Legislator Case Law & Legislation
817/2012 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds regarding evidence requirements for disciplinary findings.

Case Number 817/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the Court of First Instance's decision regarding an employee's promotion. The appellant argued the lower court accepted unproven claims about the employee's lack of disciplinary action and misconduct. The court ruled that the lower court properly relied on specific documentary evidence and did not accept unsubstantiated assertions without proof.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559 no. 10 K.Pol.D.; An appeal under this provision is founded when the court accepts facts without evidence or without stating the evidentiary basis, thereby affecting the case outcome.

Keywords

AI generated
Art. 559 no. 10 K.Pol.D. procedural appeal lack of evidence employee promotion disciplinary record court of first instance judicial review

Cited Legislation

AI generated
Art. 201 A.K.
Art. 207 para. 1 A.K.
Art. 12 of the Internal Organization and Pay Scale Regulations
Art. 559 no. 10 K.Pol.D.
Art. 562 para. 2 K.Pol.D.
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 817 / 2012 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 817/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 27 Μαρτίου 2012, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Α. Κ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως λόγω της δικηγορικής του ιδιότητας και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Δήμητρα Φρεσκάκη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/3/1995 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1752/1996 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 935/1997 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 23/7/1997 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασία Καρέλλου ανέγνωσε την από 15/3/2012 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 23/7/1997 αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο αναιρεσείων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, κατά το άρθρο 201 Α.Κ., αν με την δικαιοπραξία τα αποτελέσματα της εξαρτήθηκαν από γεγονός μελλοντικό και αβέβαιο (αίρεση αναβλητική), τα αποτελέσματα αυτά επέρχονται μόλις συμβεί το γεγονός (πλήρωση της αιρέσεως), κατά δε το άρθρο 207 παρ. 1 Α.Κ., η αίρεση θεωρείται ότι πληρώθηκε, αν την πλήρωση της εμπόδισε αντίθετα προς την καλή πίστη εκείνος που θα ζημιωνόταν από την πλήρωση της.

Τέτοια υπό αναβλητική αίρεση δικαιοπραξία, επί της οποίας έχει εφαρμογή το παραπάνω άρθρο 207 Α.Κ., είναι και εκείνη, με την οποία ο εργοδότης και ο μισθωτός συμφωνούν ότι η προαγωγή του τελευταίου θα γίνει αν συντρέξουν ορισμένες προϋποθέσεις, η διαπίστωση της συνδρομής των οποίων θα κρίνεται από τον εργοδότη ή όργανο του.

Αυτό συμβαίνει και όταν η προαγωγή του υπαλλήλου προβλέπεται από τον κανονισμό του εργοδότη, που έχει συμβατική ισχύ. Στην περίπτωση αυτή παρακώλυση της πληρώσεως της αιρέσεως εναντίον της καλής πίστεως, κατά την έννοια της παραπάνω διατάξεως, υπάρχει και όταν κρίνεται από τον εργοδότη, ότι ο μισθωτός δεν έχει τις προϋποθέσεις που συμφωνήθηκαν για προαγωγή, πλην όμως η κρίση αυτή είναι κατάφωρα άδικη, λόγω της σημαντικής υπεροχής του μη προαχθέντος έναντι του προαχθέντος, όχι δε και όταν η κρίση αυτή θα μπορούσε κατ' εκτίμηση υποκειμενική να είναι διάφορη.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 12 του Οργανισμού εσωτερικής υπηρεσίας και κανονισμού βαθμολογικής και μισθολογικής τάξεως των υπαλλήλων της Τράπεζας της Ελλάδος, που έχει συμβατική ισχύ, όπως ισχύει μετά τη συμπλήρωση του με τις από 25/9/1981 και 29/2/2982 αποφάσεις του Γενικού Συμβουλίου της, η προαγωγή των υπαλλήλων της από το βαθμό του Τμηματάρχη σε εκείνον του Εντεταλμένου Τμηματάρχη - Προϊσταμένου, αποφασίζεται από το Γενικό Συμβούλιο αυτής, κατ' απόλυτη εκλογή και ελεύθερη κρίση, όταν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που τάσσονται από το ίδιο άρθρο, ήτοι:

