Supreme Court dismisses appeal as inadmissible due to untimely filing of the request for cassation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal as inadmissible because the request for cassation was filed after the thirty-day deadline expired. The plaintiffs had already lost the first-instance judgment in 2013, which became final after the three-year appeal period passed, yet the employer filed the cassation request in July 2019, more than a year after receiving the judgment. The court ruled that the untimely filing rendered the appeal procedurally invalid and ordered the employer to pay the plaintiffs' legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 553(1) and 321 of the Code of Civil Procedure; An appeal for cassation against a final first-instance judgment is inadmissible if filed after the statutory thirty-day period following the delivery of the judgment.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 817 / 2020 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Γ.Β
Αριθμός 817/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Σοφία Τζουμερκιώτη και Καλλιόπη Πανά, αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 21η Ιανουαρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΕΡΓΑΤΙΚΟΥ ΔΥΝΑΜΙΚΟΥ (Ο.Α.Ε.Δ.)", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξούσιας δικηγόρου Ευφροσύνης Σύρμου, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσίβλητων:1) Μαρίας Κόκκινη του Ιωάννη και 2) Βασιλικής Κοφτέρη του Διονυσίου, κατοίκων Αθηνών, που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Παναγιώτη Καμπίτη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-10-2010 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκε η 2981/2013 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου. Την αναίρεση της ζητεί το αναιρεσείον με την από 1-7-2019 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Καλλιόπη Πανά. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από αμοιβές για την παροχή εργασίας υπ' αριθ. 2981/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία έκανε εν όλω δεκτή την αγωγή των εναγουσών, ήδη αναιρεσιβλήτων, κατά του εναγομένου, ήδη αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ, με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗΣ ΕΡΓΑΤΙΚΟΥ ΔΥΝΑΜΙΚΟΥ (ΟΑΕΔ)", αναγνώρισε ότι οι συμβάσεις που συνδέουν αυτούς αποτελούν μια ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, αναγνώρισε την ακυρότητα της καταγγελίας των συμβάσεων αυτών και υποχρέωσε το εναγόμενο ν' απασχολεί τις ενάγουσες στις θέσεις που κατείχαν πριν την καταγγελία.
Κατά της απόφασης αυτής δεν ασκήθηκε το ένδικο μέσο της έφεσης.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 553 παρ. 1 ΚΠολΔ, "αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση...", ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 321 του ίδιου κώδικα "όσες οριστικές αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση είναι τελεσίδικες και αποτελούν δεδικασμένο". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για να προσβληθεί με το ένδικο μέσο της αναίρεσης απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου (πολιτικού), που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, πρέπει να είναι τελεσίδικη. Η πρωτόδικη απόφαση, η οποία υπόκειται σε έφεση γίνεται τελεσίδικη για κάποια αιτία που έχει επέλθει π.χ. διότι έχει παρέλθει η προθεσμία για έφεση ή διότι ο διάδικος έχει παραιτηθεί, από την έφεση που επρόκειτο να γίνει ή διότι αυτός έχει παραιτηθεί από το δικόγραφο της γενόμενης έφεσης, εφόσον στην τελευταία περίπτωση δεν υπάρχει πλέον προθεσμία προς άσκησή της. Ο διάδικος, έτσι, δεν υποχρεούται να διέλθει η υπόθεσή του και τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, αλλά μπορεί να προσβάλλει απευθείας με αναίρεση την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, μόλις αυτή καταστεί τελεσίδικη, κατά τους άνω τρόπους. (Ολ ΑΠ 1113/1986, ΑΠ 878/2017).
Με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, ο οποίος επέφερε ριζικές αλλαγές στον ΚΠολΔ, τροποποιήθηκαν πολλές διατάξεις του τρίτου βιβλίου του ΚΠολΔ (άρθρα 495-590), που αφορούν τα ένδικα μέσα και τις ανακοπές, μεταξύ των οποίων και το άρθρο 518 παρ. 2, στο οποίο ορίσθηκε ότι "αν δεν επιδοθεί η απόφαση, η προθεσμία της έφεσης είναι δύο έτη, που αρχίζει από τη δημοσίευση της απόφασης που περατώνει τη δίκη".
