Legislator Case Law & Legislation
817/2018 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on shareholder buyout claim lacking statutory grounds under Greek Company Law.

Case Number 817/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Third Instance Court's decision rejecting a minority shareholder's buyout claim. The appellant argued that the company's articles of association made continued membership disproportionately burdensome, but the court found no statutory basis for this argument. The court ruled that the specific grounds for buyout required by law were not met, rendering the appeal inadmissible.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559(1) of the Code of Civil Procedure; Art. 49α of Law 2190/1920: An appeal is inadmissible if the lower court correctly applied substantive law, as a buyout claim requires specific statutory grounds beyond general articles of association provisions.

Keywords

AI generated
shareholder buyout disproportionate burden statutory grounds minority shareholder appeal dismissal company law articles of association

Cited Legislation

AI generated
Art. 559(1) of the Code of Civil Procedure
Art. 49α of Law 2190/1920
Art. 6(6) of the company's articles of association
Art. 495(4) of the Code of Civil Procedure
Arts. 176 and 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
OLAP 7/2006
OLAP 4/2005
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 817 / 2018 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 817/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Λέκκα), Αθανάσιο Καγκάνη - Εισηγητή, Αλτάνα Κοκκοβού, Ιωάννη Μπαλιτσάρη και Αγγελική Τζαβάρα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 26 Φεβρουαρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Β. Ι. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιάκωβο Βενιέρη και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Εταιρείας με την επωνυμία "...", που ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γρηγόριο Μπιτσικώκο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5/5/2013 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κατερίνης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 107/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 43/2017 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 20/2/2017 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005).

Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 49α του ν. 2190/1920 (το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 59 του νόμου 3604/2007): "1. Στις περιπτώσεις που ορίζονται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου, ένας ή περισσότεροι μέτοχοι μπορούν να ζητήσουν με αγωγή την εξαγορά των μετοχών τους από την εταιρία, εάν εκ των λόγων αυτών η παραμονή τους σε αυτήν καθίσταται, κατά τρόπο προφανή, ιδιαίτερα ασύμφορη.

Αρμόδιο δικαστήριο είναι το Πολυμελές Πρωτοδικείο της έδρας της εταιρίας. Το δικαίωμα αυτό υφίσταται υπό την προϋπόθεση ότι οι αιτούντες μέτοχοι παρέστησαν στη γενική συνέλευση και αντιτάχθηκαν στη λήψη της σχετικής απόφασης, εκτός αν, στην περίπτωση γ' της παραγράφου 2, ο λόγος εξαγοράς δεν σχετίζεται με τέτοια απόφαση. 2.

Εξαγορά μπορεί να ζητηθεί: α) εάν η γενική συνέλευση αποφάσισε τη μεταφορά της έδρας της εταιρείας σε άλλο κράτος, β) εάν η γενική συνέλευση αποφάσισε την εισαγωγή περιορισμών στη μεταβίβαση των μετοχών ή την αλλαγή του σκοπό της εταιρίας, γ) σε άλλες περιπτώσεις που προβλέπει το καταστατικό, υπό την προϋπόθεση ότι προβλέπει και σχετική προθεσμία για την άσκηση της αγωγής. 3.

Η αγωγή της παραγράφου 1 μπορεί να ασκηθεί εντός τριών (3) μηνών από τη συντέλεση της σχετικής τροποποίησης του καταστατικού. Στην περίπτωση γ' της παραγράφου 2 η αγωγή ασκείται εντός της προθεσμίας που προβλέπει το καταστατικό....5....7".

Με την παραπάνω διάταξη προβλέπεται δικαίωμα μετόχου της μειοψηφίας να ζητήσει με αγωγή του ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου της έδρας της εταιρίας την εξαγορά των μετοχών του από την ίδια την εταιρία. Ουσιαστικά πρόκειται για νομοθετική ικανοποίηση της ανάγκης της μειοψηφίας να εξέλθει από την ΑΕ, χωρίς όμως η αποχώρησή της να προκαλέσει ζημία για τα συμφέροντα της εταιρίας.

