Legislator Case Law & Legislation
817/2016 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against negligence conviction for bodily harm due to insufficient reasoning.

Case Number 817/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a conviction for bodily harm by negligence. The lower court found the defendant liable for failing to provide necessary medical attention, resulting in paralysis and amputation. The Supreme Court rejected the claim that the lower court's reasoning was insufficient, stating it adequately evaluated all evidence and applied the correct legal provisions.

Legislator headnote

AI generated

Articles 314(1)(a) and 28 of the Penal Code; The Supreme Court holds that a lower court's conviction for negligence is valid if it provides specific and detailed reasoning regarding the facts and evidence, without requiring an exhaustive listing of every piece of evidence.

Keywords

AI generated
negligence conviction bodily harm insufficient reasoning appeal dismissal evidence evaluation

Cited Legislation

AI generated
Article 314(1)(a) of the Penal Code
Article 28 of the Penal Code
Article 510(1)(d) and (e) of the Code of Criminal Procedure
Article 1 of the Constitution
Article 14 of the Constitution
Article 15 of the Constitution
Article 315(1)(b) of the Penal Code

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 817 / 2016 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

ΑΡΙΘΜΟΣ 817/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Γεωργέλλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσούλα Παρασκευά, Μαρία Χυτήρογλου-Εισηγήτρια, Αρτεμισία Παναγιώτου και Χρήστο Βρυνιώτη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Φεβρουαρίου 2016, με την παρουσία της Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ευσταθίας Σπυροπούλου (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα-κατηγορουμένου Γ. Κ. του Α., κατοίκου ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Κωλέττη, περί αναιρέσεως της υπ’ αριθμ. ΑΤ 2205/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ι. Κ. του Κ., κάτοικο ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θωμά Σταμόπουλο.

Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιά, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από υπ’ αριθμ. πρωτ. 4328/12.6.2015 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 753/2015.

Αφού άκουσε

Τους δικηγόρους των διαδίκων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης,

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με δήλωσή του που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου την 2-6-2015 ο αναιρεσείων ζητεί την αναίρεση της ΑΤ 2205/2015 απόφασης του Α Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά με την οποία καταδικάστηκε για την πράξη της σωματικής βλάβης από αμέλεια παρ’ υποχρέου σε βάρος του Ι. Κ. σε ποινή φυλάκισης 13 μηνών η οποία μετατράπηκε σε χρηματική υπολογιζόμενη προς τρία (3) ευρώ η κάθε ημέρα. Η αναίρεση αυτή που έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα είναι τυπικά δεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα .

Κατά τη διάταξη του άρθρου 314 παρ. 1 εδ. α του ΠΚ, "όποιος από αμέλεια προκαλεί σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας του άλλου τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 28 του ΠΚ, "από αμέλεια πράττει όποιος από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει είτε δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν".

Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της σωματικής βλάβης από αμέλεια απαιτείται η διαπίστωση, αφενός, ότι ο δράστης δεν κατέβαλε, κατ` αντικειμενική κρίση, την προσοχή που κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος όφειλε, υπό τις ίδιες περιστάσεις να καταβάλει με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές και κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, την πείρα και τη λογική και αφετέρου, ότι, αυτός μπορούσε με βάση τις προσωπικές ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητές του να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα του τελεσθέντος εγκλήματος.

Ακόμη, απαιτείται αντικειμενικώς αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της πράξεως ή παραλείψεως του δράστη και του αποτελέσματος που επήλθε ως επακόλουθο της αμελείας του. Κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως του άρθρου 28 του ΠΚ, η αμέλεια διακρίνεται σε άνευ συνειδήσεως αμέλεια, κατά την οποία ο δράστης από έλλειψη της προσήκουσας προσοχής δεν προβλέπει το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του και σε ενσυνείδητη αμέλεια, κατά την οποία προβλέπει ότι από τη συμπεριφορά του μπορεί να επέλθει το αξιόποινο αποτέλεσμα, πιστεύει όμως ότι θα το αποφύγει.