α) η ύπαρξη κενής οργανικής θέσεως, β) η συμπλήρωση ευδόκιμης υπηρεσίας στον προηγούμενο βαθμό τριών ετών, γ) η ύπαρξη προσόντων ανώτερης θέσεως .επίδειξη εξαιρετικής επίδοσης ήθους, ικανότητας και φιλεργίας και δ) ικανότητα συστηματικού προσδιορισμού και αποτελεσματικού συνδυασμού των διαθέσιμων μέσων και του υπάρχοντος προσωπικού με τρόπο που να αυξάνει την απόδοση του έργου της υπηρεσίας και της παραγωγικότητας των εργαζομένων και ειδικότερα την επίδειξη μέριμνας για την πλήρη απασχόληση του προσωπικού.

Με την 20/21/12/1990 απόφαση του Γενικού Συμβουλίου της Τράπεζας τροποποιήθηκε η ανωτέρω διάταξη του άρθρου 12 του Οργανισμού της και θεσπίστηκαν για τους κρινόμενους με το βαθμό του Λογιστή και άνω και άλλα προσόντα και ικανότητες, όπως γνώσεις και ικανότητες να εκτελέσουν εκτός από τις συνήθεις τραπεζικές, διοικητικές, εκτελεστικές και συναφείς εργασίες, αλλά περισσότερο εξειδικευμένα καθήκοντα, που αναφέρονται σε βασικές λειτουργίες κεντρικής τράπεζας, όπως, α) η ικανότητα να διεκπεραιώνουν σύγχρονες τραπεζικές εργασίες, η γνώση της λειτουργίας των τραπεζικών αγορών και των νέων χρηματοπιστωτικών προϊόντων και υπηρεσιών και η ικανότητα συστηματικής παρακολούθησης και διερεύνησης των εξελίξεων της τραπεζικής αγοράς και της μη τραπεζικής αγοράς χρήματος, β) η ικανότητα να επεξεργάζεται μέτρα και ρυθμίσεις, που αναφέρονται σε θέματα νομισματικής και πιστωτικής πολιτικής και λειτουργίας και προσαρμογής του πιστωτικού συστήματος, γ) η ικανότητα επεξεργασίας στατιστικών στοιχείων, δ) η γνώση και εμπειρία σε θέματα εποπτείας του πιστωτικού συστήματος και η ικανότητα άσκησης ελέγχου εφαρμογής των πιστωτικών και συναλλακτικών κανόνων, ε) η γνώση και η ικανότητα βελτίωσης μεθόδων και διαδικασιών άσκησης αποτελεσματικής διοίκησης και βελτίωσης των μεθόδων διοίκησης, στ) η ικανότητα εκπροσώπησης της Τράπεζας στο εσωτερικό και εξωτερικό.

Από τις διατάξεις αυτές, οι οποίες ρυθμίζουν τις ουσιαστικές προϋποθέσεις προς προαγωγή στον ανώτερο βαθμό και διαγράφουν τα όρια ελέγχου από απόψεως ουσίας της σχετικής ενέργειας του αρμόδιου οργάνου της Τράπεζας προκύπτει ότι, εφόσον συντρέχουν οι ως άνω προϋποθέσεις, η προαγωγή του μισθωτού αποτελεί εκπλήρωση υποχρεώσεως του εργοδότη, η οποία πηγάζει από την ατομική σύμβαση εργασίας και το συμπληρώνοντα αυτήν Οργανισμό εσωτερικής υπηρεσίας και Κανονισμό.

Πλην όμως η περί προαγωγής κρίση των οργάνων του εργοδότη υπόκειται στον έλεγχο των τακτικών πολιτικών δικαστηρίων, αλλά μόνον υπάτους όρους των άρθρων 201 και 207 παρ.1 του Α.Κ. δηλαδή μόνον όταν η κρίση του προαγωγικού οργάνου ως προς τη συνδρομή στο πρόσωπο του μισθωτού των προαγωγικών προϋποθέσεων είναι κατάφωρα άδικη και παρακωλύθηκε εναντίον της καλής πίστεως.

