Legislator Case Law & Legislation
816/2023 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, ruling a clerical error in statute citation does not affect substantive judgment.

Case Number 816/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the Athens Court of First Instance's decision. The appellant argued that the lower court's judgment contained contradictory reasoning regarding the statute of limitations, citing conflicting timeframes in the legal text. The court determined this was merely a clerical error in citing the article number rather than a substantive contradiction affecting the factual findings or the application of the law, which was clearly established in the reasoning.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559 no. 19 of the Code of Civil Procedure; A cassation appeal based on contradictory reasoning is inadmissible if the contradiction concerns a clerical error in citing a statute rather than the factual premises or the application of the substantive law.

Keywords

AI generated
cassation appeal contradictory reasoning clerical error statute of limitations Code of Civil Procedure substantive law inadmissible appeal

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553 paragraph 1 item b, 556 paragraph 1, 558, 564 paragraph 1 and 566 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 561 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 559 number 19 of the Code of Civil Procedure
Articles 315 and following of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 198 paragraph 1 and 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 816 / 2023 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 816/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Μαριάνθη Παγουτέλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση και Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 15 Νοεμβρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Κ. Λ. του Ε., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Ιωάννη Κούλη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "Διαχειριστής Ελληνικού Δικτύου Διανομής Ηλεκτρικής Ενέργειας Α.Ε" (ΔΕΔΔΗΕ Α.Ε.), όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα, ως καθολικής διαδόχου της Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ-ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" (Δ.Ε.Η. Α.Ε.) και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Περικλή Κατσαούνη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-11-2015 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 651/2019 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 4182/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί ο αναιρεσείων με την από 8-4-2022 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Ελπίδα Σιμιτοπούλου. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 8-4-2022 (αριθ. έκθ. κατάθεσης 2903/ 289/2022) αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων υπ' αριθ. 4182/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία α) δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης κατά της εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, υπ' αριθ. 651/2019 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η από 25-11-2015 (αριθ. έκθ. κατάθεσης 107542/3887/2015) αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης, και β) αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, απέρριψε την αγωγή ως αβάσιμη κατ' ουσίαν. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1 περ. β', 556 παρ. 1, 558, 564 παρ. 1 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 25-11-2015 αγωγή κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης, με την οποία ισχυρίστηκε, ότι με το υπ' αριθ. 143/23-12-1998 πρακτικό της Επιτροπής του άρθρου 8 του Ν. 1648/1986 τοποθετήθηκε αναγκαστικά, ως βοηθητικό προσωπικό, στην ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" (Δ.Ε.Η.

Α.Ε.), της οποίας καθολική διάδοχος τυγχάνει η εναγομένη, ότι ακολούθως με την από … σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, που καταρτίστηκε μεταξύ αυτού και της ως άνω ανώνυμης εταιρείας, εντάχθηκε στο έκτακτο προσωπικό αυτής, ενώ από την … εντάχθηκε στο τακτικό προσωπικό της και στην κατηγορία Τ4 (Τεχνικοί γενικά), στην ειδικότητα Κ (Τεχνικοί Επιμελητές) και στο μισθολογικό κλιμάκιο 10.

Ότι τα καθήκοντα που αντιστοιχούσαν στην ως άνω κατηγορία και ειδικότητα, όπου εντάχθηκε, ήταν η επιμέλεια και φροντίδα διανομής των διαφόρων τεχνικών εγγράφων της υπηρεσίας του, αντ' αυτού όμως η εργοδότρια εταιρεία σχεδόν εξαρχής του ανέθεσε καθήκοντα διαφορετικά από τα ανωτέρω και ειδικότερα, τον απασχολούσε α) στον χειρισμό Η/Υ και στη δακτυλογράφηση εγγράφων, β) στη μηχανογραφική υποστήριξη στον τομέα εκμετάλλευσης - κατασκευών και στο λογιστήριο, γ) στην παρακολούθηση υλικών - πιστοποίηση - πιστοποίηση παροχών Χ.Τ.

και δ) στη γραμματειακή υποστήριξη - γραμματειακή υποστήριξη της λογιστικής παρακολούθησης - γραμματειακή υποστήριξη του τομέα κατασκευών, μολονότι είναι απόφοιτος Γυμνασίου και δεν διέθετε τις απαιτούμενες για τις ανωτέρω εργασίες ειδικές γνώσεις. Ότι, παρά ταύτα, αυτός εκτελούσε τα υπηρεσιακά του καθήκοντα, προσφέροντας ακόμη και υπηρεσίες πέραν εκείνων που του είχαν ανατεθεί, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στην αγωγή.

Ότι στις 26-1-… συμπλήρωσε τριετία στο όγδοο μισθολογικό κλιμάκιο και, σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του Κανονισμού Κατάστασης Προσωπικού ΔΕΗ (ΚΚΠ/ΔΕΗ), έπρεπε να του χορηγηθεί μισθολογική προαγωγή και να ενταχθεί στο έβδομο μισθολογικό κλιμάκιο, πλην όμως με σχετική απόφαση των αρμοδίων οργάνων της εργοδότριας κρίθηκε στάσιμος λόγω χαμηλής βαθμολογίας και αρνητικών σχολίων για το πρόσωπό του στα φύλλα αξιολόγησης των ετών …, … και ….

Ότι και με το φύλλο αξιολόγησης του έτους … έλαβε χαμηλή βαθμολογία, γεγονός που είχε ως συνέπεια να κριθεί στάσιμος για δεύτερη φορά. Ότι η ως άνω δυσμενής αξιολόγησή του οφείλεται στο ότι η εργοδότρια εταιρεία του ανέθεσε καθήκοντα που δεν αντιστοιχούσαν στη θέση και στην ειδικότητά του και απαιτούσαν ειδικές γνώσεις, τις οποίες ως απόφοιτος γυμνασίου δεν διέθετε, γεγονός το οποίο δεν έλαβαν υπόψη τους τα αρμόδια όργανα αυτής, ώστε η υπηρεσιακή του απόδοση να κριθεί εντός των πλαισίων των γνώσεων και ικανοτήτων του.

Ότι η ως άνω παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά της εργοδότριας εταιρείας είχε ως συνέπεια την επιδείνωση της κατάστασης της ψυχικής του υγείας, καθόσον από τον Σεπτέμβριο του έτους … έχει κριθεί ανάπηρος σε ποσοστό 70%, ως άτομο με καταθλιπτικού τύπου εκδηλώσεις και με μεικτά στοιχεία προσωπικότητας, κυρίως σχιζοειδικά, με ιδέες αυτοκαταστροφής.