Το ανωτέρω άρθρο εισάγει συγκεκριμένες αυστηρές και εξαιρετικά περιορισμένες προϋποθέσεις, βάσει των οποίων ασκείται το ανωτέρω δικαίωμα, οι οποίες είναι συστατικές, περιοριστικές και αποκλειστικές αυτού του δικαιώματος. Οι ουσιαστικές προϋποθέσεις που τίθενται από τον νομοθέτη για την κατ' άρθρο 49α ν. 2190/1920 εξαγορά είναι τρεις. 1) Η άσκηση του δικαιώματος από μέτοχο της μειοψηφίας, αφού ο συνδυασμός των περαιτέρω προϋποθέσεων του άρθρου αυτού να ληφθεί δηλαδή απόφαση από τη γενική συνέλευση για μεταβολή που καθιστά ασύμφορη την παραμονή του αιτουμένου την εξαγορά μετόχου και να έχει αντιταχθεί αυτός στη λήψη της (εφόσον βεβαίως ο λόγος του ασύμφορου άπτεται θέματος για το οποίο αποφασίζει η Γ.Σ.) αποτρέπει το ενδεχόμενο να ασκηθεί το δικαίωμα αποχώρησης και μεταβίβασης των μετοχών από την πλειοψηφία της ανώνυμης εταιρίας. 2) Το προφανώς και ιδιαιτέρως ασύμφορο της διατήρησης της μετοχικής σχέσης για τον μέτοχο που ασκεί το σχετικό δικαίωμα.

Ουσιαστικά, με την εισαγωγή της ανωτέρω προϋπόθεσης στο νόμο, αποκρυσταλλώνεται και εξειδικεύεται η αρχή της καλής πίστης, η οποία επιβάλλει να αποδεσμεύεται το συμβαλλόμενο μέρος από μία διαρκή σύμβαση, όπως είναι η εταιρική, σε περίπτωση που η διατήρησή της είναι δυσβάστακτη γι' αυτό. Η αξιολόγηση του κατά πόσον η συνέχιση της μετοχικής σχέσης είναι ασύμφορη ή μη δεν κρίνεται με βάση την υποκειμενική αντίληψη του μετόχου της μειοψηφίας ή τα υποκειμενικά συμφέροντα της εταιρίας, αλλά με βάση την αντικειμενική κρίση του μέσου συνετού ανθρώπου, σε συνάρτηση με τα ιδιαίτερα στοιχεία του προσώπου του μετόχου, καθώς και με τα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά και τις ιδιαιτερότητες του λόγου, με βάση τον οποίο ο μέτοχος της μειοψηφίας κινητοποίησε το μηχανισμό της εξαγοράς των μετοχών του από την εταιρία.

Ωστόσο το απλώς ασύμφορο της παραμονής του μετόχου στην εταιρία δεν αρκεί για τη θεμελίωση της παραπάνω (δεύτερης) προϋπόθεσης. Η διάταξη αναφέρει πως η παραμονή του μετόχου πρέπει να καθίσταται ασύμφορη "κατά τρόπο προφανή" και μάλιστα "ιδιαίτερα" ασύμφορη. Με το στοιχείο του "ιδιαίτερα ασύμφορου" χαρακτήρα της παραμονής ο νομοθέτης επιδιώκει να συγκεκριμενοποιήσει τον βαθμό στον οποίο πρέπει η παραμονή να μην είναι πλέον ανεκτή και αναμενόμενη για το μέτοχο της μειοψηφίας, ώστε να δικαιολογείται η απόκτηση των μετοχών του από την εταιρία.

Προκειμένου να τύχει εφαρμογής το ως άνω άρθρο πρέπει η παραμονή του να επιφέρει σημαντική επιβάρυνσή του και να καθιστά ιδιαιτέρως δυσμενή τη θέση του, να εμπεριέχει δηλαδή έντονα αρνητικές συνέπειες σε σύγκριση με την κατάσταση που υπήρχε πριν από την εμφάνιση του λόγου που προκαλεί την αποχώρησή του.

