Supreme Court dismisses appeal against traffic accident verdict due to lack of procedural errors and sufficient lower court reasoning.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by an insurance company against a second-instance court ruling on a traffic accident case. The lower court established the exclusive liability of the appellant's driver based on factual findings regarding vehicle movement and road conditions. The Court found no legal errors in the lower court's reasoning or application of substantive law, rejecting the appellant's claims as unfounded.
Legislator headnote
AI generatedArticles 286(a), 287(1), 290 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that an appeal is inadmissible if the lower court's decision is based on clear, sufficient, and consistent reasoning that allows for proper appellate review without requiring further factual clarification.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 817 / 2008 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 817/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Πετράκη, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Ιωάννη Σίδερη και Γεωργία Λαλούση (κωλυομένων των Αρεοπαγιτών Αχιλλέα Νταφούλη, Ελένης Μαραμαθά και Αντωνίου Παπαθεοδώρου), Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Της εδρευούσης στην Αθήνα Ανώνυμης Αφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΝΩΣΙΣ Α.Ε." και τον διακριτικό τίτλο "ΑΣΦΑΛΕΙΑΙ ΜΙΝΕΤΤΑ" νομίμως εκπροσωπουμένης, 2) Χ1, 3) Χ2, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ευθύμιο Καραϊσκο, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ψ1 ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Πέτρου Παπανώτη, 2) Ψ2, η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο. Στο σημείο αυτό εμφανίστηκε ο δικηγόρος Πέτρος Παπανώτης ο οποίος δήλωσε ότι η ως άνω αναιρεσίβλητη απεβίωσε στις 15/10/2007 και την βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζει ο μόνος εξ αδιαθέτου κληρονόμος της ........ τον οποίο και εκπροσωπεί, 3) Της Ανώνυμης Ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "Η ΕΘΝΙΚΗ Α.Ε.", η οποία εδρεύει στην Αθήνα, νομίμως εκπροσωπουμένης, και η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Φλώρα Τριανταφύλλου, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Οι αναιρεσίβλητοι κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4/3/2002 αγωγή των ήδη 1ου και 2ης των αναιρεσιβλήτων και την από 10/6/2002 αγωγή του 2ου των ήδη ανιαρεσειόντων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4071/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 8687/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 29/6/2005 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Γεωργία Λαλούση, ανέγνωσε την από 15/1/2008 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του παραστάντος αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 286 εδ α', 287 παρ. 1 και 290 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η βίαιη διακοπή δίκης που επέρχεται από το θάνατο διαδίκου, καθώς και η εκούσια επανάληψη αυτής από τους κληρονόμους του, μπορούν να γνωστοποιηθούν με δήλωση στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης προς συζήτηση και, εφόσον δεν υπάρξει αμφισβήτηση της ιδιότητά τους ως κληρονόμων, ακολουθεί άμεση συζήτηση της υπόθεσης (ΟλΑΠ 17/1989).
Στη συγκεκριμένη περίπτωση η δεύτερη αναιρεσίβλητη Ψ2 απεβίωσε μετά την κατάθεση της ένδικης αναίρεσης στις 10-10-2007 και κατά την εκφώνηση της υπόθεσης με τη σειρά της από το πινάκιο στο ακροατήριο του Δικαστηρίου ο πληρεξούσιος δικηγόρος του πρώτου αναιρεσίβλητου δήλωσε ότι αυτός είναι ο μοναδικός εξ αδιαθέτου κληρονόμος αυτής και ότι συνεχίζει τη δίκη με την ιδιότητά του αυτή, η οποία (ιδιότητα ως κληρονόμου) δεν αμφισβητήθηκε από τους αναιρεσείοντες.
Επομένως, νομίμως συνεχίζεται η δίκη μεταξύ του προαναφερόμενου αναιρεσιβλήτου (κληρονόμου) και των αναιρεσειόντων. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 αναίρεση επιτρέπεται και αν παραβιάστηκε κανόνας δικαίου, ενώ κατά την έννοια της ΚΠολΔ 559 αρ. 19, λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό του κανόνα ουσιαστικού δικαίου ο οποίος εφαρμόστηκε (υπαγωγικός συλλογισμός), ώστε καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της διάταξης, καθώς και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Αντίθετα δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου απ' αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται, ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.
Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.
Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ. Τέλος, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση, ύστερα από αξιολόγηση του όλου αποδεικτικού υλικού, δέχθηκε ανέλεγκτα τα ακόλουθα κρίσιμα για την τύχη της αναίρεσης πραγματικά περιστατικά: "Στις 18-9-2001 και ώρα 00.10' περίπου, ο εναγόμενος Χ2, οδηγώντας το υπ' αριθ ..... ΙΧΕ αυτοκίνητο, εκινείτο επί της οδού ..... - ......, με κατεύθυνση από ...
προς ..... Όταν έφθασε στο ύψος της χιλιομετρικής θέσης 5.800, ενώ εκινείτο αμέσως μετά από δεξιά σε σχέση με την κατεύθυνσή του στροφή, με ταχύτητα τουλάχιστον 70 χιλιομέτρων την ώρα, παρεξέκλινε από την κανονική πορεία του επί της προορισμένης για την κατεύθυνση μοναδικής λωρίδας κυκλοφορίας, εισήλθε στην προορισμένη για την αντίθετη κατεύθυνση μοναδική επίσης λωρίδα κυκλοφορίας, με αποτέλεσμα να συγκρουστεί η εμπρόσθια δεξιά γωνία του αυτοκινήτου αυτού με το αριστερό μέρος της εμπρόσθιας πλευράς του αντιθέτως κινούμενου, επί της προορισμένης για την κατεύθυνση αυτή (αντίθετη) λωρίδας κυκλοφορίας, υπ' αριθ ...
ΙΧΕ αυτοκινήτου. Μετά την πρώτη αυτή σύγκρουση, η οποία ήταν σφοδρότατη, το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο πρώτος εναγόμενος περιεστράφη αντίθετα προς τους δείκτες του ωρολογίου και, αφού συγκρούστηκε εκ νέου η οπίσθια δεξιά γωνία του με την οπίσθια αριστερή γωνία του άλλου αυτοκινήτου, ακινητοποιήθηκε, μετά από περιστροφή 360ο , στο άκρο δεξιό σε σχέση με την αρχική κατεύθυνσή του, μέρος του οδοστρώματος, επί του ασφάλτινου ερείσματος, κατά το πλείστον μεταξύ της οριογραμμής του οδοστρώματος και του τέλους αυτού, με πρόσωπο προς ..., ενώ το αντιθέτως κινούμενο υπ' αριθ ...
ΙΧΕ αυτοκίνητο εξήλθε της οδού προς τα δεξιά, σε σχέση με την κατεύθυνσή του και έπεσε σε παρόδιο χαντάκι, με πρόσωπο προς την κατεύθυνση αυτή (προς ...). Η σύγκρουση αυτή, εξαιτίας της οποίας καταστράφηκαν ολοσχερώς τα συγκρουσθέντα αυτοκίνητα και θανατώθηκαν αμέσως ο οδηγός και ιδιοκτήτης του υπ' αριθ ......
ΙΧΕ αυτοκινήτου Γ1, αδελφός του πρώτου ενάγοντος με την πρώτη αγωγή και γυιός της δεύτερης και η συνεπιβαίνουσα του ιδίου αυτοκινήτου οκτάχρονη ........., ενώ τραυματίστηκαν τόσο οι συνεπιβαίνοντες του αυτοκινήτου αυτού Ζ1, ...... και τα παιδιά τους ......, ..... και ....., όσο και ο ίδιος ο εναγόμενος Χ2, οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του τελευταίου.
Η υπαιτιότητα αυτού (αμέλεια) συνίσταται στο ότι δεν ασκούσε τον πλήρη έλεγχο του αυτοκινήτου που οδηγούσε, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς για την κανονική, επί της προορισμένης για την κατεύθυνσή του λωρίδας κυκλοφορίας της παραπάνω οδού, πορεία του αυτοκινήτου αυτού.
