Supreme Court dismisses appeal on grounds of death of defendant and misinterpretation of evidence.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to retry the case due to the death of one of the defendants before the oral hearing concluded. The appellant argued that the Court of First Instance distorted the content of a will and inheritance declaration by misinterpreting boundary descriptions. The court rejected this claim because the lower court's findings were based on a holistic evaluation of evidence rather than a sole reliance on the disputed documents, making the alleged error one of fact-finding rather than a distortion of the document's content.
Legislator headnote
AI generatedArticles 286(a), 287, 290 of the Code of Civil Procedure; Articles 1846, 1847 of the Civil Code; Articles 559(20), 561(1) of the Code of Civil Procedure: The death of a party during the appeal period suspends the proceedings, and an appeal based on the distortion of a document's content is inadmissible if the lower court's decision resulted from a comprehensive assessment of evidence rather than an exclusive reliance on the contested document.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 817 / 2010 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 817/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο,Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Μιχαήλ Θεοχαρίδη και Νικόλαο Μπιχάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Χ, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Πήττα.
Των αναιρεσιβλήτων:1. Ψ1, η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 2. Ψ2, 3. Ψ3, 4. Ψ4, 5. Ψ5, 6. Ψ6, 7.Ψ7 και 8.Ψ8 των τεσσάρων τελευταίων με την ιδιότητα ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων του αρχικώς διαδίκου Ζ. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χρυσόστομο Γασπαράτο, ο οποίος δήλωσε ότι η (Ψ1) 1η αναιρεσί-βλητη απεβίωσε στις 28-4-2009 και κληρονομήθηκε από τους 2ο, 3η, 4η, 6η, 7η και 8η ήδη αναιρεσιβλήτους, οι οποίοι συνεχίζουν την βιαίως διακοπείσα δίκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-6-1995 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κεφαλληνίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 80/1996 μη οριστική, 55/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 739/2008 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 22-12-2008 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Μπιχάκης ανέγνωσε την από 17-11-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος δικηγόρος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψη της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ. α', 287 και 290 ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται, κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ιδίου Κώδικα και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 1846 και 1847 ΑΚ, προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται και όταν, μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος.
Η διακοπή, επέρχεται από τη γνωστοποίηση του λόγου της διακοπής προς τον αντίδικο με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός ακροατηρίου κατά την επιχείρηση διαδικαστικής πράξης από εκείνον που έχει το δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη ή και από εκείνον που μέχρι της επέλευσης του θανάτου ήταν πληρεξούσιος του θανόντος.
Ως διάδικος, υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης, στην περίπτωση θανάτου του αρχικού διαδίκου, νοείται ο καθολικός του διάδοχος (κληρονόμος του), ο οποίος όμως δεν μπορεί να κληθεί για επανάληψη της δίκης, που έχει διακοπεί, πριν περάσει η τετράμηνη προθεσμία της αποποίησης ή πριν χάσει με οποιονδήποτε άλλον τρόπο το δικαίωμα αποποίησης.
Η επανάληψη της δίκης που έχει διακοπεί μπορεί να γίνει εκούσια με ρητή ή σιωπηρή δήλωση του διαδίκου υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη ... ληξιαρχική πράξη θανάτου του Ληξιάρχου ... η πρώτη αναιρεσίβλητη Ψ1 απεβίωσε στις 28-4-2009 ήτοι μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της ήτοι τα τέκνα της, δεύτερη, τρίτη και τέταρτη των αναιρεσιβλήτων και τα τέκνα του προαποβιώσαντος υιού της Ζ έκτη, έβδομη, και όγδοη των αναιρεσιβλήτων ως μόνοι πλησιέστεροι συγγενείς της (βλ.
το ... πιστοποιητικό του Δημάρχου ... σε συνδυασμό με το 939/2009 πιστοποιητικό του γραμματέα του Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας μη δημοσίευση (διαθήκης) με δήλωση συνεχίσεως της βίαια διακοπείσης δίκης, λόγω θανάτου της πρώτης αναιρεσίβλητης, που έγινε στο ακροατήριο, νόμιμα συνεχίζουν τη δίκη αυτή. Από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 επ.
ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο, για να σχηματίσει τη δικανική πεποίθησή του ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς όμως να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά.
Βέβαια δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται αδιστάκτως βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τ' αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι.
Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει τον λόγο αναίρεσης του άρθρου 559 αρ. 11 γ' του ΚΠολΔ, υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης. Στην προκείμενη περίπτωση με τους πρώτο, δεύτερο και τρίτο λόγους της αίτησης προβάλλεται η από τον αρ. 11 γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης και συγκεκριμένα ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη α) το ...
προικοσυμβόλαιο του συμ/φου Αργοστολίου Σπυρίδωνος Μαρκέτου, β) την 97/2/1992 πράξη της συμ/φου Αθηνών Αλ. Στρουμπούκου, με την οποία η ... και η ... αποδέχθηκαν την κληρονομία του παππού της ... και το τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού ... που είναι προσαρτημένο στην πιο πάνω πράξη και γ) την από 29-8-1998 διαθήκη του ..., τα οποία επικαλέστηκε και προσκόμισε η αναιρεσείουσα και από τα οποία προκύπτει κατά τους ισχυρισμούς της ότι το επίδικο περιλαμβάνεται στους δικούς της τίτλους.
