί του επιδίκου καμία πράξη νομής, αφού απουσίαζε συνεχώς στην αλλοδαπή και β) ότι ο πρώτος αναιρεσείων κατείχε και νεμόταν το επίδικο για δικό του λογαριασμό, ασκώντας συγκεκριμένες εμφανείς υλικές διακατοχικές πράξεις διανοία κυρίου από Οκτώβριο 1972 μέχρι την άσκηση της αγωγής το 2002.
Σύμφωνα όμως με τα εκτεθέντα ανωτέρω στη μείζονα σκέψη, οι λόγοι αυτοί αναίρεσης είναι απαράδεκτοι, καθόσον οι πραγματικοί αυτοί ισχυρισμοί δεν έχουν αυτοτελή ύπαρξη, αλλά αποτελούν άρνηση της αγωγής, ανεξάρτητα από το ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τους παραπάνω ισχυρισμούς, κρίνοντάς τους ως αβάσιμους.
Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Κατά την έννοια της διάταξης, για την ίδρυση του λόγου αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν πράγματι λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν από τους διαδίκους με επίκληση, τα οποία έχει το δικαστήριο υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη του σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ (ΑΠ 643/2001).
Εξάλλου, δεν θεμελιώνει λόγο αναίρεσης η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να μνημονεύσει στην απόφασή του ποια αποδεικτικά μέσα χρησιμοποιήθηκαν για άμεση και ποια για έμμεση απόδειξη ή να καθορίσει τη βαρύτητα που αποδόθηκε στο καθένα από αυτά ή τη σχέση και επιρροή εκάστου στα προς απόδειξη θέματα, από δε την αναφορά στην απόφαση μερικών από τα προσκομιζόμενα έγγραφα, γιατί έχουν ιδιαίτερη σημασία, δεν συνάγεται αναγκαστικά ότι δεν εκτιμήθηκαν και τα μη αναφερόμενα.
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης προβάλλεται κατά της προσβαλλόμενης απόφασης αιτίαση από τον αριθ. 11 περ. γ' άρθρου 559 ΚΠολΔ ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη το ακόλουθο έγγραφο, το οποίο προσκόμισαν οι αναιρεσείοντες με επίκληση προς απόδειξη της κυριότητάς τους επί του επίδικου ακινήτου και δη την 2202/1997 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λάρισας, με την οποία κηρύχθηκαν αθώοι οι ...
της κατηγορίας της ψευδορκίας μάρτυρα και ο πρώτος αναιρεσείων της κατηγορίας της ηθικής αυτουργίας. Από την υπάρχουσα, όμως, στην προσβαλλόμενη απόφαση ρητή διαβεβαίωση, κατά την οποία το δικαστήριο έλαβε υπόψη <<τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι >> και από όλο το πιο πάνω περιεχόμενο της απόφασης εκείνης, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος και συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και το παραπάνω έγγραφο.
Επομένως, ο λόγος αυτός από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, που υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Επειδή, ο από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της αποδόσεως από το δικαστήριο σε αποδεικτικό, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.
Δεν περιλαμβάνει όμως και την περίπτωση που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένως, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο ( Ολ.
ΑΠ 1/1999, ΑΠ 194/2005). Στην προκείμενη περίπτωση με τον έκτο λόγο της αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από την ως άνω διάταξη πλημμέλεια της παραμόρφωσης του περιεχομένου του ... προσύμφωνου πώλησης του συμβολαιογράφου Λάρισας Στέργιου Έξαρχου. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι η παραδοχή του Εφετείου, ότι ο ενάγων κατέστη κύριος του επιδίκου και με χρησικτησία, δεν οφείλεται σε διαγνωστικό λάθος, αλλά αποτελεί εκτίμηση του περιεχομένου του ανωτέρω εγγράφου, που συνεκτιμήθηκε μαζί με τα υπόλοιπα αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, η οποία, όμως, κατά τα προεκτιθέμενα, δεν ιδρύει τον παρόντα λόγο αναιρέσεως.
