Supreme Court dismisses appeal on fraud grounds, upholding lower court's finding of no deception due to accounting records.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the Larissa Court of Appeal's decision rejecting the fraud claim. The lower court found the defendant did not commit fraud because he relied on a joint ledger rather than specific transaction details, and the appellant failed to prove he was misled. The court ruled the appeal inadmissible as the lower court's factual assessment was clear, logical, and free from the extraordinary errors listed in the Code of Civil Procedure.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 561 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that a lower court's finding of no fraud based on a defendant's reliance on joint accounting records is not subject to cassation review unless it contains extraordinary errors or lacks legal basis.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 816 / 2013 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 816/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Μιχαήλ Αυγουλέα, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 4 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Κοκκίνη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Α. Κ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε δια των πληρεξουσίων δικηγόρων του Κωνσταντινιάς Καψιώχα και Ιωάννας Λαγουμίδου.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ι. Κ., κατοίκου ..., ατομικά και ως ομορρύθμου μέλους, νομίμου εκπροσώπου και διαχειριστή της δεύτερης αναιρεσίβλητης, 2) Ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "Ι. Κ. και ΣΙΑ Ο.Ε." και διακριτικό τίτλο "ΤΟ ΧΡΥΣΟΡΥΧΕΙΟΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 3) Ε. Κ. του Λ., κατοίκου ..., ως ομορρύθμου μέλους της "Ι. Κ. και ΣΙΑ Ο.Ε." και 4) Δ. Κ. του Λ., κατοίκου ..., ως ομορρύθμου μέλους της εταιρίας "Ι. Κ. και ΣΙΑ Ο.Ε.", οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Αλεξάνδρου Στρίμπερη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-10-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Βόλου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 105/2006 μη οριστική, 233/2009 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 311/2011 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 1-9-2011 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Μιχαήλ Αυγουλέας, ανέγνωσε την από 25-1-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως κατά της 311/2011 αποφάσεως του Εφετείου Λάρισας.
Οι πληρεξούσιοι του αναιρεσείοντος ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη των αντιδίκων του στην δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθ. 311/2011 απόφαση του Εφετείου Λάρισας. Με την απόφαση αυτή απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η έφεση του αναιρεσείοντα, κατά της 233/2009 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βόλου, με την οποία είχε απορριφθεί η επί της αδικοπραξίας ερειδομένη αγωγή του. Η αίτηση έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 559, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ). Επομένως, είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της ( 577 παρ.3 ΚΠολΔ).
2. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση, μετά από εκτίμηση των αποδείξεων, δέχτηκε ανελέγκτως, τα ακόλουθα: " Ο ενάγων είναι έμπορος και διατηρεί στο Βόλο πρακτορείο ΠΡΟ-ΠΟ, μέσω του οποίου διακινεί πάσης φύσεως λαχεία. Ο πρώτος των εναγομένων διατηρεί στην Αθήνα, και συγκεκριμένα στην οδό ...
αριθ. 20, ατομική επιχείρηση πρακτορείου ΠΡΟ-ΠΟ, μέσω του οποίου διακινεί, εκτός των άλλων, και το Ειδικό Κρατικό και Λαϊκό λαχείο. Παράλληλα με την άνω δραστηριότητα του μετέχει ως ομόρρυθμο μέλος μαζί και με τους τρίτο και τέταρτο των εναγομένων, στη δεύτερη των εναγομένων ομόρρυθμη εταιρεία , η οποία διατηρεί στην Αθήνα και στην οδό ...
αριθ. 42, άλλο πρακτορείο, μέσω του οποίου διετίθετο κυρίως το στιγμιαίο κρατικό λαχείο "ΞΥΣΤΟ". Η διαχείριση του εν λόγω λαχείου είχε . ανατεθεί από το Ελληνικό Δημόσιο στην ανώνυμη εταιρεία "ΣΤΙΓΜΙΑΙΟ ΛΑΧΕΙΟ Α.Ε.", κεντρικό πράκτορας της οποίας ήταν η δεύτερη εναγομένη, η οποία είχε αναλάβει έναντι προμήθειας την κυκλοφορία τούτου δια του πρώτου των εναγομένων, ο οποίος ήταν νόμιμος εκπρόσωπος και διαχειριστής της.
Ο ενάγων διατηρούσε εμπορική συνεργασία τόσο με την ομόρρυθμη εταιρεία, από την επιχείρηση της οποίας προμηθευόταν "ΞΥΣΤΟ", όσο και με την ατομική επιχείρηση του πρώτου των εναγομένων, από την οποία προμηθευόταν Ειδικό Κρατικό και Λαϊκό λαχείο, Χάριν καταβολής ισόποσου τιμήματος αγοράς Ειδικού Κρατικού λαχείου από την επιχείρηση του πρώτου των εναγομένων, ο ενάγων εξέδωσε και παρέδωσε στον τελευταίο, το Νοέμβριο του 1994, τις πρώτες δύο, και το Νοέμβριο του 1995, τις λοιπές από τις κατωτέρω επιταγές της Τράπεζας Εργασίας, ήτοι: 1) τη με αριθ. ...
επιταγή, ονοματικής αξίας 8.800.000 δρχ. 2) τη με αριθ. ... επιταγή, ονομαστικής αξίας 8.800.000 δρχ. 3) τη με αριθ. ... επιταγή, ονομαστικής αξίας 880.000 δρχ. 4) τη με αριθ. ... επιταγή, ονομαστικής αξίας 6.600.000 δρχ. 5) τη με αριθ. ... επιταγή, ονομαστικής αξίας 13.200.000 δρχ. και 6) τη με αριθ. ... επιταγή, ονομαστικής αξίας 2.640.000 δρχ. οι οποίες πληρώθηκαν στις 3-1-1995, η πρώτη, στις 9-1-1995 η δεύτερη, και στις 16-1-1996 εκάστη των λοιπών, δεδομένου ότι οι αγορές του ως άνω λαχείου συνήθως γίνονται περί το τέλος του προηγούμενου έτους και εξοφλούνται στις αρχές του επομένου.
Χαρακτηριστικό των άνω επιταγών είναι ότι το ποσόν της ονομαστικής τους αξίας είναι πολλαπλάσιο του 880, ήτοι του ποσού αντί οποίου αγόραζε ο ενάγων κάθε Ειδικό Κρατικό Λαχείο. Έτσι, από τη διαίρεση του ποσού της ονομαστικής αξίας των επιταγών με το 880 προκύπτει ότι ο ενάγων αγόρασε, με την πρώτη επιταγή 10.000 τεμάχια του ως άνω λαχείου (8.800.000 : 880=10.000), με τη δεύτερη επιταγή ωσαύτως, 10.000 τεμάχια του εν λόγω λαχείου (8.800.000 : 880=10.000), με την τρίτη επιταγή 1.000 τεμάχια του λαχείο (880.000 : 880 = 100), με την τέταρτη επιταγή, 7500 τεμάχια του λαχείου (6660000 : 880 = 7500), με την πέμπτη επιταγή 15000 τεμάχια (13.200.000 : 880 = 15000)και με την έκτη επιταγής 3000 τεμάχια του λαχείου (2.640.000 : 880 = 3000).
