Greek Supreme Court dismisses appeal for being vague and inadmissible regarding evidence evaluation errors.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece rejected the appellant's request to overturn a lower court judgment regarding a civil dispute. The appellant argued for legal errors in evidence assessment but failed to specify violated rules or factual premises. Consequently, the court ruled the appeal inadmissible due to its lack of precision and the finality of the trial court's discretion.
Legislator headnote
AI generatedArticles 118(4), 556(1), 559(1), 559(12), 561(1) of the Code of Civil Procedure: An appeal must clearly identify the specific legal error and violated rule; vague allegations regarding evidence evaluation or general legal violations are inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 817 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 817/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος-καλούντος: ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Κανελλόπουλο.
Των αναιρεσιβλήτων-καθών η κλήση: 1. Ελληνικού Δημοσίου νομίμως εκπροσωπουμένου από τον κ. Υπουργό των Οικονομικών που εδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια του Ευφροσύνη Μπερνικόλα Πάρεδρο Ν.Σ.Κ με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και
2. Δήμου Βέλου Νεράτζας Κορινθίας, νομίμως εκπροσωπούμενου από τον Δήμαρχο αυτού, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Τομαρά με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-7-1995 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, και με την από 9-8-1996 πρόσθετη παρέμβαση του 2ου αναιρεσίβλητου που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κορίνθου και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 382/1996 μη οριστική, 81/2000 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 732/2001 του Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 20-5-2002 αίτησή του, επί της οποίας εκδόθηκε η 1074/2005 απόφαση του Αρείου Πάγου η οποία κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επαναφέρει προς συζήτηση ο αναιρεσείων με την από 22-11-2006 κλήση του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Σίδερης ανέγνωσε την από 10-2-2003 έκθεση του αποχωρήσαντος από την υπηρεσία Αρεοπαγίτη Κωνσταντίνου Μουλαγιάννη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I). Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 αρ. 4 και 556 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι στο δικόγραφο της αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποίο από τους περιοριστικώς στο άρθρο 559 του ιδίου Κώδικα αναφερομένους αναιρετικούς λόγους θεμελιώνει η προβαλλoμένη αιτίαση.
Ειδικότερα, όταν πλήττεται απόφαση με την κατ' άρθρο 559 εδ. 1 Κ.Πολ.Δ. αιτίαση της παραβάσεως κανόνα ουσιαστικού δικαίου, για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναιρέσεως πρέπει να προσδιορίζονται με σαφήνεια τόσο οι παραδοχές της αποφάσεως επί του κρισίμου θέματος, όσο και η ουσιαστική διάταξη που παραβιάσθηκε, καθώς και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο της ουσίας σφάλμα ως προς την ερμηνεία ή την εφαρμογή της διατάξεως αυτής, αλλά και η επίδραση που έχει τούτο στο διατακτικό της αποφάσεως.
Σε περίπτωση δε που φέρονται παραβιασμένες περισσότερες διατάξεις, πρέπει να εξειδικεύονται για καθεμία οι κρίσιμες παραδοχές του δικαστηρίου και το υπαγωγικό σφάλμα του. Εξάλλου για να είναι ορισμένος ο από το άρθρο 559 εδ. 19 του ιδίου Κώδικα λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως, δεν αρκούν γενικές εκφράσεις για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των αιτιολογιών της προσβαλλομένης αποφάσεως, αλλά πρέπει να προσδιορίζεται το ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση την έκβαση της δίκης ως προς το οποίο κατά τον αναιρεσείοντα υφίσταται ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα στις αιτιολογίες της αποφάσεως, με παράθεση και των κρίσιμων παραδοχών του δικαστηρίου ως προς το ζήτημα αυτό, αλλά και των επιπλέον περιστατικών που θα έπρεπε να αναφέρονται, με επισήμανση του σφάλματος του δικαστηρίου αναφορικά με την ανεπάρκεια ή αντίφαση των αιτιολογιών (Ολ, ΑΠ 32/96).