Με βάση τα παραπάνω, ζητούσε να κριθεί προακτέος στο έβδομο μισθολογικό κλιμάκιο από την 26-1-…, οπότε συμπλήρωσε τριετία στο προηγούμενο (όγδοο) μισθολογικό κλιμάκιο. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την υπ' αριθ. 651/2019 απόφασή του δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και υποχρέωσε την εναγομένη να προάγει τον ενάγοντα στο έβδομο μισθολογικό κλιμάκιο από 25-6-….

Κατά της απόφασης αυτής η εναγομένη άσκησε την από 26-3-2019 έφεση, εκδόθηκε δε επ' αυτής η υπ' αριθ. 4182/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγινε τυπικά και κατ' ουσίαν δεκτή η έφεση, εξαφανίστηκε η εκκαλούμενη απόφαση και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η αγωγή λόγω παραγραφής της ένδικης αξίωσης του ενάγοντος.

Την αναίρεση της ως άνω εφετειακής απόφασης ζητεί ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης.

Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει, όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόστηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του είτε εφαρμόστηκε ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόστηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006, 2/2013, ΑΠ 64/2022, ΑΠ 19/2022).

Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης.

Έτσι, με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, για το ορισμένο του οποίου πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς, οπότε πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέστηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 64/2022, ΑΠ 19/2022).

Περαιτέρω, o προβλεπόμενος στο άρθρο 559 αριθ. 1β' ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας θεμελιώνεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένως χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα αυτά, προκειμένου να εξειδικεύσει τις αόριστες νομικές έννοιες και να υπαγάγει σε αυτές τα πραγματικά γεγονότα της διαφοράς, όχι όμως και όταν τα εν λόγω διδάγματα χρησιμοποιούνται ή όχι προς έμμεση απόδειξη ή προς εκτίμηση των αποδείξεων για την εξακρίβωση της αλήθειας των πραγματικών γεγονότων (ΑΠ 909/2020, ΑΠ 1360/2018, ΑΠ 764/2016 ΑΠ 1398/2010).

Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται οι γενικές αρχές που συνάγονται επαγωγικά από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα, και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την ανεύρεση, με βάση αυτά, της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει νομικές έννοιες, δηλ.

για την εξειδίκευση των αορίστων νομικών εννοιών ή για την υπαγωγή ή όχι στον κανόνα αυτό των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς (ΑΠ 909/2020, ΑΠ 1360/2018, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 1622/2010, ΑΠ 1239/2009) ή ακόμη για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν (ΑΠ 909/2020, ΑΠ 1360/2018, ΑΠ 208/2011).

Όμως η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, τα οποία πρέπει να καθορίζονται, ιδρύει λόγο αναίρεσης, μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Ειδικότερα η παραβίαση ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει εσφαλμένα να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, προκειμένου να εξειδικεύσει τις αόριστες νομικές έννοιες ή να υπαγάγει ή όχι τα πραγματικά γεγονότα της διαφοράς στον κανόνα αυτό, όχι όμως όταν τα διδάγματα αυτά χρησίμευσαν προς έμμεση απόδειξη για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων ή για την εκτίμηση αποδεικτικών μέσων που προσκομίζονται από τους διαδίκους (ΟλΑΠ 913/2005, ΑΠ 909/2020, ΑΠ 1360/2018, ΑΠ 208/2011, ΑΠ 1662/2010).

Για το ορισμένο του λόγου αυτού αναίρεσης, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο, εκτός των άλλων, ο κανόνας δικαίου για την αληθινή έννοια του οποίου χρησιμοποιήθηκαν ή όχι τα διδάγματα της κοινής πείρας, η έννοια που προσδόθηκε σ' αυτόν, από την προσβαλλόμενη απόφαση, την οποία ο αναιρεσείων χαρακτηρίζει ως εσφαλμένη, η ορθή, κατά τη γνώμη του αναιρεσείοντος, έννοια που προκύπτει από τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία ο δικαστής είτε χρησιμοποίησε λανθασμένα είτε παρέλειψε να χρησιμοποιήσει, ο προσδιορισμός των διδαγμάτων της κοινής πείρας και ο τρόπος κατά τον οποίο παραβιάστηκαν (ΑΠ 909/2020, ΑΠ 1360/2018, ΑΠ 1011/2018).

Τέλος, με τον Κανονισμό Καταστάσεως Προσωπικού ΔΕΗ (ΚΚΠ/ΔΕΗ), ο οποίος καταρτίστηκε με την από 4-10-1973 Ειδική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας Προσωπικού ΔΕΗ (ΦΕΚ Β' 1274/25-10-1973), κυρώθηκε με το άρθρο 2 του ν.δ. 210/1974 και έχει ισχύ νόμου, καθορίζονται οι όροι εργασίας του προσωπικού της ΔΕΗ. Ειδικότερα, με το άρθρο 5 αυτού ορίζονται οι προϋποθέσεις πρόσληψης του προσωπικού, με το άρθρο 8 τα γενικά επιδόματα και οι μισθολογικές προσαυξήσεις και με το άρθρο 22 οι προϋποθέσεις και η διαδικασία των μισθολογικών προαγωγών.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1, συνισταμένη σε παραβίαση α) των άρθρων 5, 8, 22 ΚΚΠ/ΔΕΗ, 249 και 937 ΑΚ, επειδή το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο εσφαλμένα δέχθηκε ότι η ένδικη αξίωση του ενάγοντος βασίζεται στις διατάξεις για τις αδικοπραξίες και ότι, ως εκ τούτου, υπόκειται στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 937 ΑΚ και όχι στην κοινή εικοσαετή παραγραφή του άρθρου 249 ΑΚ και β) των διδαγμάτων της κοινής πείρας.

Ως προς το υπό στοιχ. β' σκέλος του, ο πρώτος λόγος αναίρεσης είναι παντελώς αόριστος, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη μείζονα πρόταση, καθόσον δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο, ο κανόνας δικαίου για την αληθινή έννοια του οποίου χρησιμοποιήθηκαν ή όχι τα διδάγματα της κοινής πείρας, η έννοια που εσφαλμένως προσδόθηκε σ' αυτόν από την προσβαλλόμενη απόφαση, η ορθή έννοια αυτού, που προκύπτει από τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία το δικαστήριο είτε χρησιμοποίησε λανθασμένα είτε παρέλειψε να χρησιμοποιήσει, ο προσδιορισμός των διδαγμάτων της κοινής πείρας και ο τρόπος κατά τον οποίο παραβιάστηκαν.