Οι ίδιες δε αυτές ποσότητες έχουν καταχωρηθεί διαδοχικά έναντι του αντίστοιχου ποσού κάθε επιταγής στις μηχανογραφημένες καρτέλες που τηρούσε ο πρώτος εναγόμενος για τις πωλήσεις Ειδικού Κρατικού Λαχείου προς τον ενάγοντα από το κατάστημά του στην οδό ... αριθ. 20. Πρέπει να σημειωθεί ότι ο πρώτος εναγόμενος, όπως και ο ενάγων, ως πράκτορές λαχείων, σύμφωνα με τοις διατάξεις του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων, όπως ίσχυαν κατά τον επίμαχο χρόνο, δεν είχαν υποχρέωση τήρησης φορολογικών βιβλίων, ο άνω εναγόμενος όμως προς λογιστική τακτοποίηση των συναλλαγών του με τους τρίτους τηρούσε δοσοληπτικό λογαριασμό που καταχωρούσε στις άνω καρτέλες, οι οποίες μετ' επικλήσεως προσκομίζονται και λαμβάνονται υπόψη ως δικαστικά τεκμήρια, δεδομένου ότι δεν ήταν υποχρεωτική η τήρηση τους εκ του νόμου και ως εκ τούτου εξομοιώνονται με ιδιωτικά έγγραφα κατά την ΚΠολΔ 444.
Κατόπιν τούτων, από τις ανωτέρω καρτέλες και ειδικότερα από την καρτέλα του έτους 1994, προκύπτει ότι έχουν καταχωρηθεί διαδοχικά στο όνομα του ενάγοντος 1) 10.000 τεμάχια Ειδικού Κρατικού Λαχείου, με ημερομηνία καταχώρησης 11-11-1994 και τίμημα χρεωθέν και πιστωθέν 8.800.000 δρχ. (όσο δηλαδή το ποσόν της πρώτης επιταγής), 2) 10.000 τεμάχια Ειδικού Κρατικού Λαχείου, με ημερομηνία καταχώρησης 17-11-1994 και τίμημα χρεωθέν και πιστωθέν 8.800.000 δρχ. (όσο δηλαδή το ποσόν της δεύτερης επιταγής), ενώ από την καρτέλα του έτους 1995 προκύπτει ότι έχουν καταχωρηθεί στο όνομα του ενάγοντος 1) 15000 συνολικά τεμάχια του άνω λαχείου (13000+2000), με ημερομηνία καταχωρήσεως 13-11-1995 και τίμημα χρεωθέν 11.440.000 δρχ.
και 1.760.000 δρχ. και πιστωθέν 13.200.300 δρχ. (11440000+1760000 δρχ.) όσο δηλαδή το ποσόν της πέμπτης επιταγής, 2) 3000 τεμάχια του εν λόγω λαχείου με ημερομηνία καταχώρησης 17-11-1995 και τίμημα χρεωθέν και πιστωθέν 2.640.000 δρχ. (όσο δηλαδή το ποσόν της έκτης επιταγής), 3) 7500 τεμάχια του λαχείου αυτού, με ημερομηνία καταχώρησης 30-11-1995 και τίμημα χρεωθέν και πιστωθέν 6.600.000 δρχ.(όσο δηλαδή το ποσόν της τέταρτης επιταγής) και 4) 1000 τεμάχια του ίδιου λαχείου με ημερομηνία καταχώρησης 20-12-1995 και τίμημα χρεωθέν και πιστωθέν 880.000 δρχ. (όσο δηλαδή το ποσόν της τρίτης επιταγής).
Ο ενάγων, ισχυριζόμενος ότι οι καρτέλες αυτές κατασκευάστηκαν εκ των υστέρων για να δικαιολογήσουν την έκδοση των επιταγών, προσκομίζει καρτέλες από το λογιστήριο της άνω επιχείρησης του πρώτου των εναγομένων, οι οποίες είναι χειρόγραφες και διαφοροποιούνται από τις άνω μηχανογραφημένες. Όμως, με εξαίρεση τις ημέρες καταχωρήσεως στην καρτέλα του 1995 που 1) για την ποσότητα των 15.000 τεμαχίων, στην χειρόγραφη καρτέλα αναγράφεται η 16- 11-1995 αντί της 13-11-1995 της μηχανογραφημένης, 2) για την ποσότητα των 3000 τεμαχίων, στη χειρόγραφη καρτέλα αναγράφεται η 16-11-1995 αντί της 17-11-1995 της μηχανογραφημένης, και 3) για την ποσότητα των 7500 τεμαχίων αναγράφεται στη χειρόγραφη καρτέλα η 29-11-1995 αντί της 30-11-1995 της μηχανογραφημένης, οι καρτέλες κατά τα λοιπά ταυτίζονται πλήρως ως προς τα υπόλοιπα στοιχεία τους και ως προς τη σειρά καταχώρησης και ως εκ τούτου, ενόψει του ότι οι άνω διαφοροποιήσεις των μηχανογραφημένων από τις χειρόγραφες καρτέλες κρίνονται επουσιώδεις, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι εκδόθηκαν για τις ίδιες ως άνω ποσότητες του Ειδικού Κρατικού Λαχείου που αγοράσθηκαν από τον ενάγοντα με την έκδοση των ανωτέρω επιταγών.
Τούτο, άλλωστε, ότι δηλαδή ο ενάγων αγόρασε με τις επίδικες επιταγές τις άνω ποσότητες Ειδικού Κρατικού Λαχείου βεβαίωσε ρητώς και κατηγορηματικώς, εξ ιδίας αντιλήψεως, η μάρτυρας ανταποδείξεως Α. Α., η οποία ως υπάλληλος του λογιστηρίου, παρέδωσε, σύμφωνα με την κατάθεσή της, τις ανωτέρω καρτέλες προς απόδειξη της επίμαχης συναλλαγής.
Και ναι μεν ο μάρτυρας αποδείξεως και υιός του ενάγοντος, Γ. Κ., κατέθεσε ότι ο πατέρας του δεν αγόραζε Κρατικό Λαχείο από τον πρώτο ενάγοντα, αλλά από τη Διεύθυνση Κρατικών λαχείων και από πρακτορείο της Λάρισας, ο ίδιος, όμως, ο ενάγων, καταθέτοντας ως πολιτικώς ενάγων, ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων (βλ.
τα με αριθ. 723/2009 πρακτικά και απόφαση του εν λόγω ποινικού δικαστηρίου που μετ' επικλήσεως προσκομίζεται και λαμβάνεται υπόψη ως δικαστικό τεκμήριο), ανέφερε ότι με άλλα πρακτορεία, εκτός Κ., είχε συνεργασία καμιά φορά με Λαϊκά λαχεία, και έπαιρνε μόνο ένα πακέτο με εμπόρευμα. Εξάλλου, το ότι αγόραζε Ειδικό κρατικό Λαχείο από τη Διεύθυνση Κρατικών Λαχείων και πρακτορείο της Λάρισας, βάσει των ισχυρισμών του άνω μάρτυρος, δεν αποκλείει την προμήθεια του άνω λαχείου εκ μέρους του ενάγοντος παράλληλα και από το πρακτορείο του πρώτου των εναγομένων, ενόψει και της ευρείας εκτάσεως εμπορικής συνεργασίας που είχε ο ενάγων με τον πρώτο των εναγομένων τόσο ως εκμεταλλευτή του άνω πρακτορείου που λειτουργούσε αυτός ως ατομική επιχείρηση στην οδό ...
