Legislator Case Law & Legislation
816/2017 AI generated

Supreme Court partially allowed appeal against excessive damages for mental distress violating proportionality principle.

Case Number 816/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece partially allowed the appellant's appeal against a lower court's decision awarding excessive damages for mental distress. The appellant argued that the awarded amounts violated the principle of proportionality and exceeded judicial discretion. The court agreed that the specific sum was disproportionate and remanded the case for re-evaluation of the damages amount while upholding other aspects of the judgment.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1) and 580(3) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may partially allow an appeal when a lower court's award of damages for mental distress violates the principle of proportionality, remanding the case for re-evaluation of the specific amount.

Keywords

AI generated
appeal admissibility mental distress damages principle of proportionality judicial discretion remittal for retrial civil procedure law excessive compensation

Cited Legislation

AI generated
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Article 932 of the Civil Code
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 189(1) of the Code of Civil Procedure
Article 191(2) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3)(e) of the Code of Civil Procedure
Law 4335/2015
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 816 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 816/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Μαρτίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "..., που εδρεύει στη … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Καραγκούνη, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 16-3-2017 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται.

Της αναιρεσίβλητης: Α. Γ. του Ι., χας Ν. Σ., κατοίκου ..., για τον εαυτό της ατομικά και ως ασκούσας τη γονική μέριμνα και επιμέλεια των ανήλικων τέκνων της α. Ι. - Φ. Σ., β. Η. - Π. Σ. και γ. Ν. - Ά. Σ., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Φώτιο Σπυρόπουλο, που με τις από 21-2-2017 προτάσεις του δήλωσε, ότι το αναφερόμενο ως αβάπτιστο στο αναιρετήριο υπό στοιχ. γ τέκνο της αναιρεσίβλητης, έχει ήδη βαπτιστεί.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-7-2013 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3187/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 661/2016, όπως αυτή διορθώθηκε με την 1261/2016, του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 12-6-2016 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δικ. αναίρεση χωρεί αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ανεπάρκεια αιτιολογιών, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, υπάρχει όταν δεν προκύπτουν από την απόφαση σαφώς και επαρκώς τα περιστατικά που είναι κατά νόμο αναγκαία για την στοιχειοθέτηση στην συγκεκριμένη περίπτωση της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή όταν η απόφαση έχει ελλείψεις, όσον αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων περιστατικών που έγιναν δεκτά.

Αντιφατικότητα δε αιτιολογιών υπάρχει όταν εξ αιτίας της δεν προκύπτει ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν σωστά εφάρμοσε το Νόμο. Αντίθετα, δεν ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, κατά την διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις της αποφάσεως ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση και στάθμισή τους και στην αιτιολόγηση του εξαγομένου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατά την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ., εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος (ΑΠ 1416/2012, ΑΠ 1208/2011).

Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση ή την κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και η επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ούτε η εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή διατυπώνεται σαφώς (Ολ.ΑΠ 24/1992, Ολ.ΑΠ 1/1999, ΑΠ 9/2013).

Το πόρισμα, δηλ. το συμπέρασμα που προκύπτει από τις αποδείξεις είναι σαφές όταν αναφέρεται στην απόφαση χωρίς ενδοιασμούς (με βεβαιότητα) ότι αποδείχθηκε συγκεκριμένο γεγονός και δεν χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο εκφράσεις που κλονίζουν το πόρισμα, ως προϊόν πλήρους δικανικής πεποιθήσεως (ΑΠ 681/2014).

Δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές μεν, αλλά πλήρεις αιτιολογίες, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 151/2014, ΑΠ 1942/2013, ΑΠ 2075/2007). Τέλος, από την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.

προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υποθέσεως που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 271/2013).

Εξ άλλου, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 297, 298, 330 και 914 του Α.Κ. συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.

Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή την δικαιοπραξία είτε από την καλή πίστη και την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.

Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά την συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε κυριαρχικώς ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, η παράβαση των οποίων ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.

Αντίθετα η κρίση ότι η πράξη ή η παράλειψη υπήρξε ένας από τους αναγκαίους όρους του αποτελέσματος αφορά πράγματα και δεν ελέγχεται ακυρωτικώς. Επίσης, οι έννοιες της αμέλειας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και επομένως η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς την συνδρομή ή όχι συντρέχοντος πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου ως προς το εάν τα περιστατικά, που το δικαστήριο της ουσίας δέχεται ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν την έννοια του συντρέχοντος πταίσματος.

