Legislator Case Law & Legislation
816/2018 AI generated

Supreme Court allows appeal against lower court's dismissal of compensation claim due to statute of limitations error.

Case Number 816/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the appellant's appeal against the First Instance Court's dismissal of a compensation claim based on a statute of limitations defense. The appellant argued that the limitation period was interrupted by a prior court decision fixing the compensation value, which the lower court incorrectly applied. The Court found the lower court erred in law by failing to recognize this interruption, thereby invalidating the statute of limitations defense and remanding the case for further proceedings.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1) and 10 §§ 1-2 of Law 1882/2001; A statute of limitations is interrupted by a judicial decision fixing the compensation value, preventing the expiration of the limitation period for the subsequent claim.

Keywords

AI generated
statute of limitations interruption of limitation compensation claim property expropriation Supreme Court appeal legal error remittal to court

Cited Legislation

AI generated
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 10 §§ 1 and 2 of Law 1882/2001
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Article 495(4) of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 816 / 2018 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 816/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Λέκκα), Αθανάσιο Καγκάνη - Εισηγητή, Αλτάνα Κοκκοβού, Ιωάννη Μπαλιτσάρη και Αγγελική Τζαβάρα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 26 Φεβρουαρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ν. Γ. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ροδούλα Μιχαηλίδου με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Θεοδώρα Καραχάλιου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17/12/2009 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος και προσώπου που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7421/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1939/2015 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 23/2/2017 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τη διάταξη του άρθ. 559 αρ 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, λόγος αναιρέσεως για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμόστηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία του κανόνα δικαίου, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ’ αυτόν των περιστατικών της ατομικής περιπτώσεως (Ολ.

ΑΠ 10/2011, ΑΠ 191/2013, ΑΠ 486, 568/2013). Προς εξεύρεση της παραβιάσεως ελέγχεται ο δικανικός συλλογισμός που διατυπώνεται, έστω και ατελώς, και συγκροτείται από τη μείζονα πρόταση (νομική διάταξη), την ελάσσονα πρόταση (πραγματικές παραδοχές) και το συμπέρασμα. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών "περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε άτι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στη διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται. (ΑΠ 609/2013, ΑΠ 495/2013, ΑΠ 1060/2014).

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1 ν.653/1997, 33 παρ.1, 37 ν. 2971/2001 και 10 παρ.1 ν.2882/2001 προκύπτει ότι, η αγωγή του παροδίου ιδιοκτήτη αφενός για την αναγνώριση της μη συνδρομής του, από την πρώτη απ’ αυτές (διατάξεις) προβλεπομένου, τεκμηρίου ωφελείας και αφετέρου για την καταβολή της ανάλογης αποζημίωσης, στηρίζεται σε αυτοτελή νομική βάση και ειδικότερα στις διατάξεις των άρθρων 17 του Συντάγματος και 1 του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και δικάζεται κατά την τακτική διαδικασία από το καθύλην πολιτικό δικαστήριο, της ασκούμενης μ’ αυτήν αξιώσεως υποκείμενης όχι στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 90 παρ.1 ν.2362/95 αλλά στην οριζομένη από τη διάταξη του άρθρου, 10 παρ.1 ν.1882/2001, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 126 παρ.4 ν.4070/2012 και ισχύει, σύμφωνα με το αρθρ.146 παρ.7 ν.4070/2012 και για τις συντελεσμένες κατά την έναρξη ισχύος αυτού απαλλοτριώσεις, όπως η ένδικη, δεκαετή (παραγραφή), η οποία αρχίζει από την κατάληψη του απαλλοτριωθέντος ή από την συντέλεση της απαλλοτριώσεως (ΑΠ 198/2017, ΑΠ 197/2012, ΑΠ 631/2017, ΑΠ 792/2010) και διακόπτεται, κατά τη ρητή πρόβλεψη της παρ.2 του ως άνω άρθρου 10 ν.2882/2001, με την ενέργεια πράξεων του δικαιούχου της αποζημίωσης που αποβλέπουν είτε σε δικαστική ή διοικητική αναγνώριση είτε στην είσπραξη μέρους ή του συνόλου της αποζημίωσης είτε, τέλος στον οριστικό προσδιορισμό αυτής.

Με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως προβάλλεται από τον αναιρεσείοντα η, από το άρθρο 59 αρ. 1 ΚΠολΔ, αιτίαση με την επίκληση ότι, κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεως του άρθρου 10 ν. 2882/2001 όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 4 του άρθρου 126 ν. 4070/2012, η προσβαλλομένη απόφαση έκανε δεκτή ως και ουσιαστικά βάσιμη την προς απόκρουση της ενδίκου αγωγικής αξιώσεως αυτού (περί ανατροπής του τεκμηρίου ωφελείας και επιδικάσεως της αναλογούσης λόγω απαλλοτριώσεως, αποζημιώσεως) προβληθείσα από τον αναιρεσίβλητο ένσταση παραγραφής δεχθείσα, εσφαλμένως (κατά την προβαλλομένη αιτίαση), την πάροδο δεκαετίας από τη συντέλεση της απαλλοτριώσεως μέχρι την άσκηση της ενδίκου αγωγής παρόλο που τα, ως αποδειχθέντα, γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά απέκλειαν την κρίση αυτή επιβάλλοντα την απόρριψη της ενστάσεως παραγραφής.

Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή (άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ) επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι, αυτή, μετ’ εκτίμηση των εκατέρωθεν προσκομισθεισών αποδείξεων, δέχθηκε, αναφορικά με το κρίσιμο για την έκβαση της δίκης ως άνω ζήτημα, τ’ ακόλουθα: "Περαιτέρω, το εφεσίβλητο - εναγόμενο (αναιρεσίβλητο) Ελληνικό Δημόσιο, ισχυρίσθηκε ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ότι η αξίωση του ενάγοντος (αναιρεσείοντος) έχει υποκύψει στην προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρου 10 του Ν.Δ/τος 797/1971 και ήδη άρθρο 10 του Ν. 2882/2001 δεκαετή παραγραφή από την συντέλεση της απαλλοτρίωσης με την παρακατάθεση της αποζημίωσης που προσδιορίσθηκε προσωρινά για τη δημοσίευση της σχετικής ειδοποίησης στο ΦΕΚ την 18-2-1998 και την κατάληψη του ακινήτου που είχε προηγηθεί, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα.

Την εν λόγω δε ένσταση, την οποία μετά την απόρριψη της αγωγής ως αβάσιμης κατ’ ουσία δεν ερεύνησε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, επαναφέρει νόμιμα το εναγόμενο με τις προτάσεις ως εφεσίβλητο στο παρόν δευτεροβάθμιο δικαστήριο (βλσχ ΑΠ 12/2009 "ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ", ΕφΑθ 435/2009 ΕφΑΔ 2009.456, ΕφΑθ 3471/2009 ΑΡΜ 2009.1543, ΕφΑθ 3746/2001 ΔΕΕ 2001.853) και η οποία πρέπει να ερευνηθεί, ενόψει του ότι κατά τα προεκτεθέντα κρίθηκε ότι το ακίνητο των εναγόντων δεν ωφελήθηκε από την απαλλοτρίωση.

Η ένσταση αυτή είναι νόμιμη καθόσον η ένδικη αξίωση των εναγόντων, είναι αξίωση καταβολής αποζημιώσεως από απαλλοτρίωση, κατόπιν ανατροπής του τεκμηρίου ωφελείας η οποία, μετά τη συντέλεση της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης, παραγράφεται μετά δεκαετία από την κατάληψη του ακινήτου που απαλλοτριώθηκε (ΑΠ 197/2012 ΝοΒ 2012. 1488, ΑΠ 733/2012 "ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ") και πρέπει να ερευνηθεί κατ’ ουσία.

Από τα ίδια αποδεικτικά μέσα, αποδεικνύεται ότι το Ελληνικό Δημόσιο (εναγόμενο), υπέρ του οποίου και με δαπάνες αυτού και των παρόδιων ιδιοκτητών απαλλοτριώθηκε αναγκαστικά για λόγους δημοσίας ωφελείας και το ως άνω ακίνητο των εναγόντων, παρακατάθεσε το σύνολο της προσωρινής αποζημίωσης, που καθορίστηκε με την 22559/1997 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων με το υπ’ αριθμ. ...-12-1997 γραμμάτιο παρακατάθεσης (Γραφείο Παρακαταθηκών και Δανείων Θεσσαλονίκης) και η οικεία ανακοίνωση της παρακατάθεσης αυτής δημοσιεύτηκε στο ΦΕΚ Δ’ 88/18-2-1998.

Με τον τρόπο αυτό συντελέστηκε έκτοτε (18.2.1998) η εν λόγω κατεπείγουσα απαλλοτρίωση (άρθρο 7 παρ.1 ν.δ. 797/1971), δηλαδή προ της ισχύος, από 19.1.2002, του ν. 2971/2001). Ακολούθως ασκήθηκε από τους νυν ενάγοντες σχετική αίτηση για τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδος αποζημιώσεως, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 2611/17-10-2000 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Η ασκηθείσα αυτή αίτηση και η επ’ αυτής εκδοθείσα απόφαση διέκοψαν την δεκαετή παραγραφή, κατά την βάσιμη αντένσταση του πρώτου εκκαλούντος - ενάγοντος, νέα δε παραγραφή αυτής αρχίζει από την δημοσίευση της ως άνω απόφασης, ήτοι την 17-10-2000 και όχι από το τέλος του έτους, που εσφαλμένα υπολαμβάνει ο πρώτος εκκαλών.

