Supreme Court quashes appeal court verdict for insufficient reasoning on traffic accident liability and remands case.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece quashed the appeal court's decision regarding a traffic accident due to insufficient reasoning on liability allocation. The court found the lower court failed to address specific facts, such as the motorcycle's headlight functionality and the precise vehicle positions at the time of impact. Consequently, the appeal was allowed in part, and the case was remanded for retrial with a new panel of judges.
Legislator headnote
AI generatedArticles 297, 300, 330, and 914 of the Civil Code; The Supreme Court holds that a lower court judgment is voidable if it fails to provide adequate reasoning regarding the application of liability provisions, specifically when it does not examine whether the law was correctly applied to the established facts.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 818 / 2006 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 818/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Χρήστο Μπαλντά, Αντιπρόεδρο, Σπυρίδωνα Κολυβά, Γεώργιο Χλαμπουτάκη, Αναστάσιο - Φιλήτα Περίδη και Ηλία Γιαννακάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Δεκεμβρίου 2005, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος : Μ. Κ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σαράντη Τόλια.
Των αναιρεσίβλητων : 1)Π. συζ. Γ. Κ., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο. 2)Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας, με την επωνυμία "ALLIANZ A.E.Γ.Α.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου, λόγω συγχωνεύσεως-απορροφήσεως, της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας, με την επωνυμία "HELVETIA Α.Ε.Γ.Α.", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Εμμανουήλ Κοπακάκη βάσει δηλώσεως του άρθρου 242§2 Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 18/3/2000 και 20/6/2000 αγωγές, η μεν πρώτη από το Ν.Π.Δ.Δ. υπό την επωνυμία ΙΔΡΥΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ το οποίο δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, η δε δεύτερη από τον ήδη αναιρεσείοντα, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καλαμάτας και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 51/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 312/2004 του Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 20/4/2005 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χλαμπουτάκης, ανέγνωσε την από 5 Δεκεμβρίου 2005 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των τρίτου και τετάρτου λόγων αναιρέσεως και την απόρριψη των λοιπών.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη και επικαλούμενη 1268/20 Ιουνίου 2005 έκθεση επιδόσεως του αρμόδιου δικαστικού επιμελητού του Πρωτοδικείου Καλαμάτας Δ. Π., ακριβές αντίγραφο της από 20/4/2005 αιτήσεως αναιρέσεως, με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου για την αναφερόμενη στην αρχή δικάσιμο, καθώς και κλήσεως προς εμφάνιση κατ' αυτή, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, με επιμέλεια του αναιρεσείοντα, στην πρώτη αναιρεσίβλητη Π. συζ. Γ. Κ.. Επομένως αφού αυτή δεν εμφανίσθηκε κατά την ως άνω, νόμιμη, δικάσιμο, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου, πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση σαν να ήταν παρούσα και αυτή (άρθρ. 576 παρ.2 ΚΠολΔ).
Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρ. 297, 300, 330 και 914 Α.Κ. προκύπτει ότι προϋποθέσεις της ευθύνης προς αποζημίωση είναι η υπαιτιότητα του υποχρέου, το παράνομο της πράξης ή της παράλειψης αυτού και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της πράξης ή της παράλειψης και της ζημίας που έχει επέλθει. Κατά δε την έννοια του άρθρ. 330 ΑΚ αμέλεια υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, αυτή δηλαδή που πρέπει να καταβάλλεται κατά τη συναλλακτική πίστη από το δράστη στον κύκλο της αρμοδιότητάς του, είτε υπάρχει προς τούτο νομικό καθήκον είτε όχι.
