Greek Supreme Court partially allows appeal by reclassifying a claim from inadmissible to vague due to flawed reasoning.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed an appeal against a final judgment dismissing a wife's claim for her contribution to her husband's marital assets. The lower court rejected the claim as legally inadmissible, but the Supreme Court found this reasoning flawed because the wife argued for the preservation of assets rather than their acquisition. Consequently, the court reversed the dismissal to a finding of vagueness, allowing the claim to be refiled substantively while dismissing the appeal on other grounds.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 578 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may partially allow an appeal by correcting a lower court's erroneous legal reasoning that misclassifies a substantive claim as inadmissible when it should be deemed vague, thereby permitting the claim to be re-examined on its merits.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 817 / 2013 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 817/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 4 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Κοκκίνη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ε. Α. του Μ. -Π., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Σουμέλα, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ, που προκατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Ε. Π. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Μυταλούλη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20 Νοεμβρίου 2008 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 188/2010 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 2708/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10 Ιανουαρίου 2012 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Δημήτριος Κράνης, ανέγνωσε την από 24 Ιανουαρίου 2013 έκθεσή του με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθούν ο δεύτερος και ο τρίτος των λόγων της αίτησης αναίρεσης κατά της υπ' αριθ. 2708/2011 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, να γίνει εν μέρει δεκτός ο πρώτος λόγος της και να αναιρεθεί η ως άνω απόφαση κατά την εσφαλμένη αιτιολογία της που αφορά την απόρριψη ως μη νόμιμης της ένδικης αξίωσης της αναιρεσείουσας για αναγνώριση της συμβολής της στη διατήρηση της περιουσίας του αναιρεσιβλήτου, έτσι ώστε η αξίωση αυτή να απορριφθεί ως αόριστη.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ. 2708/2011 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία απέρριψε κατ' ουσίαν την από 22.4.2010 έφεση της αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθ. 188/2010 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την απόφαση αυτή απορρίφθηκε εν μέρει ως μη νόμιμη και εν μέρει ως αόριστη η από 20.11.2008 αγωγή της αναιρεσείουσας, με την οποία, όπως η αγωγή αυτή περιορίσθηκε από καταψηφιστική σε αναγνωριστική, η αναιρεσείουσα ζήτησε να αναγνωρισθεί ότι ο αναιρεσίβλητος υποχρεούται να της καταβάλει νομιμοτόκως το ποσό των 567.584,50 ευρώ, αλλιώς το ποσό των 270.278,33 ευρώ, ως συνεισφορά της στα περιουσιακά του αποκτήματα κατά τη διάρκεια του γάμου τους. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ).
2. Από τις διατάξεις του άρθρ. 1400 ΑΚ, που εφαρμόζονται και για γάμους που τελέσθηκαν ή για περιουσιακά στοιχεία που αποκτήθηκαν και πριν από την έναρξη ισχύος του ν. 1329/1983 (άρθρ. 12 του ν. 1649/1986), συνάγεται ότι προϋποθέσεις της αξίωσης του ενός των συζύγων για συμμετοχή στα αποκτήματα του άλλου συζύγου είναι:
α) η αμετάκλητη λύση ή ακύρωση του γάμου ή η διάσταση των συζύγων για χρόνο μεγαλύτερο της τριετίας, β) η αύξηση της περιουσίας του ενός των συζύγων κατά τη διάρκεια του γάμου και γ) η συμβολή του άλλου συζύγου στην αύξηση αυτή με οποιοδήποτε τρόπο, η οποία (συμβολή) θα πρέπει να προσδιορίζεται ως προς το είδος και την αξία της.