Συνεπώς, σε περίπτωση παράβασης της ανωτέρω συμβατικής υποχρεώσεως της Τράπεζας γεννάται αξίωση του μισθωτού προς αναγνώριση, εκτός των άλλων, και του προς προαγωγή δικαιώματος του. Εξάλλου, παράβαση κανόνα δικαίου,που ιδρύει τον λόγο αναιρέσεως του άρθρου 559 αρ.1 Κ.Πολ.Δ. υπάρχει εφόσον αυτός δεν εφαρμοσθεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εάν αυτός εφαρμοσθεί, ενώ δεν έπρεπε ή εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα .Ενώ έλλειψη νόμιμης βάσης,που ιδρύει τον λόγο αναιρέσεως του αριθ. 19 του ανωτέρω άρθρου υπάρχει όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ή τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του κανόνα δικαίου, για την επέλευση της απαγγελθείσας έννομης συνέπειας ή την άρνηση της ή αντιφάσκουν μεταξύ τους.

Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων προσλήφθηκε από την εναγομένη με σύμβαση εργασίας στις 22/10/1971 και εντάχθηκε στο τακτικό προσωπικό της στον ταμειακό κλάδο. Έκτοτε εξελίχθηκε βαθμολογικά μέχρι το βαθμό του τμηματάρχη (4ος βαθμός), τον οποίο κατείχε από 1/1/1986 μέχρι τις 21/12 /1994, οπότε παραιτήθηκε.

Είναι κάτοχος πτυχίων Παιδαγωγικής Ακαδημίας, ΠΑΣ.Π.Ε. και της Νομικής Σχολής Θεσσαλονίκης, έχει δε παρακολουθήσει τρία σεμινάρια (ένα οικονομικής ανάλυσης το 1987 και δύο το 1993 με θέματα ισοζύγιο πληρωμών και μηχανογράφηση). Γνωρίζει την Αγγλική γλώσσα, χωρίς να κατέχει σχετικό πιστοποιητικό. Από της προσλήψεως του υπηρέτησε σε διάφορα τμήματα (Εθνικών δανείων, ελέγχου εφαρμογής συναλλαγματικών νόμων, σχέσεων με το Δημόσιο, ελέγχου διαχειρίσεων και δεσμευμένων καταθέσεων), η δε βαθμολογία του κατά τα έτη 1987-1988 ήταν, επτά 1 και ένα 2 (με άριστα το 1 και την κλίμακα βαθμολογίας να κινείται από το 1 έως το 5).

Από 16/8/1988 έως 14/8/1990 είχε λάβει γονική άδεια. Για το μεταγενέστερο του έτους 1989 χρονικό διάστημα δεν συντάχθηκαν φύλλα επίδοσης των υπαλλήλων της εναγομένης και με την 238 /18/5/-1992 πράξη του Διοικητή αυτής, που εκδόθηκε σύμφωνα με το άρθρο 34 του Γενικού Κανονισμού των Υπαλλήλων (όπως αυτό τροποποιήθηκε με τις από 27/2/1987 και 21/12/1990 αποφάσεις του Γενικού Συμβουλίου της εναγομένης) συστήθηκε γνωμοδοτική επιτροπή προαγωγών προς αξιολόγηση όλων των υποψηφίων υπαλλήλων για προαγωγή στο βαθμό του εντεταλμένου τμηματάρχη προϊσταμένου.

Η εν λόγω Επιτροπή κατέταξε τον ενάγοντα, κατά σειρά αρχαιότητας, σε πίνακα,που περιελάμβανε 229 υπαλλήλους, οι οποίοι, κατά την εκτίμηση της, διέθεταν ολιγότερα ουσιαστικά προσόντα από άλλους 40 ομοιόβαθμους υπαλλήλους, οι οποίοι κρίθηκαν ικανοί για κατ' εκλογή προαγωγή στον ανωτέρω βαθμό. Με βάση τον πίνακα αυτό το Γενικό Συμβούλιο της εναγομένης, μετά από πρόταση του Διοικητή της, κατά τις προαγωγικές κρίσεις της 30/11/1992 για το βαθμό του τμηματάρχη-προϊσταμένου, παρέλειψε να προαγάγει τον ενάγοντα, ενώ προήγαγε μεταξύ άλλων, τους συναδέλφους του Ε.