Όσον αφορά το υπό στοιχ. α' σκέλος του ως άνω λόγου, ερείδεται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, καθόσον από την επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης αγωγής (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι η ασκηθείσα με αυτήν αξίωση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος έχει ως βάση τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες και ειδικότερα θεμελιώνεται στην παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά των αρμοδίων οργάνων της εναγομένης, τα οποία με τη χαμηλή βαθμολογία και τις δυσμενείς κρίσεις τους για τον ενάγοντα, όπως αυτές αποτυπώθηκαν στα φύλλα αξιολόγησης του τελευταίου για τα έτη … - …, οδήγησαν αυτόν δύο φορές σε στασιμότητα και στέρηση της μισθολογικής προαγωγής του από το όγδοο στο έβδομο μισθολογικό κλιμάκιο, παραβλέποντας το γεγονός ότι η εναγομένη του είχε αναθέσει καθήκοντα διαφορετικά από εκείνα για τα οποία προσελήφθη, ειδικότερα δε, καθήκοντα που απαιτούσαν ειδικές γνώσεις, τις οποίες αυτός ως απόφοιτος Γυμνασίου δεν διέθετε.

Αντιθέτως, από την επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής δεν προκύπτει ότι η, ασκηθείσα με αυτήν, αξίωση του ενάγοντος θεμελιώνεται στις διατάξεις των άρθρων 5, 8 και 22 του ΚΚΠ/ΔΕΗ, οι οποίες αποτελούν περιεχόμενο της ατομικής σύμβασης εργασίας του και, ως εκ τούτου, η παράβασή τους εκ μέρους της εναγομένης θα συνιστούσε αθέτηση συμβατικής υποχρέωσης της τελευταίας, με συνέπεια η ένδικη αξίωσή του να υπέκειτο στην εικοσαετή παραγραφή του άρθρου 249 ΑΚ και όχι στην πενταετή του άρθρου 937 του ίδιου Κώδικα.

Συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί ο πρώτος λόγος αναίρεσης ως προς αμφότερα τα σκέλη του. Στα άρθρα 559 και 560 του ΚΠολΔ ορίζονται περιοριστικά οι νομικές πλημμέλειες που συνιστούν λόγους αναίρεσης. Για να γίνει κατ' ουσίαν δεκτή η αναίρεση, πρέπει να κριθεί υποστατός, παραδεκτός και βάσιμος ένας τουλάχιστον λόγος της. Αν η απόφαση, που προσβάλλεται με την αίτηση αναίρεσης, έχει επάλληλες ή επικουρικές αιτιολογίες, που στηρίζουν αυτοτελώς η καθεμία το διατακτικό και κάποια δεν πλήττεται ή δεν πλήττεται επιτυχώς, οι λόγοι που αφορούν τις λοιπές αιτιολογίες είναι αλυσιτελείς (ΟλΑΠ 25/1994, ΑΠ 547/2018, ΑΠ 876/2017). Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει, όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόστηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του είτε εφαρμόστηκε ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόστηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006, 2/2013, ΑΠ 64/2022, ΑΠ 19/2022).

Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης.

Έτσι, με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, για το ορισμένο του οποίου πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς, οπότε πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέστηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 64/2022, ΑΠ 19/2022).

Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο παρά τον νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτο από το δικονομικό μόνο δίκαιο (ΟλΑΠ 1/2019, ΟλΑΠ 2/2001, ΑΠ 22/2022, ΑΠ 19/2022). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, ωστόσο, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, πρόκειται για τον λόγο του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ο οποίος συνίσταται στην εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 937 ΑΚ, ειδικότερα δε, πλήττεται με αυτόν η ως άνω απόφαση ως προς τη δεύτερη επικουρική αιτιολογία της, επί της οποίας στηρίζεται αυτοτελώς το διατακτικό της, κατά τα κατωτέρω εκτιθέμενα.

Περαιτέρω, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, κατ' εκτίμηση δε του περιεχομένου του πρόκειται για τον λόγο του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, με τον οποίο πλήττεται η ως άνω απόφαση ως προς την κύρια και την πρώτη επικουρική αιτιολογία της, καθεμία από τις οποίες στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της, κατά τα κατωτέρω εκτιθέμενα.

Από την παραδεκτή, για τις ανάγκες των δευτέρου και τρίτου λόγων αναίρεσης, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι το Μονομελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του και κατά το ενδιαφέρον εν προκειμένω μέρος δέχθηκε τα εξής: "Ο εφεσίβλητος πριν την άσκηση της αγωγής επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, είχε ήδη ασκήσει κατά της δικαιοπαρόχου της εκκαλούσας, ΔΕΗ Α.Ε., την από 24/10/2010 με αύξ.

αριθ. κατάθ. στη γραμματεία του Πρωτοδικείου Αθήνας 186571/6405/2010 αγωγή, στην οποία, όπως προκύπτει από το αιτητικό της, είχε αιτηθεί μεταξύ άλλων την προαγωγή του από 26/01/… (ημερομηνία πρώτης μισθολογικής του παράλειψης) στο έβδομο μισθολογικό κλιμάκιο... Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η με αριθμό 596/2014 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθήνας, το οποίο...

απέρριψε την αγωγή του εφεσίβλητου ως αόριστη. Η εκκαλούσα επέδωσε νόμιμα στον εφεσίβλητο αντίγραφο της ως άνω απορριπτικής απόφασης στις 30/05/2014, η δε απόφαση κατέστη τελεσίδικη στις 30/06/2014, καθώς ο εφεσίβλητος δεν άσκησε έφεση κατ' αυτής. Στις 16/12/2015 ο εφεσίβλητος επέδωσε στην εκκαλούσα την από 25/11/2015 με αύξ.

αριθ. κατάθεσης στη γραμματεία του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθήνας 107542/3387/2015 νέα αγωγή με ταυτόσημο με την προηγούμενη αγωγή αίτημα, ήτοι την προαγωγή του στο έβδομο μισθολογικό κλιμάκιο από 26/01/2008, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβληθείσα με την κρινόμενη έφεση, με αριθμό 651/2019 απόφαση του δικαστηρίου εκείνου.