Αντικείμενο δηλαδή της παραπάνω αξίωσης, η οποία συνιστά κατ' αρχήν χρηματική ενοχή (ΟλΑΠ 28/1996, ΑΠ 661/2005), είναι η απόδοση της περιουσιακής αύξησης που προέκυψε κατά τη διάρκεια του γάμου για τον ένα σύζυγο (υπόχρεο) με τη συμβολή του άλλου (δικαιούχου), νοείται δε ως αύξηση όχι μία συγκεκριμένη κτήση, αλλά το σύνολο των δικαιωμάτων που είναι δυνατόν να αποτιμηθούν και συνιστούν τα αποκτήματα με την ευρεία έννοια του όρου, επομένως ως απόκτημα θεωρείται και η αποφυγή μείωσης της περιουσίας του υπόχρεου συζύγου με τη συμβολή και πάλι του δικαιούχου.
Για τη διαπίστωση συνεπώς αυξητικής διαφοράς στην περιουσιακή κατάσταση του ενός των συζύγων, συγκρίνεται η περιουσία του κατά την τέλεση του γάμου (αρχική περιουσία) με αυτή που υπάρχει κατά τον κρίσιμο χρόνο για τη γέννηση αξίωσης συμμετοχής στα αποκτήματα (τελική περιουσία), κρίσιμος δε χρόνος για τη γέννηση της αξίωσης στην περίπτωση που αυτή βασίζεται στην τριετή διάσταση των συζύγων, είναι όχι ο χρόνος έναρξης της διάστασής τους ή αυτός της άσκησης της σχετικής αγωγής, αλλά αυτός της συμπλήρωσης τριετίας σε διάσταση.
Εφόσον λοιπόν από τη σύγκριση των δυο περιουσιών, με αναγωγή της αξίας τους σε τιμές του χρόνου άσκησης της αγωγής, προκύπτει ότι η τελική περιουσία του εναγόμενου στη συγκεκριμένη περίπτωση συζύγου υπερβαίνει την αρχική περιουσία του, υπάρχει υποχρέωσή του για απόδοση στον άλλο σύζυγο όσων απέκτησε με τη συμβολή του.
Μάλιστα η ύπαρξη συμβολής τεκμαίρεται από το νόμο στο ένα τρίτο(1/3) της περιουσιακής αύξησης και στο ποσοστό αυτό μπορεί να περιορισθεί ο δικαιούχος σύζυγος, απαλλασσόμενος έτσι από το βάρος απόδειξης της όποιας συμβολής του στην αύξηση της περιουσίας του υπόχρεου συζύγου, ενώ και ο υπόχρεος μπορεί από την πλευρά του να ανατρέψει το νόμιμο αυτό μαχητό τεκμήριο, επικαλούμενος και αποδεικνύοντας μικρότερη συμβολή ή και την έλλειψη οποιασδήποτε συμβολής του άλλου συζύγου στην αύξηση της περιουσίας του.
Εξ άλλου η συμβολή του δικαιούχου συζύγου στην αύξηση της περιουσίας του υποχρέου μπορεί να συνίσταται όχι μόνο στην παροχή κεφαλαίων με οποιαδήποτε μορφή, αλλά και στην παροχή υπηρεσιών αποτιμώμενων σε χρήμα, όπως είναι και οι υπηρεσίες που παρέχονται στο συζυγικό οίκο, εφόσον όμως αυτές υπερβαίνουν το μέτρο που επιβάλλεται από τις διατάξεις των άρθρ. 1389 και 1390 ΑΚ για την εκπλήρωση της υποχρέωσης συμβολής των συζύγων στις οικογενειακές τους ανάγκες.
Προς το σκοπό αυτό είναι αναγκαίο στη σχετική αγωγή και στην αντίστοιχη απόφαση να προσδιορίζονται και να αποτιμώνται οι παρεχόμενες στο συζυγικό οίκο υπηρεσίες, ώστε συγκρινόμενες με τις επίσης χρηματικά αποτιμώμενες οικογενειακές ανάγκες να διαπιστώνεται, αν οι υπηρεσίες αυτές υπερβαίνουν και σε ποια έκταση το επιβαλλόμενο από τις ιδιαίτερες συνθήκες και περιστάσεις μέτρο συμβολής των συζύγων στις οικογενειακές τους ανάγκες.