Από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο που την εξέδωσε δέχθηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο Ξ, απώτατος δικαιοπάροχος των εναγόντων, υπήρξε κύριος ενός ακινήτου, επιφάνειας οκτώ στρεμμάτων περίπου, που βρίσκεται στη θέση ... της κτηματικής περιφέρειας ... του Δήμου .... Με βάση τo ...
συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αργοστολίου Α. Τζανετάτου, που μεταγράφηκε νόμιμα στον τόμο ΛΣΤ και με αριθμό 74 στα βιβλία μεταγραφών του παραπάνω Δήμου, μεταβίβασε λόγω δωρεάς την κυριότητα αυτού του ακινήτου στις θυγατέρες του Θ και Κ κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου στην κάθε μία. Σ' αυτό το συμβολαιογραφικό έγγραφο, το δωρηθέν ακίνητο περιγράφεται ως ακολούθως "χωράφιον πρώτον άμπελον μετά των εντός οκτώ μικρών ελαιοδένδρων κείμενος στη θέση ... ....
Εκτάσεως ως έγγιστα οκτώ στρεμμάτων και οροθετούμενον γύρωθεν με κτήματα κληρονομίας..., ... και ... και ...", ο οποίος είναι και ο απώτατος δικαιοπάροχος των εναγομένων. Την κυριότητά του στο ίδιο ακίνητο ο προαναφερόμενος δωρητής είχε αποκτήσει, όπως άλλωστε αναφέρει και στο δωρητήριο συμβόλαιο με έκτακτη χρησικτησία, καθόσον κατείχε και εξουσίαζε τούτο, δημόσια, ακώλυτα, με διάνοια κυρίου τριάντα τουλάχιστον χρόνια πριν από τη δωρεά.
Το 1975 πέθανε η δωρεοδόχος Κ, χωρίς να αφήσει διαθήκη και κληρονομήθηκε από τη συγκύρια του ίδιου ακινήτου επίσης δωρεοδόχο, αδελφή της Θ και από τους ανεψιούς της, πρώτο, δεύτερο, τρίτο, πέμπτη των εναγόντων, καθώς και τους ..., ... και Ξ και ... (ανεψιού της), που δεν είναι διάδικοι. Στην κληρονομιαία περιουσία της παραπάνω θανούσης περιλαμβανόταν κατά το θάνατό της και ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου στο προαναφερόμενο ακίνητο.
Η αδελφή της Θ, αποδέχθηκε την κληρονομία της με βάση την 7200/1975 δήλωση ενώπιον του συμβολαιογράφου Ι. Μεταξά, που μεταγράφηκε νόμιμα στον τόμο 90 και με αριθμό 97 των βιβλίων μεταγραφών του ίδιου Δήμου, κατά ποσοστό 1/3. Σ' αυτήν τη δήλωση αποδοχής κληρονομίας του κληρονομηθέν ακίνητο, περιγράφεται, όπως και στο δωρητήριο συμβόλαιο, που έχει αναφερθεί με τη διαφορά ότι αναγράφεται ως όμορη ιδιοκτησία η πρώτη των εναγομένων, επειδή είχε αποβιώσει ο απώτατος δικαιοπάροχος ..., που αναφέρεται στο δωρητήριο συμβόλαιο.
Οι λοιποί κληρονόμοι της ίδιας θανούσας αποδέχθηκαν την κληρονομία της με την 20830/1975 δήλωση ενώπιον του συμβολαιογράφου Αθηνών Γ. Παπαγιαννόπουλου, που μεταγράφηκε στο τόμο 90 και με αριθμό 249 στα βιβλία μεταγραφών του παραπάνω Δήμου κατά ποσοστό 5/30 καθένας από τους πρώτο και δεύτερο των εναγόντων και ανά 3/30 ο τρίτος και η πέμπτη τούτων, επίσης (οι μη διάδικοι) κατά ποσοστό 5/30 ο ...
και ανά 3/30 καθένας των λοιπών τούτων δηλαδή ο ... και Ξ και η .... Και σ' αυτό το συμβολαιογραφικό έγγραφο το κληρονομηθέν ακίνητο περιγράφεται με τα όρια και την έκταση, του δωρητηρίου συμβολαίου και της αμέσως παραπάνω αναφερόμενης πρώτης δήλωσης αποδοχής κληρονομίας. Την 4.5.1980 πέθανε και η δωρεοδόχος Θ, χωρίς να αφήσει διαθήκη και κληρονομήθηκε από τους προαναφερόμενους ανεψιούς της, στην κληρονομιαία δε περιουσία της, περιλαμβανόταν κατά το θάνατό της και το εξ αδιαθέτου ποσοστό συγκυριότητας στο παραπάνω ακίνητο.
Οι τελευταίοι, πλην της πέμπτης των εναγόντων, αποδέχθηκαν την κληρονομία της με την 25384/1980 δήλωση ενώπιον του συμβολαιογράφου Αθηνών Ευαγ. Φραγκούλη, που μεταγράφηκε στον τόμο 117 και με αριθμό 394 στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου ... και ειδικότερα τα 4/6 εξ αδιαιρέτου του ίδιου ακινήτου. Περαιτέρω η πέμπτη των εναγόντων αποδέχθηκε την κληρονομία της παραπάνω θανούσης με την 25983/1981 δήλωση ενώπιον του συμβολαιογράφου Αθηνών Γ.