Ο εφεσίβλητος ισχυρίσθηκε στη 15η σελίδα του αγωγικού δικογράφου ότι ήδη από 26/01/… είχε συμπληρώσει τον απαραίτητο, κατά το άρθρο 22 παρ. 2 του ΚΚΠ/ΔΕΗ χρόνο υπηρεσίας, για προαγωγή του στο επόμενο, δηλαδή στο έβδομο μισθολογικό κλιμάκιο, ήτοι τριετία και επομένως στις 26/01/… συγκέντρωνε όλα τα απαιτούμενα τυπικά προσόντα για την προαγωγή του, την οποία παράνομα και αυθαίρετα του στέρησε η προκάτοχος της εκκαλούσας και ότι για τον λόγο αυτό θα έπρεπε να κριθεί προακτέος με δικαστική απόφαση.

Περαιτέρω, ο εφεσίβλητος με το κατατεθέν στις 14 Μαΐου 2018 δικόγραφο Προσθήκης - Αντίκρουσης, ήτοι μετά τη συζήτηση της αγωγής του επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, αγωγή η οποία συζητήθηκε στις 10 Μαΐου 2018, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την προσβαλλόμενη με αριθμό 651/2019 απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, προέβαλε για πρώτη φορά και για την περίπτωση που το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεχόταν ως βάσιμη τη σχετική ένσταση της εναγομένης - εκκαλούσας και έκρινε ότι είχε υποκύψει σε παραγραφή η αξίωσή του να κριθεί προακτέος στο επόμενο μισθολογικό κλιμάκιο από 26/01/…, το επικουρικό αίτημα να κριθεί προακτέος στο μισθολογικό κλιμάκιο αυτό από τον χρόνο κοινοποίησης στον ίδιο καθεμιάς από τις δύο μεταγενεστέρως εκδοθείσες αποφάσεις του Δευτεροβάθμιου Συμβουλίου Προαγωγικών Κρίσεων της ΔΕΗ Α.Ε., με τις οποίες κρίθηκε στάσιμος στον ίδιο βαθμό, δηλαδή από τον χρόνο κοινοποίησης στον ίδιο της πρώτης άλλως από τον χρόνο κοινοποίησης σε αυτόν της δεύτερης από τις δύο αυτές αποφάσεις, όπως ακριβώς το σχετικό αίτημα διέλαβε ο εφεσίβλητος στην 16η σελίδα του δικογράφου της Προσθήκης - Αντίκρουσής του.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο κατά την αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού έκρινε ως ουσιαστικά βάσιμη την υποβληθείσα ένταση παραγραφής της εκκαλούσας, δέχθηκε ότι η αξίωση του εφεσίβλητου για προαγωγή του στο έβδομο μισθολογικό κλιμάκιο από 26/01/… είχε υποκύψει σε πενταετή παραγραφή που άρχισε κατά την ανωτέρω ημερομηνία και συμπληρώθηκε διότι ο εφεσίβλητος άσκησε την αγωγή του μετά την πάροδο έξι μηνών από την απόρριψη ως αόριστης της προγενέστερης αγωγής του και κατά συνέπεια είχε παρέλθει στις 16/12/…, οπότε άσκησε αυτός την αγωγή του επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλομένη, η αποσβεστική προθεσμία για την άσκηση της αξίωσης του, κατά της εναγομένης και εκκαλούσας.

Στη συνέχεια όμως και συγκεκριμένα στο 16° φύλλο της η εκκαλουμένη δέχθηκε ότι ο εφεσίβλητος και τότε ενάγων είχε ζητήσει παραδεκτά διά του δικογράφου της Προσθήκης του και κατ' επιτρεπτό περιορισμό του αγωγικού αιτήματος, να κριθεί προακτέος στο έβδομο μισθολογικό κλιμάκιο από την κοινοποίηση σε αυτόν της κάθε επιμέρους τελεσίδικης απόφασης του ΔΣΚ (Δευτεροβάθμιου Συμβουλίου Κρίσεων) της εκκαλούσας και συγκεκριμένα είτε από 25/06/…, οπότε και δημοσιεύθηκε το με αριθμό …/25-06-… Πρακτικό του ως άνω ΔΣΚ της εναγομένης που απέρριψε την προσφυγή του για προαγωγή στο έβδομο μισθολογικό κλιμάκιο από 26/01/…, είτε από 21-12-…, οπότε και δημοσιεύθηκε το με αριθμό …/21- 12-… Πρακτικό του ίδιου οργάνου της εναγομένης που απέρριψε τη δεύτερη προσφυγή του για προαγωγή στο επόμενο μισθολογικό κλιμάκιο.

Επίσης δέχθηκε η προσβαλλομένη ότι στις 25/06/… εκδόθηκε η τελεσίδικη κρίση του Δευτεροβάθμιου Συμβουλίου Κρίσης της εκκαλούσας με την οποία ο εφεσίβλητος κρίθηκε στάσιμος και ότι, επειδή δεν υποβλήθηκε και εκ νέου ένσταση παραγραφής της εναγομένης και εκκαλούσας, για συμπλήρωση χρόνου παραγραφής κατά την άσκηση της αγωγής, αρχόμενη από αυτό το χρονικό σημείο (25/06/…) και συμπληρωθείσα κατά τον χρόνο άσκησης της αγωγής, θα έπρεπε να γίνει δεκτή η αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη κατά το επικουρικό αυτό αίτημα και να κριθεί προακτέος ο ενάγων στο επόμενο μισθολογικό κλιμάκιο από την ημερομηνία αυτή, ήτοι την 25/06/….

Ανεξαρτήτως της πραγματικής αδυναμίας της εναγομένης και εκκαλούσας να προβάλει σχετική ένσταση παραγραφής, καθώς ο ενάγων και εφεσίβλητος προέβαλε για πρώτη φορά το αίτημά του για προαγωγή από την ως άνω ημερομηνία μετά τη συζήτηση της αγωγής με το Δικόγραφο της Προσθήκης - Αντίκρουσής του, πρέπει να σημειωθούν εν προκειμένω και τα ακόλουθα, τα οποία προέκυψαν από την μελέτη της προσβαλλομένης απόφασης και των Πρακτικών της δίκης ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου.

Ο εφεσίβλητος και ενάγων κατά τη συζήτηση της αγωγής στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου δεν προέβη σε οποιαδήποτε δήλωση για περιορισμό ή καθ' οιονδήποτε τρόπο μετατροπή του αρχικού αγωγικού του αιτήματος. Ούτε οποιοδήποτε τέτοιο αίτημα περιλήφθηκε στις κατατεθείσες κατά τη συζήτηση της αγωγής Προτάσεις του.

Η πρώτη φορά που ο εφεσίβλητος και ενάγων προέβαλε το προαναφερόμενο αίτημα, ήτοι της προαγωγής του από διαφορετικό χρονικό σημείο από εκείνο που αρχικά αιτήθηκε με την αγωγή του, ήταν όπως ήδη αναφέρθηκε ανωτέρω, κατά την κατάθεση του δικογράφου της Προσθήκης του, δηλαδή τέσσερις ημέρες μετά την συζήτηση της αγωγής του.