Αντιθέτως, ο καθορισμός της βαρύτητας του πταίσματος και του ποσοστού, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, αφορά εκτίμηση πραγμάτων, που δεν ελέγχεται ακυρωτικώς. Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 του ΑΚ.

Περαιτέρω από την διάταξη του άρθρου 300 του Α.Κ., η οποία εφαρμόζεται σε κάθε περίπτωση ζημίας και επομένως και σε αυτή από αδικοπραξία των άρθρων 914 επ. του Α.Κ. προκύπτει ότι όταν στην γένεση ή στην επέλευση της ζημίας συντέλεσε και πταίσμα του ζημιωθέντος, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 330 του Α.Κ., το δικαστήριο της ουσίας μπορεί κατά την ελεύθερη κρίση του, αφού σταθμίσει τις περιστάσεις και ιδιαίτερα το βαθμό του πταίσματος του ζημιωθέντος και του ζημιώσαντος, να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό αυτής.

Σε κάθε περίπτωση η παράβαση των διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή υπαιτιότητα στην επέλευση του αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας κρίνεται σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξεως και του επελθόντος αποτελέσματος.

Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για τη συνδρομή ή όχι πταίσματος του ζημιωθέντος είναι κρίση σχετική με νομική έννοια και υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο κατά τις διατάξεις των άρθρων 559 αριθ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δικ. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε τους συναφείς με την υπαιτιότητα λόγους των αντιθέτων εφέσεων των διαδίκων κατά της 3187/2014 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο είχε δεχθεί εν μέρει ως και κατ’ ουσίαν βάσιμη την από 2.7.2013 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, γι’ αυτήν ατομικά και ως ασκούσα την γονική μέριμνα των ανηλίκων τέκνων της, κατά της αναιρεσείουσας, επιδικάζοντας τα διαλαμβανόμενα σ’ αυτή ποσά, ως αποζημίωση και χρηματική τους ικανοποίηση, λόγω ψυχικής οδύνης, για τον θάνατο του συζύγου και πατέρα τους, αντίστοιχα, σε αυτοκινητικό ατύχημα, στο οποίο ενεπλάκησαν ο θανών, οδηγώντας δίκυκλη μοτοσικλέτα και ο Κ.

Ν. (μη διάδικος) οδηγός του ασφαλισμένου στην ήδη αναιρεσείουσα Ι.Χ.Φ. αυτοκινήτου, αφού απέδωσε την πρόκληση του εν λόγω ατυχήματος σε συγκλίνουσα αμέλεια των δύο οδηγών, κατά ποσοστό 80% (του οδηγού του ασφαλισμένου στην αναιρεσείουσα ΙΧΦ αυτοκινήτου) και 20% του θανόντος, επικυρώνοντας έτσι την απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου.

Το Δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.) περί των πραγμάτων κρίση του, ως αποδειχθέντα, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, σχετικά με τις συνθήκες που έλαβε χώρα το ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα: "Στις 19.9.2010 και περί ώρα 10.40, ο Ν.

Σ. οδηγούσε τη με αρ. κυκλ. ... δίκυκλη μοτοσικλέτα, ιδιοκτησίας του, κινούμενος επί της ΕΟ Χαλκίδας - Αιδηψού με κατεύθυνση προς Αιδηψό. Η οδός αυτή είναι διπλής κατεύθυνσης, με μία λωρίδα ανά κατεύθυνση, τα δύο ρεύματα κυκλοφορίας χωρίζονται με διπλή συνεχόμενη γραμμή και υπάρχουν συνεχείς στροφές. Η εν λόγω οδός στο επίδικο σημείο της σύγκρουσης έχει συνολικό πλάτος 7.70 μέτρα ήτοι έκαστο εκ των δύο ρευμάτων κυκλοφορίας έχει πλάτος 3.35 μέτρα.