Παπαγιαννόπουλου, που μεταγράφηκε νόμιμα στον τόμο 125 και με αριθμό 7 των βιβλίων μεταγραφών του ίδιου Δήμου. Στα τελευταία αυτά δύο συμβολαιογραφικά έγγραφα για πρώτη φορά αναγράφεται ότι το κληρονομηθέν ακίνητο έχει επιφάνεια ως έγγιστα κατά τους τίτλους του οκτώ στρεμμάτων "και σήμερον όσης εκτάσεως πράγματι είναι τούτο", καθώς επίσης και ότι συνορεύει δυτικά με θάλασσα ενώ αναγράφονται, χωρίς ειδικότερη αναφορά στα σημεία του ορίζοντα, όπως στους τίτλους που μέχρι τώρα έχουν αναφερθεί, οι ίδιοι όμοροι ιδιοκτήτες ακινήτων.
Πρέπει να σημειωθεί ότι κανένα από τα ίδια συμβολαιογραφικά έγγραφα δε συνοδεύεται από τοπογραφικό διάγραμμα ή έστω πρόχειρο σκαρίφημα. Με βάση το ... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Ν. Μαργαρίτη, που μεταγράφηκε νόμιμα στον τόμο 136 και με αριθμό 5 των βιβλίων μεταγραφών του Δήμου ..., ο συγκληρονόμος και συγκύριος του επιδίκου Ξ και μη διάδικος, μεταβίβασε λόγω δωρεάς το εξ αδιαιρέτου ποσοστό συγκυριότητας των 3/30 στο παραπάνω ακίνητο στη σύζυγό του τέταρτη των εναγομένων.
Σ' αυτό το συμβολαιογραφικό έγγραφο η περιγραφή του μεταβιβαζομένου ακινήτου γίνεται όπως και στις δύο τελευταίες δηλώσεις αποδοχής κληρονομίας, δηλαδή αναφέρεται ως δυτικό όριο η θάλασσα, καθώς και ότι έχει κατά τους τίτλους του επιφάνεια 8 στρεμμάτων και όποια επιφάνεια πράγματι έχει σήμερα, δε συνοδεύεται δε από τοπογραφικό διάγραμμα, ούτε γίνεται αναφορά σε οποιοδήποτε σχεδιάγραμμα.
Με το ... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Μ. Καλοειδά, που μεταγράφηκε νόμιμα, ο παραπάνω συγκληρονόμος και μη διάδικος ... μεταβίβασε λόγω πωλήσεως, στο ..., που επίσης δεν είναι διάδικος, το εξ αδιαιρέτου μερίδιό του στο ίδιο ακίνητο. Για πρώτη φορά σ' αυτό το συμβολαιογραφικό έγγραφο γίνεται αναφορά τοπογραφικού διαγράμματος και ειδικότερα του από 1.9.1980 που έχει συνταχθεί από τον τοπογράφο μηχανικό ...
αναφέρεται και η θάλασσα ως δυτικό όριο, ότι έχει επιφάνεια σύμφωνα με το τοπογραφικό διάγραμμα 12.431,28 τ.μ. και ακολούθως γίνεται αναφορά σε νέο τοπογραφικό, που διορθώνει το προηγούμενο και έχει συνταχθεί την 27.7.1992 από την υπομηχανικό ... και περιγράφει το παραπάνω ακίνητο, ως έχον επιφάνεια μετά από νεώτερη καταμέτρηση 8.431,28 τ.μ.
και ότι συνορεύει και με θάλασσα. Έτσι κατά το χρόνο που ασκήθηκε η αγωγή οι ενάγοντες είχαν αποκτήσει την συγκυριότητα του ακινήτου που έχει αναφερθεί ανά 5/30 ο πρώτος και ο δεύτερος τούτων και ανά 3/30 καθένας των λοιπών. Επίσης συγκύριοι του ίδιου ακινήτου κατέστησαν κατά τον προαναφερόμενο παράγωγο τρόπο οι μη διάδικοι ...
κατά ποσοστό 8/30 και η ... κατά ποσοστό 3/30 εξ αδιαιρέτου. Ήδη μετά την άσκηση της αγωγής οι τέσσαρες πρώτοι των εναγόντων, μεταβίβασαν λόγω πωλήσεως στην πέμπτη τούτων, τα παραπάνω εξ αδιαιρέτου μερίδιά τους στο ίδιο ακίνητο, με βάση το ... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Ελ. Κανελλοπούλου - Γυφτάκη ο πρώτος τούτων, τα ..., ...
της συμβολαιογράφου Αθηνών Α. Κουτσοσπύρου - Κανατούρη οι δεύτερος και τρίτος τούτων, αντίστοιχα και το ... του συμβολαιογράφου Αθηνών Ν. Μαργαρίτη, η τέταρτη, τα οποία μεταγράφηκαν νόμιμα. Έτσι η πέμπτη των εναγόντων, Χ κατέστη συγκύρια κατά ποσοστό 19/30 εξ αδιαιρέτου του παραπάνω ακινήτου. Οι εναγόμενοι είναι συγκύριοι όμορου ακινήτου, που βρίσκεται βορειοδυτικά του τελευταίου (ακινήτου των εναγόντων) απέκτησαν δε τη συγκυριότητά τους ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του Λ, συζύγου της πρώτης και πατέρα των λοιπών, που πέθανε το 1953, την κληρονομία του οποίου αποδέχθηκαν με την 29488/1964 δήλωση ενώπιον του συμβολαιογράφου Αργοστολίου Α.