Αρκεί να συμπεριφέρθηκε κατά τρόπο αντίθετο από εκείνο που επιβάλλεται από τις περιστάσεις. Ειδικότερα στην περίπτωση αυτοκινητικού ατυχήματος μόνο η από τον οδηγό αυτοκινήτου παραβίαση διατάξεως του ΚΟΚ δεν αρκεί για να θεμελιώσει πταίσμα του οδηγού για το ατύχημα, χωρίς τη διαπίστωση και ότι η παράβαση αυτή συνετέλεσε στο βλαπτικό εκείνο αποτέλεσμα, όπως επίσης και μόνη η τήρηση των ελαχίστων υποχρεώσεων που επιβάλλει ο ΚΟΚ στους οδηγούς οχημάτων κατά την οδήγησή τους δεν αίρει την υποχρέωσή τους να συμπεριφέρονται και πέραν των ορίων τούτων όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν για την αποτροπή ζημιογόνου γεγονότος ή τη μείωση των επιζήμιων συνεπειών.
Έτσι ο οδηγός αυτοκινήτου που κινείται σε οδό διπλής κατεύθυνσης με ένα ρεύμα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, με διπλή διαχωριστική γραμμή και προσεγγίζει κάθετη διασταύρωση της οδού με ευρισκόμενη αριστερά σε σχέση με την πορεία του οδό, στην οποία προτίθεται να εισέλθει, οφείλει να οδηγεί με τεταμένη προσοχή και σύνεση, να μειώσει την ταχύτητά του, να πλησιάσει προοδευτικά τον άξονα της οδού παρά τη διαχωριστική γραμμή, καθιστώντας εγκαίρως γνωστή την πρόθεσή του με την ενεργοποίηση του αριστερού δείκτη πορείας (φλας), να ακινητοποιήσει το όχημά του στο διάκενο της διπλής διαχωριστικής γραμμής και αφού ελέγξει την κίνηση στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, παραχωρήσει προτεραιότητα διέλευσης στα αντιθέτως και εκ δεξιών του κινούμενα οχήματα και βεβαιωθεί ότι μπορεί να προβεί στην ενέργειά του αυτή χωρίς κίνδυνο των λοιπών κινουμένων επί της εν λόγω οδού οχημάτων, να πραγματοποιήσει ακινδύνως την ενέργειά του αυτή δηλαδή την στροφή αριστερά (άρθρ. 12 § 1, 21 §1, 23 § 2 ΚΟΚ).
Κατ'ακολουθίαν σε περίπτωση που ο οδηγός παραλείψει τις επιβαλλόμενες υποχρεώσεις του αυτές και το κινούμενο στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας όχημα επιπέσει στο αυτοκίνητό του τη στιγμή της πραγματοποίησης της στροφής αριστερά, θεμελιώνεται ευθύνη του οδηγού, ανεξαρτήτως πταίσματος του άλλου οδηγού, αν η πρόσκρουση αυτή τελείς σε αιτιώδη συνάφεια με την παράλειψη της υποχρεώσεώς του εκείνης.
Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τη συνδρομή ή όχι του πταίσματος αυτού στην επέλευση της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου ως προς το εάν τα πραγματικά περιστατικά που το δικαστήριο της ουσίας δέχεται ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν την έννοια της αμελείας του. Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε κατά κρίση ανέλεγκτη τα εξής:
Στις 16-8-1998 και περί ώρα 04.15', η πρώτη των εναγομένων και ήδη πρώτη των αναιρεσιβλήτων Π. συζ. Γ. Κ. οδηγώντας το υπ'αριθμόν κυκλοφορίας ... ΙΧ επιβατικό αυτοκίνητο, που κατά τον χρόνο αυτόν ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην δεύτερη εναγομένη και ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία, εκινείτο στο 7ο χιλιομετρικό σημείο της ευθείας στο σημείο αυτό, πλάτους οδοστρώματος εννέα (9) μέτρων, ασφαλτοστρωμένης, διπλής κατευθύνσεως με ένα ρεύμα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση πλάτους 4,5 μέτρων, που χωριζόταν του αντιθέτου του με συνεχή διπλή επί του οδοστρώματος διαχωριστική γραμμή, επαρχιακής οδού Καλαμάτας - Τριπόλεως με κατεύθυνση προς Καλαμάτα.