Στο ύψος του 26ου χλμ της, διασταυρώνεται κάθετα με την επαρχιακή οδό που συνδέει την περιοχή Κυπαρίσσι με την πόλη της Χαλκίδας και υπάρχει πινακίδα ΣΤΟΠ. Ενόσω η μοτοσικλέτα πλησίαζε αυτή τη διασταύρωση, ο Κ. Ν., οδηγώντας το με αρ. κυκλ. ... IX φορτηγό, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για τις ζημίες προς τρίτους στην εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία, εξήλθε από την κάθετη οδό, επιχειρώντας να διασχίσει κάθετα την ΕΟ Χαλκίδας - Αιδηψού και να εισέλθει στο ρεύμα κυκλοφορίας με κατεύθυνση προς Χαλκίδα και απέκλεισε την πορεία του οδηγού της μοτοσικλέτας, με αποτέλεσμα ο τελευταίος να προσκρούσει με το εμπρόσθιο μέρος της, πάνω στο μέσο και προς τα πίσω πλαϊνό αριστερό μέρος του φορτηγού.

Σύμφωνα με την έκθεση ΤΤ Ψαχνών, κατά το χρόνο του ατυχήματος, η κυκλοφορία των οχημάτων ήταν πυκνή και το όριο ταχύτητας για τον οδηγό της μοτοσικλέτας ήταν 90 χλμ/ώρα, ενώ ο τελευταίος φορούσε κράνος. Η υπό τις συνθήκες αυτές επελθούσα σύγκρουση των ανωτέρω οχημάτων οφείλεται στην συντρέχουσα αμέλεια των οδηγών των παραπάνω οχημάτων.

Ειδικότερα, ο οδηγός του φορτηγού Κ. Ν., από απερισκεψία και έλλειψη σύνεσης δεν είχε διαρκώς τεταμένη την προσοχή του αποκλειστικά στην οδήγηση του αυτοκινήτου που οδηγούσε (άρθρ. 12.1 ΚΟΚ) με ταχύτητα περί τα 50 χλμ/ώρα εντός του επιτρεπόμενου ορίου, ούτε ασκούσε τον έλεγχο και την εποπτεία ώστε να μπορεί ανά πάσα στιγμή να εκτελέσει τους απαιτούμενους χειρισμούς (άρθρ. 19.1,2 ΚΟΚ) και δεν έλαβε υπόψη την υπάρχουσα στην πορεία του ρυθμιστική πινακίδα υποχρεωτικής διακοπής της πορείας του (ΣΤΟΠ), ώστε να διακόψει την πορεία του μόλις έφθασε στην διασταύρωση των ανωτέρω οδών και να παραχωρήσει προτεραιότητα στα κινούμενα επί της ΕΟ Χαλκίδας - Αιδηψού οχήματα (άρθρ. 4.3.

και 6.1. εδ. δ’ ). Έτσι από απρονοησία εισήλθε στον κόμβο με αποτέλεσμα να αποφράξει την πορεία της δίκυκλης μοτοσικλέτας του Ν. Σ.. Το γεγονός ότι είδε, έστω και έχοντας εισέλθει εντός της διασταύρωσης και διασχίσει το ένα ρεύμα κυκλοφορίας της κάθετης οδού, τη δίκυκλη μοτοσικλέτα του ανωτέρω να έρχεται, και συνέχισε τη διέλευση της διασταύρωσης πιστεύοντας προφανώς ότι θα προλάβει να διέλθει αυτή επικυρώνει την απρονοησία του και τον κακό υπολογισμό των δυνατοτήτων του να διασχίσει κάθετα το οδόστρωμα, χωρίς να ανακόψει την πορεία του κινούμενου επί του οδοστρώματος οχήματος, συμβάλλοντας στην πρόκληση του ατυχήματος σε ποσοστό 80%.

Εξάλλου, και ο οδηγός της μοτοσικλέτας, Ν. Σ., δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του αποκλειστικά στην οδήγηση της δίκυκλης μοτοσικλέτας που οδηγούσε (άρθρ. 12.1 ΚΟΚ), ούτε ασκούσε τον έλεγχο και την εποπτεία, ώστε να μπορεί ανά πάσα στιγμή να εκτελέσει τους απαιτούμενους χειρισμούς και να μπορεί να ακινητοποιήσει το όχημά του (άρθρ. 19.1,2 ΚΟΚ...