Η ίδια διάταξη, πριν την τροποποίησή της όριζε ότι "αν δεν επιδοθεί η απόφαση, η προθεσμία της έφεσης είναι τρία χρόνια, που αρχίζουν από την δημοσίευση της απόφασης που περατώνει την δίκη. Περαιτέρω, στο άρθρο 1 ένατο παρ. 2 του ίδιου νόμου και υπό τον τίτλο "μεταβατικές και άλλες διατάξεις" περιλήφθηκε μεταβατική διάταξη, σύμφωνα με την οποία "οι διατάξεις για τα ένδικα μέσα και τις ειδικές διαδικασίες των άρθρων 591-645 εφαρμόζονται για τα κατατιθέμενα από τις 1/1/2016 ένδικα μέσα και αγωγές, ενώ στην παρ. 4 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι "κατά τα λοιπά, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά σε επιμέρους διατάξεις, η ισχύς του νόμου αυτού αρχίζει από 1-1-2016".
Η αιτιολογική έκθεση του ν. 4335/2015 ορίζει, όσον αφορά τις μεταβατικές διατάξεις, τα εξής: "Με τις παραγράφους 1-4 των μεταβατικών διατάξεων ρυθμίζεται το χρονικό σημείο έναρξης ισχύος των διατάξεων του προτεινόμενου σχεδίου νόμου, κατά τρόπον, ώστε να παρέχεται ο αναγκαίος χρόνος προσαρμογής στις νέες ρυθμίσεις όλων των παραγόντων της δικαιοσύνης".
Η ως άνω μεταβατική διάταξη, όμως, που περιορίζεται μόνο στην πρόβλεψη ότι οι διατάξεις για τα ένδικα μέσα εφαρμόζονται σε όσα εξ αυτών ασκούντα μετά την 1/1/2016, κάθε άλλο παρά σαφής είναι και για το λόγο αυτό οι σχετικές θεωρητικές προσπάθειες, αλλά - το κυριότερο - και οι πρώτες δικαστικές προσπάθειες που εκδίδονται μετά την 1/1/2016 παρείχαν συχνά εκ διαμέτρου αντίθετες προσεγγίσεις των νέων ρυθμίσεων, που διακύβευαν σε μεγάλο βαθμό την απαιτούμενη ασφάλεια δικαίου.
Με την φραστική διατύπωση της ανωτέρω μεταβατικής διάταξης ανέκυψαν ζητήματα διαχρονικού δικαίου στο δίκαιο της έφεσης και της αναίρεσης, καθώς ο νομοθέτης δεν διακρίνει μεταξύ των διατάξεων που αφορούν στη διαδικασία άσκησης και συζήτησης των ενδίκων αυτών μέσων από εκείνες που αναφέρονται στο παραδεκτό και στη προθεσμία άσκησης αυτών, με συνέπεια, κατά γραμματική ερμηνεία, να μπορεί να υποστηριχθεί ότι η διάταξη καταλαμβάνει όλες τις εφέσεις και αναιρέσεις που κατατίθενται από 1-1-2016, ανεξαρτήτως του χρόνου δημοσίευσης της προσβαλλόμενης απόφασης.
Ως εκ τούτου κρίθηκε αναγκαία η προσφυγή στις διαχρονικού δικαίου διατάξεις του Εις.Ν.Κ.ΠολΔ. Ειδικότερα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 24 παρ. 1 Εις. Ν.ΚΠολΔ, το παραδεκτό των ενδίκων μέσων, το παραδεκτό των προβαλλομένων λόγων και ο χρόνος της άσκησης κρίνονται σύμφωνα με το νόμο που ισχύει κατά το χρόνο που δημοσιεύεται η απόφαση, ενώ σύμφωνα με την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, οι διατάξεις των άρθρων 518 παρ. 2, 545 παρ. 5 και 564 παρ. 3 ΚΠολΔ εφαρμόζονται και στις αποφάσεις που εκδόθηκαν πριν από την εισαγωγή του.