Επειδή, περαιτέρω, οι αναιρεσείοντες με τον έβδομο λόγο της αναίρεσης προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ πλημμέλεια της παραμόρφωσης του περιεχομένου των ... πληρεξουσίων που συντάχθηκαν ενώπιον του αναπληρωτή συμβολαιογραφούντος Γενικού Προξένου της Ελλάδας στο ....
Ειδικότερα, όπως αναφέρεται στο αναιρετήριο, ο προαναφερόμενος δικαιοπάροχος του ενάγοντος Φ με το ... ως άνω πληρεξούσιο έδωσε στον ενάγοντα <<την ειδική εντολή, το δικαίωμα και την πληρεξουσιότητα να αγοράσει για λογαριασμό του....και συγκεκριμένα να προβεί σε όλες τις ενέργειες και πράξεις, που είναι απαραίτητες για την εκτέλεση του με αριθμό ...
προσυμφώνου του συμβολαιογράφου Λάρισας Έξαρχου Στεργίου...Να υπογράψει το οριστικό συμβόλαιο στο οποίο να συμφωνεί με οποιουσδήποτε όρους εγκρίνει>>. Εξάλλου, με το ... πληρεξούσιο ο ανωτέρω έδωσε στον ενάγοντα την εντολή και πληρεξουσότητα <<να πωλεί για λογαριασμό του, μεταβιβάζει, παραχωρεί και παραδίδει κατά κυριότητα, νομή και κατοχή...ακίνητα κτήματα του εντολέα...Να υπογράφει πωλητήρια συμβόλαια με οποιουσδήποτε όρους και συμφωνίες εγκρίνει...
Να δίνει το δικαίωμα στον αγοραστή της υπογραφής του οριστικού συμβολαίου με αυτοσύμβαση κατά το άρθρο 235 του Αστικού Κώδικα...>>. Από δε την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο δέχτηκε σχετικά με τα ως άνω πληρεξούσια τα εξής: Ο προαναφερόμενος δικαιοπάροχος του ενάγοντος Φ με τα ... πληρεξούσια που συντάχθηκαν ενώπιον του αναπληρωτού του Συμβολαιογραφούντος Γενικού Προξένου της Ελλάδος στο ..., έδωσε την εντολή και πληρεξουσιότητα στον φίλο του Ψ1 (ενάγοντα), όπως προβεί για λογαριασμό του στην σύνταξη οριστικού συμβολαίου δια αυτοσυμβάσεως, σύμφωνα με το ...
προσύμφωνο του Συμβ/φου Λάρισας Στέργιου Έξαρχου και ακολούθως να πωλήσει το επίδικο. Ο άνω πληρεξούσιος, ενεργώντας εντός των πλαισίων της εντολής και πληρεξουσιότητας, προέβη με αυτοσύμβαση σε εκτέλεση του άνω ... προσυμφώνου στην αγορά, για λογαριασμό του εντολέως του τού επιδίκου, συνταγέντος προς τούτο του ...
πωλητηρίου συμβολαίου της συμβολαιογράφου Λάρισας Θεοφανώς Κυρατζή-Ζαφείρη, που νόμιμα μεταγράφηκε. Στη συνέχεια, ενεργώντας και πάλι εντός των πλαισίων της εντολής, μετεβίβασε λόγω πωλήσεως το ακίνητο αυτό στον εαυτό του, ως είχε την προς τούτο εντολή, συνταγέντος του ... συμβολαίου της άνω Συμβολαιογράφου, που νόμιμα μεταγράφηκε.
Με τις παραδοχές του αυτές το Εφετείο δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του αριθμού 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι ο ενάγων, με βάση τα ως άνω πληρεξούσια, μπορούσε να προβεί στη κατάρτιση του οριστικού συμβολαίου με αυτοσύμβαση, με βάση το αναφερόμενο προσύμφωνο, και στη συνέχεια στη πώληση του επιδίκου στον ίδιο, εκπροσωπώντας και τους πωλητές αδελφούς Τακριβώς λόγω του δικαιώματος αυτυσύμβασης με το προσύμφωνο.
Επομένως, ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20-3-2008 αίτηση των 1) Χ1 και 2) Χ2 θυγ. Χ1 για αναίρεση της 536/2007 αποφάσεως του Εφετείου Λάρισας.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Φεβρουαρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Μαΐου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