Έτσι όταν αντιλήφθηκε προ τουλάχιστον 20 μέτρων λαμβανομένων υπόψη και των λοιπών περιστάσεων, (οδικός κόμβος, πυκνή κυκλοφορία οχημάτων), ο εν λόγω οδηγός δεν ρύθμισε την ταχύτητα του οχήματός του που ήταν περί τα 90 χλμ/ώρα όπως προκύπτει και από την σφοδρότητα της σύγκρουσης μειώνοντάς της αρκετά κάτω από το επιτρεπόμενο όριο ήτοι περί τα 60 χλμ/ώρα, σύμφωνα με το άρθρο 19 του ΚΟΚ, με αποτέλεσμα να μην τροχοπεδήσει, ούτε να ενεργήσει εφικτό αποφευκτικό ελιγμό (είχε τουλάχιστον ένα μέτρο) προς τα δεξιά του προαναφερθέντος φορτηγού με δεδομένο ότι το ζημιογόνο φορτηγό θα συνέχιζε την πορεία του στο αντίθετο ρεύμα αν ο θανών δεν συγκρουόταν μαζί του, ήτοι στο ρεύμα πορείας του με κατεύθυνση προς Χαλκίδα, συμβάλλοντας στην πρόκληση του ατυχήματος σε ποσοστό 20% απορριπτόμενου ως αβάσιμου του σχετικού πρώτου λόγου έφεσης της ενάγουσας.

Σημειωτέον ότι ο οδηγός της μοτοσικλέτας ως προαναφέρθηκε αντέδρασε κατά τρόπο εσφαλμένο και δεν μπορεί να επικαλείται την αρχή της εμπιστοσύνης για να δικαιολογήσει αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού του ετέρου ως άνω οχήματος. Αποτέλεσμα αυτής της πρόσκρουσης ήταν ο θανάσιμος τραυματισμός του οδηγού της μοτοσικλέτας Ν.

Σ....". Το Εφετείο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του Α.Κ., του ν. ΓΠΝ/1911 και του Ν. 2696/1999, διέλαβε δε στην απόφασή του επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες, ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων και, συνεπώς, η προσβαλλομένη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσεως.

Ειδικότερα το Εφετείο διέλαβε πλήρη αιτιολογία, ως προς την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της αμελούς συμπεριφοράς των οδηγών των συγκρουσθέντων οχημάτων και του επελθόντος επιζημίου αποτελέσματος και την συνυπαιτιότητα αυτών, διαλαμβάνοντας ειδικότερα τα συγκροτούντα την έννοια της αμελείας περιστατικά, που επέδειξε έκαστος τούτων για την πρόκληση του εν λόγω τροχαίου ατυχήματος, σε συνδυασμό με τις παραβάσεις των διατάξεων του Κ.Ο.Κ., οι οποίες βρίσκονται σε αιτιώδη συνάφεια με το επελθόν αποτέλεσμα, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών για να δικαιολογηθεί χωρίς αμφιβολία η συντρέχουσα συνυπαιτιότητα των δύο οδηγών των εμπλακέντων οχημάτων και ο αιτιώδης σύνδεσμος της υπαίτιας αυτής συμπεριφοράς αντίστοιχα με το ζημιογόνο αποτέλεσμα.

Συγκεκριμένα για αμφοτέρους τους οδηγούς διέλαβε ότι οδηγούσαν χωρίς σύνεση και χωρίς να έχουν διαρκώς τεταμένη την προσοχή τους στην οδήγηση, αλλά και χωρίς να ασκούν τον έλεγχο και την εποπτεία των οχημάτων τους, ώστε να μπορούν ανά πάσα στιγμή να εκτελούν τους απαιτουμένους χειρισμούς, ενώ επιπλέον:

α) για τον οδηγό του φορτηγού αυτοκινήτου διέλαβε ότι αυτός, κινούμενος με ταχύτητα 50χ/ω, δεν συμμορφώθηκε με την υπάρχουσα στην πορεία του ρυθμιστική πινακίδα υποχρεωτικής διακοπής της πορείας (STOP) και δεν ακινητοποίησε το όχημά του μόλις έφθασε στην διασταύρωση των ανωτέρω οδών, προκειμένου να ελέγξει την κίνηση των οχημάτων επί της Ε.Ο.

