Supreme Court dismisses OTE's appeal regarding employer's non-abusive right to assign superior staff to a department head role.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected OTE's appeal against the First Instance Court's decision regarding the appointment of a department head. The employer argued that the lower court failed to consider specific documents proving the appointment was not abusive, while the employee contended the selection violated labor law principles. The court ruled that the employer's right to organize the business is not abusive when the appointed candidate objectively possesses superior qualifications, and the lower court properly considered all evidence presented.
Legislator headnote
AI generatedArt. 281 A.C.; Art. 559 K.Pol.D: The employer's right to determine employment terms and organize the business is not considered abusive when the selected employee objectively exceeds the candidate in qualifications, and the lower court's decision is valid if it adequately considered all submitted evidence.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 817 / 2006 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 817/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Χρήστο Μπαλντά, Αντιπρόεδρο, Σπυρίδωνα Κολυβά, Γεώργιο Χλαμπουτάκη, Αναστάσιο - Φιλήτα Περίδη και Ηλία Γιαννακάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Δεκεμβρίου 2005, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας : Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." (Ο.Τ.Ε.), που εδρεύει στο Μαρούσι και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρία Σωτηροπούλου.
Του αναιρεσίβλητου : Ι. Λ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με το δικηγόρο του Μιχαήλ Πικραμένο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25/4/2002 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καλαμάτας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 115/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 467/2004 του Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 28/12/2004 αίτησή της και τους από 2/11/2005 πρόσθετους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χλαμπουτάκης, ανέγνωσε την από 1 Δεκεμβρίου 2005 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων, κυρίων και προσθέτων, της αναιρέσεως. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή τους και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, ο εργοδότης ασκώντας το διευθυντικό του δικαίωμα έχει την εξουσία να προσδιορίσει το περιεχόμενο της υποχρεώσεώς του μισθωτού, για παροχή εργασίας καθορίζοντας τους όρους της παροχής της, τον τόπο, το χρόνο και τον τρόπο, εφόσον οι όροι αυτοί δεν έχουν προσδιορισθεί από κανόνες δικαίου ή από την εργασιακή σύμβαση.
Έχει, δηλαδή, ο εργοδότης ως διευθυντής της εκμετάλλευσης την εξουσία να οργανώνει και να διευθύνει την επιχείρησή του με βάση τα κρινόμενα από αυτόν ως πλέον αποτελεσματικά γι' αυτόν κριτήρια. Το υπό το άνω περιεχόμενο δικαίωμα του εργοδότη δεν επιτρέπεται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, να ασκείται καταχρηστικά.
Δεν είναι όμως καταχρηστική, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η άσκηση του δικαιώματος του εργοδότη να τοποθετεί συγκεκριμένο εργαζόμενο ως προϊστάμενο ενός τμήματος ή ενός καταστήματος της επιχείρησής του κατά παράλειψη άλλου μισθωτού, ο οποίος υπερέχει, έστω και καταφανώς, σε τυπικά και ουσιαστικά προσόντα έναντι του τοποθετηθέντος.
Και τούτο διότι δεν πρόκειται για απλή βαθμολογική ή μισθολογική προαγωγή, που εντάσσεται στα εκ της εργασίας δικαιώματα του μισθωτού, τα οποία ευλόγως συνδέονται με τις αντικειμενικώς εκτιμώμενες ικανότητες αυτού, αλλά για επιλογή του έχοντος την εκμετάλλευση εργοδότη που αφορά αποφασιστικώς την οργάνωση και διεύθυνση της επιχείρησης.
Για να είναι καταχρηστική στην περίπτωση αυτή η άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη απαιτείται η συνδρομή και άλλων πραγματικών περιστατικών, τα οποία σε συνδυασμό με την καταφανή υπεροχή του παραλειφθέντος, να θεμελιώνουν προφανή υπέρβαση από μέρους του εργοδότη των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος (Ολ.
ΑΠ 25/2003). Εξ άλλου σύμφωνα με το άρθρ. 10 του Γενικού Κανονισμού Προσωπικού ΟΤΕ (ΓΚΠ/ΟΤΕ) που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρ. 7 του ΑΝ 301/1968 και κυρώθηκε με το άρθρ. 54 του ΝΔ 165/1973 και έχει ισχύ νόμου, οι τοποθετήσεις προϊσταμένων Υπηρεσιακών Λειτουργιών, οποιονδήποτε τμημάτων, γίνονται σύμφωνα με την παρ. 17 του εν λόγω άρθρου, όπου δεν ορίζεται ως προαπαιτούμενος τίτλος, αυτός της Ανώτατης Εκπαίδευσης.