Περαιτέρω, η παράλειψη ως έννοια ενυπάρχει σε κάθε είδους αμέλεια, εφόσον το ένα είδος της ευθύνης συνίσταται στη μη καταβολή της προσοχής, δηλαδή σε μία παράλειψη. Όταν, όμως, η αμέλεια δεν συνίσταται σε ορισμένη παράλειψη, αλλά σε σύνολο συμπεριφοράς που προηγήθηκε του αποτελέσματος, τότε, για τη θεμελίωση της σωματικής βλάβης από αμέλεια, ως εγκλήματος που τελείται με παράλειψη, απαιτείται και η συνδρομή των όρων του άρθρου 15 του ΠΚ, κατά το οποίο, όπου κατά το νόμο, για την ύπαρξη αξιόποινης πράξεως, απαιτείται να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του τιμωρείται όπως η πρόκλησή του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παραλείψεως είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος.

Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι αναγκαία προϋπόθεση της εφαρμογής της είναι η ύπαρξη ιδιαίτερης (δηλαδή ειδικής και όχι γενικής) υποχρεώσεως του υπαιτίου προς ενέργεια, που τείνει στην παρεμπόδιση του αποτελέσματος, για την επέλευση του οποίου ο νόμος απειλεί ορισμένη ποινή. Η υποχρέωση αυτή μπορεί να πηγάζει από ρητή διάταξη νόμου ή από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, που συνδέονται με ορισμένη έννομη σχέση του υπόχρεου ή από εκούσια ανάληψη της υποχρέωσης παροχής προστασίας, (από σύμβαση ή και σιωπηρώς), ή από προηγούμενη πράξη του υπαιτίου, που δημιούργησε άμεσα τον κίνδυνο επέλευσης του εγκληματικού αποτελέσματος.

Κατά το αρθ. 510 παρ. 1 στοιχ Ε Κ.Ποιν.Δ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε.

Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης συνιστά η εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης αυτής η οποίο υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.

Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ` του ίδιου Κώδικος λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ` αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε.

Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα αρκεί η γενική κατά το είδος αναφορά τους, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποίο ή ποία αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή, ενώ πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολο τους και όχι μόνο ορισμένα από αυτά. Για τη βεβαιότητα αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κτλ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από καθένα.

Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της απόφασης .Η ειδική κατά τα αρθ. 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ και εμπεριστατωμένη αιτιολογία από την έλλειψη της οποίας ιδρύεται λόγος αναιρέσεως κατά το αρθ. 510 παρ. 1 στοιχ Δ απαιτείται όχι μόνο για την απόφαση περί της ενοχής δηλαδή την καταδικαστική ή απαλλακτική για την κατηγορία απόφαση του δικαστηρίου αλλά για όλες τις αποφάσεις ανεξαρτήτως αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή του αφήνεται στην διακριτική ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε.

Έτσι, η παρεμπίπτουσα απόφαση που απορρίπτει αίτηση του κατηγορουμένου περί αναβολής της δίκης για κρείσσονες αποδείξεις πρέπει να είναι ιδιαίτερα αιτιολογημένη υπό την προϋπόθεση ότι υποβάλλεται παραδεκτώς και είναι ορισμένη, Διαφορετικά ιδρύεται και ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως για ελλιπή αιτιολογία.

Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφαση απορρίφθηκε το αίτημα που υπέβαλε ο κατηγορούμενος για αναβολή της υπόθεσης, προκειμένου να κληθούν και παράσχουν διευκρινίσεις επί της εκθέσεως αυτοψίας και του σχεδιαγράμματος οι αστυνομικοί που τα συνέταξαν, διότι το περιεχόμενό των κατά τα υπ’ αυτού υποστηριζόμενα δεν ανταποκρινόταν στην αλήθεια, δεχόμενη, μετά την παράθεση του νομικού μέρους (αρθ. 352 παρ 3 και 177 παρ.1 Κ.Π.Δ) τα εξής: <<....