Ειδικότερα, ενώ ήταν νύκτα και εκινείτο στη δεξιά, σε σχέση με την κατεύθυνσή του, παραπάνω στροφή, είχε αναπτύξει ταχύτητα τουλάχιστον 70 χιλιομέτρων την ώρα, η οποία υπερέβαινε το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο των 50 χιλιομέτρων την ώρα, σύμφωνα με ρυθμιστική της κυκλοφορίας πινακίδα (Ρ-32) και την οποία δεν μείωσε, ώστε να μη παρεκκλίνει, κατά τη διέλευσή του από τη στροφή αυτή, λόγω της φυγόκεντρης δύναμης, προς τα αριστερά, με αποτέλεσμα, λόγω της παράνομης, κατά παράβαση των άρθρων 19 παρ. 1, 3 και 4 παρ. 3 του ΚΟΚ, συμπεριφοράς του αυτής, να μη μπορέσει, κατά την ολοκλήρωση της εν λόγω στροφής, να συγκρατήσει το αυτοκίνητο αυτό επί της προορισμένης για την κατεύθυνσή του λωρίδας κυκλοφορίας, να διαβεί τη διπλή διαχωριστική συνεχή κατά μήκος γραμμή, να εισέλθει στην προορισμένη για την αντίθετη κατεύθυνση λωρίδα κυκλοφορίας του οδοστρώματος, κατά παράβαση των άρθρων 5 παρ. 8α, 16 παρ. 4 του ΚΟΚ και να συγκρουστεί με το επ' αυτής κινούμενο κανονικά υπ' αριθ ......
ΙΧΕ αυτοκίνητο. Αντίθετα, υπό τα παραπάνω περιστατικά, στην επέλευση του εν λόγω ατυχήματος δεν συνετέλεσε και αμελής συμπεριφορά του οδηγού του αυτοκινήτου αυτού Γ1, για τον οποίο δεν προκύπτει ότι είχε αναπτύξει μεγαλύτερη από το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητα, η δε μη κίνησή του στο άκρο δεξιό του οδοστρώματος, υποχρέωση η οποία, όπως συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρων 16 παρ. 1 και 17 παρ. 6 του ΚΟΚ, επιβάλλεται για τη διευκόλυνση της προσπέρασης των ομορρόπως κινουμένων οχημάτων, δεν τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με τη σύγκρουση, η οποία δεν θα είχε αποφευχθεί ακόμη και αν εκινείτο στο άκρο δεξιό του οδοστρώματος, ενόψει της ύπαρξης μίας μόνο λωρίδας κυκλοφορίας για την κατεύθυνσή του και της εισόδου στη λωρίδα κυκλοφορίας αυτή, κατά τα παρακάτω εκτιθέμενα, εξολοκλήρου του αυτοκινήτου που οδηγούσε ο εναγόμενος Χ2.
Για την υπό τα παραπάνω περιστατικά επέλευση του ατυχήματος αυτού πείθεται το δικαστήριο τούτο κυρίως από τη χρήσιμη για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων από 21-1-2002 ένορκη προανακριτική κατάθεση του Ζ1, κατά την οποία όταν έφτασαν με τον εναγόμενο Χ2 στο νοσοκομείο Άργους του ζήτησε συγνώμη ο εναγόμενος αυτός, ο οποίος δεν αμφισβήτησε τούτο, ούτε με την προανακριτική απολογία του, ούτε κατά την εξέτασή του ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, αλλά και από τα δικαστικά τεκμήρια που συνάγονται από την έκθεση αυτοψίας και το πρόχειρο σχεδιάγραμμα που συντάχθηκαν προανακριτικά από τον αστυνόμο του Τ.Τ.