‘ Εκτοτε και μέχρι την άσκηση της υπό κρίση αγωγής με επίδοση στον Υπουργό Οικονομικών (βλ. την υπ’ αριθμ. .../24-12-2009 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Ι. Κ.) την 24-12-2009, συμπληρώθηκε δεκαετία, όπως βάσιμα ισχυρίζεται το εφεσίβλητο.

Συνεπώς, η ένδικη αξίωση για την είσπραξη της αποζημίωσης που οφείλεται μετά την ανατροπή του τεκμηρίου ωφέλειας, υπέκυψε στην ως άνω δεκαετή παραγραφή και ως εκ τούτου κατά παραδοχή της ένστασης αυτής και ως κατ’ ουσία βάσιμης, πρέπει να απορριφθεί η σωρευόμενη καταψηφιστική αγωγή για καταβολή της αντίστοιχης αποζημιώσεως που καθορίστηκε οριστικά για το τμήμα της ιδιοκτησίας των εναγόντων που θεωρήθηκε ως αυταποζημιούμενο ως παραγεγγραμμένη...".

‘ Ετσι που έκρινε το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του υπέπεσε στην αποδιδομένη με τον παραπάνω, από το άρθρο 59 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναιρετικό λόγο πλημμέλεια, της εσφαλμένης δηλαδή ερμηνείας και εφαρμογής της, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεως του άρθρου 10 §§ 1 και 2 ν. 1882/2001, υπό την έννοια της μη ορθής υπαγωγής των ανελέγκτως γενομένων δεκτών ως αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών στο πραγματικό (μείζονα σκέψη) της ως άνω διατάξεως καθόσον, αν και δέχεται, ορθώς ότι η αρξαμένη κατά τον χρόνο συντελέσεως της ενδίκου απαλλοτριώσεως (18-2-1998) δεκαετής παραγραφή της κρινομένης αγωγικής αξιώσεως προς είσπραξη της οφειλομένης αποζημιώσεως, διακόπηκε την 17-10-2000, με τη δημοσίευση της 2611/17-10-2000 αποφάσεως του Εφετείου Θεσ/νίκης με την οποία καθορίστηκε η οριστική τιμή μονάδος (αποζημιώσεως) της ενδίκου απαλλοτριώσεως και άρχισε να τρέχει εκ νέου από την 18.10.2000 και β) ότι η ένδικη αγωγή ασκήθηκε την 24-11-2009, κρίνει ακολούθως εσφαλμένως, προφανώς λόγω μη ορθής υπαγωγής των ως αποδειχθέντων γενομένων ως άνω δεκτών πραγματικών περιστατικών στην εφαρμοσθείσα ως άνω διάταξη του άρθρου 10 § 1 ν. 1882/2001, ότι "έκτοτε (δηλαδή από 18.10.2000) και μέχρι την άσκηση της υπό κρίση αγωγής, την 24-12-2009, συμπληρώθηκε δεκαετία και συνεπώς η ένδικη αξίωση προς είσπραξη της αποζημιώσεως που οφείλεται μετά την ανατροφή του τεκμηρίου ωφελείας, υπέκυψε στην ως άνω δεκαετή παραγραφή ..." με αποτέλεσμα να ευρίσκει έρεισμα εφαρμογής η προβαλλομένη αιτίαση.

Κατ’ ακολουθίαν αυτών πρέπει να γίνει δεκτός ως και ουσιαστικά βάσιμος ο παραπάνω, από το άρθρ. 559 αρ. 1 ΚΠολΔ λόγος, η αναιρετική εμβέλεια του οποίου καθιστά αλυσιτελή την έρευνα των λοιπών προβαλλομένων λόγων, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση κατά το αναφερόμενο στην ένσταση παραγραφής κεφάλαιο και να παραπεμφθεί προς εκδίκαση η υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή (άρθρ. 580§3 ΚΠολΔ) διατασσομένης της επιστροφής του παραβόλου στον αναιρεσείοντα (άρθρο 495§4 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του ηττηθέντος αναιρεσιβλήτου (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ), μη εφαρμοζομένης της διατάξεως του άρθρου 22 ν. 3693/1957 ενόψει του αντικειμένου της κρινόμενης διαφοράς αφορώσης σε επιδίκαση οφειλομένης λόγω απαλλοτριώσεως, αποζημιώσεως (ΑΠ 198/2017, ΑΠ 2120/14, ΑΠ 315/13).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ’ αριθμ. 1939/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσ/νίκης κατά το περί παραγραφής κεφάλαιο αυτής.

Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στον αναιρεσείοντα.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο Μονομελές Εφετείο Θεσ/νίκης, συγκροτούμενο από διαφορετικό από εκείνο που εξέδωσε την αναιρουμένη απόφαση δικαστή.

Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος τα οποία ορίζει σε τρείς χιλιάδες (3000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 17 Απριλίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 2 Μαΐου 2018.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