Appeal allowed due to appellate court's failure to explicitly consider specific notarized certificates in its judgment.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appeal against the Court of Appeal's decision regarding a property dispute. The appellant argued that the appellate court failed to consider two notarized certificates submitted during the proceedings, which were crucial for proving a claim of real servitude. The court found that while the appellate court mentioned considering evidence generally, it did not explicitly address these specific certificates, creating a legal doubt under Article 559 of the Code of Civil Procedure. Consequently, the appeal was granted, the decision was annulled, and the case was remanded for retrial.
Legislator headnote
AI generatedArticles 335, 338, 339, 340, 341, 346, 559(11), 563 of the Code of Civil Procedure: An appellate court's failure to explicitly mention specific notarized certificates submitted by a party, when such mention is legally required, constitutes a ground for appeal if it creates doubt regarding whether the evidence was properly considered.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 818 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 818/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη και Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1η Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Τoυ αναιρεσείντος: ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεμιστοκλή Σκούρα. Του αναιρεσιβλήτου: ..., ο οποίος παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο του Αναστασία Φραγκοπούλου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-11-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κέρκυρας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 94/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 135/2006 του Εφετείου Κέρκυρας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 2-5-2006 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Σίδερης ανέγνωσε την από 22-9-2008 έκθεσή, του με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια του αναιρεσίβλητου της απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Aπό τα άρθρα 335, 338, 339, 340, 341 και 346 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι ο δικαστής, για να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, η παράβαση δε της υποχρέωσης αυτής ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθ. 11 του ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης.
Για την ύπαρξη του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη, σύμφωνα με τις ως άνω διατάξεις κάποιο αποδεικτικό μέσο, το οποίο ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη και το οποίο προσκομίσθηκε με επίκληση προς απόδειξη ή ανταπόδειξη, κατά τρόπο άμεσο ή έμμεσο, γεγονότος που ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης (ολ ΑΠ 42/2002).
Ειδικότερα για τις ένορκες βεβαιώσεις, οι οποίες κατά το άρθρο 270 παρ. 2 ΚΠολΔ αποτελούν ιδιαίτερο και αυτοτελές αποδεικτικό μέσο, πρέπει να γίνεται μνεία στην απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη, χωρίς να είναι αναγκαία η χωριστή μνημόνευση της κάθε μιας από αυτές, πλην του ότι γι` αυτές τηρήθηκαν οι νόμιμες προϋποθέσεις.
Όσον αφορά τις ένορκες βεβαιώσεις, οι οποίες έχουν ληφθεί εξ αφορμής άλλης δίκης, πριν από την άσκηση της αγωγής και προσκομίζονται με επίκληση κατά τη συζήτησή της, δεν αποτελούν ιδιαίτερα αποδεικτικά μέσα, ώστε να απαιτείται ειδική μνεία αυτών στην απόφαση, αλλά αποτελούν απλά έγγραφα που συνεκτιμώνται για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον βέβαια, δεν λήφθηκαν για να χρησιμεύσουν ως αποδεικτικά μέσα στη συγκεκριμένη δίκη.
Στην περίπτωση αυτή αρκεί να βεβαιώνεται από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα που προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, ώστε να μη καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και το έγγραφο αυτό της ένορκης βεβαίωσης. Εξάλλου από το συνδυασμό των άρθρων 1033, 1108 1118, 1119 και 1121 AΚ, 224, 262 παρ. 1 και 269 παρ. 1, ΚΠολΔ συνάγεται ότι για την κατάλυση της, στηριζόμενης στην κυριότητα σε ακίνητο, αρνητικής αγωγής, ο εναγόμενος μπορεί να προτείνει, με τις προτάσεις του της πρώτης πρωτοβάθμιας συζήτησης της αγωγής, την ένσταση ότι, αυτός ενήργησε την προσβολή της κυριότητας του ενάγοντος δυνάμει δικαιώματός του, συνισταμένου σε πραγματική δουλεία σε βάρος του ακινήτου του ενάγοντος και υπέρ του δικού του ακινήτου.