Πλησιάζοντας προς την ευρισκόμενη στο ανωτέρω σημείο κάθετη διασταύρωση της εν λόγω οδού με την ευρισκόμενη αριστερά, σε σχέση με την πορεία της (πρώτης εναγομένης) οδό προς Αντικάλαμο Μεσσηνίας, η πρώτη αναιρεσίβλητη προτιθέμενη να κατευθυνθεί προς Αντικάλαμο, μειώνοντας την ταχύτητά της πλησίασε προοδευτικά, ευρισκόμενη συνεχώς στο ρεύμα κυκλοφορίας της, το κέντρο της πρώτης των οδών αυτών παρά την διαχωριστική γραμμή, έχοντας καταστήσει γνωστή την άνω πρόθεσή της να στρίψει αριστερά προς Αντικάλαμο με την ενεργοποίηση του αριστερού δείκτη πορείας (φλας) του αυτοκινήτου που οδηγούσε και στο ύψος της διασταυρώσεως αυτής, παρά το υπάρχον διάκενο της διαχωριστικής γραμμής, ακινητοποίησε το αυτοκίνητο, προκειμένου να ελέγξει την κίνηση στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, ενεργώντας έτσι όπως όφειλε και μπορούσε να κάνει σαν μέσος συνετός οδηγός οχήματος, όπως αυτό που οδηγούσε.
Στο σημείο της διασταυρώσεως αυτής, δεν υπήρχε τεχνικός φωτισμός και επικρατούσε σκοτάδι. Προ δε αυτής (διασταυρώσεως) κατά την κατεύθυνση της πρώτης εναγομένης και στο δεξιό μέρος της άνω οδού υπήρχαν παλλόμενοι φανοί κίτρινου χρώματος. Ότι η πρώτη ενήργησε, όπως περιγράφεται ανωτέρω, αποδεικνύεται από τις από 28.8.1998 και 13.11.2002 καταθέσεις αντιστοίχως ενώπιον του ανθυπαστυνόμου του ΤΤ Καλαμάτας Αθανασίου Πολυδούρη, και επ'ακροατηρίου του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καλαμάτας κατά την ενώπιόν του εκδίκαση του ποινικού μέρους της υποθέσεως, του μόνου αυτόπτη μάρτυρα του εν λόγω τροχαίου ατυχήματος Α.
Γ., ο οποίος έχει άμεση και ιδία αντίληψη των γεγονότων αυτών, αφού, όπως κατέθεσε, εκινείτο οδηγώντας το δικό του αυτοκίνητο σε απόσταση 25 μέτρων πίσω από το αυτοκίνητο της πρώτης εναγομένης και όταν αυτή ακινητοποίησε το αυτοκίνητό της, το ακινητοποίησε και αυτός πίσω του. Επίσης κατέθεσε, ότι στη διασταύρωση αυτή δεν υπήρχε κοινοτικός φωτισμός, ούτε και εμπόδιο, που να εμποδίζει, να γίνεται αντιληπτό όχημα, που εκινείτο κατά τους όρους και τις προϋποθέσεις ασφαλούς κυκλοφορίας του ΚΟΚ, στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας (προς Τρίπολη).
Η περί των πραγματικών αυτών γεγονότων κατάθεση του μάρτυρα αυτού, που σημειωτέον, δεν συνδέεται με συγγένεια ή φιλία με τους διαδίκους αυτούς, δεν αναιρείται από άλλα αποδεικτικά μέσα, καθόσον δεν υπάρχει άλλος αυτόπτης μάρτυς του γεγονότος και κατά την περαιτέρω, κατά τα κατωτέρω, εξέλιξή του, ούτε προσάγεται περί του αντιθέτου αποδεικτικό μέσο.
Μάλιστα η κατάθεσή του, ότι στο σημείο αυτό δεν υπήρχε τεχνικός φωτισμός και επικρατούσε "τελείως σκοτάδι", όπως χαρακτηριστικά κατέθεσε, παρά το ότι σημειώνεται το αντίθετο στην έκθεση αυτοψίας του ατυχήματος αυτού, ενισχύεται από το ότι στο σχετικό σχεδιάγραμμα της τροχαίας δεν σημειώνεται η ύπαρξη και η θέση στύλων φωτισμού, όπως οπωσδήποτε θα γινόταν αν πράγματι υπήρχαν.