Σε κάθε περίπτωση στην αύξηση της περιουσίας των συζύγων δεν υπολογίζεται, κατά τη ρητή διάταξη της § 3 του άρθρ. 1400 ΑΚ, ό,τι αυτοί απέκτησαν από δωρεά, κληρονομία ή κληροδοσία ή με διάθεση των αποκτημάτων από τις αιτίες αυτές, αφού είναι δεδομένη η ανυπαρξία συμβολής του άλλου συζύγου στην απόκτηση των περιουσιακών αυτών στοιχείων.
Έτσι ο νόμος απαλλάσσει τον εναγόμενο από το βάρος της απόδειξης ότι ως προς τα περιουσιακά αυτά στοιχεία λείπει η συμβολή του ενάγοντος, αφού ήδη ex lege αυτά δεν υπολογίζονται ως αποκτήματα. Όμως αν μετά την απόκτηση τέτοιων περιουσιακών στοιχείων από τον ένα των συζύγων ο άλλος σύζυγος συμβάλλει στην κερδοφόρα αξιοποίησή τους, πρέπει στην έκταση αυτή τα σωζόμενα κέρδη να συνυπολογισθούν στην τελική περιουσία του υπόχρεου συζύγου ως απόκτημα οφειλόμενο στη συμβολή του δικαιούχου συζύγου.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της ένδικης αγωγής (άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ) ότι σ' αυτή εκτίθεται ότι ο αναιρεσίβλητος, ο οποίος δεν είχε περιουσία κατά τη σύναψη του γάμου του με την αναιρεσείουσα, που έγινε στις 28.5.1983, απέκτησε στη συνέχεια από κληρονομία του πατέρα του και γονική παροχή της μητέρας του τα αναφερόμενα στην αγωγή δυο ακίνητα, τα οποία αξιοποίησε καταλλήλως, έτσι ώστε κατά την αμετάκλητη λύση του γάμου του, στις 19.9.2003, να είναι κάτοχος περιουσίας συνολικής αξίας 810.835 ευρώ, στη διατήρηση όμως της οποίας και στην επαύξηση της αξίας της σε ποσοστό τουλάχιστον 70% συνέβαλε η αναιρεσείουσα με χρηματικές παροχές και προσφορά υπηρεσιών.
Ειδικότερα, κατά τα εκτιθέμενα στην ένδικη αγωγή, ο αναιρεσίβλητος απέκτησε από κληρονομία του πατέρα του, που πέθανε το έτος 1984, το 1/2 εξ αδιαιρέτου στην πολυώροφη οικοδομή και στο οικόπεδο αυτής επί της οδού ... αριθ. 11α των Αθηνών, αξίας τότε 53.000 ευρώ, το οποίο πούλησε στις 24.5.2002 και εισέπραξε τίμημα 176.082 ευρώ, που υπήρχε στην κατοχή του κατά την αμετάκλητη λύση του γάμου του, ενώ από γονική παροχή της μητέρας του το έτος 1990 απέκτησε κατά ψιλή κυριότητα και μετά το θάνατό της, το έτος 1992, κατά πλήρη κυριότητα ένα οικόπεδο αξίας 14.630.000 δραχμών, στο ..., από το οποίο τμήμα 618 m2 πούλησε το έτος 2002 στον αδελφό του Θ.
Π. αντί τιμήματος 74.753,28 ευρώ, που υπήρχε επίσης στην κατοχή του κατά την αμετάκλητη λύση του γάμου του, στο δε υπόλοιπο ακίνητο κατασκευάστηκαν με το σύστημα της αντιπαροχής 6 αυτοτελείς κατοικίες, από τις οποίες περιήλθαν σ' αυτόν δυο μαιζονέτες, συνολικής αξίας 560.000 ευρώ. Περαιτέρω εκτίθεται στην ένδικη αγωγή ότι η αναιρεσείουσα δαπάνησε από δικά της χρήματα το ποσό του 1.500.000 δραχμών για αναγκαίες επισκευές και βελτιώσεις στην πολυώροφη οικοδομή της οδού ...