αριθ. 20, από τη οποία ο ενάγων ομοίως προμηθεύονταν και Λαϊκό λαχείο (βλ την κατάθεση του μάρτυρος υιού του), όσο και ως διαχειριστή της δευτέρας των εναγομένων ομορρύθμου εταιρείας από την επιχείρηση της οποίας στην οδό ... αριθ. 42, αγόραζε λαχεία "ΞΥΣΤΟ". Έτσι, λόγω και της συναφούς εμπορικής δραστηριότητας που ασκούσε ο πρώτος των εναγομένων ως διαχειριστής και των δύο επιχειρήσεων, με τις οποίες συναλλάσσονταν ταυτόχρονα ο ενάγων, δικαιολογείται η από παραδρομή καταχώρηση των άνω επιταγών στο λογαριασμό του ενάγοντος που ετηρείτο για το "ΞΥΣΤΟ" στην επιχείρηση της δεύτερης των εναγομένων της οδού ..., ενόψει και του γεγονότος ότι ενώ οι επιταγές αυτές δεν αντιστοιχούν σε αγορά εκ μέρους του ενάγοντος λαχείων "ΞΥΣΤΟ", αντιστοιχούν πλήρως στην αγορά των άνω ποσοτήτων Ειδικού Κρατικού Λαχείου από την επιχείρηση του πρώτου των εναγομένων της οδού ... .
Άλλωστε, ο ενάγων, εξεταζόμενος ως διάδικος ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου κατέθεσε κατηγορηματικά ότι τις επιταγές εξέδιδε συγχρόνως με την παραλαβή των εμπορευμάτων που αγόραζε.
Συνεπώς, δεν αποδείχθηκε ότι οι ανωτέρω έξι επιταγές εκδόθηκαν από τον ενάγοντα, αχρεωστήτως, χωρίς δηλαδή να αντιστοιχούν σε εμπόρευμα εξαιτίας της επικαλούμενης αδικοπρακτικής συμπεριφοράς των εναγομένων. Περαιτέρω, σε σχέση με την εμπορική συνεργασία με τη δευτέρα των εναγομένων, από την οποία ο ενάγων προμηθευόταν λαχεία "ΞΥΣΤΟ", αποδείχθηκε ότι η συνεργασία αυτή διήρκεσε μεταξύ τους από 28-9-1994 έως 10-10-1996.
Κατά τη διάρκεια της συνεργασίας τους αυτής ο ενάγων το οφειλόμενο τίμημα αγοράς των ανωτέρω λαχείων, το οποίο, και τα μεταξύ τους συμφωνηθέντα9 πιστώνονταν για 18 ημέρες από το χρόνο παραλαβής των λαχείων, κατέβαλε στη δευτέρα των εναγομένων με μεταχρονολογημένες επιταγές, με καταθέσεις μετρητών στην τράπεζα, με εμβάσματα και με το αντίτιμο κερδισμένων "ΞΥΣΤΟ", τα οποία, αφού πλήρωνε ο ίδιος ο ενάγων στους πελάτες του, απέστειλε, στη συνέχεια .στην άνω εναγομένη, η οποία, κατ' εντολή του, δια του πρώτου των εναγομένων, ως νομίμου εκπροσώπου της, προσεκόμιζε προς εξαργύρωση στο όνομα και για λογαριασμό του ενάγοντος στην ανώνυμη εταιρεία "ΣΤΙΓΜΙΑΙΟ ΛΑΧΕΙΟ ΑΕ" που είχε τη διαχείριση του "ΞΥΣΤΟ" και με το προϊόν της εξαργύρωσης πίστωνε το λογαριασμό του προς ισόποση εξόφληση της απαιτήσεώς της για το τίμημα αγοράς.
Όμως, παρά το γεγονός ότι διαρκούσης της συνεργασίας τους ο όγκος των συναλλαγών που είχε σχέση μόνο με τις πωλήσεις "ΞΥΣΤΟ" στον ενάγοντα έφθανε το ποσόν των 1.157.548.082 δρχ. ο τελευταίος δεν τηρούσε βιβλία, αλλά και η δευτέρα δε των εναγομένων δεν τηρούσε βιβλία νομίμως συντεταγμένα και θεωρημένα από την αρμόδια φορολογική αρχή, αλλά απλό δοσοληπτικό λογαριασμό τον οποίο καταχωρούσε σε ανεπίσημες καρτέλες, το αποτελούμενο από οκτώ (8) άτομα προσωπικό του λογιστηρίου που απασχολούσε προς τούτο στην επιχείρηση της.
Ως εκ τούτου, εφόσον δεν τηρούσε επαγγελματικά βιβλία, συντεταγμένα κατά τους νόμιμους τύπους, οι ανωτέρω καρτέλες που χρησιμοποιούσε, δεν θεωρούνται ιδιωτικά έγγραφα, κατά την έννοια ΚΠολΔ 444 και λαμβάνονται υπόψη ως δικαστικά τεκμήρια όπως εκτέθηκε και για τις καρτέλες της ατομικής επιχείρησης του πρώτου των εναγομένων προς αποφυγή άσκοπων επαναλήψεων.
Σημειωτέον ότι οι καρτέλες αυτές χρησιμοποιήθηκαν ως βάση υπολογισμού της διαφοράς από τις επίδικες συναλλαγές των διαδίκων, εκ μέρους όλως όσων συνέταξαν εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης ή ιδιωτικές γνωμοδότησες στα πλαίσια των δικών που διεξήχθησαν σε σχέση με τις συναλλαγές αυτές, ενσωματώνονται δε αυτούσιες και στην κρινόμενη αγωγή ως στοιχεία που ελήφθησαν υπόψη από το λογιστή, Β.
Γ., για τη σύνταξη της από 3-3-2003 λογιστικής γνωμάτευσης, η οποία ομοίως ενσωματώνεται στην αγωγή προς θεμελίωση των αξιώσεων αποζημιώσεως του ενάγοντος στα πορίσματα της. Περαιτέρω, ως προς την κίνηση λογαριασμού που αποτυπώνεται στις καρτέλες σε σχέση με τις επιταγές του ενάγοντος που καταχωρούντο σ' αυτόν, αποδείχθηκε ότι στο μεγαλύτερο αριθμό των περιπτώσεων, μετά από κάθε πώληση λαχείων "ΞΥΣΤΟ", για το τίμημα της οποίας εξέδιδε ο ενάγων μεταχρονολογημένη επιταγή, στη στήλη της χρέωσης του λογαριασμού ανεγράφετο το τίμημα κατά το χρόνο κατάρτισης της πώλησης, και στη στήλη της πίστωσης η ονοματική αξία της ισόποσης με το τίμημα επιταγής, κατά το χρόνο παραλαβής αυτής, καίτοι, η επιταγή δεν είχε εισέτι πληρωθεί, για λόγους λογιστικούς.