Οι τοποθετήσεις γίνονται από τα αρμόδια όργανα, που συνεκτιμούν όλα τα δεδομένα (πτυχία, υπηρεσιακή εμπειρία, προηγούμενη άσκηση καθηκόντων προϊσταμένου, ικανότητες διοίκησης κ.λ.π) των τυπικών αλλά και ουσιαστικών προσόντων των υποψηφίων. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, κατά κρίση ανέλεγκτη τα εξής:
Ο εναγόμενος και τώρα αναιρεσείων Οργανισμός (Ο.Τ.Ε.) στα πλαίσια διαμόρφωσης νέου οργανωτικού σχήματος των υπηρεσιακών λειτουργιών του συγκρότησε Γραφεία Υποστήριξης Χρηματοοικονομικών θεμάτων. Οι Προϊστάμενοι των ανωτέρω γραφείων είναι υπεύθυνοι για την εφαρμογή της φορολογικής νομοθεσίας, των διατάξεων του ν. 2190/1920 περί ανωνύμων εταιρειών και για την απεικόνιση, σύμφωνα με τη λογιστική πρακτική και δεοντολογία των συναλλαγών των Υπηρεσιακών Λειτουργιών της εναγομένης.
Σύμφωνα με την 2425/1995 απόφαση του ΔΣ του Ο.Τ.Ε οι Προϊστάμενοι των ανωτέρω γραφείων, υπηρεσιακά στελέχη του κλάδου οικονομικού ή διοικητικού πρέπει να διαθέτουν τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα του άρθρου 29 του Κώδικα Βιβλίων Στοιχείων (ΚΒΣ) ή την άδεια άσκησης οικονομολογικού επαγγέλματος από το οικονομικό Επιμελητήριο της Ελλάδος, η οποία προϋποθέτει πτυχίο Ανώτατης Οικονομικής Σχολής ή πτυχίο τμήματος Διοίκησης του Πάντειου Πανεπιστημίου Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών και εγγραφή στο ως άνω Επιμελητήριο ή πτυχίο του τμήματος Λογιστικής της Σχολής Διοίκησης και Οικονομίας του ΤΕΙ και άδεια από το Επιμελητήριο για υπογραφή ισολογισμού και λογαριασμού αποτελεσμάτων χρήσης (409/567165/1997 επιστολή Διευθύνσεως Προσωπικού).
Ακολούθως από την 420/7364/23-8-2000 επιστολή του τμήματος Διαχείρισης Ανθρώπινου Δυναμικού του, προκύπτει ότι ο ΟΤΕ δεν έχει μεν υποχρέωση τήρησης του άρθρου 29 ΚΒΣ, όσον αφορά τα τυπικά προσόντα που πρέπει να διαθέτει ο Προϊστάμενος των Γραφείων Υποστήριξης Χρηματοοικονομικών θεμάτων, λόγω όμως του προαναφερθέντος σημαντικού έργου τους διατυπώνεται η άποψη ότι επιβάλλεται να διαθέτουν τα απαιτούμενα από το άρθρο 29 ΚΒΣ τυπικά αλλά και ουσιαστικά προσόντα τέτοια που να επιτρέπουν την ομαλή και σύννομη λειτουργία των λογιστηρίων στα οποία προΐστανται, εκφράζεται δε η παράκληση να εξαντλείται κάθε δυνατότητα τοποθέτησης Προϊσταμένων αλλά και αναπληρωτών τους που να κατέχουν τα ως άνω προσόντα.
Εξάλλου με την 291/622541/24-9-2001 επιστολή της Διεύθυνσης Λογιστικών Υπηρεσιών του ΟΤΕ γνωστοποιείται ότι με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και σε εφαρμογή του άρθρου 38 ν. 2873/2000 υφίσταται υποχρέωση από 1-7-2001 υπογραφής δηλώσεων φορολογίας εισοδήματος ΦΠΑ και λοιπών παρακρατούμενων φόρων από κάτοχο σχετικής άδειας λογιστή-φοροτεχνικού για την υπογραφή των υποβαλλόμενων προς τη Δ.Ο.Υ δηλώσεων, εντύπων και καταθέσεων.