Από την αντιπαραβολή μεταξύ των δύο παραγράφων τίθεται το ερμηνευτικό ζήτημα, αν η προθεσμία για την άσκηση των ένδικων μέσων της έφεσης και της αναίρεσης θα πρέπει να κριθεί με βάση την αρχή του άρθρου 24 παρ. 1 Εις. Ν. ΚΠολΔ, η οποία αναφέρεται στο παραδεκτό (στοιχείο του οποίου αποτελεί και το εμπρόθεσμο του ενδίκου μέσου) ή στην παρ. 2 του ίδιου άρθρου, η οποία αναφέρεται ειδικά στις καταχρηστικές προθεσμίες.
Όμως, η προσήλωση στη φραστική διατύπωση του άρθρου ένατου παρ. 2 ν. 4335/2015 θα ήγειρε ανυπολόγιστους κινδύνους ανασφάλειας δικαίου και διάψευσης της εύλογης πεποίθησης και δικαιολογημένης εμπιστοσύνης των συναλλασομένων από ενδεχόμενη απώλεια κρίσιμων προθεσμιών και δικαιωμάτων. Γι' αυτούς τους λόγους η ρύθμιση του ως άνω νόμου πρέπει να υποχωρήσει υπέρ της θεμελιώδους διαχρονικού δικαίου αρχής, που διατυπώνεται στο άρθρο 24 παρ. 1 Εισ Ν.Κ.ΠολΔ, δηλαδή να εφαρμόζεται επί της προθεσμίας των ενδίκων μέσων και εναντίον των αποφάσεων που δεν έχουν επιδοθεί ο κατά το χρόνο της δημοσίευσης της προσβαλλόμενης απόφασης ισχύων νόμος.
Έτσι, ως προς τις δημοσιευόμενες πριν την έναρξη ισχύος του ν. 4335/2015 αποφάσεις, που είχαν εκδοθεί αντιμωλία των διαδίκων και δεν είχαν επιδοθεί και καταστεί τελεσίδικες ή αμετάκλητες, εξακολουθεί να ισχύει η τριετής καταχρηστική προθεσμία προσβολής τους με έφεση ή αναίρεση (πρ.βλ. Ολ ΑΠ 296/1974), στην αντίστροφη περίπτωση της αύξησης της ως άνω καταχρηστικής προθεσμίας από διετή, κατά το άρθρο 817 παρ. 4 της ΠολΔ, σε τριετή με τον ΚΠολΔ/1968).
Η με τον τρόπο αυτό τελολογική προσέγγιση του άρθρου ένατου παρ. 2 του ν. 4335/2015 συντελεί στην εγκαθίδρυση αισθήματος εμπιστοσύνης του πολίτη και άρσης οποιασδήποτε ανασφάλειας δικαίου (Ολ ΑΠ 10/2018, ΑΠ 111/2019).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 564 παρ. 1 ΚΠολΔ, "αν ο αναιρεσείων διαμένει στην Ελλάδα, η προθεσμία της αναίρεσης είναι τριάντα ημέρες και αρχίζει από την επίδοση της απόφασης". Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η οριζόμενη απ' αυτήν προθεσμία αρχίζει από την επομένη της επιδόσεως της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης ημέρα, καθόσον με τη διάταξη του άρθρου αυτού καθορίζεται απλώς η διάρκεια της προθεσμίας και το γεγονός που την κινεί, ενώ ο τρόπος υπολογισμού της προθεσμίας ρυθμίζεται από τη διάταξη του άρθρου 144 παρ. 1 ΚΠολΔ, κατά την οποία οι προθεσμίες που ορίζονται από τον νόμο αρχίζουν από την επομένη ημέρα από την επίδοση του σχετικού εγγράφου.