Τ. και Δ. Τ.. Από αυτούς ο πρώτος (Ε. Τ.) προσλήφθηκε στις 25/9/1972, προήχθη στο βαθμό του τμηματάρχη από 1/10/1988, είναι πτυχιούχος της ΠΑΣΠΕ έχει παρακολουθήσει δύο σεμινάρια, σχετικά με οικονομική ανάλυση το έτος 1987, δεν έχει τιμωρηθεί πειθαρχικά και γνωρίζει την αγγλική γλώσσα χωρίς να κατέχει σχετικό πιστοποιητικό.

Έχει υπηρετήσει σε διάφορα τμήματα του κεντρικού καταστήματος της εναγομένης (καταθέσεων, δεσμευμένων λογαριασμών, ταμειακών συναλλαγών, αποθεματικών και εφοδιασμού, ελέγχου διαχειρίσεων) και η βαθμολογία του κατά τα έτη 1988-1989 ήταν επτά 1 και ένα 2. Η προαναφερθείσα γνωμοδοτική επιτροπή τον κατέταξε σε πίνακα προς προαγωγή κατ' εκλογή με τις ειδικότερες παρατηρήσεις ότι "Διακρίνεται για τις λίαν εξαιρετικές διοικητικές ικανότητες του.

Η υπηρεσιακή επίδοση του χαρακτηρίζεται ως πολύ ικανοποιητική . Έχει σε μεγάλη έκταση γνώσεις σημαντικών εργασιών της Τράπεζας. Υπάλληλος με εξαίρετη προσωπικότητα". Περαιτέρω, ο δεύτερος (Δ. Τ.) προσλήφθηκε στις 20/5/1969, προήχθη στο βαθμό του τμηματάρχη από 1/1/1986 είναι απόφοιτος Γυμνασίου παλαιού τύπου, έχει παρακολουθήσει δύο σεμινάρια ενημερώσεως το 1978 και γνωρίζει την αγγλική γλώσσα, χωρίς να κατέχει σχετικό πιστοποιητικό.

Έχει υπηρετήσει στο τμήμα Διοικητικών και Οικονομικών υπηρεσιών του Κεντρικού Καταστήματος, του οποίου ήταν αναπληρωτής προϊστάμενος από 1/10/1986 και προϊστάμενος από 17/Ί2/1990. Η βαθμολογία του ήταν το έτος 1987 επτά 1 και ένα 2, ενώ τα έτη 1988 και 1989 οκτώ 1 (άριστος). Η γνωμοδοτική επιτροπή τον κατέταξε σε πίνακα προς προαγωγή κατ' εκλογή με τις ειδικότερες παρατηρήσεις ότι "έχει άριστες διοικητικές ικανότητες και διακρίνεται για την υψηλή υπηρεσιακή του επίδοση.

Γνωρίζει σε υψηλό βαθμό σημαντικές εργασίες της Τράπεζας. Έχει εξαίρετο ήθος και άριστη συμπεριφορά και συνεργασία". Δέχεται ακολούθως το Εφετείο ότι από τη σύγκριση των προσόντων του ενάγοντος με τα προσόντα των ανωτέρω προαχθέντων συναδέλφων του προκύπτει ότι ο ενάγων, α) υπερέχει του πρώτου (Ε. Τ.) ως προς τα τυπικά προσόντα (ήτοι τη γενική και ειδική υπηρεσιακή αρχαιότητα και τους τίτλους σπουδών ) αλλ' έχει την ίδια με αυτόν βαθμολογία, και β) υπερέχει του δεύτερου (Δ.

Τ.) μόνο ως προς τους τίτλους σπουδών, υστερεί τούτου ως προς τη γενική υπηρεσιακή αρχαιότητα και τη βαθμολογία, ενώ είναι ισοδύναμος ως προς την αρχαιότητα στον κατεχόμενο βαθμό και με βάση τα παραπάνω και δεδομένου, α) της επί διετίαν αποχής του ενάγοντος από την εργασία του (16//8/1988 -14/8/1990), β) ότι η ως άνω κρίση της γνωμοδοτικής επιτροπής δεν προκύπτει ότι υπαγορεύθηκε από κριτήριο μη υπηρεσιακά και γ) ότι κρίσιμο στοιχείο για την κατ' εκλογή προαγωγή στο βαθμό του τμηματάρχη - προϊσταμένου είναι η βαθμολογία και όχι τα τυπικά προσόντα, δεν υφίσταται καταφανής και έκδηλη υπεροχή του ενάγοντος έναντι των ανωτέρω προαχθέντων συναδέλφων του, ώστε η προαγωγή τούτων, κατά παράλειψη του ενάγοντος να εμφανίζεται ως αντίθετη στην καλή πίστη.