Το Περιφερειακό Συμβούλιο Πελοποννήσου του ΟΤΕ κατά την 7/11-10-2001 συνεδρίασή του τοποθέτησε ως Προϊστάμενο στο Τμήμα Χρηματοοικονομικών θεμάτων του Τηλεπικοινωνιακού Διαμερίσματος Μεσσηνίας τον διοικητικό υπάλληλο Ε. Κ.. Αυτός προσελήφθη από τον ΟΤΕ το έτος 1970 κατέχει το βαθμό Δ/Α από το έτος 1984. Κατέχει πτυχίο της Ανωτέρας Τηλεπικοινωνιακής Σχολής ΟΤΕ (1979) και γνωρίζει αγγλικά μέτρια.
Έχει παρακολουθήσει σεμινάρια και έχει λάβει υλικές και ηθικές αμοιβές. Έχει υπηρετήσει σε διάφορες Υπηρεσιακές Λειτουργίες (Συγκρ. Υπερ. Τηλεφ. Κέντρου, Α' Συγκρ.Πρωτ/σας). Από 30-8-82 έως 26-11-96 υπηρέτησε στο Τηλεπ. Κέντρο Καλαμάτας και στο Τηλεπικοινωνιακό Τμήμα Μεσσηνίας ως στέλεχος. Από 26-11-96 έως 31-12-2000 υπηρέτησε ως επικεφαλής του Γραφείου Ανθρωπίνου Δυναμικού και Γραμματείας και από 1-1-2001 έως 14-10-2001 ως επικεφαλής στο Γραφείο Χρηματοοικονομικής Υποστήριξης του Τ.Δ.
Μεσσηνίας. Ο ενάγων προσελήφθη την 30-6-1994, δυνάμει του ν. 1648/1986 από τον ΟΤΕ ως οικονομικός υπάλληλος, μονιμοποιήθηκε την 1-11-1995, προήχθη το έτος 1997 στο βαθμό ΟΠ1, το έτος 1998 στο βαθμό Ο/Γ και από 1-1-2002 στο βαθμό Ο/Β. Υπηρέτησε στην Τεχνική Διεύθυνση Μεσσηνίας έως την 14-12-2000 οπότε τοποθετήθηκε στο Γραφείο Χρηματοοικονομικής Υποστήριξης.
Είναι Πτυχιούχος της Ανωτάτης Βιομηχανικής Σχολής του Τμήματος Οργάνωσης και Διοίκησης Επιχειρήσεως (1985) και του Τμήματος Οικονομικού της Σχολής Προσωπικού του ΟΤΕ είναι μέλος του Οικονομικού Επιμελητηρίου Ελλάδος με αριθμό μητρώου 25566, έχει άδεια ασκήσεως οικονομολογικού επαγγέλματος και άδεια ασκήσεως επαγγέλματος Λογιστή Φοροτεχνικού Α' Τάξης.
Έχει παρακολουθήσει επιμορφωτικό πρόγραμμα της Ανωτάτης Βιομηχανικής Σχολής με θέμα "Οργανωτική Διοικητική" (1986), το Τμήμα "Μάρκετινγκ" του ΕΛΚΕΠΑ (1986), το επιμορφωτικό πρόγραμμα του ίδιου φορέα με θέμα "Φόρος Προστιθέμενης Αξίας" (1986), σεμινάριο της οικονομοτεχνικής ΑΕ με θέμα "Παρουσίαση των Νέων Φορολογικών Διατάξεων" (1994) και τα σεμινάρια της Ελληνικής Εταιρείας Διοικήσεως Επιχειρήσεων με θέμα "Δουλεύοντας Ομαδικά" (1994) και "Πρόγραμμα Εκπαίδευσης Πωλητών - Leasing" (1997) και έχει παρακολουθήσει σεμινάρια με θέματα "Lotus 1,2,3 και επεξεργασία Πινάκων" (1989).
Διαθέτει 17 έτη εμπειρία σε λογιστοοικονομικά θέματα εκ των οποίων 10 έτη σε Πολυεθνικές Εταιρίες, εκδηλώνει έντονο ενδιαφέρον για την αύξηση της αποδοτικότητας των εργαζομένων καθώς και για την εξασφάλιση υγιών συνθηκών εργασίας. Η επί σειρά ετών επισήμανση της διεύθυνσης προσωπικού της εναγομένης και οι εκκλήσεις για επιλογή ατόμων ως Προϊσταμένων του ανωτέρω τμήματος που να διαθέτουν τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα (άδεια άσκησης επαγγέλματος Λογιστή-Φοροτεχνικού Α' Τάξης) η οποία υποδηλώνει την αναζήτηση εξεύρεσης λύσης για την εύρυθμη λειτουργία των υπηρεσιών της εναγομένης αποσκοπούσα στην εξυπηρέτηση των συμφερόντων της, συνεχίσθηκε και μετά την υπ' αριθμ. 7/11-10-2001 προσβαλλόμενη απόφαση.