Το γεγονός δε πως, σύμφωνα με την ανωτέρω διάταξη του νόμου, η παραμονή πρέπει να είναι ιδιαίτερα ασύμφορη για τον μέτοχο "κατά τρόπο προφανή", επιτείνει καθοριστικά τον βαθμό δυσκολίας στην αποδοχή της προϋπόθεσης του ασύμφορου, διότι απαιτείται η έντονη εξωτερίκευση της δυσμενούς θέσης του μετόχου στην εταιρία με βάση τον λόγο που επικαλείται για την έξοδό του.

Το ασύμφορο της παραμονής του απαιτείται να ενέχει σε τέτοιο βαθμό αρνητική χροιά, ώστε να αίρεται κάθε αμφισβήτηση για το ασύμφορό της.

Συνεπώς πρέπει τα επικαλούμενα πραγματικά περιστατικά αλλά και τα αποδεικτικά στοιχεία στη συνέχεια να καθιστούν προδήλως και πέραν πάσης αμφιβολίας μη ανεκτή τη συνέχιση της εταιρικής σχέσης για τον μέτοχο. Η συνδρομή της ανωτέρω προϋπόθεσης ερευνάται από το δικαστήριο στενά, διότι το όλο άρθρο εισάγει εξαιρετική ρύθμιση, αφού ο αποδέκτης - αγοραστής των μετοχών είναι η ίδια η ΑΕ και ο νομοθέτης διακρίνεται, ενόψει και του άρθρου 16 του ν. 2190/1920, από ιδιαίτερη απροθυμία να επιβάλει στην ΑΕ την απόκτηση των δικών της μετοχών για μη επιτακτικούς και εξαιρετικούς λόγους.

Γι' αυτήν ακριβώς την αιτία κρίθηκε από το νομοθέτη αναγκαία και η παρέμβαση του δικαστηρίου προκειμένου να ελεγχθεί η συνδρομή των προϋποθέσεων εξαγοράς και να αποτραπεί η αλόγιστη αγορά μετοχών από την εταιρία και 3) Η συνδρομή μίας, από τις αναφερόμενες στην παράγραφο 2, περιστάσεων δηλαδή είτε να έχει αποφασίσει η γενική συνέλευση τη μεταφορά της έδρας της εταιρίας σε άλλο κράτος ή την εισαγωγή περιορισμών στη μεταβίβαση των μετοχών ή την αλλαγή του σκοπό της εταιρίας, είτε να συντρέχουν άλλες περιπτώσεις προβλεπόμενες από το καταστατικό ως παραγωγικές του σχετικού δικαιώματος εξαγοράς υπό την πρόσθετη προϋπόθεση ότι ορίζεται σε αυτό και προθεσμία για την άσκηση της σχετικής αγωγής.

Αυτονόητο είναι, ενόψει της διατύπωσης των ανωτέρω διατάξεων, ότι η Τρίτη αυτή προϋπόθεση πρέπει να υφίσταται αθροιστικά και συμπλεκτικά με τις υπόλοιπες για να γεννηθεί το δικαίωμα του μετόχου της μειοψηφίας να αιτηθεί την εξαγορά των μετοχών του από την εταιρία. Έτσι το προφανώς και ιδιαιτέρως ασύμφορο της παραμονής του μετόχου στην μετοχική σύνθεση δεν αρκεί από μόνο του, κατά τη σαφή βούληση του νομοθέτη, για να θεμελιώσει το δικαίωμα εξαγοράς.

Και αυτό διότι, κατά τη στάθμιση και την προσπάθεια εξισορρόπησης των αντικρουόμενων συμφερόντων αφενός μεν του μετόχου της μειοψηφίας προς απαλλαγή του από τη μετοχική του ιδιότητα όταν αυτή δεν του προσφέρει απολαβές και του προκαλεί ακόμη και σημαντικές ζημίες, αφετέρου δε των εταιρικών δανειστών αλλά και της ίδιας της εταιρίας προς διαφύλαξη της εταιρικής περιουσίας, μη καταναλωτέας κατ' αρχήν προς αγορά ίδιων μετοχών, επιλέχθηκε, κατά τα προαναφερόμενα, η ενδιάμεση λύση της παροχής μεν στον μέτοχο του δικαιώματος να απαιτήσει την εξαγορά σε περιορισμένες όμως εκ των προτέρων περιπτώσεις και ειδικότερα μόνον εφόσον συντρέχει ένας από τους λόγους που αναφέρονται ρητώς στην παράγραφο 2α, β του παραπάνω άρθρου 49α ή άλλος λόγος προβλεπόμενος από το καταστατικό(δ2γ).