Δεν ιδρύεται δε ο τελευταίος αυτός λόγος αναιρέσεως (559 εδ. 19), όταν οι ελλείψεις της αποφάσεως ανάγονται στη μείζονα πρόταση του νομικού συλλογισμού ή στην εκτίμηση των αποδείξεων, στην ανάλυση και στάθμιση τους και στην αιτιολόγηση του συναχθέντος από αυτές σαφούς πορίσματος (Ολ. ΑΠ 861/84). Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με τους 1ο, 3ο, 4ο, 6ο και 7ο λόγους του αναιρετηρίου, χωρίς να τους υπαγάγει σε κάποια από τις περιπτώσεις του άρθρου 559 εδ. 1-20 Κ.Πολ.Δ., μέμφεται την προσβαλλομένη απόφαση "γιατί όχι ορθά και σύννομα, κατά ευθεία παράβαση του νόμου και κατ' εντελώς εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του" απέρριψε την έφεση του και επεκύρωσε την πρωτόδικη απόφαση που δέχθηκε μερικώς την αγωγή του και τον ανεγνώρισε κύριο τμήματος μόνο του επιδίκου ακινήτου, ενώ την απέρριψε για το υπόλοιπο τμήμα που δέχθηκε αναιτιολογήτως ότι φέρει χαρακτήρα αιγιαλού και ότι δεν απέκτησε επ' αυτού κυριότητα με χρησικτησία, "ενώ κατ' ορθή ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και με ορθή εκτίμηση και αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού όφειλε να κάνει καθολοκληρία δεκτή την αγωγή".
Ακολούθως ο αναιρεσείων προβαίνει σε γενική εκτίμηση και δική του αξιολόγηση των αποδείξεων, προβάλλοντας και την αιτίαση ότι η αναιρεσιβαλλομένη στερείται νομίμου βάσεως, λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών. Δεν αναφέρονται όμως συγκεκριμένοι ουσιαστικοί κανόνες που παραβιάσθηκαν, ούτε παραθέτονται με σαφήνεια οι κρίσιμες παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας και δεν εξειδικεύεται το υπαγωγικό σφάλμα αυτού, ούτε και η επίδραση που είχε τούτο στο διατακτικό της αποφάσεως, ουδ' άλλωστε προσδιορίζεται η ανεπάρκεια και αντίφαση των αιτιολογιών, ούτε το ουσιώδες ζήτημα στο οποίο αναφέρονται οι ελλείψεις αυτές.
Επομένως όλοι οι ανωτέρω λόγοι, κατά μεν το μέρος τους με το οποίο προβάλλεται ψευδώς ερμηνεία και εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, καθώς και έλλειψη νομίμου βάσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως, στηρίζονται στα εδάφια 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., αλλ' είναι απορριπτέοι ως αόριστοι, κατά δε το υπόλοιπο μέρος τους με το οποίο προβάλλονται αιτιάσεις για κακή εκτίμηση των αποδείξεων, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, ως πλήττοντες την κατ' άρθρο 561 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
ΙΙ). Ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η πλημμέλεια για παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας στηρίζεται στο εδάφιο 1 περ. β' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., αλλ' είναι επίσης απορριπτέος ως παντελώς αόριστος, εφόσον δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ο ουσιαστικός κανόνας για την αληθή έννοια του οποίου χρησιμοποιήθηκαν ή όχι τα διδάγματα αυτά, τα οποία ωστόσο δεν προσδιορίζονται, ούτε ο τρόπος της προβαλλόμενης παραβιάσεως τους.
ΙΙΙ). Από τη διάταξη του άρθρου 559 εδ. 12 Κ.Πολ.Δ. σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 340 και 561 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από την πρώτη λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν παραβιάσθηκαν ορισμοί του νόμου, με τους οποίους καθιερώνεται κατ' εξαίρεση ορισμένη αποδεικτική δύναμη των αποδεικτικών μέσων κατά τα άρθρα 352 παρ. 1, 438 και 439 και όχι όταν αυτά εκτιμώνται ελευθέρως κατά τον κανόνα του άρθρου 340 Κ.Πολ.Δ., οπότε η εκτίμηση τους δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατ' άρθρο 561 παρ, 1 του ιδίου Κώδικα.
Συνεπώς πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος ο 5ος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, γιατί έθεσε ως βάση της κρίσεώς του, ως προς το χαρακτήρα του επιδίκου, την έκθεση πραγματογνωμοσύνης του μηχανικού ..., ενώ δεν απέδωσε την ίδια αποδεικτική δύναμη στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης του γεωπόνου ....
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20.5.2002 αίτηση του ... για αναίρεση της 732/2001 αποφάσεως του Εφετείου Ναυπλίου. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει για μεν πρώτο των αναιρεσιβλήτων σε τριακόσια (300) Ευρώ, για δε τον δεύτερο των αναιρεσιβλήτων σε εξακόσια (600) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Φεβρουαρίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 1 Απριλίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