Χαλκίδας - Αιδηψού και να παραχωρήσει προτεραιότητα στην επ’ αυτής κινούμενη δίκυκλη μοτοσυκλέτα, αλλά αντίθετα συνέχισε την πορεία του και εισήλθε στον κόμβο, με αποτέλεσμα το όχημά του να καταλάβει όλο σχεδόν το οδόστρωμα του ρεύματος πορείας της δίκυκλης μοτοσυκλέτας (αφήνοντας ελεύθερο ένα μέτρο τουλάχιστον από το δεξιό άκρο του ρεύματος πορείας της δίκυκλης μοτοσυκλέτας) και να αποφράξει έτσι την πορεία αυτής και β) για τον οδηγό της δίκυκλης μοτοσυκλέτας διέλαβε ότι αυτός κινούμενος στο ρεύμα πορείας του, με ταχύτητα 90 χ/ω, αν και αντελήφθη πριν από 20 τουλάχιστον μέτρα το φορτηγό αυτοκίνητο να έχει εισέλθει στο ρεύμα πορείας του, δεν τροχοπέδησε, ούτε ενήργησε αποφευκτικό ελιγμό προς τα δεξιά, όπου, κατά τα προεκτεθέντα, υπήρχε ελεύθερος χώρος.

Δεν συντρέχει δε η επικαλούμενη από την αναιρεσείουσα πλημμέλεια της παραθέσεως ανεπαρκούς, ασαφούς και αντιφατικής αιτιολογίας στην προσβαλλόμενη απόφαση, επειδή, όπως αυτή (αναιρεσείουσα) διατείνεται: 1) δεν διευκρινίζεται: α) σε ποιο ακριβώς σημείο του οδοστρώματος συγκρούστηκαν τα δύο οχήματα και δη αν αυτό βρισκόταν στο ρεύμα πορείας της δίκυκλης μοτοσυκλέτας ή στο αντίθετο ρεύμα, β) η απόσταση, στην οποία βρισκόταν η δίκυκλη μοτοσυκλέτα, κατά τον χρόνο εισόδου του φορτηγού στην Εθνική Οδό και αν αυτή (δίκυκλη μοτοσυκλέτα) ήταν ορατή ή όχι κατά τον ίδιο χρόνο, γ) το μήκος του φορτηγού, δ) το πλάτος του καταληφθέντος από το φορτηγό οδοστρώματος της Εθνικής Οδού και 2) οι αιτιολογίες της προσβαλλομένης, σχετικώς με την ταχύτητα με την οποία εκινούντο αμφότερα τα οχήματα (50χ/ω για το φορτηγό και 90χ/ω για την μοτοσυκλέτα), είναι αντιφατικές, καθόσον, κατά τους ισχυρισμούς της, "αν ο οδηγός της μοτοσυκλέτας διένυσε την απόσταση των 20 μ. (οπότε, κατά τις παραδοχές της αποφάσεως αντιλήφθηκε το φορτηγό στο ρεύμα πορείας του) με ταχύτητα 90 χ/ω, χρειάσθηκε για τον σκοπό αυτό 0,8 του δευτερολέπτου (20 : 90.000 Χ 3.600 ).

Όμως στο ίδιο χρονικό διάστημα το φορτηγό θα διένυε 11,11 μ. (0,8 : 3.600 Χ 50.000). Αν όμως, το φορτηγό είχε διανύσει 11,11 μ. μέχρι να φθάσει στο σημείο επαφής η μοτοσυκλέτα, τότε θα είχε εγκαταλείψει παντελώς το πλάτους 3,35 μ. ρεύμα κυκλοφορίας της μοτοσυκλέτας και θα είχε ευθυγραμμισθεί στο ρεύμα πορείας προς Χαλκίδα".

Τούτο δε διότι, ανεξαρτήτως της ουσιαστικής αβασιμότητας των υπό στοιχ. 1α’ και 1δ’ αιτιάσεων, εφ’ όσον από την προσβαλλομένη προκύπτει τόσον το σημείο του οδοστρώματος όπου συγκρούστηκαν τα οχήματα, όσο και το πλάτος του καταληφθέντος από το φορτηγό οδοστρώματος, οι επικαλούμενες από την αναιρεσείουσα ως ελλείψεις, ασάφειες και αντιφάσεις, πέραν του ότι δεν συνιστούν τέτοιες, αναφέρονται στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, τον συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, καθώς και στην σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων του, υπό την επίκληση δε της προβαλλόμενης πλημμέλειας της παραβάσεως εκ πλαγίου των άνω ουσιαστικών διατάξεων πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων αναφορικά με το σαφώς εκτιθέμενο πόρισμα και, συνεπώς, απαραδέκτως προβάλλονται.