Στη συνέχεια κατά την ημερομηνία λήξης της επιταγής, χωρίς και πάλι να έχει κατ' ανάγκη προηγηθεί πληρωμή της επιταγής, το ποσό της ονομαστικής της αξίας ανεγράφετο τόσο στη στήλη της χρέωσης με την ένδειξη "Είσπραξη επιταγής σε 01", όσο και στη στήλη της πίστωσης με την ένδειξη "Είσπραξη επιταγής σε 11" με σκοπό τη συμψηφιστική έγγραφη χρέωσης πίστωσης του ποσού της επιταγής, για λογιστική ισοσκέλιση του λογαριασμού.
Αν, όμως η επιταγή δεν πληρωνόταν εντός της 8ήμερης προθεσμίας από το χρόνο έκδοσής της, τότε, το ποσόν αυτής πλέον ανεγράφετο στη στήλη της χρέωσης μετά των εξόδων της τράπεζας ως ακάλυπτη (βλ. την από 31-3-2008 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του πραγματογνώμονα, Δ. Φ.). Στην περίπτωση αυτή εντάσσεται η μεταχρονολογημένη επιταγή της Τράπεζας Κρήτης με αριθ. ..., ονομαστικής αξίας 5.370.000 δρχ.
που εξέδωσε ο ενάγων σε διαταγή του πρώτου των εναγομένων στις 30-8-1996, χάριν καταβολής ισόποσου τιμήματος αγοράς "ΞΥΣΤΟ" που έλαβε χώρα στις 2-8-1996. Έτσι, σύμφωνα με τα ανωτέρω εκτεθέντα, στη στήλη χρέωσης ανεγράφη το εκ δρχ. 5.370.000 ποσόν του τιμήματος κατά το χρόνο (της πώλησης (2-2-1996) και στη στήλη της πίστωσης η εκ δρχ. 5.370.000 ονομαστική αξία της άνω ισόποσης επιταγής κατά το χρόνο παραλαβής της (6-8-1996) για λόγους λογιστικής ισοσκέλισης του λογαριασμού;
κατά την τηρούμενη πρακτική του λογιστηρίου της δευτέρας των εναγομένων, χωρίς να έχει προηγηθεί στην πραγματικότητα πληρωμή αυτής. Στη συνέχεια δε, κατά το χρόνο έκδοσης της επιταγής (30-8-1996),ανεγράφη το άνω ποσό αυτής τόσο στη στήλη της χρέωσης, με την ένδειξη "Είσπραξη επιταγής σε 01" και στήλη της πίστωσης, με τη ένδειξη "Είσπραξη επιταγής σε 11", πάλι για λόγους λογιστικής ισοσκέλισης του λογαριασμού, χωρίς να έχει προηγηθεί στην πραγματικότητα πληρωμή αυτής, διότι η επιταγή στις 5-9-1996 σφραγίστηκε, ως ακάλυπτη (βλ τα μετ' επικλήσεως προσκομιζόμενα από 11-3-2004 υπηρεσιακό σημείωμα και από 15-7-2005 αναλυτική αναφορά δεδομένων του συστήματος οικονομικής συμπεριφοράς "ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ") και, επιστραφείσα, ανεγράφη στις 10-9-1996 στη στήλη χρέωσης του λογαριασμού, πλέον των εξόδων της τράπεζας εκ δρχ. 5200.
Επομένως, με τα ποσά των 2.000.000 δρχ. που κατέθεσε ο ενάγων στο λογαριασμό του στην Τράπεζα Κρήτης, στις 17-9-1996, των 2.500.000 δρχ. που κατέθεσε αυτός στον ίδιο λογαριασμό, στις 20-9-1996 και το εκ δρχ. 870.000 υπερβάλον του λογαριασμού (2.000.000 + 2.500.000 + 870.000 = 5.370.000) προδήλως συνετελέσθη η πληρωμή της επιταγής αυτής, πράγμα που κατεγράφη στη συνέχεια στο λογαριασμό με την καταχώρηση στις 23-9-1996 του ποσού των 5.368.000 δρχ.
ως απόδειξη μετρητών, στη στήλη της πιστώσεως, και του ποσού των 2.000 δρχ., ως έξοδα τράπεζας, στη στήλη της χρεώσεως (βλ. και έκθεση λογιστικής πραγματογνωμοσύνης του Δ. Φ.). Ως εκ τούτου αβασίμως ισχυρίζεται ο ενάγων ότι πλήρωσε την επιταγή αυτή δύο φορές, παρασυρθείς με απάτη εκ μέρους του πρώτου των εναγομένων, πέραν του ότι από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι ο τελευταίος εκδήλωσε σε βάρος του ενάγοντος απατηλή συμπεριφορά καθ' οιονδήποτε τρόπο.
Εξάλλου, αποδείχθηκε ότι, όταν οι επιταγές έφεραν χρόνο έκδοσης μικρότερο του 8ημέρου από το χρόνο παραλαβής τους εκ μέρους της δευτέρας των εναγομένων, κατεχωρούντο στη στήλη πίστωσης του λογαριασμού, ως απόδειξη είσπραξης μετρητών, χωρίς κατ' ανάγκη να έχουν στην πραγματικότητα πληρωθεί, για λόγους λογιστικής ισοσκέλισης του λογαριασμού (βλ.
την κατάθεση της μάρτυρος ανταποδείξεως, Α. Α. και έκθεση πραγματογνωμοσύνης, Δ. Φ.). Αν δε, στη συνέχεια, ελάμβανε χώρα πληρωμή τους εντός της 8ήμερης προθεσμίας από το χρόνο έκδοσης, η λογιστική πίστωση του ποσού τούτων εθεωρείτο και ως πραγματική και δεν εγένοντο άλλες εγγραφές στο λογαριασμό, προς αποφυγή ασκόπων καταχωρήσεων.
Στην περίπτωση αυτή εντάσσεται και η επιταγή της Τράπεζας Κρήτης με αριθ. ..., ονομαστικής αξίας 9.129.000 δρχ., που εξέδωσε ο ενάγων σε διαταγή του πρώτου των εναγομένων, στις 30-7-1996, χάριν καταβολής ισόποσου τιμήματος αγοράς "ΞΥΣΤΟ" που έλαβε χώρα στις 30-7-1996. Έτσι, κατά την άνω τηρούμενη τακτική από το λογιστήριο της δευτέρας των εναγομένων, στη στήλη της χρέωσης ανεγράφη το εκ δρχ. 5.370.000 ποσόν του τιμήματος κατά το χρόνο της πώλησης (8-7-1996) και στη στήλη της πίστωσης ανεγράφη η ισόποση ονομαστική αξία της άνω επιταγής κατά το χρόνο παραλαβής της (23-7-1996).
Καίτοι, όμως, επρόκειτο αναμφισβήτητα περί της άνω επιταγής, η οποία δεν είχε καν λήξει κατά τον άνω χρόνο παραλαβής της, ως μεταχρονολογημένη, καταχωρήθηκε ως απόδειξη είσπραξης μετρητών, διότι, σύμφωνα με τα ανωτέρω εκτεθέντα από .την παραλαβή της (23-7-1996), έως τη λήξη της (30-7-1996) μεσολαβούσε χρονικό διάστημα μικρότερο του 8ημέρου και κατά την πάγια τακτική του λογιστηρίου της δευτέρας εναγομένης τέτοιες περιπτώσεις επιταγών κατεχωρούντο στο λογαριασμό ως αποδείξεις είσπραξης μετρητών.