Η αθροιστική συνδρομή των ως άνω τριών προϋποθέσεων αποτελεί την ασφαλιστική δικλείδα που χρησιμοποίησε ο νομοθέτης για να αποφύγει την καταστρατήγηση της βασικής επιλογής τους, που δεν κατατείνει πλέον στον αποκλεισμό της απόκτησης από την ανώνυμη εταιρία δικών της μετοχών αλλά στην επιδίωξη να καταστεί η απόκτηση αυτή ιδιαιτέρως δυσχερής και επιβαλλόμενη ή επιτρεπόμενη μόνον σε εξαιρετικές περιπτώσεις σύμφωνα και με τα προαναφερόμενα.

Ο λόγος μάλιστα, που προβλέπεται από την παράγραφο 2 και που απαιτείται να συντρέχει σε κάθε περίπτωση προς θεμελίωση του δικαιώματος του μετόχου προς εξαγορά, πρέπει να αποτελεί την αιτία για το προφανώς και ιδιαιτέρως ασύμφορο της διατήρησης των μετοχών, όπως σαφώς συνάγεται από τη διατύπωση της πρώτης παραγράφου του ανωτέρω άρθρου ("εάν εκ των λόγων αυτών η παραμονή τους καθίσταται κατά τρόπο προφανή, ιδιαίτερα ασύμφορη").

Περαιτέρω η απαρίθμηση στο νομοθετικό κείμενο συγκεκριμένων λόγων για να υποβληθεί το αίτημα εξαγοράς, ακόμη κι αν αυτοί δεν προβλέπονται από το καταστατικό, παρέχει ένα κατ' αρχήν μέτρο για τη σπουδαιότητα που πρέπει να έχουν οι τυχόν προβλεπόμενοι στο καταστατικό λόγοι για να γεννηθεί το δικαίωμα εξαγοράς, ενώ ταυτοχρόνως υποδηλώνει σαφώς και ότι οι καταστατικοί λόγοι αποχώρησης πρέπει να αναφέρονται σε ουσιώδεις μεταβολές στην κατάσταση της εταιρίας, που τελούν σε σχέση αιτίας και αιτιατού με το προφανώς και ιδιαιτέρως ασύμφορο της παραμονής του μετόχου σ' αυτήν.

Ο νομοθέτης επέλεξε μάλιστα επί Α.Ε. την επιβαλλόμενη πάντοτε εκ των προτέρων εξειδίκευση των λόγων που δικαιολογούν το δικαίωμα εξαγοράς είτε βάσει των δικών του ανωτέρω προβλέψεων (μεταφορά έδρας της εταιρίας κ.λ.π.), είτε βάσει προβλέψεων του καταστατικού, σε αντίθεση με την επιλογή που ακολουθήθηκε για τη δυνατότητα εξόδου εταίρου από ΕΠΕ, για την οποία προβλέπονται με το άρθρο 33 παρ. 1 και 2 του νόμου 3190/1955 είτε λόγοι προβλεπόμενοι από το καταστατικό υπό ορισμένες όμως προϋποθέσεις και πάλι, είτε λόγοι μη καθορισμένοι εκ των προτέρων, που θα κριθούν όμως ως σπουδαίοι από το δικαστήριο.

Η διαφοροποίηση μεταξύ των σχετικών διατάξεων των δύο αυτών νομοθετημάτων δεν είναι τυχαία, αλλά οφείλεται στη διαφοροποίηση των δύο εταιρικών τύπων και στον αμιγώς κεφαλαιουχικό χαρακτήρα της Α.Ε., ενώ η ΕΠΕ διακρίνεται, παρά τον κεφαλαιουχικό της χαρακτήρα, και από προσωπικά στοιχεία, τα οποία επιβάλλουν διαφορετική μεταχείριση ως προς τη δυνατότητα εξόδου.