Κατά συνέπεια, η εναγομένη και εφεσίβλητη δεν είχε πλέον τη δυνατότητα να προβάλει εκ νέου, ισχυρισμούς και ενστάσεις της κατά της παραδοχής του αγωγικού αιτήματος, όπως αυτό διαμορφώθηκε μετά την καθ' οιονδήποτε τρόπο τροποποίηση του από τον ενάγοντα. Έσφαλε επομένως η προσβαλλομένη, η οποία προέβη στην κρίση ότι η εναγομένη και εκκαλούσα δεν προέβη στην υποβολή νέας ένστασης παραγραφής με χρονικό σημείο έναρξής της την 25/06/2010, ημερομηνία από την οποία έκρινε η προσβαλλομένη ότι θα έπρεπε να είχε κριθεί προακτέος ο ενάγων, καθώς η εκκαλούσα δεν δύνατο δικονομικά να υποβάλει τη σχετική ένσταση κατά το χρονικό εκείνο σημείο...

Περαιτέρω, όπως ο ίδιος ο εφεσίβλητος συνομολόγησε στην κριθείσα από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αγωγή του, επί της οποίας εκδόθηκε η εκκαλουμένη (σελ. 16, στίχος 10 της αγωγής), αυτός εντάχθηκε το πρώτον στο τακτικό προσωπικό της δικαιοπαρόχου της εκκαλούσας, ΔΕΗ Α.Ε., στις 1/3/…. Η φερόμενη δε, κατά το ίδιο αγωγικό δικόγραφο, παράλειψη προαγωγής του στο επόμενο -έβδομο- μισθολογικό κλιμάκιο, έλαβε χώρα για πρώτη φορά στις 26/01/….

Σύμφωνα δε με τα εκτιθέμενα από τον ίδιο, η υποτιθέμενη παράλειψη μισθολογικής του προαγωγής συνιστούσε αδικοπραξία κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 914 επ. Α.Κ.,... η απαίτηση από την οποία υπόκειται στη διετή παραγραφή του άρθρου 937 παρ. 1 του Α.Κ. επί παραλείψεως δε υπαλλήλου της εκκαλούσας από την προαγωγή του (μισθολογική ή κατά βαθμίδα) υπάρχει ευθεία παραβίαση του άρθρου 281 Α.Κ., που συνιστά αδικοπραξία, με την έννοια των διατάξεων των άρθρων 914 επ.

Α.Κ.,... η απαίτηση από την οποία υπόκειται στη διετή παραγραφή του άρθρου 937 παρ. 1 του Α.Κ. Ειδικότερα, στη διετή αυτή παραγραφή, που αρχίζει από τότε που ο παθών έμαθε τη ζημία και τον υπόχρεο σε αποζημίωση, υπόκειται κάθε αξίωση του υπαλλήλου, που παρανόμως δεν προήχθη, είτε αυτή αναφέρεται στην προαγωγή του από ορισμένο χρόνο, είτε έχει ως αντικείμενο την καταβολή αποζημιώσεως για την παρανομία ζημία, αφού όλες αυτές οι μερικότερες αξιώσεις έχουν ως γενεσιουργό αιτία την αδικοπραξία του εργοδότη, δηλαδή την παράλειψη του υπαλλήλου από τις προαγωγές.

Εξάλλου, από την ίδια διάταξη του άρθρου 297 παρ. 1 Α.Κ., σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 247 και 251 του Α.Κ., συνάγεται ότι, αν οι επιζήμιες συνέπειες της αδικοπραξίας παράγονται εξακολουθητικά με την πάροδο του χρόνου, η αξίωση για αποκατάσταση τους δεν ξαναγεννιέται κάθε φορά που επέρχονται οι συνέπειες αυτές, αλλά γεννήθηκε μία φορά, όταν άρχισαν να αναδίδονται οι πρώτες από αυτές, οπότε και αρχίζει η παραγραφή της.

Δηλαδή, η πενταετής παραγραφή αρχίζει από την πρώτη παράλειψη για προαγωγή. Έτσι, ο χρόνος της πενταετούς παραγραφής τρέχει και καταλαμβάνει όλες τις μερικότερες ζημίες του παθόντος, δηλαδή εκείνες που έχουν επέλθει ή μέλλουν να επέλθουν, εκτός από εκείνες των οποίων δεν είναι προβλεπτή η επέλευσή τους, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων.

Με βάση δε τη διάταξη του άρθρου 263 Α.Κ., με την άσκηση της αρχικής από 24/10/2010 αγωγής του εφεσίβλητου, η οποία κοινοποιήθηκε στη ΔΕΗ στις 26/10/2010, ... η παραγραφή, που είχε αρχίσει να τρέχει από τις 26/1/… (ημερομηνία παράλειψης της εκκαλούσας για προαγωγή του), διακόπηκε. Ωστόσο, όπως και ανωτέρω εκτέθηκε, η πιο πάνω από 24/10/2010 αγωγή του εφεσίβλητου απορρίφθηκε από το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθήνας με την υπ' αριθ. 596/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθήνας ως αόριστη.

Και η εν λόγω απόφαση κατέστη τελεσίδικη από 30/6/2014... Ωστόσο, ο εφεσίβλητος άσκησε τη νέα αγωγή του (επί της οποίας εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση), με την οποία επανήγειρε τις αξιώσεις της αρχικής αγωγής του, όχι εντός εξαμήνου από της τελεσίδικης απόρριψης της αρχικής του αγωγής, αλλά μετά πάροδο 1,5 περίπου έτους, δεδομένου ότι η αγωγή του, που οδήγησε στην έκδοση της εκκαλουμένης απόφασης, επιδόθηκε στην εκκαλούσα στις 16/12/2015,...

Επομένως, σύμφωνα με τη διάταξη της Α.Κ. 263, η παραγραφή που διακόπηκε με την έγερση της αρχικής αγωγής του εφεσίβλητου, θεωρείται σαν να μη διακόπηκε ποτέ, ώστε, αφού άρχισε να τρέχει στις 26/1/… (ημερομηνία παράλειψης της εκκαλούσας για προαγωγή του) συμπληρώθηκε ήδη στις 26/1/2013. Επομένως, το αγωγικό δικαίωμα, άλλως η αγωγική αξίωση, του αντιδίκου είχε υποπέσει στην πενταετή παραγραφή, σύμφωνα με τη διάταξη 937 Α.Κ., γι' αυτό και η αγωγή του, όπως το σχετικό αίτημα διαλαμβανόταν στο αγωγικό δικόγραφο, ήταν απορριπτέα ως παραγεγραμμένη.