Κατ' ακολουθίαν των παραδοχών αυτών το Εφετείο αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση που είχε δεχθεί τα αντίθετα, απέρριψε την κυρία βάση της αγωγής και ερεύνησε την επικουρική, για τη οποία δέχθηκε τα ακόλουθα: Με την 221/31/3/1994 πράξη του Διοικητή της εναγομένης, που εκδόθηκε επίσης, σύμφωνα με την προεκτεθείσα διάταξη του Γενικού Κανονισμού καταστάσεως των υπαλλήλων της, συστήθηκε η γνωμοδοτική επιτροπή προς αξιολόγηση των υπαλλήλων, που συμπληρώνουν χρόνο για προαγωγή στο βαθμό του εντεταλμένου τμηματάρχη μέχρι 1/7/1994.

Η εν λόγω επιτροπή, εκτιμώντας το σύνολο των στοιχείων των κρινόμενων, κατέταξε και πάλι τον ενάγοντα σε πίνακα κατά σειρά αρχαιότητας, τους δε κατωτέρω αναφερόμενους συναδέλφους του σε πίνακα προς προαγωγή κατ' εκλογήν, θεωρήσασα ότι οι τελευταίοι υπερέχουν του πρώτου ως προς τη διοικητική ικανότητα, την υπηρεσιακή επίδοση και απόδοση και τα τυπικά προσόντα, στη συνέχεια δε το Γενικό Συμβούλιο της εναγομένης, μετά από πρόταση του Διοικητή αυτής προήγαγε, με την 9/7/9/1994 απόφαση του, από 1/7/1994,μετά από πρόταση του Διοικητή αυτής, στο βαθμό του εντεταλμένου τμηματάρχη, μεταξύ άλλων τους, 1 ) Λ.