Στην προκειμένη υπόθεση ο εκκαλών ζητά να αναβληθεί η εκδίκαση της υπόθεσης προκειμένου να κληθούν και καταθέσουν οι μάρτυρες αστυνομικοί οι οποίοι συνέταξαν την έκθεση αυτοψίας και το σχεδιάγραμμα της τροχαίας με τον τόπο του ατυχήματος για να ερωτηθούν γιατί έβαλαν σε λάθος θέση το μηχανάκι του κατηγορουμένου καθώς η απεικόνιση φαίνεται ότι βρίσκεται στο αντίθετο ρεύμα .

Ωστόσο, το αίτημα αυτό κατατείνει στο να αξιολογηθούν ως αποδεικτικά μέσα η έκθεση αυτοψίας και το σχεδιάγραμμα της τροχαίας κάτι που μπορεί να γίνει από την παρούσα σύνθεση του δικαστηρίου με συναξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων που τίθενται υπόψιν του σύμφωνα με την αρχή της ηθικής απόδειξης. ‘ Αλλωστε από τις έξι ασπρόμαυρες φωτογραφίες που περιέχονται στην δικογραφία και οι οποίες θεωρήθηκαν για τις ανάγκες της παρούσας δίκης προκύπτει ότι τουλάχιστον η υπ’ αριθ. ...

μοτοσικλέτα είχε μετακινηθεί από την τελική θέση της στο ατύχημα όταν τραβήχτηκαν από την τροχαία οι σχετικές φωτογραφίες αφού σε δύο από αυτές η μοτοσικλέτα φαίνεται όρθια, προφανώς για να αποκατασταθεί η κυκλοφορία του οδοστρώματος με αποτέλεσμα να μη ευθύνεται η τροχαία για τυχόν ανακρίβεια στις τελικές θέσεις των οχημάτων όπως απεικονίζονται στο εκ των υστέρων καταρτισθέν πρόχειρο σχεδιάγραμμα και να μη χρειάζεται να δοθούν διευκρινίσεις εκ μέρους των αστυνομικών.

Επομένως, πρέπει να απορριφθεί το αίτημα αναβολής>>. Από τις άνω παραδοχές προκύπτει ότι η αιτιολογία απόρριψης του αιτήματος αναβολής είναι πλήρης και σαφής, ότι, παρά το ότι αναγράφεται στην απόφαση ότι η επισκόπηση των φωτογραφιών έγινε σε μεταγενέστερο στάδιο εκείνου της απόρριψης του άνω αιτήματος, προκύπτει από το περιεχόμενο της ότι και κατά το στάδιο αυτό επισκοπήθηκαν οι φωτογραφίες, ώστε να κριθεί θετικά ή αρνητικά το υποβληθέν αίτημα αναβολής.

Εξάλλου, μετά την παραδοχή της απόφασης ότι το σχεδιάγραμμα είναι ανακριβές, κατ’ αποδοχή των απόψεων του αναιρεσείοντος, στερείται πλέον αυτός εννόμου συμφέροντος προβολής και επίκλησης του άνω λόγου αναίρεσης.

Συνεπώς, ο εκ του αριθμού 510 παρ. 1 στοιχ Δ λόγος αναίρεσης που προβάλλει, αιτιώμενος ελλιπή και ασαφή αιτιολογία της παρεμπίπτουσας απόφασης με την οποία απορρίφθηκε το υποβληθέν αίτημα αναβολής πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Περαιτέρω, μετά την αξιολόγηση των αποδεικτικών στοιχείων, ήτοι ενόρκων καταθέσεων μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, των αναγνωσθέντων εγγράφων, των πρακτικών της εκκαλουμένης σε συνδυασμό με την απολογία του κατηγορουμένου έγιναν από την προσβαλλομένη απόφαση δεκτά τα εξής: <<Ο κατηγορούμενος στον Πειραιά, στις 06/10/2008, από αμέλεια προκάλεσε τη σωματική βλάβη άλλου, χωρίς να προβλέψει το αξιόποινο αποτέλεσμα της πράξης του και ειδικότερα, στον παραπάνω τόπο και χρόνο ο κατηγορούμενος οδηγούσε την υπ’ αριθμ. ...