Τζανετάτου, που μεταγράφηκε νόμιμα. Ο θανών υπήρξε κύριος του ίδιου ακινήτου, ως κληρονόμος της ..., που πέθανε το 1949 και άφησε την ... δημόσια διαθήκη, που συντάχθηκε ενώπιον του συμβολαιογράφου Αργοστολίου Σπ. Ιγγλέση, με την οποία τον εγκατέστησε κληρονόμο της μεταξύ άλλων και στο παραπάνω ακίνητο, αποδέχθηκε δε την κληρονομία της με την 23/1949 δήλωση ενώπιον του Γραμματέα Πρωτοδικών Κεφαλληνίας, που μεταγράφηκε νόμιμα.
Στην προαναφερόμενη διαθήκη, καθώς και στις δηλώσεις αποδοχής, το κληρονομιαίο ακίνητο αναφέρεται ότι έχει επιφάνεια περίπου σαράντα στρέμματα με εννενήντα ελαιόδενδρα, καθώς και ότι συνορεύει με δημόσια οδό ..., ακίνητο κληρονόμων ..., ..., ..., με θάλασσα, ακίνητο αδελφών ..., κληρονόμων ... (εναγόντων) και δρομίσκο.
Επίδικο είναι ακίνητο, επιφάνειας κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή 2.894,92 τ.μ., που παρεμβάλλεται μεταξύ των προαναφερομένων ιδιοκτησιών των διαδίκων μερών, συνορεύει δε βόρεια με το ακίνητο των εναγομένων, νότια και ανατολικά με το ακίνητο των εναγόντων, που ήδη έχει αναφερθεί και δυτικά με το ακίνητο των εναγομένων και με βραχώδη ακτή θάλασσας.
Δηλαδή η ανατολική πλευρά του επιδίκου εφάπτεται με τη δυτική πλευρά του παραπάνω ακινήτου των εναγόντων και η δυτική του πλευρά κατά το μεγαλύτερο μέρος της με την ανατολική πλευρά του ακινήτου των εναγομένων. Οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι το επίδικο περιλαμβάνεται στους προαναφερόμενους τίτλους τους δηλαδή στο δωρητήριο συμβόλαιο του 1939 και στις μεταγενέστερες συμβολαιογραφικές πράξεις αποδοχής των κληρονομιών των δικαιοπαρόχων τους, το δωρητήριο συμβόλαιο του 1982, καθώς και το αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του 1992.
Ο ισχυρισμός αυτός, τον οποίο υποχρεώθηκαν να αποδείξουν οι ενάγοντες με την προαναφερόμενη προδικαστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου μετά την αμφισβήτηση του γεγονότος αυτού από τους εναγομένους δεν αποδείχθηκε. Στο παραπάνω δωρητήριο συμβόλαιο του 1939, το οποίο, όπως ήδη έχει αναφερθεί, αποτελεί το απώτατο τίτλο των εναγόντων γίνεται χωρίς ιδιαίτερη επίκληση των σημείων του ορίζοντα, σαφής αναφορά των ομόρων ιδιοκτησιών του ακινήτου που περιήλθε στους τελευταίους με τον ίδιο τίτλο και στο οποίο δεν ορίζεται ότι δυτικά τούτου, που βρίσκεται αναμφισβήτητα η θάλασσα, συνορεύει με αυτήν (θάλασσα) ή με βραχώδη ακτή.
Αντίθετα στην διαθήκη του 1949, που αποτελεί τον απώτατο τίτλο των εναγομένων γίνεται σαφής αναφορά, επίσης χωρίς επίκληση των σημείων του ορίζοντα των ομόρων ιδιοκτησιών του κληρονομιαίου ακινήτου, που περιήλθε σ' αυτούς με τον ίδιο τίτλο, στην οποία ορίζεται ότι δυτικά συνορεύει με θάλασσα και με ιδιοκτησία αδελφών ..., ήδη ..., που εκτείνεται νοτιοδυτικά τούτου.
Σύμφωνα με τους τίτλους αυτούς ουδέποτε το ακίνητο, που περιήλθε στους ενάγοντες με τον επικαλούμενο παραπάνω τίτλο, συνόρευε με θάλασσα ή βραχώδη ακτή, αλλά με το ακίνητο των εναγομένων, το οποίο και μόνο συνόρευε δυτικά με τη θάλασσα και πέραν αυτής με το ακίνητο των αδελφών .... Αν το ακίνητο των εναγόντων συνόρευε δυτικά με θάλασσα, τότε θα παρεμβαλλόταν μεταξύ του ακινήτου των εναγομένων και των αδελφών ...
και έτσι το ακίνητο των τελευταίων (εναγομένων) δε θα συνόρευε με ακίνητο αδελφών .., όπως σαφώς αναφέρεται στη διαθήκη του 1949, αφού θα παρεμβαλλόταν το ακίνητο των εναγόντων. Υπέρ της κρίσης αυτής του δικαστηρίου συνηγορεί και το γεγονός ότι η αρχική δωρεοδόχος και συγκυρία του ακινήτου, που περιήλθε σ' αυτήν και τη αδελφή της Κ με το ίδιο δωρητήριο συμβόλαιο του 1939, στη δήλωση αποδοχής εξ αδιαιρέτου ποσοστού της κληρονομίας της θανούσας αδελφής της Κ, που ήδη έχει αναφερθεί, το 1975, κατά την περιγραφή του ακινήτου αυτού δεν αναφέρει ότι συνορεύει με θάλασσα ή βραχώδη ακτή, αλλά με ακίνητο εναγομένων, που συμπίπτει με το δυτικό όριο.