Δ., 2 ) Χ. Β., 3) Ν. Κ., 4) Ν. Λ., 5 ) Γ. Π., 6) Κ. Π. και 7) Γ. Τ., ενώ παρέλειψε να προαγάγει τον ενάγοντα. Από τους ανωτέρω προαχθέντες: 1) Ο πρώτος προσλήφθηκε την 1/9/1965, προήχθη στο βαθμό του τμηματάρχη από 1/7/1983 είναι απόφοιτος Γυμνασίου παλαιού τύπου, έχει παρακολουθήσει 4 σεμινάρια (διοικητική επιμόρφωση - γρήγορο διάβασμα - μνήμη, εκπαίδευση εισηγητών, βελτίωση ανθρωπίνων σχέσεων) και από το 1984 υπηρετεί στο κεντρικό κατάστημα της εναγομένης, στα τμήματα ελέγχου διαχειρίσεων και ταμείων τίτλων, η δε βαθμολογία του ήταν το 1987 επτά 1 και ένα 2, ενώ τα έτη 1988 και 1989 οκτώ 1, 2) Ο δεύτερος προσλήφθηκε την 1/8/1966, προήχθη στο βαθμό του τμηματάρχη από 1/7/1983, είναι απόφοιτος Γυμνασίου παλαιού τύπου, έχει παρακολουθήσει δύο σεμινάρια (εφαρμοσμένη διοίκηση, εκπαίδευση εισηγητών), έχει υπηρετήσει στα τμήματα διαλογής καταμέτρησης και διαχειρίσεως ξένων τραπεζογραμματίων, η δε βαθμολογία του ήταν το 1987 επτά 1 και ένα 2, ενώ τα έτη 1988 και 1989 οκτώ 1, 3) Ο τρίτος προσλήφθηκε την 1/8/1966, προήχθη στο βαθμό του τμηματάρχη από 1/7/1983, είναι απόφοιτος Γυμνασίου παλαιού τύπου, έχει παρακολουθήσει δύο σεμινάρια, έχει υπηρετήσει στα τμήματα ταμιακών συναλλαγών αποθεματικών εφοδιασμού, διαχειρίσεως ξένων τραπεζογραμματίων και εθνικών δανείων, η δε βαθμολογία του ήταν επτά 1 και ένα 2 κατά τα έτη 1987 - 1989, 4) Ο τέταρτος προσλήφθηκε στις 24/1/1970, προήχθη στο βαθμό του τμηματάρχη από 1/7/1983, είναι πτυχιούχος της ΠΑΣΠΕ (αμφοτέρων των τμημάτων), έχει παρακολουθήσει δύο σεμινάρια, υπηρετεί από το 1976 στο τμήμα ναυτιλιακού συναλλάγματος στο κατάστημα Πειραιώς, η δε βαθμολογία του ήταν επτά 1 και ένα 2, κατά τα έτη 1987-1989, 5) Ο πέμπτος προσλήφθηκε την 1/8/1966, προήχθη στο βαθμό του τμηματάρχη από 2/3/1981,είναι πτυχιούχος της Ανωτάτης Βιομηχανικής Σχολής, έχει παρακολουθήσει τρία επιμορφωτικά σεμινάρια, υπηρετεί από της προσλήψεως του στο Υποκατάστημα Χανίων και η βαθμολογία του κατά τα έτη 1987-1989 ήταν έξι 1 και δύο 2,6) Ο έκτος προσλήφθηκε την 1/8//1966, προήχθη στο βαθμό του τμηματάρχη από 1/1/1983, είναι απόφοιτος Γυμνασίου παλαιού τύπου, έχει παρακολουθήσει δύο επιμορφωτικά σεμινάρια, έχει υπηρετήσει στα τμήματα ταμιακών συναλλαγών, εργασιών πρακτορείων και διαχειρίσεως ξένων τραπεζογραμματίων, η δε βαθμολογία του ήταν επτά 1 και ένα 2 κατά τα έτη 1987-1989, 7) Ο έβδομος προσλήφθηκε την 1/8/1966, προήχθη στο βαθμό του τμηματάρχη από 1/1/1983, είναι απόφοιτος Γυμνασίου παλαιού τύπου, έχει παρακολουθήσει ένα σεμινάριο, έχει υπηρετήσει στα τμήματα διαχειρίσεως τραπεζογραμματίων και ταμιακών συναλλαγών και η βαθμολογία του ήταν έξι 1 και δύο 2 τα έτη 1987-1988 και επτά 1 και ένα 2 το 1989, ενώ έχει τιμωρηθεί με την ποινή της προφορικής παρατήρησης το 1994 για αντιδεολογική συμπεριφορά.

Άπαντες οι ανωτέρω γνωρίζουν την αγγλική γλώσσα, χωρίς να είναι κάτοχοι σχετικών πιστοποιητικών. Καταλήγει δε το Εφετείο, ότι από τη σύγκριση του ενάγοντος με τους ανωτέρω, α) ότι ο ενάγων υστερεί σημαντικά όλων ως προς την γενική και ειδική υπηρεσιακή αρχαιότητα, β) είναι ισοδύναμος ως προς την επιμόρφωση και τη γνώση ξένων γλωσσών, γ) έχει την ίδια βαθμολογία με τους τρίτο, τέταρτο και έκτο, μειονεκτεί δε ως προς αυτήν έναντι των πρώτου και δευτέρου, ενώ υπερέχει ανεπαίσθητα έναντι των πέμπτου και εβδόμου, δ) υπερέχει πάντων ως προς τους τίτλους σπουδών και ότι ενόψει των ανωτέρω, μόνη η υπεροχή του ενάγοντος ως προς τους τίτλους σπουδών, σε συνδυασμό με τη σημαντική υπεροχή των ως άνω προαχθέντων έναντι τούτων ως προς τη γενική και ειδική υπηρεσιακή αρχαιότητα και την έλλειψη σημαντικής υπεροχής τούτου ως προς τη βαθμολογία, δεν καθιστά την παράλειψη της προαγωγής του ως αντικείμενη στην καλή πίστη και συνεπώς η αγωγή τυγχάνει απορριπτέα ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, ως προς την επικουρική της βάση.