Εξάλλου, δεν προσκομίσθηκε με επίκληση η άνω μνημονευόμενη στη στήλη χρεώσεις του λογαριασμού απόδειξη είσπραξης μετρητών ώστε να προκύψει ότι με τον τρόπο αυτό είχε ήδη πληρωθεί η επιταγή, ούτε αποδείχθηκε ότι αυτή πληρώθηκε κατ' άλλον τρόπο κατά το χρόνο παραλαβής της. Στη συνέχεια δε η επιταγή, σε σύντομο χρόνο, και δη εντός της 8ήμερης προθεσμίας από τη λήξη της, εξοφλήθηκε από τον ενάγοντα με τρεις καταθέσεις μετρητών στο λογαριασμό του στην Τράπεζα Κρήτης, και συγκεκριμένα με κατάθεση ποσού 3.500.000 δρχ.
που έλαβε χώρα στις 5-8-1996, με κατάθεση ποσού 1.822.500 δρχ. που έλαβε χώρα στις 6-8-1996 και με κατάθεση ποσού 3.606.450 δρχ. που έλαβε χώρα στις 7-8-1996 (3.500.000 + 1.822.550 + 3.606.450 + 9.129.000). Έτσι, ενόψει του ότι η επιταγή πληρώθηκε εντός της 8ήμερης από τη λήξη της και η λογιστική πίστωση της απέδιδε πλέον την πραγματικότητα, δεν έγιναν άλλες εγγραφές στο λογαριασμό σε σχέση με την εν λόγω συναλλαγή, προφανώς ως άσκοπες (βλ.
και έκθεση λογιστικής πραγματογνωμοσύνης, Δ. Φ.). Κατ' ακολουθία, ούτε ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι πλήρωσε την προεκτεθείσα επιταγή δύο φορές με απάτη εκ μέρους του πρώτου των εναγομένων αποδείχθηκε ουσία βάσιμος. Το δε πρωτοβάθμιο δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφαση έκρινε, ομοίως, και απέρριψε ως ουσία αβάσιμη την αγωγή κατά το αίτημά της για επιδίκαση στον ενάγοντα του ποσού της ονομαστικής αξίας των άνω δύο επιταγών, που ισχυρίσθηκε ότι πλήρωσε δύο φορές, ως αποζημίωση, κατά τις διατάξεις περί αδικοπραξιών και, επικουρικά, κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού, δεν έσφαλε περί την εκτίμηση των αποδείξεων και ο περί του αντιθέτου λόγος της έφεσης πρέπει να απορριφθεί.
Περαιτέρω, από τις άνω αποδείξεις αποδείχθηκε ότι τέσσερις επιταγές της Τράπεζας Κρήτης που εξέδωσε ο ενάγων σε διαταγή του πρώτου των εναγομένων, ως νομίμου εκπροσώπου της δευτέρας των εναγομένων, χάριν καταβολής τιμήματος αγορασθέντων από την τελευταία λαχείων "ΞΥΣΤΟ", και ειδικότερα η με αριθ. ... επιταγή που εξέδωσε στις 11-7-1996 η με αριθ. ...
επιταγή που εξέδωσε στις 26-8-1996, η με αριθ. ... επιταγή που εξέδωσε στις 10-9-1996 και η με αριθ. ... επιταγή που εξέδωσε στις 5-10-1996, ονομαστικής αξίας, αντίστοιχα, 6.175.000 δρχ., 7.092.875 δρχ., 17.184.000 δρχ. και 6.444.000 δρχ., και συνολικής ονομαστικής αξίας 36.895.875 δρχ., καίτοι εμφανίσθηκαν στην πληρώτρια τράπεζα νομοτύπως και εμπροθέσμως, δεν πληρώθηκαν, οι τρεις πρώτες, λόγω ελλείψεως διαθεσίμων κεφαλαίων στο λογαριασμό που τηρούσε ο ενάγων στην πληρώτρια τράπεζα και, η τέταρτη, λόγω ανακλήσεως της.
Κατόπιν αυτού, επί τη βάσει των επιταγών, εκδόθηκε, αιτήσει του πρώτου των εναγομένων, η 9/1997 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου που υποχρέωσε τον ενάγοντα να του καταβάλει το άνω ποσόν των 36.895.875 δρχ., με το νόμιμο τόκο από την επομένη του χρόνου εμφανίσεως των επιταγών προς πληρωμή.
Κατά της διαταγής πληρωμής άσκησε ο ενάγων την από 17-1-1997 (και με αριθ. καταθ. 35/1997) ανακοπή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου, με τη οποία ισχυρίσθηκε ότι μέρος του ποσού των άνω επιταγών που επιδικάσθηκε στον πρώτο των εναγομένων με τη διαταγή πληρωμής, και δη το ποσόν των 34.800,900 δρχ., εξοφλήθηκε κατόπιν καταβολής εκ μέρους του 1) του ποσού των 4.146.350 δρχ., το οποίο αντιστοιχούσε στο αντίτιμο εξαργυρωθέντων "ΞΥΣΤΟ" που είχε αποστείλει στη δευτέρα των εναγομένων τον Οκτώβριο του 1995, 2) του ποσού των 4.202.150 δρχ., το οποίο αντιστοιχούσε στο αντίτιμο εξαργυρωθέντων "ΞΥΣΤΟ" που είχε αποστείλει στη δευτέρα των εναγομένων στις 15-7-1996, 3) του ποσού των 4.336.150 δρχ., το οποίο αντιστοιχούσε στο αντίτιμο εξαργυρωθέντων "ΞΥΣΤΟ" που είχε αποστείλει στη δευτέρα των εναγομένων στις 22-7-1996, 4) του ποσού των 4.343.000 δρχ., το οποίο αντιστοιχούσε στο αντίτιμο εξαργυρωθέντων "ΞΥΣΤΟ" που είχε αποστείλει στη δευτέρα των εναγομένων στις 29-7-1996 και 5) του ποσού των 17.773.750 δρχ., το οποίο αντιστοιχούσε στο αντίτιμο εξαργυρωθέντων "ΞΥΣΤΟ" που είχε αποστείλει στη δευτέρα των εναγομένων το Σεπτέμβριο του έτους 1996, ενώ συνομολόγησε ότι εξακολουθεί να οφείλει το υπόλοιπο ποσόν των 2.094.975 δρχ. (36.895.875 - 34.800.900).
Επί της ανακοπής εκδόθηκε η 224/1998 μη οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου που διέταξε τη διενέργεια λογιστικής πραγματογνωμοσύνης από τον λογιστή, Α. Κ., ο οποίος με την 70/29-11-1999 έκθεση που συνέταξε προς τούτο, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού που τηρήθηκε από τη δευτέρα των εναγομένων καθ' όλη τη διάρκεια της εμπορικής της συνεργασίας με τον ενάγοντα ανήλθε στο ποσόν των 17.659.580 δρχ.
σε βάρος του τελευταίου. Συνεκτιμώντας την πραγματογνωμοσύνη και τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία το Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου με την 333/2000 οριστική του απόφαση δέχθηκε εν μέρει την ανακοπή και ακύρωσε τη διαταγή πληρωμής για το πέραν των 17.659.580 δρχ. ποσόν. Μετά από αυτή την εξέλιξη ο ενάγων υπέβαλε μήνυση κατά του Α.