Τουλάχιστον αυτή ως συγκυρία του μείζονος ακινήτου, που κατοικούσε μέχρι το θάνατό της στο ... γνώριζε οπωσδήποτε τα όρια του παραπάνω ακινήτου της, αλλά και την έκταση αυτού, την οποία καθορίζει στο ίδιο συμβολαιογραφικό έγγραφο σε οκτώ περίπου στρέμματα. Αλλά και στην προαναφερόμενη δήλωση αποδοχής των εναγόντων της κληρονομίας της ίδιας θανούσας, Κ, δεν αναφέρεται ότι το κληρονομιαίο ακίνητο συνορεύει με θάλασσα ή βραχώδη ακτή, καθορίζεται δε η επιφάνειά του σε οκτώ περίπου στρέμματα.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες, κανένας από τους οποίους δεν κατοικούσε στην Κεφαλληνία, αγνοούσαν τα όρια του ακινήτου που περιήλθε σ' αυτούς με τις παραπάνω κληρονομιαίες διαδοχές, όπως αυτά είχαν πράγματι διαμορφωθεί άλλωστε μέχρι και το 1980 δεν το είχαν επισκεφθεί, οπότε και ζήτησαν από τρίτους την υπόδειξη των ορίων του.
Για πρώτη φορά την 1.9.1980 κατ' εντολή τους συντάχθηκε από τον τοπογράφο μηχανικό ..., τοπογραφικό διάγραμμα, στο οποίο γίνεται ρητή αναφορά ότι τα όρια υποδείχθηκαν από το ..., όμορο ιδιοκτήτη. Σ' αυτό το τοπογραφικό σχεδιάγραμμα το μεγαλύτερο τμήμα του επιδίκου φέρεται ότι ανήκει στους εναγόμενους και στο συνεχόμενο δυτικά τούτου ακίνητο της αναμφισβήτητης κυριότητάς τους, ένα τμήμα όμως αυτού, μήκους 22,38μ.
φέρεται να εφάπτεται με τη βραχώδη ακτή και τη θάλασσα και να παρεμβάλλεται μεταξύ του ακινήτου των εναγομένων και του εκτεινόμενου νοτιοδυτικά ακινήτου του .... Επίσης στο ίδιο σχεδιάγραμμα αποτυπώνεται το φερόμενο ως περιελθόν στους ενάγοντες ακίνητο με τη δωρεά του 1939 για πρώτη φορά με επιφάνεια 12.431.28 τ.μ.
Πριν από τη σύνταξη όμως του σχεδιαγράμματος αυτού και πριν πληροφορηθούν από τρίτους οι ενάγοντες τα όρια και την επιφάνεια του ίδιου ακινήτου, αποδέχθηκαν την 19.6.1980 με σχετική δήλωση, όπως έχει αναφερθεί το εξ αδιαιρέτου ποσοστό της θανούσης αρχικών δωρεοδόχου Θ, στην οποία αναφέρεται ότι τούτο δυτικά συνορεύει με θάλασσα.
Σύμφωνα με το παραπάνω τοπογραφικό σχεδιάγραμμα τμήμα ακινήτου πέντε στρεμμάτων, που ανήκε, όπως θα αναφερθεί ακολούθως στους όμορους προς ανατολάς ιδιοκτήτες κληρονόμους ..., εφέρετο ως ανήκον στο ακίνητο που περιήλθε στους ενάγοντες με την δωρεά του 1939 και έτσι αποκτούσε επιφάνεια 12.431,28 τ.μ. Για να προστατεύσουν την νομή τους οι παραπάνω κληρονόμοι άσκησαν ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αργοστολίου αίτηση λήψης ασφαλιστικών μέτρων, κατά τη συζήτηση της οποίας οι καθών και ήδη ενάγοντες άσκησαν ανταίτηση, επί των οποίων εκδόθηκα η 32/1981 απόφαση αυτού, που απέρριψε την ανταίτηση ως κατ' ουσίαν αβάσιμη και δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη την αίτηση.
Κατά της αποφάσεως αυτής άσκησαν έφεση οι ενάγοντες, που απορρίφθηκε με την 97/1981 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι το 1992 οι ενάγοντες αναζήτησαν νέα πρόσωπα για την υπόδειξη των ορίων του περιελθόντος σ' αυτούς ακινήτου με τη διαθήκη του 1939 και τις δηλώσεις αποδοχής κληρονομίας, τα οποία και τους υπέδειξαν ο ...
και ο .... Ακολούθως κατά εντολή τους συντάχθηκε από τον τοπογράφο μηχανικό ..., το από Μαΐο 1993 τοπογραφικό διάγραμμα, στο οποίο γίνεται ρητή αναφορά ότι υποδείχθηκαν τα όρια από τους προαναφερόμενους και περιλαμβάνεται πλέον το επίδικο στο μείζον παραπάνω ακίνητό τους, αποτυπώνεται ως δυτικό όριο το ακίνητο των εναγομένων και νοτιοδυτικά τούτου βραχώδης ακτή και θάλασσα και για πρώτη φορά η επιφάνειά του καθορίζεται σε 14.129 τ.μ.