Με την 420/1127083/16-11-2001 επιστολή του ο εναγόμενος ΟΤΕ αναφέρει ότι "είναι προφανές ότι οι Προϊστάμενοι ...και οι αναπληρωτές τους, θα πρέπει να διαθέτουν υποχρεωτικά, πλην των ουσιαστικών προσόντων και τα απαιτούμενα κάθε φορά από τη σχετική νομοθεσία τυπικά προσόντα....σήμερα είναι η άδεια άσκησης επαγγέλματος Λογιστού-Φοροτεχνικού Α' Τάξης".
Μέχρι της τοποθέτησης Προϊσταμένων που να πληρούν τις παραπάνω προϋποθέσεις (ουσιαστικά και τυπικά προσόντα) οι αρμόδιες Υπηρεσιακές Λειτουργίες θα επικοινωνούν, για την υποβολή των δηλώσεων παρακρατουμένων φόρων στις κατά τόπους Δ.Ο.Υ., με την Υποδιεύθυνση Φορολογίας και Μετοχολογίου (στην Αθήνα). Με τον τρόπο όμως αυτό ουδόλως εξυπηρετείται η εύρυθμη λειτουργία του Γραφείου της Καλαμάτας, αφού για την υποβολή μιας φορολογικής δήλωσης πρέπει, εφόσον ο Προϊστάμενος δεν έχει δυνατότητα υπογραφής, η φορολογική δήλωση να υποβληθεί πρώτα στην Αθήνα, να υπογραφεί, να επιστραφεί στην Καλαμάτα για να κατατεθεί.
Για να αποφευχθούν όλα αυτά και να εξασφαλισθεί το εύρυθμο της λειτουργίας του Τμήματος διευκρινίζεται στο 429/1127091/29-11-2001 έγγραφο, ότι στην περίπτωση που απαιτείται υπογραφή για δηλώσεις απόδοσης παρακρατουμένων φόρων ή για βεβαιώσεις παρακρατήσεως φόρου (από προμηθευτές, εργολάβους κλπ) από λογιστή, φοροτεχνικό κλπ., τα σχετικά έγγραφα υπογράφονται είτε από υπάλληλο της Δ/νσεως Λογιστικών Υπηρεσιών είτε από υπάλληλο του οικείου Τ.
Διαμερίσματος ή Τηλεπ. Περιφέρειας που έχει τα σχετικά προσόντα. Ήδη ο ενάγων με την 22/9018/4-12-2001 εντολή του Προϊσταμένου του Τηλεπικοινωνιακού Διαμερίσματος Μεσσηνίας προβαίνει στην υπογραφή των δηλώσεων φορολογίας εισοδήματος ΦΠΑ και λοιπών παρακρατούμενων φόρων. Με βάση τα παραπάνω δεκτά γενόμενα από το Εφετείο ως προς τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα του παραλειφθέντος ενάγοντος με εκείνα του τοποθετηθέντος Ε.
Κ., προκύπτει η καταφανής υπεροχή του ενάγοντος έναντι του εν λόγω συναδέλφου του στην ύπαρξη των αυξημένων τυπικών και ουσιαστικών προσόντων, που απαιτεί η θέση του Προϊσταμένου του νεοϊδρυθέντος Τμήματος Χρηματοοικονο-μικής Υποστήριξης, αλλά και η ύπαρξη λοιπών περιστατικών, (όπως είναι το γεγονός ότι εξυπηρετείται καλύτερα η υπηρεσία της εναγομένης με την τοποθέτηση του ενάγοντος στη θέση αυτή και είναι τούτο προς το συμφέρον της) καθόσον ο Ε.
Κ. κανένα τίτλο σπουδών δεν κατέχει σχετικά με οικονομολογικά θέματα, τα οποία αποτελούν το αντικείμενο του εν λόγω τμήματος, η δε αρχαιότητα ως μόνο κριτήριο στο οποίο υπερτερεί του ενάγοντος δεν μπορεί να αντισταθμίσει την έλλειψη γνώσεων δεδομένου ότι πρόκειται για κάλυψη θέσης τμήματος εξειδικευμένου τομέα, υπεύθυνου για την ορθή εφαρμογή των λογιστικών αρχών, ελέγχου των παραστατικών και εποπτεία κατά τη σύνταξη, υπογραφή και υποβολή των απαιτουμένων καταστάσεων και δηλώσεων φορολογίας εισοδήματος ΦΠΑ.