Κ. για ψευδορκία πραγματογνώμονα και κατά του πρώτου των εναγομένων για απάτη και υπεξαίρεση, τελεσθείσες σε βαθμό κακουργήματος. Στα πλαίσια της προανάκρισης διορίσθηκε από τον Πταισματοδίκη Βόλου, ο εφοριακός υπάλληλος, Ι. Ζ., για τη διεξαγωγή λογιστικής πραγματογνωμοσύνης, με αντικείμενο την κίνηση του μεταξύ των διαδίκων λογαριασμού καθ' όλη τη διάρκεια της συνεργασίας τους.
Για τη διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης ο άνω πραγματογνώμονας κάλεσε προκειμένου να του προσκομίσουν τα στοιχεία τους, τόσο τον ενάγοντα όσο και τον πρώτο εναγόμενο, ο οποίος όμως, δεν ανταποκρίθηκε, και ως εκ τούτου συνέταξε την από 31-8-2001 έκθεση, λαμβάνοντας υπόψη του μόνον τα στοιχεία που του προσκόμισε ο ενάγων, βάσει των οποίων κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο λογαριασμός που τηρήθηκε από την δευτέρα των εναγομένων καθ' όλη τη διάρκεια της συνεργασίας τους με τον ενάγοντα εμφάνισε χρεωστικό υπόλοιπο υπέρ του, ύψους 51.986.331 δρχ.
Όταν πληροφορήθηκε το πόρισμα της πραγματογνωμοσύνης του Ι. Ζ. ο προηγούμενος πραγματογνώμονας, Α. Κ., με την από 5-2-2002 αίτηση προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Βόλου δήλωσε ότι η πραγματογνωμοσύνη του Ι. Ζ. στηρίχθηκε σε νέα στοιχεία που δεν είχαν τεθεί υπόψη του, τα οποία "εφόσον δεν αποκρουσθούν και καταρριφθούν" οδηγούν στο συμπέρασμα της τελευταίας.
Κατόπιν αυτού, τόσο η έκθεση πραγματογνωμοσύνης του Ι. Ζ., όσο και η άνω δήλωση του Α. Κ. προσκομίσθηκαν από τον ενάγοντα (τότε ανακόπτοντα), κατά τη συζήτηση της εφέσεως που άσκησε κατά της 333/2000 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου. Επί της εφέσεως εκδόθηκε ερήμην του πρώτου των εναγομένων (τότε καθ' ου η ανακοπή) η 697/2003 απόφαση του Εφετείου Λάρισας (η οποία στη συνέχεια κατέστη αμετάκλητη κατόπιν απορρίψεως της κατ' αυτής αιτήσεως αναιρέσεως του πρώτου των εναγομένων από το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου με την 1867/2005 απόφασή του), το οποίο, συνεκτιμώντας με τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία την άνω έκθεση πραγματογνωμοσύνης του Ι.
Ζ. και την προεκτεθείσα δήλωση του Α. Κ., έκρινε ουσία βάσιμο τον ανωτέρω λόγο της ανακοπής περί μερικής εξόφλησης της ενσωματωθείσας στις επιταγές απαίτησης του πρώτου των εναγομένων επί της οποίας εκδόθηκε η 9/1997 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου. Έτσι, δέχθηκε, στη συνέχεια, τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση και, αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση και δέχθηκε κατά ένα μέρος την ανακοπή, το μεν ακύρωσε τη διαταγή πληρωμής για το πέραν των 2.094.975 δρχ.
ποσόν (ήτοι το ποσόν των 34.800.900 δρχ.) που δέχθηκε ότι είχε εξοφληθεί, το δε επικύρωσε τη διαταγή πληρωμής για το υπόλοιπο ποσόν των 2.094.975 δρχ. (36.895.875 - 34.800.900) που συνομολόγησε ο ενάγων (τότε ανακόπτων) ότι εξακολουθεί να οφείλει. Η ανωτέρω απόφαση του Εφετείου Λάρισας αποτελεί δεδικασμένο τόσο ως προς την ακυρότητα της διαταγής πληρωμής στο μέρος που κρίθηκε, όσο και ως προς την απόσβεση μέχρι του ποσού των 34.800.900 δρχ.
της απαίτησης του πρώτου των εναγομένων από τις επιταγές για τις οποίες εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής, κατόπιν εξοφλήσεως με την καταβολή στον τελευταίο του ποσού εξαργύρωσης των προεκτεθεισών πέντε αποστολών κερδισμένου "ΞΥΣΤΟ" του ενάγοντος, που κρίθηκε ως προδικαστικό ζήτημα της ακυρότητας της διαταγής πληρωμής από το άνω αρμόδιο προς τούτο Δικαστήριο, κατόπιν παραδοχής των συναφών λόγων της ανακοπής που προέβαλε ο ενάγων, με τους οποίους οριοθετείται δεσμευτικά σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στη μείζονα σκέψη, το αντικείμενο της δίκης της ανακοπής, επί της οποίας εκδόθηκε η ανωτέρω απόφαση.
Και ναι μεν το Εφετείο για να καταλήξει στην κρίση του σε σχέση με την εξόφληση της άνω απαιτήσεως, δέχθηκε ως ανταποκρινόμενο στην αλήθεια το πόρισμα της λογιστικής πραγματογνωμοσύνης του Ι. Ζ., σύμφωνα με το οποίο ο ενάγων έναντι της οφειλής του προς τον πρώτο εναγόμενο από το σύνολο των μεταξύ τους δοσοληψιών, ύψους 1.155.548.082 δρχ., κατέβαλε στον τελευταίο το κατά 51.986.331 δρχ.
μεγαλύτερο του τελευταίου ποσόν των 1.207.534.413 δρχ., με το οποίο εξόφλησε ολοσχερώς το χρέος του, όμως, με την ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής κατήχθη σε δίκη η απαίτηση του πρώτου των εναγομένων από τις συγκεκριμένες επιταγές, βάσει των οποίων εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής, και όχι οι εν γένει απαιτήσεις του από το σύνολο των δοσοληψιών που είχε με τον ενάγοντα καθ' όλη τη διάρκεια της εμπορικής συνεργασίας τους, και ως εκ τούτου, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στη μείζονα σκέψη, το δεδικασμένο καταλαμβάνει αποκλειστικά και μόνον την άνω απαίτηση του πρώτου των εναγομένων από τις συγκεκριμένες επιταγές που στη δίκη επί της ανακοπής.
Εξάλλου, πρέπει να σημειωθεί ότι οι εν λόγω επιταγές αποδείχθηκε ότι εκδόθηκαν χάριν καταβολής του τιμήματος από διακεκριμένες κάθε φορά συμβάσεις πωλήσεως "ΞΥΣΤΟ" που συνήπταν οι διάδικοι, κατά τη διάρκεια της συνεργασίας τους (οι οποίες κατεχωρούντο στη στήλη της χρεώσεως της καρτέλας του δοσοληπτικού λογαριασμού που τηρούσε η δευτέρα των εναγομένων, με την ένδειξη "ΠΙΝΑΚΙΟ ΠΩΛ ΛΑΧ - I- ΞΥΣΤΟ") και όχι για το κατάλοιπο αλληλόχρεου λογαριασμού, την ύπαρξη του οποίου ουδόλως επικαλέσθηκε ο ενάγων ούτε στην ανακοπή του ούτε και στην κρινόμενη αγωγή, αλλ' αντιθέτως υποστήριξε ότι ουδόλως είχε συναφθεί τέτοια σύμβαση μεταξύ των διαδίκων (βλ.