Έτσι με τις υποδείξεις τρίτων το επίδικο άλλοτε περιλαμβάνεται στο κληρονομιαίο ακίνητο, που περιήλθε στους ενάγοντες και άλλοτε όχι, η δε επιφάνειά του, κάθε φορά διαφοροποιείται και σχεδόν διπλασιάσθηκε στο τοπογραφικό σχεδιάγραμμα του 1993, του οποίου γίνεται επίκληση στην αγωγή για την ακριβή αποτύπωση των ορίων αυτού.
Κανένας από τους μηχανικούς στους οποίους ανέθεσαν τη σύνταξη τοπογραφικού διαγράμματος οι ενάγοντες δεν αποδείχθηκε ότι εφάρμοσε ή προσπάθησε να εφαρμόσει τον αρχικό τους τίτλο δηλαδή τη δωρεά του 1939, στο έδαφος, ώστε να εξακριβωθούν, εφόσον ήταν δυνατόν τα όρια και η επιφάνεια του περιελθόντος σ' αυτούς ακινήτου.
Περί του ότι δεν περιλαμβάνεται το επίδικο στο ακίνητο των τελευταίων είναι σαφείς οι καταθέσεις των μαρτύρων των εναγομένων, οι οποίοι είναι κάτοικοι της περιοχής και υπήρξαν ο δεύτερος τούτων μισθωτής του ακινήτου των εναγομένων, αλλά και του συνόλου σχεδόν των ομόρων ιδιοκτησιών από το 1968 και μετά και ο πρώτος όμορος ιδιοκτήτης.
Οι μάρτυρες αυτοί καταθέτουν ότι το επίδικο περιλαμβάνεται στο ακίνητο των εναγομένων, από το δικαιοπάροχο των οποίων ο δεύτερος το είχε μισθώσει και έβοσκε εκεί και συνεχίζει να το χρησιμοποιεί για τη βόσκηση των ζώων του. Οι ίδιοι καταθέτουν ότι το επίδικο βρίσκεται πιο χαμηλά τουλάχιστον ένα μέτρο από το συνεχόμενο ανατολικά ακίνητο των εναγόντων της αναμφισβήτητης κυριότητάς τους και διαχωριζόταν από αυτό με λιθιά σε όλο το μήκος της πλευράς που συνορεύουν, υπολείμματα της οποίας υπάρχουν ακόμα και σήμερα.
Αντίθετα βρίσκεται στο ίδιο επίπεδο (το επίδικο) με το δυτικά τούτου εκτεινόμενο ακίνητο των εναγομένων. Επίσης καταθέτουν ότι το ακίνητο των τελευταίων και το επίδικο έχει σε ολόκληρη την επιφάνειά του λιθιές (αρμάκια), που συνεχίζονται στο ίδιο επίπεδο, δηλαδή είναι, ομοειδής η διάταξη των βαθμίδων καλλιέργειας, γεγονός που υποδηλώνει ενιαίο ακίνητο.
Τα περιστατικά αυτά δεν αναιρούνται από τις καταθέσεις των μαρτύρων των εναγόντων από τους οποίους ο πρώτος τούτων, σύζυγος της πέμπτης των εναγόντων, είδε το επίδικο για πρώτη φορά το 1992, όταν υπέδειξαν οι προαναφερόμενοι τα όρια αυτού και συνεπώς δεν έχει ίδια αντίληψη περί της επιφάνειας και των ορίων του.
Ο δεύτερος ..., είναι εκείνος που υπέδειξε τα όρια το 1992 και συντάχθηκε το τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού.... Ο μάρτυρας αυτός καταθέτει ότι υπήρξε μισθωτής του ακινήτου των εναγόντων και του επιδίκου από το 1967 μέχρι και το 1976, χωρίς να καταθέτει ποιος ήταν ο εκμισθωτής του ακινήτου, που μίσθωσε. Εξάλλου οι ενάγοντες στα πλαίσια της δίκης των ασφαλιστικών μέτρων που προαναφέρθηκε, για την υποστήριξη της ανταίτησής τους και για την απόρριψη της αίτησης των ομόρων ιδιοκτητών αντιδίκων τους, δεν ανέφεραν, υποστηρίζοντας ότι οι δικαιοπάροχοί τους και οι ίδιοι εκμίσθωναν ως κύριοι και νομείς του ακινήτου που περιήλθε σ' αυτούς με τη δωρεά του 1939 και τις κληρονομικές διαδοχές, ότι εκμίσθωσαν τούτο στον παραπάνω μάρτυρα, αλλά σε άλλους βοσκούς, μεταξύ των οποίων και στον μάρτυρα των εναγομένων ....
Αν πράγματι ήταν μέχρι και το 1976 μισθωτής ο παραπάνω μάρτυρας, ως αναγόμενος στο πρόσφατο παρελθόν, θα έπρεπε να είχε αναφερθεί. Δε θα πρέπει να παραλειφθεί για την αξιοπιστία αυτού του μάρτυρα και το γεγονός ότι, όπως καταθέτει ο ίδιος αλλά και ο σύζυγος της πέμπτης των εναγόντων, το 1980 υπέδειξε και αυτός για πρώτη φορά τα όρια του ακινήτου των τελευταίων σ' αυτούς.
Δεν είναι όμως σαφές ποια όρια τους υπέδειξε. Προφανώς δεν έχει υποδείξει τα ίδια όρια που υπέδειξε το 1992, γιατί αν είχε υποδείξει αυτά, όπως το 1992, το τοπογραφικό που συντάχθηκε τότε και έχει ήδη αναφερθεί θα περιλάμβανε και το επίδικο. Περαιτέρω η γνωμοδότηση του πραγματογνώμονα, ο οποίος κατέληξε στο συμπέρασμα ότι τμήμα του επιδίκου 2.670,32 τ.μ.