Αφού ήλεγξε, έχοντας κατά τα ανωτέρω ακινητοποιήσει το αυτοκίνητο που οδηγούσε, το αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και αφού δεν αντιλήφθηκε να κινείται άλλο όχημα σ'αυτό με κατεύθυνση από Καλαμάτα προς Τρίπολη, η πρώτη εναγομένη ξεκίνησε, για να διέλθει το ρεύμα αυτό κυκλοφορίας και να εισέλθει στην οδό προς Αντικάλαμο, όπως είχε πρόθεση.
Μόλις όμως το αυτοκίνητό της ξεκίνησε και ευρίσκετο ακόμη στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, συγκρούσθηκε κατά το εμπρόσθιο μέρος του, και μάλιστα περί το κέντρο της "μάσκας" του, με το εμπρόσθιο μέρος της υπ'αριθμόν κυκλοφορίας ... δίκυκλης μοτοσυκλέτας, εργοστασίου κατασκευής SUZUKI τύπου GSXR 250, κυβισμού 248cc και φορολογήσιμης ισχύος 3 ίππων, που οδηγούσε χωρίς να φέρει προστατευτικό κράνος και με φθαρμένα ελαστικά ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων με αποτέλεσμα ο τελευταίος να τραυματισθεί και τα οχήματα αυτά να υποστούν ζημίες.
Κατά την στιγμή της συγκρούσεως αυτής, προς αποφυγή της οποίας οι οδηγοί των συγκρουσθέντων οχημάτων δεν αποδεικνύεται, ότι ενήργησαν οποιονδήποτε αποφευκτικό ελιγμό, (πέδηση, ελιγμό προς τα δεξιά κλπ.), οι διπλοί, όπως αποδεικνύεται από τις προσκομιζόμενες φωτογραφίες της, φανοί της μοτοσυκλέτας, λόγω αποφορτίσεως του συσσωρευτή της (μπαταρίας), παρείχαν αμυδρό φωτισμό, αντιληπτό, από τους λοιπούς χρησιμοποιούντες την οδό, το πολύ από απόσταση περίπου δέκα (10) μέτρων και δεν παρείχαν, όπως, κατά τις διατάξεις των άρθρων 74 παρ. 1 εδ.
α' και 5 και 64 παρ. 1 του έχοντος εν προκειμένω εφαρμογή, ως εκ του χρόνου του ατυχήματος αυτού, ν. 2094/1992 απαιτείτο, επαρκή φωτισμό σε απόσταση τουλάχιστον 40 μέτρων εμπρός από αυτήν, ενόψει και του ότι η εν λόγω μοτοσυκλέτα μπορούσε, να αναπτύξει, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, ταχύτητα κατά πολύ μεγαλύτερη των 10 χιλιομέτρων την ώρα.
Ότι η μοτοσυκλέτα αυτή του αναιρεσείοντος δεν έφερε τον ως άνω κατά νόμο φωτισμό και ο υπ'αυτής φερόμενος δεν εγένετο αντιληπτός από απόσταση μεγαλύτερη των δέκα (10) περίπου μέτρων, αποδεικνύονται από το συνδυασμό των εκτιθέμενων στην από 25-8-1998 έκθεση πραγματογνωμοσύνης των διορισθέντων ως πραγματογνωμόνων από το ΤΤ Καλαμάτας υπαλλήλων της Δ/σεως Μεταφορών της Ν.Α.
Μεσσηνίας Θ. Ν. και Μ. Χ., οι οποίοι εξέτασαν την ανωτέρω μοτοσυκλέτα στις 28-8-1998, ήτοι δώδεκα (12) ημέρες μετά το ατύχημα, ότι ενώ η ηλεκτρική συνδεσμολογία της μετά το ατύχημα δεν είχε αποκοπεί σε κανένα σημείο της και οι εμπρόσθιοι φανοί της, εκτός του αριστερού εμπροσθίου δείκτη πορείας, ήταν σε καλή κατάσταση επίσης μετά το ατύχημα, ο συσσωρευτής (μπαταρία) αυτής, αν και ήταν πλήρης υγρών, δεν είχε την απαιτούμενη φόρτιση, για να δείξει αν λειτουργούσαν τα εμπρόσθιά της φώτα πορείας, και της καταθέσεως του ως άνω αυτόπτη μάρτυρα του ατυχήματος Α.