Η σύσταση της δουλείας αυτής μπορεί να γίνει, υπό την ισχύ του Αστικού Κώδικα (άρθρο 1045), και με έκτακτη χρησικτησία επί ακινήτου, για τη συμπλήρωση του 20/ετούς χρόνου της οποίας μπορεί να προσμετρηθεί, επί καθολικής ή ειδικής διαδοχής, και ο χρόνος χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου του χρησιδεσπόζοντος. Κατά τις ανωτέρω διατάξεις, συνδυαζόμενες με τα άρθρα 974 και 975 ΑΚ, η φυσική εξουσία επί ακινήτων για μία εικοσαετία επιφέρει κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία εάν είναι καθολική, περιλαμβάνει δηλαδή όλες τις χρησιμότητες του πράγματος και ασκείται με διάνοια κυρίου (νομή), ενώ επιφέρει κτήση πραγματικής δουλείας, εάν είναι μερική, περιλαμβάνει δηλαδή μια ή ορισμένες χρησιμότητες του πράγματος, οι οποίες αποτελούν περιεχόμενο τέτοιας δουλείας και ασκείται μόνον υπέρ του δεσπόζοντος ακινήτου από τον κύριό του (οιονεί νομή).
Αντίθετα κατά το άρθρο 572 του Ιονίου Κώδικα οι "διαλείπουσες δουλείες" , καταφανείς ή μη, συνιστώνται μόνο "δια δικαιογράφου", η δε διακατοχή, "καίτοι εξ' αμνημονεύτου χρόνου", δεν "εξαρκεί " για τη σύστασή τους, στις " διαλείπουσες δε δουλείες" εντάσσεται με το άρθρο 563 του ίδιου κώδικα και αυτή της διόδου (Α.Π. 148/1890).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αίτησης ο αναιρεσείων προβάλλει αιτιάσεις από τον αριθ. 11 περ. γ' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., ισχυριζόμενος, εκτός των άλλων, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που αυτός νόμιμα προσεκόμισε και επικαλέσθηκε, και συγκεκριμένα τις 967/15.9.2005 και 968/15.9.2005 ένορκες βεβαιώσεις του Ειρηνοδικείου Κερκύρας, οι οποίες, όπως προκύπτει από την ...
έκθεση του δικ. επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών ..., συντάχθηκαν την 15.9.2005, ήτοι πριν τη δικάσιμο ενώπιον του Εφετείου και μετά την προηγουμένη κλήτευση του αναιρεσιβλήτου δύο και πλέον ημέρες πριν από τις βεβαιώσεις αυτές, από τις οποίες, κατά τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, αποδεικνύεται η ένσταση αυτού, που υποβλήθηκε με τις προτάσεις του, περί προσβολής του δικαιώματος κυριότητας του ενάγοντος επί του επίδικου ακινήτου δυνάμει δικαιώματος πραγματικής δουλείας την οποία απέκτησε με έκτακτη χρησικτησία, δια της χρησιμοποιήσεως της επιδίκου διόδου, υπό την ισχύ του Α.Κ, εκ μέρους του ιδίου και του δικαιοπαρόχου του συνεχώς επί χρόνο που υπερβαίνει, μετά από προσμέτρηση και του χρόνου χρησικτησίας του τελευταίου, την 20ετία.
Όμως, και όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα περί του κατ` ουσίαν βασίμου της ένδικης αρνητικής αγωγής του αναιρεσιβλήτου και του κατ' ουσίαν αβάσιμου της ως άνω ενστάσεως του αναιρεσίοντος - εναγομένου, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε, όπως βεβαιώνει, τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του Πρωτοδικείου και όλα τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, καθώς και τις ένορκες βεβαιώσεις που λήφθηκαν υπόψη από το πρωτοβάθμιο, όπως και σήμερα δικαστήριο, ενώ αντιθέτως δεν βεβαιώνει ειδικώς ότι έλαβε υπόψη και τις προαναφερόμενες ένορκες βεβαιώσεις τις οποίες ο αναιρεσείων είχε επικαλεσθεί και είχε προσκομίσει κατά την ενώπιόν του Εφετείου συζήτηση της υποθέσεως.
Εν όψει τούτων, ως και από την όλη αιτιολογία της απόφασης, όπου δεν γίνεται μνεία των προαναφερομένων ενόρκων βεβαιώσεων, καταλείπεται αμφιβολία αν αυτές λήφθηκαν υπόψη από το Εφετείο. Επομένως, είναι βάσιμος ο τρίτος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, κατά το μέρος που με αυτόν προσάπτονται οι ανωτέρω πλημμέλειες στην προσβαλλόμενη απόφαση.
Κατ' ακολουθίαν πρέπει ν` αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ, η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που την είχαν δικάσει προηγουμένως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την προσβαλλόμενη ως άνω 135/2006 απόφαση του Εφετείου Κερκύρας.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο πιο πάνω Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που την είχαν δικάσει. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες (2.000) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Ιανουαρίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 1 Απριλίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