ανήκει στην ιδιοκτησία των εναγόντων και συνορεύει δυτικά με ακίνητο των εναγομένων αλλά και με μονοπάτι σε μεγάλο μήκος, το οποίο μονοπάτι ταυτίζεται με τη βραχώδη ακτή που προαναφέρθηκε και τη θάλασσα, είναι ασαφής και παρουσιάζει κενά έτσι ώστε υπάρχει αδυναμία εξαγωγής σαφούς απόδειξης για το θέμα για το οποίο αυτή διατάχθηκε.
Άλλωστε αυτή αντικρούεται από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα. Ειδικότερα δεν είναι σαφές αν εφαρμόσθηκαν από τον πραγματογνώμονα στο έδαφος οι τίτλοι τους οποίους επικαλέσθηκαν οι διάδικοι και εφόσον υπήρχε δυνατότητα προς τούτο ή στο συμπέρασμά του οδηγήθηκε από τη χρήση και το συνδυασμό των τοπογραφικών διαγραμμάτων, που παραδόθηκαν σ' αυτόν, στα οποία τα όρια των αποτυπωμένων ακινήτων έχουν υποδειχθεί από τρίτους, ενώ υπάρχουν τίτλοι που δεν εφαρμόσθηκαν στο έδαφος από τους μηχανικούς που τα συνέταξαν.
Εξάλλου, δεν υπάρχει πειστική και σαφής αιτιολογία γιατί ενώ με βάση τους επικαλούμενους τίτλους των εναγόντων μέχρι και το 1976 δεν αναφέρεται ως δυτικό όριο η θάλασσα και η βραχώδης ακτή, εκείνος δέχεται το αντίθετο, καθώς επίσης γιατί ενώ οι τίτλοι των εναγομένων σαφώς αναφέρουν ότι το ακίνητο τους συνορεύει με θάλασσα και ιδιοκτησία ..., αυτός δεν το δέχεται.
Ούτε πειστική αιτιολογία υπάρχει στη γνωμοδότηση του για τη συνολική επιφάνεια του περιελθόντος στους ενάγοντες ακινήτου, η οποία αναφέρεται στο συμβόλαιο του 1939 περίπου οκτώ στρεμμάτων και κατά την αγωγή και τα σχεδιαγράμματα που προαναφέρθηκαν φθάνει μέχρι 14.129 τ.μ. Μεγαλύτερη ασάφεια αλλά και έλλειψη αξιοπιστίας ως επιστημονικού συμπεράσματος δημιουργεί και η γνωμοδότηση του πραγματογνώμονα ότι στους επικαλούμενους τίτλους των εναγόντων περιλαμβάνεται και τμήμα, επιφάνειας περίπου 700 τμ, από τη μη αμφισβητούμενη από τους τελευταίους δυτικά του επιδίκου ιδιοκτησία των εναγομένων.
Περαιτέρω δεν αποδείχθηκε άσκηση διακατοχικών πράξεων στο επίδικο από τους ενάγοντες και τους δικαιοπαρόχους τους. Αντίθετα στο επίδικο κατείχαν και εξουσίαζαν οι εναγόμενοι και οι δικαιοπάροχοί τους, με τη θέληση να είναι κύριοι αυτού. Έβοσκε τα ζώα του σ' αυτό ο δικαιοπάροχός του Λ μέχρι το 1953 και έκτοτε το εκμίσθωναν σε τρίτους για τη βόσκηση των ζώων τους, όπως στον ..., ..., ...
και συνέλλεγαν τον ελαιόκαρπο των δύο ελαιοδένδρων που υπάρχουν σ' αυτό. Αποδείχθηκε ακόμα ότι το 1992 όταν για πρώτη φορά οι ενάγοντες για την οριοθέτηση το επίδικο, έβαψαν με χρώματα ορισμένα σημεία αυτού, ο δεύτερος των εναγομένων διαμαρτυρήθηκε και ζήτησε από το σύζυγο της πέμπτης τούτων να τα αποσύρει.
Οι ενάγοντες προσκομίζουν και επικαλούνται για την απόδειξη του ισχυρισμού τους περί διενέργειας διακατοχικών πράξεων στο επίδικο τέσσαρες αποδείξεις, που έχουν συνταχθεί 10.9.1978, την 7.9.1979, 20.2.1980 και 2.9.1980 στις οποίες αναφέρεται ότι η Πέμπτη των εναγόντων έλαβε από το ... ανά 1.500 δρχ, για τη βοσκή "του χωραφιού της" εκτάσεως 15 στρεμμάτων στη θέση "..." της περιφέρειας ...
για τις χρονικές περιόδους από 13.9.1978 μέχρι 13.9.1979, 14.9.1979 μέχρι 14.9.1980, από 1.1.1980 μέχρι 31.12.1980 και από 13.9.1980 μέχρι 13.9.1981. Από τις αποδείξεις αυτές δεν συνάγεται ασφαλές τεκμήριο περί της μίσθωσης του επιδίκου, καθ' όσον δεν προκύπτει ότι στο μισθωθέν ακίνητο περιλαμβάνεται και τούτο. Άλλωστε τουλάχιστον για τις επικαλούμενες μισθώσεις των δύο πρώτων χρονικών περιόδων, δεν ανταποκρίνονται οι αποδείξεις αυτές στην αλήθεια, καθ' όσον σύμφωνα και με όσα κατέθεσε ο σύζυγος της φερομένης εκμισθώτριας, το μείζον ακίνητο των εναγόντων περιήλθε στην κατοχή τους το 1980 μετά το θάνατο της δωρεοδόχου Θ, οπότε αυτός και η σύζυγός τους μετέβησαν στο ...