Γ., ότι την στιγμή που η πρώτη εναγομένη ξεκίνησε και εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, κατά τα προεκτεθέντα, αυτός είδε για πρώτη φορά σε απόσταση δέκα (10) περίπου μέτρων προ του αυτοκινήτου της πρώτης εναγομένης, να κινείται προς αυτό η μοτοσυκλέτα, που οδηγούσε ο ενάγων, έχοντας αναμμένα "δύο αμυδρά φώτα, τα οποία δεν φαίνονταν από μακρινή απόσταση".
Εκ τούτων, σε συνδυασμό περαιτέρω προς το προαναφερόμενο και ως αποδεικνυόμενο γενόμενο δεκτό, ότι η οδός στο σημείο αυτό ήταν ευθεία και δεν περιοριζόταν η ορατότητα από κάποιο εμπόδιο προς την κατεύθυνση από την οποία προήρχετο ο ενάγων, αποδεικνύεται, κατά λογικήν αναγκαιότητα, ότι όταν η πρώτη εναγομένη ξεκίνησε από την θέση, που είχε, κατά τα προαναφερόμενα, ακινητοποιήσει το αυτοκίνητό της, για να εισέλθει στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και αφού το διασχίσει, να εισέλθει στην οδό προς Αντικάλαμο, η στο αντίθετο αυτό ρεύμα κυκλοφορίας κινούμενη μοτοσυκλέτα του ενάγοντος δεν ήταν ακόμη ορατή, λόγω του ότι τα φώτα της δεν φώτιζαν εμπρός της τουλάχιστον 40 μέτρα, όπως κατά νόμον απαιτείτο, αλλά απλώς ήσαν αμυδρά και στην ουσία ανύπαρκτα και απρόσφορα σε μεγαλύτερη απόσταση της ως άνω των δέκα (10) περίπου μέτρων, να παρέχουν στους λοιπούς χρησιμοποιούντες την οδό αυτή και ειδικώς στην πρώτη εναγομένη, την δυνατότητα εντοπισμού της κινήσεώς της στην οδό και παραχωρήσεως υπ'αυτής της προτεραιότητας κινήσεώς της.
Αποδεικνύεται ακόμη από τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα, σε συνδυασμό με τις προσκομιζόμενες φωτογραφίες των συγκρουσθέντων αυτών οχημάτων, ότι το μεν αυτοκίνητο που οδηγούσε η πρώτη εναγομένη υπέστη εκτεταμένες ζημίες κατά τον εμπρόσθιο προφυλακτήρα, το καπώ, τους φανούς και την μάσκα, η δε μοτοσυκλέτα που οδηγούσε ο ενάγων υπέστη εκτεταμένες και αυτή ζημίες κατά το εμπρόσθιο σύστημά της, το εμπρόσθιο τροχό, τα πλαϊνά καπάκια και το δοχείο της βενζίνης.
Το είδος δε, το εύρος και η έκταση των ζημιών αυτών, σε συνδυασμό με το ότι μέχρι της στιγμής της συγκρούσεως η πρώτη εναγομένη δεν είχε προλάβει να αναπτύξει ταχύτητα, όπως αποδεικνύεται από το ότι είχε μόλις εκκινήσει από θέση στάσεως και είχε διανύσει απόσταση λίγων μόνον μέτρων και μετά την σύγκρουση το αυτοκίνητο που οδηγούσε ακινητοποιήθηκε διαγώνια στο προς Τρίπολη ρεύμα κυκλοφορίας, γεγονός που οπωσδήποτε δεν θα συνέβαινε εάν η ταχύτητά της ήταν μεγάλη, αποδεικνύει κατά την κρίση του Εφετείου αυτού, ότι η ταχύτητα με την οποίαν εκινείτο ο ενάγων ήταν ανεπίτρεπτα αυξημένη, ενόψει του ότι δεν διέθετε η μοτοσυκλέτα τα φώτα κανονικά και ορατά από τους χρησιμοποιούντες την οδό από τέτοια απόσταση, ώστε να μπορούν να αντιδρούν έγκαιρα και να συμπεριφέρονται επιμελώς ως μέσοι συνετοί οδηγοί, και επί πλέον είχε φθαρμένα ελαστικά.