στη σελίδα 3 της από 30-9-2005 και στη σελίδα5Ίης από 31-10-2005 προσθήκης των κατατεθεισών ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου προτάσεών του, τις οποίες επικαλείται και προσκομίζει). Κατ' ακολουθία, η ανωτέρω απόφαση του Εφετείου Λάρισας δεν συνιστά δεδικασμένο για την επίδικη απαίτηση αποζημιώσεως του ενάγοντος σε σχέση με το ποσόν των 51.986.331 δρχ., το οποίο κατά τους ισχυρισμούς του αποτελεί προϊόν υπεξαιρέσεως εκ μέρους του πρώτου των εναγομένων, ως καταστατικού οργάνου της δευτέρας των εναγομένων, διότι η απαίτηση αυτή ανάγεται σε ολόκληρη την έκταση των δοσοληψιών των διαδίκων από την έναρξη έως και τη λήξη της εμπορικής συνεργασίας τους και βεβαίως διότι θεμελιώνεται σε άλλη ιστορική και νομική αιτία.
Ωστόσο, πρέπει να λεχθεί ότι, εφόσον έγινε δεκτό με την ανωτέρω απόφαση του Εφετείου Λάρισας ότι η απαίτηση του πρώτου των εναγομένων εξοφλήθηκε κατά ένα μέρος, και δη κατά το ποσόν των 34.800.900 δρχ., με τον καταλογισμό σ' αυτό των άνω επικαλουμένων με την ανακοπή του ενάγοντος πέντε αποστολών κερδισμένων "ΞΥΣΤΟ", και δη 1) της αποστολής του Οκτωβρίου 1995, ποσού 4.146.350 δρχ., 2) της αποστολής της 15-7-1996, ποσού 4.202.150 δρχ., 3) της αποστολής της 22-71996, ποσού 4.336.150 δρχ., 4) της αποστολής της 29-7-1996, ποσού 4.343.000 δρχ., και 5) της αποστολής του Σεπτεμβρίου 1996, ποσού 17.773.750 δρχ., οι εν λόγω αποστολές - ως αχθείσες σε εξόφληση αντιστοίχου μέρους της άνω απαιτήσεως του πρώτου των εναγομένων που ενσωματώνεται στις προεκτεθείσες επιταγές, τις οποίες εξέδωσε ο ενάγων σε διαταγή του χάριν καταβολής του τιμήματος αγοράς λαχείων "ΞΥΣΤΟ" εισεπράχθησαν από τον πρώτο των εναγομένων για νόμιμη αιτία με τη θέληση του ενάγοντος, ο οποίος και προέβαλε την καταβολή του ποσού των άνω αποστολών προς αντίστοιχη εξόφληση του χρέους του από τις ίδιες επιταγές.
Επομένως, ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι οι τέσσερις πρώτες από τις εν λόγω αποστολές κερδισμένων "ΞΥΣΤΟ" υπεξαιρέθηκαν από τον πρώτο των εναγομένων είναι ουσιαστικά αβάσιμος. Εξάλλου, πρέπει να σημειωθεί ότι, εκτός από τις ανωτέρω τέσσερις επιταγές, για τις οποίες εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής, σε προγενέστερο χρόνο είχαν σφραγισθεί ως ακάλυπτες και άλλες τρεις μεταχρονολογημένες επιταγές της Τράπεζας Κρήτης, τις οποίες είχε εκδώσει ο ενάγων σε διαταγή του πρώτου των εναγομένων χάριν καταβολής τιμήματος αγορασθέντων "ΞΥΣΤΟ", και ειδικότερα 1) η με αριθ. ...
επιταγή, ονομαστικής αξίας 3.982.750 δρχ., η οποία παραδόθηκε και καταχωρήθηκε στη στήλη της πίστωσης του λογαριασμού που τηρούσε η .δευτέρα των εναγομένων, στις 17-6-1996, έναντι ισόποσου τιμήματος, καταχωρηθέντος στη στήλη της χρέωσης στις 13-6-1996, και φέρει ημεροχρονολογία έκδοσης 5-7-1996, 2) η με αριθ. ... επιταγή, ονομαστικής αξίας 5.638.500 δρχ., η οποία παραδόθηκε και καταχωρήθηκε στη στήλη της πίστωσης του ανωτέρω λογαριασμού, στις 17-6-1996, έναντι ισόποσου τιμήματος, καταχωρηθέντος στη στήλη της χρέωσης στις 13-61996, και φέρει ημεροχρονολογία έκδοσης 5-7-1996, και 3) η με αριθ. ...
επιταγή, ονομαστικής αξίας 2.796.875, η οποία παραδόθηκε και καταχωρήθηκε στη στήλη της πίστωσης του άνω λογαριασμού στις 24-61996, έναντι ισόποσου τιμήματος, καταχωρηθέντος στη στήλη της χρέωσης, στις 17-6-1996, και φέρει ημεροχρονολογία έκδοσης 8-7-1996. Τα ποσά των επιταγών αυτών στις 8 και 9-7-1996 ανεγράφησαν στην καρτέλα τήρησης του λογαριασμού τόσο στη στήλη της χρέωσης, με την ένδειξη "Είσπραξη επιταγής σε 11", όσο και στη στήλη της πίστωσης, με την ένδειξη "Είσπραξη επιταγής σε 01".
Ωστόσο, αποδείχθηκε ότι αυτές, στις 12-7-1996, οι πρώτη και τρίτη και στις 15-7-1996, η δευτέρα, σφραγίσθηκαν ως ακάλυπτες (βλ. το από 11-3-2004 υπηρεσιακό σημείωμα και την από 15-7-2005 αναλυτική αναφορά δεδομένων συστήματος οικονομικής συμπεριφοράς "ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ" που μετ' επικλήσεως προσκομίζεται). Προδήλως, συνεπώς, η καταχώρηση στο λογαριασμό των επιταγών ως εισπραχθεισών, τόσο στη στήλη της χρέωσης όσο και στη στήλη της πίστωσης, συνιστά συμψηφιστική εγγραφή χρεωπίστωσης για λόγους λογιστικού ισοσκελισμού του λογαριασμού, σύμφωνα με την τακτική που ακολουθούσε το λογιστήριο της δευτέρας των εναγομένων, η οποία ήδη αναφέρθηκε και για την περίπτωση της με αριθ. ...
επιταγής που ισχυρίσθηκε ο ενάγων ότι είχε πληρώσει δύο φορές. Προκειμένου να καλυφθεί το ποσόν των άνω ακάλυπτων επιταγών, με πρωτοβουλία των υπαλλήλων του λογιστηρίου της δευτέρας των εναγομένων, τούτο συμψηφίσθηκε εξωλογιοτικά με τα ποσά των τριών από τις πέντε αποστολές κερδισμένου "ΞΥΣΤΟ" που στη συνέχεια καταλογίσθηκαν ως άνω, σύμφωνα με την 697/2003 απόφαση του Εφετείου Λάρισας για την εξόφληση του ποσού των επιταγών, για τις οποίες εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής, και ειδικότερα με τα ποσά 1) της από 15-7-1996 αποστολής, ύψους 4.202.150 δρχ., 2) της από 22-7-1996 αποστολής, ύψους 4.336.150 δρχ.