Με την κρίση του αυτή υπό τις παραπάνω παραδοχές του το Εφετείο δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 207 Α.Κ. ευθέως, γιατί με αυτά που δέχθηκε δεν υφίσταται κατάδηλη υπεροχή του ενάγοντος έναντι των ως άνω προαχθέντων και ως εκ τούτου δεν παρακωλύθηκε εναντίον της καλής πίστης η πλήρωση της αιρέσεως, υπό την οποία τελούσε η προαγωγή του ενάγοντος, με την κρίση του αρμοδίου προς προαγωγή οργάνου της εναγομένης, ότι ο ενάγων δεν έχει τις ουσιαστικές προς προαγωγή προϋποθέσεις που έχουν συμφωνηθεί, ούτε εκ πλαγίου, με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, οι οποίες στηρίζουν επαρκώς το αποδεικτικό πόρισμα και το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως.

Επομένως οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος που προβάλλονται με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως, μέρη πρώτο και δεύτερο, από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δικ. είναι αβάσιμοι.

Επειδή, όπως προκύπτει από τα άρθρα 335, 338 και 346 του Κ.Πολ.Δ, το δικαστήριο της ουσίας για να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έχουν ανάγκη αποδείξεως, υποχρεούται να λάβει υπόψει του όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, χωρίς να είναι αναγκαίο να γίνεται ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση του καθενός απ' αυτά Η παράβαση της ανωτέρω υποχρεώσεως του δικαστηρίου της ουσίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αρ. 11 γ' του Κ.Πολ.Δ. λόγο αναιρέσεως, όταν, παρά τη βεβαίωση του δικαστηρίου ότι έλαβε υπόψη τα έγγραφα που προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν οι διάδικοι, από το περιεχόμενο της αποφάσεως και ιδίως από τις αιτιολογίες καταλείπονται αμφιβολίες για τη συνεκτίμηση όλων ή συγκεκριμένων εγγράφων.

Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων, με το τρίτο μέρος του πρώτου λόγου αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 11 γ' του Κ.Πολ.Δ. προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκόμισε και επικαλέσθηκε και συγκεκριμένα, α) απόσπασμα των από 16/10/1991 πρακτικών του Συμβουλίου της Διοικητικής Υπηρεσίας της Τράπεζας (πειθαρχικό όργανο κατά τον Κανονισμό) στο οποίο εκτίθεται ότι ευθύνη μπορεί να αποδοθεί στον Ε. Τ., για πλημμέλεια εκτέλεσης της υπηρεσίας του, β) την από 26/1/1997 αναφορά του Τμηματάρχη της Διευθύνσεως ταμειακών Κ. Α., προς τη Διεύθυνση Ταμείου, στην οποία αναφέρει ότι ο Ε. Τ. έχει δημιουργήσει και στο παρελθόν προβλήματα στην εκτέλεση της υπηρεσίας και γ) το υπ' αριθμ. 762/32/18/2/1997 έγγραφο της Διευθύνσεως Διοικητικού-Τμήμα Υπηρεσιακής Εξέλιξης Προσωπικού .Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος,καθόσον από τη γενική βεβαίωση της προσβαλλόμενης αποφάσεως ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα που προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα έλαβε υπόψη του και τα ως άνω έγγραφα.

Επειδή, πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δ, είναι οι πραγματικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι νομίμως προτεινόμενοι στηρίζουν κατά νόμο την αγωγή, ένσταση ή άλλη αυτοτελή αίτηση ή ανταίτηση των διαδίκων προς παροχή έννομης προστασίας (Ολ.Α.Π. 11/1996). Αν όμως από την απόφαση προκύπτει ότι ο ισχυρισμός εξετάσθηκε και απορρίφθηκε ως απαράδεκτος ή κατ' ουσίαν ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος.

Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, μέρη πρώτο και τέταρτο, καθώς και με το δεύτερο λόγο, μέρος τρίτο, με την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 8 του Κ,Πολ.Δ., προβάλλει τις αιτιάσεις ότι το Εφετείο, α) δέχθηκε χωρίς να προταθεί από την εναγομένη ότι ο Δ. Τ. υπηρέτησε ως αναπληρωτής προϊστάμενος από 1/10/1986 και προϊστατο στο τμήμα Διοικητικών και Οικονομικών Υπηρεσιών του Κεντρικού Καταστήματος, δεδομένου ότι τέτοιο τμήμα δεν υφίσταται στο Κεντρικό Κατάστημα, β) δεν έλαβε υπόψη του τον προταθέντα απ' αυτόν ισχυρισμό ότι ο Ε.