μοτοσικλέτα ιδιοκτησίας του και εκινείτο επί της οδού Αθηνών-Πειραιώς, με κατεύθυνση από Αθήνα προς Πειραιά από απροσεξία και εξαιτίας του γεγονότος ότι προ 15 λεπτών του είχε χορηγηθεί από ιατρό του ΟΚΑΝΑ για την απεξάρτηση του από την ηρωίνη, δόση 60 ml/gr μεθαδόνης, αυτός είχε αναπτύξει υπερβολική ταχύτητα και στο ύψος της δεξιάς στροφής έχασε τον έλεγχο του οχήματος του, μπήκε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, παραμένοντας πάντως κοντά στο μέσον της οδού, πλησίον της διπλής διαχωριστικής γραμμής, όπου στο αντίθετο ρεύμα εκινείτο κανονικά και στο μέσο προς τα αριστερά περίπου ο Ι.

Κ., οδηγός της υπ’ αριθμ. κυκλοφορίας ... δίκυκλης μοτοσικλέτας, επί του οποίου προσέκρουσε με σφοδρότητα, τον ανέτρεψε στο οδόστρωμα και του προκάλεσε βαρύτατο τραυματισμό, δηλαδή ακρωτηριασμό του αριστερού κάτω άκρου στο ύψος του γόνατος και πάρεση αριστερού βραχιονίου πλέγματος, χωρίς να προβλέψει το παραπάνω αξιόποινο αποτέλεσμα της αμελούς συμπεριφοράς του.

Στην κρίση του ότι το ατύχημα έλαβε στο παραπάνω σημείο του οδοστρώματος άγεται το Δικαστήριο ιδίως λαμβάνοντας υπόψην την κατάθεση της αυτόπτου μάρτυρος Α. Κ., η οποία οδηγούσε στο ίδιο ρεύμα πορείας με τον εκκαλούντα-κατηγορούμενο και λίγο πίσω από αυτού και η οποία ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου είχε καταθέσει ότι: "Η σύγκρουση έγινε στο πλάι αριστερά μου" (βλΑΜ5841/2013 απόφαση και πρακτικά),επομένως προς τη μεριά του παθόντος, ενώ ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου διευκρίνισε ότι η μηχανή του εκκαλούντος αμέσως μετά το ατύχημα βρέθηκε στο δικό της ρεύμα πορείας (και όχι στο αντίθετο ρεύμα, όπως απεικονίσθηκε στο πρόχειρο σχεδιάγραμμα της Τροχαίας, προφανώς εκ παραδρομής και αφού είχαν μετακινηθεί τα οχήματα από τρίτους), ένδειξη που συνηγορεί υπέρ του ότι το ατύχημα δεν συνέβη ακριβώς στο μέσον του αντίθετου ρεύματος κάτι που θα είχε ως αποτέλεσμα να βρεθεί εκεί, μετά το ατύχημα και η μηχανή του εκκαλούντος.

Συνακόλουθα, ένα μικρό βαθμό συνυπαιτιότητας στην επέλευση του ατυχήματος φέρει και ο παθών, ο οποίος δεν είχε δεξιά του ή αριστερά του στο ρεύμα πορείας του κάποιο όχημα που να τον εμποδίζει να κινηθεί προς τα δεξιά, ώστε ενόψει της αριστεράς κατά τη δική του πορεία στροφής που σχημάτιζε ο δρόμος και όπου η ορατότητα είναι περιορισμένη για τα αντιθέτως ερχόμενα οχήματα και στο παρελθόν έχουν συμβεί πολλά ατυχήματα κατά την κατάθεση του ίδιου, να μπορέσει να αποφύγει την αντιθέτως ερχόμενη μοτοσικλέτα του εκκαλούντος που παραβίασε τη διπλή διαχωριστική γραμμή και εισήλθε στην αριστερή πλευρά του δικού του ρεύματος πορείας πέφτοντας έτσι πάνω του και προκαλώντας του τον παραπάνω βαρύτατο τραυματισμό του.

Ωστόσο, η έστω μικρού βαθμού συνυπαιτιότητά του παθόντος δεν απαλλάσσει τον εκκαλούντα από την ποινική του ευθύνη αλλά θα συνυπολογιστεί στην επιμέτρηση της ποινής του.