Περαιτέρω, η αναιρεσείουσα διατείνεται ότι η παραδοχή του Εφετείου ότι "το φορτηγό είχε ήδη διασχίσει το ένα ρεύμα κυκλοφορίας" είναι αντιφατική με όσα δέχθηκε ως αποδειχθέντα και επί των οποίων στήριξε το αποδεικτικό της πόρισμα, καθ’ όσον (κατά την αναιρεσείουσα) από την εν λόγω παραδοχή "προκύπτει (έμμεσα) ότι η σύγκρουση της μοτοσυκλέτας στο φορτηγό έγινε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, στο οποίο η μοτοσυκλέτα δεν επιτρεπόταν να κινείται, με συνέπεια στην περίπτωση αυτή ο οδηγός του φορτηγού, όχι μόνον εδικαιούτο να συνεχίσει την πορεία του, αλλά όφειλε να το κάνει, αφήνοντας ελεύθερο ολόκληρο ή μέρος του προορισμένου για την κίνηση των αντιθέτως κινουμένων".

Η αιτίαση αυτή κρίνεται αβάσιμη και απορριπτέα, καθ’ όσον, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, η διατύπωση της ως άνω φράσεως δεν κλονίζει το σχετικό αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το Εφετείο με βεβαιότητα, ως προϊόν πλήρους δικανικής πεποιθήσεως, επί του οποίου θεμελιώνεται η αμέλεια του οδηγού του φορτηγού αυτοκινήτου, αφού επιπλέον, εκτός της προαναφερόμενης αναφοράς περί αφέσεως ελεύθερου χώρου ενός τουλάχιστον μέτρου στο δεξιό άκρο του ρεύματος πορείας της δίκυκλης μοτοσυκλέτας, από την οποία συνάγεται ότι το φορτηγό, κατά την στιγμή της συγκρούσεως, εξακολουθούσε να βρίσκεται επί του ρεύματος πορείας της μοτοσυκλέτας, καταλαμβάνοντας το μεγαλύτερο μέρος του, το Εφετείο αιτιολογεί περαιτέρω την ως άνω κρίση του διαλαμβάνοντας ρητώς στην προσβαλλομένη απόφασή του και ότι "...συνέχισε (ο οδηγός του φορτηγού) την διέλευση της διασταυρώσεως πιστεύοντας προφανώς ότι θα προλάβει να διέλθει αυτήν...", παραδοχή στην οποία δεν θα κατέληγε αν, όπως ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα, είχε δεχθεί ότι κατά την στιγμή της συγκρούσεως το φορτηγό αυτοκίνητο είχε διασχίσει το προς Αιδηψό ρεύμα κυκλοφορίας της κάθετης οδού, όπου εκινείτο η δίκυκλη μοτοσυκλέτα.

Επομένως, το Εφετείο, δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δικ. προβλεπόμενη πλημμέλεια, η οποία αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, ο οποίος, συνακολούθως, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος και αβάσιμος, κατά τις διακρίσεις που προαναφέρθηκαν.

Kατά την διάταξη του άρθρου 932 εδ. α’ και β’ του Α.Κ. "Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη, κατά την κρίση του, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του.

Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος, λόγω ψυχικής οδύνης". Κατά την έννοια του άρθρου αυτού, το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι συνεπεία αδικοπραξίας προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, καθορίζει στη συνέχεια το ύψος της οφειλόμενης γι’ αυτήν χρηματικής ικανοποιήσεως, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη ως κριτήρια, το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τελέσεως της αδικοπραξίας, την βαρύτητα του πταίσματος του υπόχρεου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών.

Ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποιήσεως αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου, η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται, κατ’ αρχήν, σε αναιρετικό έλεγχο, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ.), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να κριθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, για έλλειψη νόμιμης βάσεως.

Επιβάλλεται, όμως, σε κάθε περίπτωση, να τηρείται, κατά τον καθορισμό του ποσού που επιδικάζεται, η αρχή της αναλογικότητας, ως γενική νομική αρχή και μάλιστα αυξημένης τυπικής ισχύος, υπό την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, πράγμα που, αν συμβαίνει, ελέγχεται ως παραβίαση της πιο πάνω γενικής νομικής αρχής, ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δικ.(ΑΠ Ολομ. 9/2015).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, όπως αυτή διορθώθηκε με την 1261/2016 απόφασή του, σχετικώς με το κεφάλαιο της επιδικάσεως χρηματικής ικανοποιήσεως, λόγω ψυχικής οδύνης, στην αναιρεσίβλητη γι’ αυτήν ατομικά και για λογαριασμό των ανηλίκων τέκνων της, των οποίων ασκεί την γονική μέριμνα, από τον θανάσιμο τραυματισμό του Ν.