Τ. ήταν απείθαρχος υπάλληλος και ότι αυτός επί 6,5 έτη δεν προσέφερε υπηρεσίες στην τράπεζα (από το 1990 ήταν αποσπασμένος στο συνδικαλιστικό σωματείο των υπαλλήλων της τράπεζας και στη συνέχεια μέχρι τον Οκτώβριο του 1993 ήταν διορισμένος ως νομάρχης στη Νομαρχία Μεσσηνίας και γ) δέχθηκε ότι άπαντες οι προαχθέντες γνωρίζουν την αγγλική γλώσσα, χωρίς η αναιρεσίβλητη να το προτείνει.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθόσον όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της εφέσεως του αναιρεσίβλητου κατ' άρθρο 562 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., α ) η αναιρεσίβλητη είχε προτείνει με λόγο εφέσεως ότι ο Δ. Τ. ήταν "αναπληρωτής προϊστάμενος του τμήματος Διοικητικών και Οικονομικών Υπηρεσιών (Ι.Ε.Τ.Α.) από 1/10/1986 και Προϊστάμενος του ανωτέρω Τμήματος από 17/12/1996 ...".

Η αιτίαση ότι δεν υφίστατο ως άνω τμήμα στο Κεντρικό Κατάστημα, είναι απαράδεκτη, γιατί πλήττει την ανέλεγκτη από το δικαστήριο της ουσίας εκτίμηση πραγματικών γεγονότων. β ) Η αιτίαση ότι ο Ε. Τ. ήταν απείθαρχος υπάλληλος πλήττει, επίσης, την ανέλεγκτη από το δικαστήριο της ουσίας εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, ενώ το γεγονός ότι ο προαχθείς Ε.

Τ. για διάστημα 6,5 ετών δεν υπηρέτησε στην αναιρεσίβλητη αλλά στις προαναφερθείσες θέσεις δεν αποτελεί γεγονός που απομειώνει τα δεκτά γενόμενα προσόντα του και γ) η αναιρεσίβλητη είχε αναφέρει ότι οι προαχθέντες γνωρίζουν την αγγλική γλώσσα, χωρίς να έχουν σχετικό πιστοποιητικό.

Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.10 του Κ.Πολ.Δ., με την οποία ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσκομισθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκτίθεται από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη γι' αυτά.

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, μέρος δεύτερο, από το άρθρο 559 αρ. 10 του ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι ο Ε. Τ. δεν είχε τιμωρηθεί πειθαρχικά χωρίς απόδειξη, ενώ από το 762/32/18/2/1987 έγγραφο προκύπτει ότι η τελευταία "... τον παρατήρησε αυστηρά και του εγνώρισε ότι τυχόν υποτροπή σε όμοιο πειθαρχικό παράπτωμα θα ελεγχθεί και θα τιμωρηθεί αυστηρά ...". Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθόσον το Εφετείο όχι μόνο δεν δέχθηκε πράγματα χωρίς απόδειξη, αλλά στην προσβαλλόμενη απόφαση εκτός από τη ρητή μνεία για τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίσθηκαν με επίκληση από τους διαδίκους, γίνεται και ειδική αναφορά ότι τα περί μη πειθαρχικής τιμωρίας του προαχθέντος Ε. Τ. τα άντλησε "... ιδίως από την με χρονολογία 19/4/1995 βεβαίωση της Διεύθυνσης Διοικητικού της εναγομένης ...", ενώ όσα αναφέρει ο ίδιος ο αναιρεσείων, ως προκύπτοντα από το 762/32/18/2/1987 έγγραφο της αναιρεσίβλητης, ότι δηλαδή αυτή "παρατήρησε αυστηρά" τον Ε. Τ. δεν συνιστούν πειθαρχική ποινή .

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 23/7/1997 αίτηση για αναίρεση της 935/1997 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών .

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Απριλίου 2012. Και,

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις15 Μαΐου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