Άργους ,..... τις προσκομιζόμενες φωτογραφίες των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων και του τόπου του ατυχήματος και την από ..... έκθεση πραγματογνωμοσύνης, που διατάχθηκε προανακριτικά, των πραγματογνωμόνων ..... και ....... Κατά την έκθεση αυτοψίας του Τ.Τ. Άργους και το πρόχειρο σχεδιάγραμμα του τόπου του ατυχήματος που τη συνοδεύει, τα ευρήματα της συγκρούσεως (υγρά μπαταρίας, γυαλιά, λάδια, ξέσματα του οδοστρώματος) βρίσκονται κατά το πλείστον στο μέρος του οδοστρώματος το προορισμένο για την κατεύθυνση του αυτοκινήτου που οδηγούσε ο εναγόμενος Χ2, εκτός από τα ξέσματα που βρίσκονται και στις δύο λωρίδες κυκλοφορίας.
Τα λάδια και τα γυαλιά βρίσκονται στο σημείο όπου ακινητοποιήθηκε το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο εναγόμενος Χ2. Ενόψει όμως του ότι το αυτοκίνητο αυτό άρχισε να περιστρέφεται μετά την αρχική σύγκρουση, αντίθετα προς τους δείκτες του ωρολογίου και ακολούθησε και δεύτερη σύγκρουση, της οπίσθιας δεξιάς γωνίας του με την οπίσθια αριστερή γωνία του άλλου αυτοκινήτου (του Γ1), αλλά και συνέχιση της περιστροφής του, προς τα εμπρός και δεξιά, ενώ το άλλο αυτοκίνητο εξετράπη προς τα δεξιά, σε σχέση με την κατεύθυνσή του, εκτός του οδοστρώματος, η αρχική μεταξύ τους σύγκρουση δεν μπορεί να έλαβε χώρα στο σημείο ακινητοποίησης του αυτοκινήτου που οδηγούσε ο Χ2, όπου βρέθηκαν τα λάδια και ο μεγάλος όγκος γυαλιών, αλλά πολύ πιο πριν και αριστερά σε σχέση με την κατεύθυνση του αυτοκινήτου αυτού.
Ασφαλές κριτήριο για την ανεύρεση του σημείου της αρχικής σύγκρουσης των παραπάνω αυτοκινήτων αποτελεί η επί του οδοστρώματος ύπαρξη των υγρών μπαταρίας, τα οποία προέρχονταν από την ευρισκόμενη στο εμπρόσθιο αριστερό μέρος του αυτοκινήτου του Γ1 μπαταρία, που έσκασε και τα οποία, κατά το προαναφερόμενο πρόχειρο σχεδιάγραμμα, καταλαμβάνουν μικρό μέρος της προς .......λωρίδας κυκλοφορίας και το μεγαλύτερο μέρος της προς ...., επί της οποίας φτάνουν, όπως προκύπτει από το πρόχειρο σχεδιάγραμμα του Τ.Τ.
Άργους, σχεδόν μέχρι της συνεχούς οριογραμμής του οδοστρώματος. Δεδομένου δε του ότι τα υγρά αυτά κύλησαν (μετά την έκχυσή τους) κάθετα προς τον άξονα του οδοστρώματος, δηλαδή κατά πλάτος αυτού, σύμφωνα με την κλίση του, η σύγκρουση αυτή (αρχική) δεν μπορεί να έλαβε χώρα ή στο πλησιέστερο προς την προαναφερόμενη οριογραμμή σημείο του απλώματος, επί του οδοστρώματος, των υγρών αυτών ή στο αντίθετο σημείο του απλώματός τους, εντός της προς .....
λωρίδας κυκλοφορίας, δίπλα από τη διπλή διαχωριστική γραμμή. Αν η σύγκρουση είχε λάβει χώρα στο πλησιέστερο προς την προαναφερόμενη οριογραμμή σημείο, εντός της προς ..... λωρίδας κυκλοφορίας, τότε θα έπρεπε το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο Χ2, ενόψει του ότι πραγματοποίησε, μετά την παραπάνω σύγκρουση, περιστροφή 360ο, κατά τα προαναφερόμενα αντίθετη προς τους δείκτες του ωρολογίου, προς τα εμπρός και προς τα δεξιά, να έχει εξέλθει εκτός οδοστρώματος, πράγμα που δεν συνέβη.