Έτσι στην περίπτωση της ΑΕ, στην οποία μάλιστα η έξοδος του εταίρου δια της μεταβιβάσεως των μετοχών του σε τρίτους μπορεί να επιτευχθεί ευκολότερα από τη μεταβίβαση του εταιρικού μεριδίου σε ΕΠΕ, αποκλείσθηκε η δυνατότητα του εταίρου να προσφύγει στο δικαστήριο επικαλούμενος ένα οποιονδήποτε σπουδαίο λόγο που δεν προβλέπεται από τον νόμο ή το καταστατικό προκειμένου να επιτύχει την εξαγορά των μετοχών του από την εταιρία, ενώ εάν το καταστατικό δεν προβλέπει συγκεκριμένους λόγους που να γεννούν τέτοιο δικαίωμά του η απαρίθμηση των λόγων στην παρ. 2 του ως άνω άρθρου καθίσταται περιοριστική και δεν παρέχεται, ενόψει των συγκεκριμένων ρυθμίσεων, η δυνατότητα να διαταχθεί η εξαγορά μετοχών για οποιονδήποτε, μη καθοριζόμενο στον νόμο ή το καταστατικό, έστω και σπουδαίο λόγο κατ' ανάλογη εφαρμογή της παρ. 2 του άρθρου 33 του ν. 3190/1955, η οποία θα οδηγούσε σε contra legem λύσεις.

Περαιτέρω, στο ως άνω άρθρο προβλέπονται και δύο άλλες, τυπικές κατά κύριο λόγο, προϋποθέσεις για τη νόμιμη υποβολή του αιτήματος εξαγοράς από τον μέτοχο. Απαιτείται αυτός να έχει παρασταθεί στη Γ.Σ. της εταιρίας και να έχει αντιταχθεί στη λήψη της σχετικής απόφασης (η οποία τυχόν επέφερε τη μεταβολή, που αποτελεί τον λόγο του ασύμφορου της συνέχισης παραμονής του ως μετόχου), προϋπόθεση που βεβαίως δεν είναι δυνατό να απαιτηθεί όταν δεν εχώρησε νομότυπη κλήτευση, ενώ προβλέπεται προς άσκηση της αγωγής και τρίμηνη αποκλειστική προθεσμία από τη συντέλεση της σχετικής τροποποίησης του καταστατικού.

Οι τελευταίες αυτές προϋποθέσεις δεν απαιτείται βεβαίως να συντρέχουν εάν ο μέτοχος αιτείται την εξαγορά για οριζόμενο στο καταστατικό λόγο που αναφέρεται σε μεταβολή της κατάστασης της εταιρίας για την οποία δεν λαμβάνεται απόφαση από τη γενική συνέλευση. Σ' αυτήν όμως την τελευταία περίπτωση, που δεν αποκλείεται από το νόμο, πρέπει, για λόγους ταχείας εκκαθάρισης των σχέσεων και υποχρεώσεων που δημιουργούνται, το καταστατικό να προβλέπει προθεσμία προς άσκηση της ανωτέρω αγωγής και έγερσή της εντός της οριζόμενης προθεσμίας.

Σύμφωνα με όλα αυτά, η απλή πρόβλεψη σε καταστατικό ανώνυμης εταιρίας ότι ο μέτοχος μπορεί να ζητήσει εξαγορά των μετοχών του από την εταιρία, η οποία υποχρεούται να τις αγοράσει, χωρίς να προβλέπονται όμως σ' αυτό οι λόγοι για τους οποίους μπορεί να το πράξει και χωρίς να συντρέχουν οι συγκεκριμένα απαριθμούμενοι στην παρ. 2 περ.