για να γνωρίσουν το κληρονομιαίο ακίνητο. Ούτε άλλωστε ο ίδιος κατέθεσε ότι από το 1978 η σύζυγός του εκμίσθωνε τούτο σε τρίτους. Σύμφωνα με τα δεδομένα αυτά δεν αποδείχθηκε ότι το επίδικο περιλαμβάνεται στους επικαλούμενους τίτλους των εναγόντων και συνεπώς δεν κατέστησαν συγκύριοι αυτού με παράγωγο τρόπο, ούτε ότι αυτοί κατείχαν και εξουσίαζαν τούτο από της περιελεύσεως της νομής του με τους παραπάνω τίτλους συνέχεια μέχρι και το χρόνο ασκήσεως της αγωγής, με διακατοχικές πράξεις και καλή πίστη και επομένως δεν κατέστησαν συγκύριοι τούτου με τακτική και έκτακτη χρησικτησία.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που δέχθηκε τα αντίθετα έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, όπως βάσιμα παραπονούνται με την έφεση οι εναγόμενοι.
Συνεπώς πρέπει να απορριφθεί κατ' ουσίαν η έφεση της Χ και να γίνει κατ' ουσίαν δεκτή η έφεση των, να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη απόφαση και αφού κρατηθεί η υπόθεση ενώπιον του δικαστηρίου τούτου για ουσιαστική εκδίκαση (άρθρ. 535 παρ. 1 ΚΠολΔ), που δικάζει την από 19.6.1995 αγωγή, να απορριφθεί η αγωγή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη". Από όλες τις πιο πάνω αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης σε συνδυασμό με την περιεχόμενη σ' αυτή βεβαίωση ότι λήφθηκαν υπόψη και όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι νόμιμα είχαν επικαλεστεί και προσκομίσει, δεν καταλείπεται καμμία αμφιβολία ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο πιο πάνω αποδεικτικό του πόρισμα και ειδικότερα ότι το επίδικο δεν περιλαμβάνεται στους τίτλους της αναιρεσείουσας, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις και τα προαναφερθέντα έγγραφα. Επομένως, οι εξεταζόμενοι λόγοι αναίρεσης είναι αβάσιμοι.
ΕΠΕΙΔΗ, από τις διατάξεις των άρθρων 559 αριθ. 20 και 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από την πρώτη από αυτές λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει σε αποδεικτικό έγγραφο περιεχόμενο διαφορετικό από εκείνο που πράγματι περιέχει και όχι όταν, από την αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, καταλήγει σε συμπέρασμα διαφορετικό από εκείνο, το οποίο θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, διότι τότε πρόκειται για αιτίαση που ανάγεται στην εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη.
Πάντως για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει συνεκτιμήσει μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου θέματος.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο με το να δεχθεί ότι το ακίνητο των αναιρεσιβλήτων συνορεύει με ιδιοκτησία αδελφών ... και με θάλασσα και ότι το επίδικο δεν περιλαμβάνεται στους τίτλους της αναιρεσείουσας παραμόρφωσε το περιεχόμενο της ...
δημόσιας διαθήκης της ... και 2) την 29498/1964 δήλωση αποδοχής κληρονομίας του συμ/φου Αργοστολίου Α. Τζανετάτου, αφού ενώ στην ως άνω διαθήκη αναφέρεται υπό αριθ. 8 "ελαιοστάσιο εις θέσιν ... οριοθετούμενο γύρωθεν με δημόσια οδό ... κληρονόμων ... κληρονόμων ... κληρονόμων ... και κληρονόμων ... και με θάλασσαν αδελφών ...
κληρονομία ... και δρομίσκου", το Εφετείο δέχθηκε ότι "στη διαθήκη του 1949, που αποτελεί τον απώτατο τίτλο των εναγομένων, γίνεται σαφής αναφορά, επίσης χωρίς επίκληση των σημείων του ορίζοντα των ομόρων ιδιοκτησιών του κληρονομιαίου ακινήτου που περιήλθε σ' αυτούς με τον ίδιο τίτλο, στην οποία ορίζεται ότι δυτικά συνορεύει με θάλασσα και με ιδιοκτησία αδελφών ...
ήδη ... που εκτείνεται νοτιοδυτικά τούτου". Με τέτοιο περιεχόμενο, ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, διότι με αυτόν δεν αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, σφάλμα διαγνωστικό κατά την ανάγνωση των παραπάνω εγγράφων, ο οποίο και συγκροτεί τον από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, αλλά σφάλμα ως προς την εκτίμηση του περιεχομένου των εγγράφων, η οποία δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, ανεξάρτητα από το ότι την παραπάνω κρίση του το δικαστήριο στήριξε όχι αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στα ως άνω έγγραφα, αλλά ύστερα από συνεκτίμηση και των λοιπών αναφερόμενων αποδεικτικών μέσων.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22-12-2008 αίτηση της Χ, για αναίρεση της 739/2008 απόφασης του Εφετείου Πατρών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Μαρτίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 11 Μαίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