και επίσης το ποσό του 1.000.000 δραχμών προκειμένου ο αναιρεσίβλητος να αποκτήσει την αναγκαία για τη δουλειά του φορολογική ενημερότητα, ενώ με δικά της χρήματα και δικές της φροντίδες και παραστάσεις στις διάφορες υπηρεσίες πληρώθηκαν οι σχετικοί με τα παραπάνω ακίνητα φόροι κληρονομίας, αλλά και εισοδήματος, τόσο του αναιρεσιβλήτου όσο και του ως άνω αδελφού του ή προηγουμένως και της μητέρας τους, καθώς και τα οφειλόμενα για τα ακίνητα δημοτικά και λοιπά τέλη, με συνέπεια έτσι να αποφευχθεί ο πλειστηριασμός των ακινήτων, που διαφορετικά θα επιχειρείτο για την είσπραξη των σχετικών χρεών, η ίδια δε κάλυψε με δικά της χρήματα και το σύνολο σχεδόν των δαπανών διαβίωσης της οικογένειάς τους σε όλη τη διάρκεια της έγγαμης σχέσης τους, παρέχοντας παράλληλα και τις προσωπικές της υπηρεσίες για τις οικογενειακές ανάγκες τους.
Με βάση το ιστορικό αυτό η αναιρεσείουσα, ισχυριζόμενη ότι το σύνολο των παραπάνω παροχών και υπηρεσιών της, με τις οποίες διασώθηκαν τα περιουσιακά στοιχεία του αναιρεσιβλήτου ή και αυξήθηκε η αξία τους, αποτιμάται σε 567.584,50 ευρώ, που αντιστοιχεί στο 70% της αξίας τους, αλλιώς πρέπει να αποτιμηθεί σε 270.278,33 ευρώ, που αντιστοιχεί στο 1/3 της αξίας τους, ζήτησε με την ένδικη αγωγή της να αναγνωρισθεί ότι ο αναιρεσίβλητος υποχρεούται να της καταβάλει νομιμοτόκως το ποσό των 567.584,50 ευρώ, αλλιώς το ποσό των 270.278,33 ευρώ, ως συνεισφορά της στην αύξηση και διατήρηση της περιουσίας του κατά τη διάρκεια της έγγαμης σχέσης τους.
Το Εφετείο έκρινε με την προσβαλλόμενη απόφασή του, που παραδεκτά και αυτή επισκοπείται, ότι αναφορικά με το ποσό του 1.500.000 δραχμών, που ισχυρίζεται με την ένδικη αγωγή της η αναιρεσείουσα ότι δαπάνησε για αναγκαίες επισκευές και βελτιώσεις στην πολυώροφη οικοδομή της οδού ..., πάσχει από νομική αοριστία η αξίωσή της να θεωρηθεί ότι το ποσό αυτό επέδρασε αυξητικά στην αξία της περιουσίας του αναιρεσιβλήτου, καθόσον, όπως στην εφετειακή απόφαση αναφέρεται, ναι μεν προσδιορίζεται στην ένδικη αγωγή η τελική περιουσία του, όμως δεν προσδιορίζεται κατά τα λοιπά η πραγματική αυξητική διαφορά στην περιουσιακή του κατάσταση, δηλαδή η οφειλόμενη στη συμβολή της αναιρεσείουσας.
Σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην ένδικη αγωγή, η αναιρεσείουσα με το να δαπανήσει από δικά της χρήματα το ποσό του 1.500.000 δραχμών για την επισκευή και βελτίωση της πολυώροφης οικοδομής στην οδό ..., συνέβαλε στην αύξηση της αξίας της, η οποία ενώ ανερχόταν σε 53.000 ευρώ ως προς το ποσοστό ειδικότερα του 1/2 εξ αδιαιρέτου που περιήλθε στον αναιρεσίβλητο, ανήλθε ως προς το ίδιο ποσοστό στο ποσό των 176.082 ευρώ, το οποίο εισέπραξε αυτός το έτος 2002 από την πώληση του ποσοστού του.