Από όλα τα προαναφερόμενα και αφού δεν αποδεικνύεται, ότι ο ενάγων έκανε οποιονδήποτε αποφευκτικό της συγκρούσεως ελιγμό, αποδεικνύεται, κατά την κρίση του Εφετείου τούτου, ότι αποκλειστικός υπαίτιος, και δη εξ αμελείας του, της εν λόγω συγκρούσεως και των μετ'αυτής αιτιωδών συνδεομένων, κατά τους ισχυρισμούς του, ζημιών του, είναι ο ενάγων και όχι η πρώτη εναγομένη.
Συνίσταται δε η υπαιτιότητά του στο ότι, ενώ είχε υποχρέωση ως μέσος συνετός οδηγός τέτοιου είδους οχήματος, όπως η μοτοσυκλέτα που οδηγούσε, να οδηγεί αυτήν την νύκτα και σε πλήρες σκοτάδι με τους φανούς της αναμμένους και σε τέτοια κατάσταση λειτουργίας, ώστε να φωτίζουν εμπρός της σε απόσταση μεγαλύτερη των σαράντα μέτρων και εν πάση περιπτώσει σε τέτοια απόσταση, ώστε να είναι ευχερώς αντιληπτή η κίνησή της από τους αντιθέτως κινούμενους ή από τους διασχίζοντες το ρεύμα κυκλοφορίας όπου εκινείτο, όπως η πρώτη εναγομένη και εν πάση περιπτώσει να οδηγεί την εν λόγω μοτοσυκλέτα του με τους φανούς της έστω ευρισκόμενους στην προαναφερθείσα κατάσταση, με μικρή ταχύτητα ώστε κατά πάσα στιγμή να μπορεί να ενεργήσει αποφευκτικό συγκρούσεως με άλλο όχημα ελιγμό, αυτός κατά παράβαση των υποχρεώσεών του αυτών, οδηγούσε την ανωτέρω μοτοσυκλέτα υπό τις προαναφερθείσες συνθήκες και περιστάσεις, κατά τον προεκτεθέντα και αποδειχθέντα αντίθετο αμελή τρόπο, από εκείνον, που επιβαλλόταν από αυτές (ως άνω συνθήκες και περιστάσεις), με αποτέλεσμα την πρόκληση της συγκρούσεως αυτής, την οποίαν σημειωτέον επί πλέον δεν προσπάθησε με αποφευκτικό ελιγμό, τον οποίον δεν αποδεικνύεται ότι δεν μπορούσε να κάνει, να αποφύγει.
Αντιθέτως την πρώτη εναγομένη δεν αποδεικνύεται, ενόψει των προεκτεθέντων, ότι την βαρύνει οποιαδήποτε υπαιτιότητα στην πρόκληση του ατυχήματος αυτού. Τούτο δε γιατί ενεργώντας κατά τον ως άνω τρόπο, ενήργησε, όπως όφειλε σαν μέση συνετός οδηγός οχήματος, όπως το αυτοκίνητο που οδηγούσε και ειδικώς εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας μετά από εν στάσει έλεγχο της κινήσεως επ'αυτού, προειδοποιήσεως για την κίνησή της αυτή με τον αριστερό δείκτη πορείας του αυτοκινήτου και κινήσεώς της με μικρή ταχύτητα κατά την στιγμή της συγκρούσεως.
Δεν μπορούσε δε να προβλέψει, ότι υπό τις ανωτέρω οδικές συνθήκες και περιστάσεις ο αντίδικός της θα ενεργούσε κατά τον ανωτέρω αμελή τρόπο".