Τη σχετική δε ένσταση παραγραφής πρότεινε παραδεκτά η εκκαλούσα ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, τόσο με προφορική δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου της κατά την έναρξη της διαδικασίας, η οποία και καταχωρήθηκε στα πρακτικά της δίκης, όσο και με τις έγγραφες προτάσεις της. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ορθά κρίνοντας, δέχθηκε, ως ουσιαστικά βάσιμη την προβληθείσα ένσταση της εκκαλούσας περί παραγραφής της αξίωσης του ενάγοντος για προαγωγή του στο μ.κ. 7 από 26/1/2008 (εμπρόσθια σελίδα του 16ου φύλλου της εκκαλουμένης).

Ωστόσο, στη συνέχεια, υπολαμβάνοντας το απαραδέκτως προβληθέν από τον αντίδικο δια του δικογράφου της Προσθήκης - Αντίκρουσής του στις προτάσεις του, του πρώτου βαθμού, επικουρικό αίτημα περί κρίσης του ως προακτέου στο μ.κ. 7 από μεταγενέστερη της, με την αγωγή του, αιτηθείσης ημερομηνίας, ήτοι από 25/6/… (ημερομηνία δημοσίευσης του με αριθμό …/25-6-… πρακτικού του Δευτεροβάθμιου Συμβουλίου Κρίσης, με το οποίο απορρίφθηκε η προσφυγή του για προαγωγή του στο μ.κ. 7 από 10/1/…), άλλως από 21/12/… (ημερομηνία δημοσίευσης του με αριθμό 11/21-12-2015 πρακτικού του Δευτεροβάθμιου Συμβουλίου Κρίσης, με το οποίο απορρίφθηκε η προσφυγή του για προαγωγή του στο μ.κ. 7 από 10/1/…), ως δήθεν παραδεκτό περιορισμό του αγωγικού του αιτήματος, έκανε δεκτό το αίτημα αυτό του ενάγοντος και υποχρέωσε την εκκαλούσα να προάγει τον εφεσίβλητο στο έβδομο μ.κ.

από 25/6/…. Κρίνοντας όμως έτσι, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε και ερμήνευσε τις διατάξεις των άρθρων 223 και 224 του Κ.Πολ.Δ., αφού εσφαλμένα εξέλαβε ότι το επικουρικό αίτημα που υπέβαλε ο εφεσίβλητος με την Προσθήκη του στις πρωτοβάθμιες προτάσεις του (περί κρίσης του ως προακτέου από μεταγενέστερη ημερομηνία από εκείνη που αξίωνε με την αγωγή του) συνιστά "περιορισμό" και μάλιστα παραδεκτό του αγωγικού του αιτήματος, ενώ με ορθή ερμηνεία κι εφαρμογή του νόμου, όφειλε να αποφανθεί ότι συνιστά απαράδεκτη μεταβολή του αγωγικού αιτήματος και ταυτόχρονα της βάσης της αγωγής και να το απορρίψει ως απαράδεκτο, ώστε η αγωγή του αντιδίκου θα απορριπτόταν ως παραγεγραμμενη.

Ο ίδιος μάλιστα ο εφεσίβλητος, με την προσθήκη στις πρωτοβάθμιες προτάσεις του, δεν αναφέρθηκε σε "περιορισμό" του αιτήματός του, αλλά χαρακτήρισε τα συγκεκριμένα αιτήματά του "επικουρικά αιτήματα, για την περίπτωση που κριθεί παραγεγραμμένο το αγωγικό του αίτημα". Ήτοι επιχείρησε ανεπίτρεπτη επέκταση του αγωγικού του αιτήματος κι όχι απλό περιορισμό του.

Επιπλέον, η μεταβολή του αγωγικού αιτήματος συνοδεύτηκε και από ανεπίτρεπτη μεταβολή της ιστορικής βάσης της αγωγής. Και τούτο διότι το αγωγικό αίτημα του εφεσίβλητου για προαγωγή του στο μ.κ. 7 από 26/1/… ερειδόταν στο πραγματικό γεγονός της συμπλήρωσης από αυτόν κατά την ανωτέρω ημερομηνία τριετίας στο προηγούμενο μ.κ. 8, ενώ το "επικουρικό" του αίτημα (κατά το πρωτοβάθμιο δικαστήριο το αγωγικό του αίτημα, όπως αυτό κατά τον ενάγοντα "περιορίστηκε") ερειδόταν σε διαφορετικά πραγματικά περιστατικά, δηλαδή στη μισθολογική προαγωγή του από τις ημερομηνίες απόρριψης των προσφυγών του από το ΔΣΚ.

Και εν προκειμένω έσφαλε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο όφειλε να είχε απορρίψει το εν λόγω αίτημα του εφεσίβλητου ως απαράδεκτο. Περαιτέρω, ακόμη κι αν εθεωρείτο ότι η μετατροπή του αγωγικού αιτήματος εκ μέρους του ενάγοντος αποτελούσε περιορισμό, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε και ερμήνευσε τις διατάξεις των άρθρων 223 και 237 του Κ.Πολ.Δ., αφού απεφάνθη ότι ο "περιορισμός" αυτός παραδεκτώς διενεργήθηκε με το δικόγραφο Προσθήκης - Αντίκρουσης του εφεσίβλητου στις πρωτοβάθμιες προτάσεις του, ενώ κατ' ορθή ερμηνεία κι εφαρμογή του νόμου, όφειλε και πάλι να είχε κρίνει ότι ο εν λόγω "περιορισμός" απαραδέκτως προβλήθηκε σε αυτό το χρονικό σημείο και κατά το αντίστοιχο δικονομικό στάδιο με την Προσθήκη του και περαιτέρω να τον είχε απορρίψει ως απαράδεκτο, με τελική συνέπεια την απόρριψη της αγωγής ως παραγεγραμμένης. ...