Συνεπώς αυτός πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της σωματικής βλάβης από αμέλεια . Κήρυξε δε αυτόν ένοχο του ότι << Στον Πειραιά στις 6-10-2008 από αμέλεια προκάλεσε σωματική κάκωση άλλου χωρίς να προβλέψει το αξιόποινο αποτέλεσμα της πράξης του. Ειδικότερα, στον παραπάνω τόπο και χρόνο ο κατηγορούμενος οδηγούσε την υπ’ αριθμ. ...

μοτοσικλέτα ιδιοκτησίας του και εκινείτο επί της οδού Αθηνών -Πειραιώς . Από απροσεξία και εξαιτίας του γεγονότος ότι προ 15 λεπτών του είχε χορηγηθεί από τον ιατρό του ΟΚΑΝΑ δόση 60ml/gr μεθαδόνης ο Γ. Κ. είχε αναπτύξει υπερβολική ταχύτητα και στο ύψος δεξιάς στροφής έχασε τον έλεγχο του οχήματός του μπήκε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας όπου εκινείτο κανονικά και στο μέσο προς τα αριστερά περίπου ο Ι.

Κ. οδηγός της υπ αριθμ. Κυκλοφορίας ... δίκυκλής μοτοσικλέτας προσέκρουσε με σφοδρότητα τον ανέτρεψε στο οδόστρωμα και του προκάλεσε βαρύτατο τραυματισμό, δηλαδή, ακρωτηριασμό του αριστερού κάτω άκρου στο ύψος του γόνατος και πάρεση αριστερού βραχιονίου πλέγματος χωρίς να προβλέψει το αξιόποινο αποτέλεσμα της αμελούς συμπεριφοράς του>>.

Με τις ως άνω παραδοχές, κατόπιν συνδυασμού του αιτιολογικού με διατακτικό, το δικάσαν Δικαστήριο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις προδιαληφθείσες διατάξεις του Συντάγματος και του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ’ αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της σωματικής βλάβης από αμέλεια, τις αποδείξεις, από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1, 14, 15, 28, 314 παρ. 1Α,315 παρ 1 εδ β’ ΠΚ τις οποίες ορθά ερμήνευσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου με ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες.

Ειδικότερα, παρατίθενται όλα τα στοιχεία που απαρτίζουν την ποινική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάσθηκε ο εν λόγω αναιρεσείων, προσδιορίζεται με την προσήκουσα αιτιολογική επάρκεια η άνευ συνειδήσεως αμέλειά του, ενώ αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους, από τα οποία το Δικαστήριο, συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και κατέληξε στην καταδικαστική του κρίση, χωρίς να παρίσταται αναγκαία κατά νόμο η αναλυτική παράθεσή τους, η αναφορά του τι προκύπτει ξεχωριστά από το καθένα, καθώς και η συγκριτική στάθμιση, αξιολογική συσχέτιση και ανάλογη δικαιοδοτική εκτίμησή τους, αφού εκ τούτου δεν συνάγεται ότι το Δικαστήριο, για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, περιορίσθηκε επιλεκτικά σε ορισμένα αποδεικτικά και αγνόησε τα υπόλοιπα.

Αντιθέτως, συνεκτίμησε και προσηκόντως αξιολόγησε το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων και συνεπώς δεν υπάρχει ελλιπής ή αντιφατική αιτιολογία ,ενώ, όσα αιτιάται ο αναιρεσείων για τις καταθέσεις των μαρτύρων και των εγγράφων συνιστούν διαφορετική αξιολόγηση του περιεχομένου αυτών και πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου.

Συνεπώς, οι λόγοι εκ του αρθ. 510 παρ. 1 στοιχ Δ και Ε με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Μετά ταύτα θα πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η ένδικη αίτηση αναίρεσης της απόφασης και καταδικαστεί ο αναιρεσείων στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων (583 Κ.Ποιν.Δ)και στην δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 12-6-2015 δήλωση αναίρεσης της ΑΤ 2205/2015 απόφασης του Α’ Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ δικαστικά έξοδα.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην εκ πεντακοσίων ευρώ (500) δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος .

Κρίθηκε αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Μαρτίου 2016.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 12 Απριλίου 2016.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