Ωστόσο στην ένδικη αγωγή δεν αποτιμάται η αρχική αξία του ποσοστού του αναιρεσιβλήτου σε τιμές του χρόνου άσκησης της αγωγής, ώστε η αξία αυτή να αφαιρεθεί από το ποσό των 176.082 ευρώ, που παριστά κατά τον ίδιο χρόνο την τελική αξία του ποσοστού του και να προκύψει έτσι η διαφορά που θα είναι αποδοτέα κατά το μέγεθος της συμβολής σ' αυτή της αναιρεσείουσας, ενώ και το μέγεθος αυτό δεν προσδιορίζεται, μολονότι είναι κρίσιμο ως προς την κύρια αγωγική βάση, δηλαδή του πραγματικού προσδιορισμού της συμβολής της αναιρεσείουσας στα αποκτήματα του αναιρεσιβλήτου.
Συνεπώς ορθά το Εφετείο έκρινε αόριστη και απορριπτέα την ένδικη αγωγή κατά τη σχετική με το ποσό του 1.500.000 δραχμών αξίωση της αναιρεσείουσας. Βέβαια οι σχετικές αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης είναι ελλιπείς, όμως αυτό δεν επηρεάζει κατά τα λοιπά την ορθότητα του διατακτικού της, οπότε κατά το άρθρ. 578 ΚΠολΔ δεν ιδρύεται λόγος αναίρεσης για πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ και πρέπει έτσι να απορριφθεί ως αβάσιμος ο σχετικός τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην εφετειακή απόφαση η αιτίαση ότι παρά το νόμο έκρινε αόριστη και απορριπτέα την ένδικη αγωγή κατά την ως άνω αξίωση της αναιρεσείουσας.
Εξ άλλου ναι μεν, κατά τα εκτιθέμενα στην ένδικη αγωγή, αποτελεί κατά την έννοια του άρθρ. 1400 ΑΚ απόκτημα για τον αναιρεσίβλητο και η αποφυγή απώλειας της περιουσίας του, που επιτεύχθηκε με χρηματικές παροχές και υπηρεσίες της αναιρεσείουσας, όμως η συμβολή της αυτή στη διάσωση και διατήρηση της περιουσίας του δεν αποτιμάται με αναγωγή στο ισόποσο της αξίας της περιουσίας του, όπως η αναιρεσείουσα υποστηρίζει, αλλά με αναγωγή στο ισόποσο των δαπανών που εξ αιτίας των παροχών και των υπηρεσιών της απέφυγε ο αναιρεσίβλητος, οι οποίες όμως δεν αποτιμώνται στην ένδικη αγωγή.
Θα έπρεπε λοιπόν με την προσβαλλόμενη απόφαση να κριθεί η ένδικη αγωγή αόριστη κατά τη σχετική αξίωση της αναιρεσείουσας και να απορριφθεί ως απαράδεκτη για την αιτία αυτή. Ωστόσο με την προσβαλλόμενη απόφαση κρίθηκε ότι κατά την αξίωση αυτή δεν θεμελιώνεται νομικά η ένδικη αγωγή, δεδομένου ότι με βάση τα περιστατικά της αγωγής "ουδεμία αύξηση της περιουσίας του εναγομένου επήλθε κατά τη διάρκεια του γάμου των διαδίκων".