Αλλά ακόμη κι αν γινόταν δεκτό, ότι η μετατροπή του αγωγικού αιτήματος εκ μέρους του εφεσίβλητου αποτελούσε δήθεν "περιορισμό", καθώς και ότι ήταν δήθεν παραδεκτός ο περιορισμός αυτός διενεργηθείς δια του δικογράφου της Προσθήκης - Αντίκρουσης, και πάλι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε και ερμήνευσε τις διατάξεις των άρθρων 247, 251, 263, 297, 281, 914 και 937 Α.Κ., 2, 4, 5, 6 και 42 του Κανονισμού Καταστάσεως Προσωπικού της ΔΕΗ (ΚΚΠ/ΔΕΗ) και πλημμελώς εκτίμησε τις αποδείξεις, αφού απεφάνθη ότι, αφού για το τοιουτοτρόπως "περιορισμένο" αίτημα "δεν προβλήθηκε άλλη ένσταση παραγραφής από την εναγομένη" (οπίσθια σελίδα του 16ου φύλλου της εκκαλουμένης, στίχοι 11 -12), θα πρέπει αυτό το "περιορισμένο" αίτημα να γίνει δεκτό, ενώ εάν ερμήνευε ορθά και εφάρμοζε τον νόμο, όφειλε να αποφανθεί ότι η παραδεκτώς υποβληθείσα ένσταση παραγραφής της εκκαλούσας καταλάμβανε και όλες τις μερικότερες αξιώσεις του εφεσίβλητου, οι οποίες είχαν ως γενεσιουργό αιτία τη φερόμενη αδικοπρακτική συμπεριφορά των οργάνων της δικαιοπαρόχου της εκκαλούσας για μισθολογική του προαγωγή στο μ.κ. 7 από τις 26/1/2008, συνεπώς και την αξίωσή του για την ένδικη μισθολογική προαγωγή από μεταγενέστερο χρονικό σημείο και κατά συνέπεια όφειλε να απορρίψει την αγωγή και ως προς αυτό το περιορισμένο αίτημα της, ως παραγεγραμμένη, διότι στη διετή παραγραφή του άρθρου 937 παρ. 1 του Α.Κ., που αρχίζει από τότε που ο παθών έμαθε τη ζημία και τον υπόχρεο σε αποζημίωση, υπόκειται κάθε αξίωση του υπαλλήλου, που παρανόμως δεν προήχθη, είτε αυτή αναφέρεται στην προαγωγή του από ορισμένο χρόνο είτε έχει ως αντικείμενο την καταβολή αποζημιώσεως για την παράνομη ζημία, αφού όλες αυτές οι μερικότερες αξιώσεις έχουν ως γενεσιουργό αιτία την αδικοπραξία του εργοδότη, δηλαδή την παράλειψη του υπαλλήλου από τις προαγωγές.

Εξάλλου, από την ίδια διάταξη του άρθρου 297 παρ. 1 Α.Κ., σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 247 και 251 του Α.Κ., συνάγεται ότι, αν οι επιζήμιες συνέπειες της αδικοπραξίας παράγονται εξακολουθητικά με την πάροδο του χρόνου, η αξίωση για αποκατάστασή τους δεν ξαναγεννιέται κάθε φορά που επέρχονται οι συνέπειες αυτές, αλλά γεννήθηκε μία φορά, όταν άρχισαν να αναδίδονται οι πρώτες από αυτές, οπότε και αρχίζει η παραγραφή της.

Δηλαδή, η πενταετής παραγραφή αρχίζει από την πρώτη παράλειψη για προαγωγή. Έτσι, ο χρόνος της πενταετούς παραγραφής τρέχει και καταλαμβάνει όλες τις μερικότερες ζημίες του παθόντος, δηλαδή εκείνες που έχουν επέλθει ή μέλλουν να επέλθουν, εκτός από εκείνες των οποίων δεν είναι προβλεπτή η επέλευσή τους, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων.

Κατά συνέπεια έσφαλε η εκκαλουμένη, η οποία δέχθηκε την αγωγή ως εν μέρει ουσιαστικά βάσιμη και υποχρέωσε την εκκαλούσα να προάγει τον εφεσίβλητο από 25/06/2010. Όφειλε δε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο να είχε κρίνει απαράδεκτη την επιχειρηθείσα με το δικόγραφο Προσθήκης - Αντίκρουσης του ενάγοντος μετατροπή του αγωγικού αιτήματος και να είχε απορρίψει με την ίδια αιτιολογία το σχετικό, χαρακτηρισθέν από τον ενάγοντα ως επικουρικό, αίτημα και εν συνεχεία να είχε απορρίψει την αγωγή λόγω παραγραφής της αξίωσης του ενάγοντος για προαγωγή του στο επόμενο μισθολογικό κλιμάκιο από 26/01/…." Από τα ανωτέρω εκτεθέντα προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έχει τρεις αιτιολογίες (κύρια και δύο επικουρικές), καθεμία από τις οποίες στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της.

Ειδικότερα: Α) Η κύρια αιτιολογία της συνίσταται στο ότι ο ενάγων απαραδέκτως, με την προσθήκη στις πρωτόδικες προτάσεις του μετά τη συζήτηση της ένδικης αγωγής, "προέβαλε για πρώτη φορά και για την περίπτωση που το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεχόταν ως βάσιμη τη σχετική ένσταση της εναγομένης - εκκαλούσας και έκρινε ότι είχε υποκύψει σε παραγραφή η αξίωσή του να κριθεί προακτέος στο επόμενο μισθολογικό κλιμάκιο από 26/01/…, το επικουρικό αίτημα να κριθεί προακτέος στο μισθολογικό κλιμάκιο αυτό από τον χρόνο κοινοποίησης στον ίδιο καθεμιάς από τις δύο μεταγενεστέρως εκδοθείσες αποφάσεις του Δευτεροβάθμιου Συμβουλίου Προαγωγικών Κρίσεων της ΔΕΗ Α.Ε., με τις οποίες κρίθηκε στάσιμος στον ίδιο βαθμό, δηλαδή από τον χρόνο κοινοποίησης στον ίδιο της πρώτης άλλως από τον χρόνο κοινοποίησης σε αυτόν της δεύτερης από τις δύο αυτές αποφάσεις".

Β) Η πρώτη επικουρική αιτιολογία συνίσταται στο ότι "ακόμη κι αν εθεωρείτο ότι η μετατροπή του αγωγικού αιτήματος εκ μέρους του ενάγοντος αποτελούσε περιορισμό, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε και ερμήνευσε τις διατάξεις των άρθρων 223 και 237 του Κ.Πολ.Δ., αφού απεφάνθη ότι ο "περιορισμός" αυτός παραδεκτώς διενεργήθηκε με το δικόγραφο Προσθήκης - Αντίκρουσης του εφεσίβλητου στις πρωτοβάθμιες προτάσεις του, ενώ κατ' ορθή ερμηνεία κι εφαρμογή του νόμου, όφειλε και πάλι να είχε κρίνει ότι ο εν λόγω "περιορισμός" απαραδέκτως προβλήθηκε σε αυτό το χρονικό σημείο και κατά το αντίστοιχο δικονομικό στάδιο με την Προσθήκη του και περαιτέρω να τον είχε απορρίψει ως απαράδεκτο, με τελική συνέπεια την απόρριψη της αγωγής ως παραγεγραμμένης.