Από τις παραδοχές που προαναφέρθηκαν προκύπτει ότι το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση, που απέρριψε την έφεση του ενάγοντα κατά της πρωτόδικης απόφασης που είχε κρίνει όμοια ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες σε σχέση με τις συνθήκες επέλευσης της σύγκρουσης, την αποκλειστική, όπως έκρινε, υπαιτιότητα του αναιρεσείοντα - ενάγοντα και την έλλειψη συνυπαιτιότητας της πρώτης αναιρεσίβλητης - εναγομένης, σε τρόπο ώστε να μη μπορεί να ελεγχθεί αν ορθά εφαρμόσθηκε ο νόμος και, συγκεκριμένα οι διατάξεις των άρθρ. 914 και 330 εδ.
β ΑΚ. Ειδικότερα ενώ η προσβαλλόμενη απόφαση δέχεται ότι κατά το χρόνο του ατυχήματος ήταν νύκτα και οι φανοί της μοτοσυκλέτας παρείχαν αμυδρό φωτισμό αντιληπτό από τα αντιθέτως κινούμενα οχήματα από απόσταση 10 μόλις μέτρων, λόγω αποφόρτισης του συσσωρευτή, δεν διευκρινίζεται ενόψει και του δεκτού γενομένου ότι η οδός στο σημείο της συγκρούσεως ήταν ευθεία και πλάτους μόλις εννέα (9) μέτρων (4,50μ.
κατά ρεύμα κυκλοφορίας) πως δεν έγινε εγκαίρως αντιληπτή η αντιθέτως κινούμενη μοτοσυκλέτα του αναιρεσείοντα από την πρώτη αναιρεσίβλητη οδηγό του ΙΧΕ αυτοκινήτου της για τυχόν μη καλή λειτουργία των εμπροσθίων φανών αυτού δεν διαλαμβάνεται παραδοχή και γίνεται επομένως, εμμέσως μεν, πλην σαφώς δεκτόν, ότι αυτοί (φανοί) λειτουργούσαν κανονικά και φώτιζαν σε απόσταση μεγαλύτερη των 40 μέτρων σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρ. 64 παρ.1 ΚΟΚ.
Επίσης ενώ στην ίδια απόφαση αναφέρεται ότι η μοτοσυκλέτα του αναιρεσείοντα εκινείτο με αυξημένη ταχύτητα, αυτή δεν προσδιορίζεται, όπως θα πρεπε. Τέλος ενώ δέχεται ότι το αυτοκίνητο της πρώτης των αναιρεσιβλήτων είχε ξεκινήσει από την θέση στάσεώς του και είχε εισέλθει στο αντίθετο, κατά την πορείαν του, ρεύμα κυκλοφορίας, δεν διευκρινίζει την κατά τον χρόνον της συγκρούσεως ακριβή θέση των οχημάτων και δη αν το αυτοκίνητο της πρώτης των αναιρεσιβλήτων είχε ήδη αρχίσει να πραγματοποιεί τον προς τα' αριστερά ελιγμόν ή εκινείτο ευθέως επί του αντιθέτου ρεύματος κυκλοφορίας, ενόψη μάλιστα και του ότι τα κατά τις παραδοχές της σημεία επαφής των οχημάτων (εμπρόσθιου μέρους κατά το μέσον του αυτοκινήτου και εμπρόσθιου της μοτοσυκλέτας) είναι δηλωτικά κατά μέτωπον συγκρούσεώς τους, δηλαδή τοιαύτης υπό συνθήκες διαφορετικές των περιγραφεισών.
Κατά συνέπεια είναι βάσιμος ο εξεταζόμενος λόγος της αναιρέσεως και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά παραδοχή του από τον αριθ.19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγου της αναιρέσεως, παρελκούσης της ερεύνης των λοιπών και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικστήριο αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ.3 του ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 312/2004 απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, και
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε χίλια εκατό (1.100) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Μαρτίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 2 Μαϊου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