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 577 ΚΠολΔ, "το δικαστήριο πρώτα συζητεί για το παραδεκτό της αναίρεσης" (παρ. 1). "Αν η αναίρεση δεν ασκήθηκε νόμιμα ή λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή, ο Άρειος Πάγος την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως, (παρ. 2). Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι το εμπρόθεσμο της ασκηθείσας αναίρεσης αποτελεί προϋπόθεση του παραδεκτού αυτής, τη συνδρομή της οποίας εξετάζει ο Άρειος Πάγος και αυτεπαγγέλτως, με βάση τα υποβληθέντα αποδεικτικά έγγραφα στοιχεία της δικογραφίας.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, που προσκομίζουν με επίκληση οι διάδικοι, αποδεικνύονται τα ακόλουθα: Οι ενάγουσες, ήδη αναιρεσίβλητες άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών στην από 5/10/2010 αγωγή, με την οποία ζητούσαν ν' αναγνωρισθεί ότι με το εναγόμενο τους συνδέει μία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου στην κάθε μία απ' αυτές, ν' αναγνωρισθεί η ακυρότητα της καταγγελίας των εργασιακών τους συμβάσεων και να υποχρεωθεί αυτό να τις απασχολεί στις θέσεις που κατείχαν πριν την καταγγελία τους.
Το ανωτέρω δικαστήριο με την υπ' αριθμ. 2981/2013 απόφασή του, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από αμοιβές για την παροχή εργασίας, δέχθηκε την αγωγή ως προς όλα τα αιτήματά της.
Κατά της απόφασης αυτής, που δημοσιεύθηκε στις 19-11-2013, δεν ασκήθηκε το ένδικο μέσο της έφεσης όπως προκύπτει από το αριθμ. 13368/30-12-2019 πιστοποιητικό της γραμματείας του Πρωτοδικείου Αθηνών, ως τις 19-11-2016, οπότε παρήλθε η τριετής, κατά τ' αναφερόμενα στην μείζονα σκέψη, προθεσμία για την άσκησή της και η άνω απόφαση κατέστη έκτοτε τελεσίδικη.
Στην συνέχεια οι ενάγουσες - αναιρεσίβλητες επέδωσαν στο εναγόμενο αναιρεσείον την ένδικη απόφαση στις 6/5/2019 (βλ. σχετ. υπ' αριθμ. 11636Γ'/19 αποδεικτικό επίδοσης της προσβαλλόμενης, του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Αθαν. Μήτση), οπότε άρχισε η προθεσμία των τριάντα ημερών για την άσκηση της αναίρεσης κατά της ανωτέρω απόφασης.
Η ένδικη αίτηση αναιρέσεως όμως, ασκήθηκε με κατάθεσή της στην γραμματεία του εκδόσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστηρίου την 1/7/2019 και έλαβε αριθμό κατάθεσης 89/2019.
Εξ αυτού συνάγεται ότι η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί εκπρόθεσμα, δηλαδή μετά την πάροδο των τριάντα ημερών από την επίδοσή της προσβαλλόμενης απόφασης, που είχε ήδη, πριν την επίδοσή της, καταστεί τελεσίδικη, κατά τα προεκτεθέντα.
Πρέπει, επομένως, μετά από αυτεπάγγελτη έρευνα του εκπροθέσμου της άσκησης της ένδικης αίτησης αναίρεσης, ν' απορριφθεί αυτή ως απαράδεκτη λόγω εκπροθέσμου ασκήσεως. Τέλος, το αναιρεσείον, λόγω της ήττας του, πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει ως απαράδεκτη την από 1/7/2019 αίτηση του ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΕΩΣ ΕΡΓΑΤΙΚΟΥ ΔΥΝΑΜΙΚΟΥ ΟΑΕΔ", για αναίρεση της 2981/2013 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Και Επιβάλλει σε βάρος του αναιρεσείοντος τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Ιουνίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Ιουλίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Σελίδα 6 της 817/2020 πολιτικής απόφασης του Αρείου Πάγου