Σ., συζύγου και πατέρα τους, αντίστοιχα, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ’ άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ., επισκόπησή τους, δέχθηκε τα εξής: "Ο θανών, ηλικίας 25 ετών κατά το χρόνο του ατυχήματος, ήταν σύζυγος της ενάγουσας και πατέρας των τριών ανήλικων τέκνων αυτής. Ήταν συνδεδεμένος με σχέσεις στοργής και αγάπης με όλους τους ενάγοντες, οι οποίοι συνδέονταν με μεγάλη αγάπη και στενό ψυχικό σύνδεσμο μαζί του, οι δε σχέσεις τους ήταν αρμονικές και αδιατάρακτες.

Ο αδόκητος θάνατός του προκάλεσε μη περιουσιακή ζημία στα έννομα αγαθά των παραπάνω εναγόντων, οι οποίοι περιλαμβάνονται στην οικογένειά του κατά την έννοια του άρθρου 932 ΑΚ. Οι ανωτέρω υπέστησαν ψυχική οδύνη συνεπεία του θανάτου του προσφιλούς τους προσώπου, κάτω από τις συνθήκες που προαναφέρθηκαν, ο οποίος συγκλόνισε τον ψυχικό τους κόσμο και δημιούργησε σε αυτούς έντονα συναισθήματα λύπης, απογοήτευσης και απαισιοδοξίας που είναι δύσκολο να εξαλειφθούν ολοσχερώς στο μέλλον.

Ειδικότερα είναι βέβαιο ότι το μικρότερο τέκνο του είναι καταδικασμένο να μεγαλώσει δίχως να γνωρίσει ποτέ τον πατέρα του, δίχως να έχει από αυτόν την παραμικρή ανάμνηση, να νιώσει ποτέ την αγάπη του, τη στοργή και το χάδι του. Είναι γνωστές άλλωστε οι συνέπειες που θα έχει στην ψυχοσυναισθηματική του ανάπτυξη ο θάνατος του πατέρα του αφού μεγαλώνοντας θα προσλαμβάνει τις επιδράσεις του εξωτερικού κόσμου και θα αισθάνεται ως ορφανό τον ψυχικό πόνο από την εφ’ όρου ζωής απουσία του.

Αδιαμφισβήτητα, ο πόνος αυτός θα είναι ιδιαίτερα μεγάλος για το μικρότερο τέκνο της οικογένειας της ενάγουσας το οποίο, καθώς θα μεγαλώνει, θα αναζητά διαρκώς την πατρική φιγούρα που θα αποτελούσε γι’ αυτόν το "ανδρικό πρότυπο" και θα του εξασφάλιζε μία ομαλή συναισθηματική και ψυχική ισορροπία και εξέλιξη.

Το Δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη τις συνθήκες κάτω από τις οποίες επισυνέβη το ένδικο ατύχημα, το βαθμό υπαιτιότητας του οδηγού του ζημιογόνου οχήματος στην πρόκλησή του, το ποσοστό πταίσματος του θανόντος, την ηλικία του θανόντος (25 ετών), την ένταση και τη διάρκεια του ψυχικού άλγους των εναγόντων, τη συγγενική τους σχέση, το βαθμό της συναισθηματικής τους σύνδεσης, τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των εναγόντων και γενικά όλα τα κατά νόμο απαιτούμενα στοιχεία καθώς και ότι σκοπός της χρηματικής ικανοποίησης είναι η ηθική παρηγοριά και ψυχική ανακούφιση των παθόντων, προκειμένου να επέλθει κάποια εξισορρόπηση στη δυσμενή κατάσταση που δημιουργήθηκε στους ενάγοντες, κρίνει ότι η εύλογη χρηματική ικανοποίησή τους λόγω ψυχικής τους οδύνης, ανέρχεται στο ποσό των 80.000 ευρώ για τη σύζυγο και το αβάπτιστο άρρεν τέκνο, στον καθένα, εξαιτίας της επιπλέον ταλαιπωρίας που υπέστη κατά τον τοκετό, αλλά και τη μετέπειτα νοσηλεία του στην Α’ Παιδιατρική Κλινική Γ.Ν.