Κατά συνέπειαν η άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος του ΟΤΕ να τοποθετήσει στη θέση του Προϊσταμένου τον Ε. Κ., κατά παράλειψη του ενάγοντα, κρίνεται ως καταχρηστική, καθόσον υπερβαίνει τα όρια που επιβάλλουν οι αρχές της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών. Επομένως το Εφετείο, που έκρινε ότι η απόφαση του Περιφερειακού Συμβουλίου Πελοποννήσου του ΟΤΕ να τοποθετήσει στη θέση του Προϊσταμένου τον Ε.
Κ. παραλείποντας τον ενάγοντα, υπερβαίνει τα όρια και τις αρχές του 281 ΑΚ, δεν παραβίασε τις παραπάνω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, ενώ διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των άνω διατάξεων.
Επομένως ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου κατ' ορθή εκτίμηση από τους αριθμ. 1 και 19 του άρθρ. 559 Κ.Πολ.Δ, και οι 2ος, 3ος και 4ος (κατά το α' μέρος του) λόγοι του δικογράφου προσθέτων λόγων, από την ίδια παραπάνω διάταξη, με την περί του αντιθέτου αιτίασή τους, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.
Επειδή, ο λόγος αναιρέσεως, του άρθρου 559 αριθ. 11 του Κ.Πολ.Δ για μη λήψη υπόψη αποδεικτικών μέσων που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, ιδρύεται όταν το Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη έγγραφο του αναιρεσείοντα, που είναι χρήσιμο προς άμεση ή έμμεση απόδειξη παραδεκτού και νομικά βάσιμου ισχυρισμού και όχι όταν έλαβε μεν υπόψη τούτο, έκρινε όμως ότι δεν αποδεικνύει τον ισχυρισμό προς απόδειξη του οποίου προσκομίσθηκε.
Στην προκείμενη περίπτωση με τον πρώτο λόγο του δικογράφου προσθέτων λόγων, υπό την επίκληση των αριθμ. 8 και 11 του άρθρ. 559 Κ.Πολ.Δ., προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τα 1)920/822961/31-3-2003 έγγραφο της Υποδ/νσης Εργατικών Θεμάτων, 2)420/7364/28-3-2000 έγγραφο του τμήματος διαχείρισης Ανθρώπινου Δυναμικού και 3)429/1127091/29-11-2001 έγγραφο της Δ/νσης Ανθρώπινου Δυναμικού, τα οποία είχεν επικαλεσθεί και προσκομίσει ο αναιρεσείων οργανισμός, από τα οποία προκύπτει ότι η τοποθέτηση του Ε.
Κ., αντί του ενάγοντα, ως Προϊσταμένου του Τμήματος Χρηματοοικονο-μικής Υποστήριξης του Τ/Δ Μεσσηνίας δεν συνιστά καταχρηστική άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος του ΟΤΕ. Όπως όμως προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως το Εφετείο ρητά διαβεβαιώνει ότι έλαβε υπόψη του και τα παραπάνω έγγραφα και συνεπώς ο λόγος αυτός αναιρέσεως από τον αριθμ. 11γ' του άρθρ. 559 Κ.Πολ.Δ με την περί του αντιθέτου αιτίασή του, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος.
Επειδή, κατά το άρθρ. 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το Δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Στην προκείμενη περίπτωση με τον τέταρτο (κατά το δεύτερο μέρος του) λόγο του δικογράφου των προσθέτων λόγων αναιρέσεως, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθμ. 14 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ γιατί δεν απέρριψε ως αόριστη την ένδικη αγωγή του αναιρεσιβλήτου, όπως είχε ζητήσει ο αναιρεσείων οργανισμός με της ενώπιον του Εφετείου προτάσεις του.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος, ως αόριστος, αφού δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο, όπως θάπρεπε, το περιεχόμενο της αγωγής, ώστε να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος για το ορισμένο (ή μη) της αγωγής.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 28-12-2004 αίτηση του ΟΤΕ ΑΕ και το από 2-11-2005 δικόγραφο προσθέτων λόγων για αναίρεση της 467/2004 απόφασης του Εφετείου Ναυπλίου.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου από επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Μαρτίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 2 Μαϊου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