Ειδικότερα, όπως διαλαμβάνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, η τελική περιουσία του εναγομένου κατά το χρόνο της αμετάκλητης λύσης του γάμου των διαδίκων αποτελείτο στο σύνολό της από χρηματικά ποσά και ακίνητα, τα οποία περιήλθαν σ' αυτόν αποκλειστικά από κληρονομία και γονική παροχή, καθώς και από τη διάθεση των στοιχείων που προήλθαν από τις δικαιογόνες αυτές αιτίες, οπότε τα περιουσιακά αυτά στοιχεία "δεν συναριθμούνται και δεν υπολογίζονται για τον προσδιορισμό της αύξησης της περιουσίας του".
Η κρίση αυτή του Εφετείου είναι μεν ορθή, αφού πράγματι, κατά τις νομικές σκέψεις που προηγήθηκαν, τα ως άνω περιουσιακά στοιχεία του αναιρεσιβλήτου δεν υπολογίζονται τα ίδια ως αποκτήματα, αφού είναι δεδομένη η ανυπαρξία συμβολής της αναιρεσείουσας στην απόκτηση των περιουσιακών αυτών στοιχείων από τον αντίδικό της.
Όμως κατά τα εκτιθέμενα στην ένδικη αγωγή η αναιρεσείουσα δεν θεωρεί ως απόκτημα αυτά καθαυτά τα παραπάνω περιουσιακά στοιχεία, αλλά τη διάσωσή τους και τη διατήρησή τους στην περιουσία του αναιρεσιβλήτου με τη δική της συμβολή. Το Εφετείο έλαβε μεν με την προσβαλλόμενη απόφασή του υπόψη τους σχετικούς ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας και συνεπώς είναι αβάσιμος και απορριπτέος ο αντίθετος δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 8β του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, όμως δεν τους αξιολόγησε ορθά στη βάση αυτή, οπότε και θα έπρεπε, κατά τα προεκτεθέντα, να απορρίψει ως αόριστη και όχι ως μη νόμιμη την αντίστοιχη αξίωση της αναιρεσείουσας.
Πρόκειται για αιτιολογία της εφετειακής απόφασης που δημιουργεί για την αναιρεσείουσα δυσμενές δεδικασμένο, αφού το δεδικασμένο αυτό, που καταλαμβάνει την ουσία της διαφοράς (άρθρ. 322, 324 ΚΠολΔ), αποκλείει πλέον την επανεξέτασή της, ενώ αντίθετα το δεδικασμένο από την απόρριψη της αγωγής ως αόριστης περιορίζεται στο δικονομικό αυτό ζήτημα και η διαφορά μπορεί να εισαχθεί ξανά στο δικαστήριο για ουσιαστική κρίση.
Κατά μερική λοιπόν παραδοχή του πρώτου λόγου της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, πρέπει να αναιρεθεί η απόφαση αυτή κατά την ως άνω εσφαλμένη αιτιολογία της, δηλαδή να αντικατασταθεί κατά το άρθρ. 578 ΚΠολΔ η αιτιολογία της απόρριψης ως μη νόμιμης της ένδικης αξίωσης της αναιρεσείουσας με την αιτιολογία της απόρριψής της ως αόριστης και κατά τα λοιπά να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης (ΑΠ 858/1976, 502/1978).
Η αναιρεσείουσα, που ηττήθηκε, πρέπει εξ άλλου να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, κατά το σχετικό νόμιμο αίτημα του τελευταίου (άρθρ. 176, 183, 189§1, 191§2 ΚΠολΔ), όπως στο διατακτικό ειδικότερα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 2708/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών μόνο κατά την αναφερόμενη στο σκεπτικό αιτιολογία, ώστε η απόρριψη ως μη νόμιμης της ένδικης αξίωσης της αναιρεσείουσας, που αφορά ειδικότερα την αναγνώριση της συμβολής της στη διατήρηση της περιουσίας του αναιρεσιβλήτου κατά το συνολικό ποσό των 567.584,50 ευρώ, αλλιώς κατά το ποσό των 270.278,33 ευρώ, να αποτελεί πλέον απόρριψη λόγω αοριστίας της αξίωσης αυτής.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε δυο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Απριλίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24 Απριλίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