Γ) Η δεύτερη επικουρική αιτιολογία συνίσταται στο ότι "ακόμη κι αν γινόταν δεκτό, ότι η μετατροπή του αγωγικού αιτήματος εκ μέρους του εφεσίβλητου αποτελούσε δήθεν "περιορισμό", καθώς και ότι ήταν δήθεν παραδεκτός ο περιορισμός αυτός διενεργηθείς δια του δικογράφου της Προσθήκης - Αντίκρουσης, και πάλι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε και ερμήνευσε τις διατάξεις των άρθρων 247, 251, 263, 297, 281, 914 και 937 Α.Κ., 2, 4, 5, 6 και 42 του Κανονισμού Καταστάσεως Προσωπικού της ΔΕΗ (ΚΚΠ/ΔΕΗ) και πλημμελώς εκτίμησε τις αποδείξεις, αφού απεφάνθη ότι, αφού για το τοιουτοτρόπως "περιορισμένο" αίτημα "δεν προβλήθηκε άλλη ένσταση παραγραφής από την εναγομένη", θα πρέπει αυτό το "περιορισμένο" αίτημα να γίνει δεκτό, ενώ εάν ερμήνευε ορθά και εφάρμοζε τo νόμο, όφειλε να αποφανθεί ότι η παραδεκτώς υποβληθείσα ένσταση παραγραφής της εκκαλούσας καταλάμβανε και όλες τις μερικότερες αξιώσεις του εφεσίβλητου, οι οποίες είχαν ως γενεσιουργό αιτία τη φερόμενη αδικοπρακτική συμπεριφορά των οργάνων της δικαιοπαρόχου της εκκαλούσας για μισθολογική του προαγωγή στο μ.κ. 7 από τις 26/1/…, συνεπώς και την αξίωσή του για την ένδικη μισθολογική προαγωγή από μεταγενέστερο χρονικό σημείο και κατά συνέπεια όφειλε να απορρίψει την αγωγή και ως προς αυτό το περιορισμένο αίτημα της, ως παραγεγραμμένη, διότι στη διετή παραγραφή του άρθρου 937 παρ. 1 του Α.Κ., που αρχίζει από τότε που ο παθών έμαθε τη ζημία και τον υπόχρεο σε αποζημίωση, υπόκειται κάθε αξίωση του υπαλλήλου, που παρανόμως δεν προήχθη, είτε αυτή αναφέρεται στην προαγωγή του από ορισμένο χρόνο είτε έχει ως αντικείμενο την καταβολή αποζημιώσεως για την παράνομη ζημία, αφού όλες αυτές οι μερικότερες αξιώσεις έχουν ως γενεσιουργό αιτία την αδικοπραξία του εργοδότη, δηλαδή την παράλειψη του υπαλλήλου από τις προαγωγές." Όπως προελέχθη, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, εκ του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλήττεται η απόφαση του Εφετείου ως προς την κύρια και την πρώτη επικουρική αιτιολογία της, ενώ με τον δεύτερο λόγο, εκ του αριθμού 1 του ίδιου άρθρου, πλήττεται αυτή ως προς τη δεύτερη επικουρική αιτιολογία της.

Όσον αφορά την κύρια αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης (ανωτέρω υπό στοιχ. Α'), το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, κατ' ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 223 και 224 ΚΠολΔ, έκρινε ότι ο εφεσίβλητος - ενάγων απαραδέκτως, με την προσθήκη στις πρωτόδικες προτάσεις του μετά τη συζήτηση της ένδικης αγωγής, υπέβαλε το προαναφερόμενο επικουρικό αίτημα.

Συνεπώς, ο τρίτος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος ως προς το πρώτο σκέλος του, που βάλλει κατά της κύριας αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης, η οποία (αιτιολογία) στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό αυτής. Κατόπιν τούτου, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη μείζονα πρόταση, είναι αλυσιτελείς τόσο ο τρίτος λόγος αναίρεσης ως προς το δεύτερο σκέλος του, όσο και ο δεύτερος λόγος, που βάλλουν κατά της πρώτης και της δεύτερης, αντίστοιχα, επικουρικής αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης, εφόσον η κύρια αιτιολογία αυτής δεν πλήττεται επιτυχώς με τον σχετικό λόγο αναίρεσης.

Κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα να μη μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 1/1999, 26/2004, ΑΠ 64/2022, ΑΠ 19/2022, ΑΠ 2267/2013).

Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και τον νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. (ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 64/2022, ΑΠ 19/2022, ΑΠ 2053/2014).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, επειδή στο σκεπτικό της διέλαβε αντιφατικές αιτιολογίες, οι οποίες συνίστανται στο ότι σε ορισμένα σημεία αυτής αναφέρεται η προθεσμία του άρθρου 937 ΑΚ ως διετής και σε άλλα ως πενταετής.

Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον η επικαλούμενη αντίφαση δεν αφορά σε πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της προσβαλλόμενης απόφασης για το κρίσιμο ζήτημα της παραγραφής της ένδικης αξίωσης του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, αλλά σε γραφικό λάθος της απόφασης από προφανή παραδρομή, η διόρθωση του οποίου μπορεί να επιτευχθεί κατά τη διαδικασία των άρθρων 315 επ.

του ΚΠολΔ και η οποία (παραδρομή) ουδόλως επηρεάζει το αποδεικτικό πόρισμα της προσβαλλομένης απόφασης, περί πενταετούς παραγραφής της αγωγικής αξίωσης του αναιρεσείοντος με βάση τη ρητή περί αυτού παραδοχή της ότι: "... η παραγραφή που διακόπηκε με την έγερση της αρχικής αγωγής του εφεσιβλήτου θεωρείται σαν να μη διακόπηκε ποτέ, ώστε αφού άρχισε να τρέχει στις 26/1/… (ημερομηνία παράλειψης της εκκαλούσας για προαγωγή του) συμπληρώθηκε ήδη στις 26/1/…".

Κατόπιν αυτού, μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της. Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, η οποία παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, θα επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος (άρθρα 176, 183, 198 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 8-4-2022 (αριθ. έκθ. κατάθεσης 2903/ 289/2022) αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 4182/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Απριλίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Μαΐου 2023.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