α και β του άρθρου 49 α του ν. 2190/1920 λόγοι, δεν θεμελιώνει δικαίωμά του να ασκήσει αγωγή ζητώντας την εξαγορά τους, ούτε αντίστοιχη υποχρέωση της εταιρίας. Μόνη δε η επίκλησή του, έστω και προφανώς και ιδιαιτέρως, ασύμφορου της παραμονής του μετόχου στην εταιρία για οποιουσδήποτε λόγους, χωρίς όμως να συντρέχει ένας από τους ως άνω προβλεπόμενους από τον νόμο ή το καταστατικό λόγος που να δικαιολογεί το προφανώς και ιδιαίτερα ασύμφορο της, παραμονής αυτής, καθιστά τη σχετικά αγωγή, (με την οποία ζητείται να υποχρεωθεί η εταιρία στην εξαγορά), μη νόμιμη, λόγω μη συνδρομής των συμπλεκτικώς τασσόμενων από το νόμο ως άνω προϋποθέσεων.

Τέλος, σύμφωνα με το άρθρ. 6§6 του καταστατικού της αναιρεσιβλήτου. "Με εξαίρεση την μεταβίβαση μετοχών αιτία θανάτου η μεταβίβαση των ονομαστικών μετοχών της εταιρίας είναι άκυρος έναντι της εταιρίας αν δεν προσφερθούν προηγουμένως στους λοιπούς μετόχους ή την εταιρία. Αν ουδείς μέτοχος προσφερθεί για απόκτηση των μετοχών εντός προθεσμίας δύο (2) μηνών από της ημέρας της εγγράφου προς το ΔΣ της εταιρίας προσφοράς του επιθυμούντος την μεταβίβαση μετόχου, το Διοικητικό Συμβούλιο υποχρεούται να υποδείξει αγοραστή εντός μηνός από της λήξεως της άνω δίμηνης προθεσμίας.

Αν δεν υποδειχθεί αγοραστής εντός της άνω προθεσμίας η εταιρία υποχρεούται να εξαγοράσει τις μετοχές αυτές σύμφωνα με το άρθρο 49α του ΚΝ 2190/1920 εντός μηνός από της έκδοσης της απόφασης περί ορισμού του τιμήματος των προς εξαγορά μετοχών. Αν δεν εξαγοραστούν εν τέλει ούτε από την εταιρία οι μετοχές, η μεταβίβαση αυτών είναι ελεύθερη.

Κάθε μεταβίβαση κατά παράβαση της παρούσης διάταξης του καταστατικού είναι άκυρη".

Με τους (δύο) λόγους της αναιρέσεως προβάλλεται από τον αναιρεσείοντα η, από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αιτίαση με την επίκληση ότι, η προσβαλλόμενη απόφαση κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού δικαίου, διατάξεων των άρθρων 42α§2 περ. γ και 2§1α ν. 2190/1920, απέρριψε, ως νομικά αβάσιμη την κατά της αναιρεσιβλήτου εγερθείσα και επί των ως άνω διατάξεων θεμελιωθείσα ένδικη αγωγή αυτού περί υποχρεώσεως της τελευταίας (αναιρεσιβλήτου) στην εξαγορά των, ως μετόχου της μειοψηφίας, ανηκουσών στον ίδιο μετοχών, δεχθείσα (εσφαλμένως κατά την προβαλλόμενη ως άνω αιτίαση) τη μη συνδρομή της, από τις παραπάνω διατάξεις προβλεπομένης για την αιτούμενη εξαγορά προϋποθέσεις της προβλέψεως (δηλαδή) στο καταστατικό της αναιρεσιβλήτου εταιρείας συγκεκριμένων λόγων οι οποίοι καθιστούν "προφανώς και ιδιαιτέρως ασύμφορη" την παραμονή του σ' αυτήν παρόλο που η, περί της νομικής αβασιμότητος, σχετική κρίση απεκλείετο από την ορθή ερμηνεία των (εσφαλμένως ερμηνευθεισών) ως άνω διατάξεων.

Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή (αρθρ. 561§2 ΚΠολΔ) επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι, αυτή, δέχθηκε, αναφορικά με το κρίσιμο για την έκβαση της δίκης ως άνω ζήτημα, τ' ακόλουθα: "Συνεπώς η (υπό κρίση) αγωγή με την οποία ζητείται να υποχρεωθεί η εναγομένη (αναιρεσίβλητος) εταιρία στην εξαγορά των μετοχών του ενάγοντος, (αναιρεσείοντος) μετόχου της μειοψηφίας, ενόψει του ότι η παραμονή του σ' αυτήν κατέστη προφανώς και ιδιαιτέρως ασύμφορη κατ' εφαρμογήν του άρθρου 49α ν. 2190/1920 και του όρου του άρθρου 6 παρ. 6 του καταστατικού της, το οποίο δεν περιέχει όμως οποιονδήποτε λόγο για να απαιτηθεί τέτοια εξαγορά, εξαιτίας του οποίου να έχει καταστεί η συνέχιση της μετοχικής σχέσης ασύμφορη γα τον ενάγοντα, ενώ δεν επικαλείται ο ενάγων (αναιρεσείων) ότι συντρέχει και οποιοδήποτε λόγος από τους προβλεπόμενους στην παρ. 2 περ.

α' και β του παραπάνω άρθρου, είναι μη νόμιμη, διότι δεν υφίστανται οι προϋποθέσεις που απαιτούνται από το δίκαιο για τη γένεση σχετικής αξίωσής του." Έτσι που έκρινε το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφαση δεν υπέπεσε στην αποδιδομένη με τους παραπάνω, από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, λόγους πλημμέλεια καθόσον, μετ' ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεων των άρθρων 49§2 περ.

γ και 2§1α του ν. 2190/1920, απέρριψε, ως νομικά αβάσιμη, εξαφανίζοντας την αντιθέτως κρίνασα πρωτόδικη απόφαση (107/2014 Πολ. Πρωτ. Κατερίνης), την κατά της αναιρεσιβλήτου εταιρείας εγερθείσα και επί των ως άνω διατάξεων επιχειρηθείσα να θεμελιωθεί ένδικη αγωγή του αναιρεσείοντος με την οποία αυτός ως μέτοχος της μειοψηφίας, ζήτησε να υποχρεωθεί η τελευταία στην εξαγορά του ανηκουσών στον ίδιο μετοχών λόγω της "προφανώς και ιδιαιτέρως ασυμφόρου" παραμονής του στην εταιρία εκ των αναφερομένων στην αγωγή αλλά μη διαλαμβανόμενων στη σχετική διάταξη του καταστατικού αυτής (εταιρεία) [το οποίο προβλέπει γενικώς τη δυνατότητα εξαγοράς από την ίδια των μετοχών των εταίρων της] λόγων, δεχθείσα ορθώς, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, ότι μόνη η καταστατική πρόβλεψη περί υποχρεώσεως της αναιρεσιβλήτου εταιρείας προς εξαγορά των μετοχών των εταίρων της (μειοψηφίας) χωρίς τον προσδιορισμό σ' αυτό (καταστατικό) των λόγων για τους οποίους η παραμονή αυτών (αναιρεσείοντος) στην εταιρεία αποβαίνει προφανώς και ιδιαιτέρως ασύμφορη, καθιστώντας συνακολούθως υποχρεωτική την από την αναιρεσίβλητη εξαγορά των μετοχών, δεν μπορεί να θεμελιώσει το ασκούμενο με την ένδικη αγωγή δικαίωμα του ενάγοντος - αναιρεσείοντος.

Υπό τις παραδοχές αυτές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, οι οποίες δικαιολογούν την εξελεχθείσα κρίση υπό την έννοια της με συνδρομής των απαιτουμένων για την εφαρμογή των ως άνω κανόνων δικαίου προϋποθέσεων δεν ευρίσκει έρεισμα εφαρμογής η προβαλλόμενη από το αρθ. 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αιτίαση, η οποία, για το λόγο αυτό, κρίνεται απορριπτέα ως αβάσιμη.

Κατ' ακολουθίαν όλων των ως άνω αναφερθέντων και ενόψει της μη προβολής άλλου (κυρίου ή προσθέτου) αναιρετικού λόγω προς έρευνα, πρέπει ν' απορριφθεί, στο σύνολό της, η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στου δημόσιο ταμείο (αρ. 495§4 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την [από 20.2.2017 και με αριθμ. καταθ. 25/2017] αίτηση αναιρέσεως της 43/2017 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου από δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Απριλίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 2

Μαΐου 2018.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