Επομένως, η σύγκρουση αυτή δεν μπορεί παρά να έλαβε χώρα στο άλλο κατά τα άνω σημείο, εντός της προς .... λωρίδας κυκλοφορίας, δίπλα από τη διπλή διαχωριστική γραμμή, όπως αναφέρουν στην έκθεσή τους και οι διορισθέντες προανακριτικά πραγματογνώμονες. Ενόψει δε του ότι το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο εναγόμενος Χ2 συγκρούστηκε με την εμπρόσθια γωνία του, περισσότερο προς τη δεξιά πλευρά του, γι' αυτό και η αντίθετη προς τους δείκτες του ωρολογίου περιστροφή του, έπεται ότι είχε εισέλθει εξολοκλήρου στην προορισμένη για την αντίθετη προς τη δική του κατεύθυνση λωρίδα κυκλοφορίας".
Μετά τις παραδοχές αυτές περί αποκλειστικής υπαιτιότητας, όσον αφορά την'ενδικη σύγκρουση, του τρίτου αναιρεσείοντος, το Εφετείο απέρριψε τις εφέσεις των αναιρεσειόντων κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου που είχε δεχθεί τα ίδια σχετικά με τις συνθήκες του ατυχήματος. Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του όσον αφορά την αποκλειστική υπαιτιότητα του τρίτου αναιρεσείοντος και την ανπαρξία οιασδήιποτε συνυπαιτιότητας του θανατωθέντος οδηγού του άλλου αυτοκινήτου (Γ1), σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή όχι εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκαν.
Δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, ούτε παραβίασε τις παραπάνω διατάξεις, τις οποίες σωστά ερμήνευσε και εφάρμοσε. Έλαβε υπόψη όλους τους προσδιοριστικούς παράγοντες του ατυχήματος (συνθήκες κυκλοφορίας, είδος οχημάτων και ταχύτητα αυτών, κατάσταση της οδού και θέση των οχημάτων σ' αυτήν πριν και μετά τη σύγκρουση) και δεν ήταν αναγκαίο να προσδιορίζει το πλάτος του οδοστρώματος και της κάθε λωρίδας κυκλοφορίας.
Ειδικότερα, το Εφετείο προσδιορίζει την κίνηση των δύο οχημάτων, τον τρόπο της κίνησης του αυτοκινήτου που οδηγούσε ο τρίτος αναιρεσείων και την αιτία που παρεξέκλινε το αυτοκίνητο στη λωρίδα κυκλοφορίας που κινούνταν το άλλο αυτοκίνητο που οδηγούσε ο θανών συγγενής των αναιρεσιβλήτων, καθώς και με ποια σημεία συγκρούστηκαν τα αυτοκίνητα.
Επίσης προσδιορίζει με σαφήνεια την κίνηση των δύο αυτοκινήτων μετά τη σύγκρουση, τη νέα σύγκρουση μετά την περιστροφή του ζημιογόνου αυτοκινήτου και το σημείο της ακινητοποίησης και των δύο αυτοκινήτων. Με την ερμηνεία των ευρημάτων προσδιορίζει χωρίς αντιφάσεις το ακριβές σημείο της αρχικής σύγκρουσης, προσδιορίζει ότι η κίνηση του άλλου αυτοκινήτου ήταν μέσα στο ρεύμα κυκλοφορίας του και εξηγεί το λόγο για τον οποίο η ακριβής τοποθέτηση αυτού του αυτοκινήτου επί του ρεύματος κυκλοφορίας του (δεξιά, κέντρο ή προς τη διαχωριστική των ρευμάτων γραμμή) δεν βρίσκεται σε αιτιώδη συνάφεια με τη σύγκρουση.
Συνεπώς, το Δικαστήριο δεν υπέπεσε στις πλημμέλειες των αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και οι δύο λόγοι της αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 29-6-2005 αίτηση της εταιρίας με την επωνυμία "Ευρωπαϊκή Ένωσις ΑΕ" κλπ για αναίρεση της 8687/2004 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ για καθένα από αυτούς που παραστάθηκε ξεχωριστά.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Απριλίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Απριλίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