Παίδων "Αγία Σοφία", λόγω του ισχυρού κλονισμού της ψυχικής υγείας της μητέρας του (γεννήθηκε πρόωρα στον 6ο μήνα κύησης)... και στο ποσό των 80.000 ευρώ για την Ι. - Φ. και τον Η. - Π. Σ., στον καθένα...". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο καθόρισε την χρηματική ικανοποίηση, λόγω ψυχικής οδύνης, στο ποσό των 80.000 ευρώ για την αναιρεσίβλητη ατομικά και για καθένα από τα εκπροσωπούμενα από αυτήν ως άνω ανήλικα τέκνα της, δεχόμενο ως και κατ’ ουσίαν βάσιμο, ως προς την αναιρεσίβλητη ατομικά και το αβάπτιστο τότε και ήδη βαπτισθέν (Ν. - Ά.) άρρεν τέκνο της, ως και κατ’ ουσίαν βάσιμο τον σχετικό λόγο εφέσεως της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρίας κατά της πρωτόδικης 3187/2014 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε επιδικάσει για την προεκτεθείσα αιτία το ποσό των 100.000 ευρώ για την αναιρεσίβλητη ατομικά και για το αβάπτιστο τότε άρρεν τέκνο της και το ποσό των 80.000 ευρώ για καθένα από τα επίσης εκπροσωπούμενα από αυτήν έτερα ανήλικα τέκνα της (Ι. -Φ.

και Η. - Π.). Κρίνοντας έτσι, το Εφετείο, δηλαδή με το να καθορίσει την χρηματική ικανοποίηση των παραπάνω αναιρεσιβλήτων, λόγω ψυχικής οδύνης, στο ποσό των 80.000 ευρώ για τον καθένα, υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας και παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, αφού τα εν λόγω ποσά, κατά την κοινή πείρα, την δικαστηριακή πρακτική και την περί δικαίου συνείδηση, υπερτερούν (και μάλιστα καταφανώς) των συνήθως επιδικαζομένων σε παρόμοιες περιπτώσεις.

Κατ’ ακολουθίαν, ο δεύτερος λόγος της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ. προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο επιδικάζοντας στην αναιρεσίβλητη, ατομικά και υπό την προεκτεθείσα ιδιότητά της, τα προαναφερόμενα ποσά ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω ψυχικής οδύνης, παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 932 του Α.Κ., καθώς και την αρχή της αναλογικότητας, κρίνεται βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, παρελκούσης μετά ταύτα της έρευνας του τρίτου αναιρετικού λόγου, που αναφέρεται στο ίδιο κεφάλαιο (χρηματικής ικανοποιήσεως, λόγω ψυχικής οδύνης) και καλύπτεται από την αναιρετική εμβέλεια του ως άνω λόγου που έγινε δεκτός.

Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, η ένδικη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να γίνει δεκτή εν μέρει, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, κατά το κεφάλαιο αυτής στο οποίο αναφέρεται ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, όσον αφορά στο ύψος της επιδικασθείσας χρηματικής ικανοποιήσεως, λόγω ψυχικής οδύνης, να παραπεμφθεί δε αντιστοίχως η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση και το οποίο θα συγκροτηθεί από δικαστή άλλον, εκείνου που δίκασε προηγουμένως, προκειμένου να ερευνηθεί ως προς το προεκτεθέν κεφάλαιο, εκ νέου (άρθρο 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δικ.).

Η αναιρεσίβλητη, γι’ αυτήν ατομικά και υπό την προεκτεθείσα ιδιότητά της, ως ηττωμένη διάδικος, πρέπει να καταδικαστεί στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.), η οποία κατέθεσε προτάσεις, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στην αναιρεσείουσα του καταβληθέντος εκ μέρους της παραβόλου, ενόψει της μερικής νίκης της (άρθρο 495 παρ. 3 εδ. ε’ του Κ.Πολ.Δικ., όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ’ άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα από 1.1.2016 ένδικα μέσα).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 661/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, όπως αυτή διορθώθηκε με την 1261/2016 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της.

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το ως άνω αναιρούμενο μέρος της, για περαιτέρω εκδίκασή της στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλο Δικαστή, εκτός εκείνου που δίκασε προηγουμένως.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη, ατομικά και υπό την εκτεθείσα στο σκεπτικό ιδιότητά της, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ. Και Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στην καταθέσασα τούτο αναιρεσείουσα.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Μαΐου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Μαΐου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