και 3) της από 29-7-1996 αποστολής, ποσού 4.343.000 δρχ. Κατόπιν τούτων, ο εξωλογιστικός συμψηφισμός δεν επέφερε τα αποτελέσματα του, δηλαδή την εξόφληση των ανωτέρω επιταγών, και επομένως αυτές στον τηρούμενο από τη δευτέρα των εναγομένων δοσοληπτικό λογαριασμό του χρονικού διαστήματος από 1-1-1996 έως 10-10-1996 έπρεπε να καταχωρηθούν στη στήλη της χρέωσης, αφαιρουμένου συγχρόνως από τη στήλη αυτή του ποσού των επιταγών, για τις οποίες εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής, καθ' ο μέρος εξοφλήθηκε ως άνω.
Τέλος, πρέπει να σημειωθεί ότι κατά το από 28-9-1994 έως και 23-5-1995 χρονικό διάστημα της εμπορικής συνεργασίας των διαδίκων, το τίμημα αγοράς των λαχείων "ΞΥΣΤΟ" ο ενάγων πλήρωνε στη δευτέρα των εναγομένων κυρίως με καταθέσεις μετρητών σε τράπεζα, με εμβάσματα και με το αντίτιμο εξαργύρωσης κερδισμένων "ΞΥΣΤΟ" που απέστελε στην τελευταία, με το οποίο πιστωνόταν απευθείας ο λογαριασμός του.
Από 24-5-1995 έως και 10-10-1996, όμως, που έληξε η συνεργασία τους το τίμημα αγοράς των άνω λαχείων ο ενάγων πλήρωνε σχεδόν αποκλειστικά με επιταγές, τα ποσά δε των εξαργυρωμένων "ΞΥΣΤΟ" κατετίθεντο στο λογαριασμό όψεως τούτου στην τράπεζα, από τον οποίο εσύροντο οι επιταγές, προς κάλυψη αυτών (βλ. την έκθεση πραγματογνωμοσύνης του Ι.
Ζ. και Δ. Φ., σε συνδυασμό με την κατάθεση του μάρτυρος αποδείξεως, Γ. Κ.).
Συνεπώς, στη στήλη πίστωσης του λογαριασμού κατά την άνω χρονική περίοδο ανεγράφωντο τα ποσά των πληρωθεισών επιταγών και όχι τα ποσά των εξαργυρωθέντων "ΞΥΣΤΟ", με τα οποία είχαν εξοφληθεί οι επιταγές . διότι στην αντίθετη περίπτωση ο λογαριασμός θα πιστωνόταν με το ίδιο ποσόν δύο φορές. Κατόπιν τούτων, εφόσον οι επιταγές, για τις οποίες εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής, φέρονται καταχωρημένες στη στήλη πίστωσης του λογαριασμού, αφαιρουμένων από τη στήλη χρέωσης, δεν είναι δυνατόν να καταχωρηθούν παράλληλα στη στήλη πίστωσης και τα ποσά των προεκτεθεισών αποστολών κερδισμένου "ΞΥΣΤΟ" που καταλογίσθηκαν, σύμφωνα με την 697/2003 απόφαση του Εφετείου Λάρισας, στα ποσά των επιταγών προς εξόφλησή τους.
Πιο συγκεκριμένα, από την καρτέλα του τηρούμενου από τη δευτέρα των εναγομένων δοσοληπτικού λογαριασμού για τις συναλλαγές της με τον ενάγοντα, κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-1996 έως 10-10-1996, προκύπτει ότι, το συνολικό ποσόν της χρέωσης διαμορφώθηκε στις 381.397.837 δρχ. και το συνολικό ποσόν της πίστωσης στις 391.679.125 δρχ.
Ειδικότερα, το ποσόν της χρέωσης περιλαμβάνει, 1) το ποσόν των 344.172.250 δρχ., για αγορές "ΞΥΣΤΟ", 2) το ποσόν των 211.112 δρχ., για λογιστικά σημειώματα-μεταφορικά, 3) το ποσόν των 880.000 δρχ., για διόρθωση λάθους πίστωσης, 4) το ποσόν των 28.000 δρχ., για έξοδα (σημειώνεται ότι τα υπό στοιχεία 1 έως και 4 κονδύλια της χρέωσης συνομολογούνται από τον ενάγοντα καθ' υποφοράν στην αγωγή του, ως περιεχόμενα στην ιδιωτική γνωμοδότηση του Β.
Γ. που ενσωματώνεται στην αγωγή του και υιοθετείται πλήρως) και 5) το ποσόν των 36.106.475 δρχ., για ανεξόφλητες επιταγές, το δε ποσόν της πίστωσης περιλαμβάνει, 1) το ποσόν των 14.520.800 δρχ., για εμβάσματα και μετρητά, 2) το ποσόν των 17.795.250 δρχ., για αποστολές κερδισμένου "ΞΥΣΤΟ", πιοτωθείσες απευθείας στην καρτέλα του λογαριασμού, 3) το ποσόν των 40ΙΚ050 δρχ., για λογιστικά σημειώματα-μεταφορικά, και 4) το ποσόν των 358.960.975 δρχ., (365.136.475 - 6.175.500) για εκδοθείσες επιταγές.
Ωστόσο, σύμφωνα με τα ανωτέρω εκτεθέντα στη στήλη της χρέωσης δεν έπρεπε να αναγραφεί το ποσόν των 36.106.475 δρχ., το οποίο αναφέρεται στο ποσόν των επιταγών της διαταγής πληρωμής (που προφανώς εκ παραδρομής ανεγράφη αντί του ποσού των 36.895.875 δρχ. των εν λόγω επιταγών) καθόσον μέχρι του ποσού των 34.800.900 δρχ. οι επιταγές αυτές με βάση την 697/2003 απόφαση του Εφετείου Λάρισας έχουν εξοφληθεί.
Συνεπώς, στη στήλη της χρέωσης, αντί του ποσού των 36.106.475 δρχ., έπρεπε να αναγραφεί το ποσόν των 2.094.975 δρχ., κατά το οποίο οι ως άνω επιταγές δεν εξοφλήθηκαν, σύμφωνα με την ίδια απόφαση, και επί πλέον το ποσόν των 12.418.125 δρχ., το οποίο αντιστοιχεί στις προεκτεθείσες τρεις ακάλυπτες επιταγές που επιχειρήθηκε ανεπιτυχώς, κατόπιν εξωλογιστικού συμψηφισμού, να καλυφθούν με τα ανωτέρω ποσά των αποστολών κερδισμένων "ΞΥΣΤΌ" της 15-7-1996, 22-7-1996 και 29-7-1996, τα οποία εν τέλει καταλογίσθηκαν στα ποσό των επιταγών της διαταγής πληρωμής. Και τούτο, διότι, σύμφωνα με την άνω ακολουθούμενη τακτική από το λογιστήριο της εναγομένης, έναντι της χρέωσης του τιμήματος των αγορασθέντων "ΞΥΣΤΟ", ανεγράφετο πάντοτε, στη στήλη της πίστωσης, για λόγους λογιστικού ισοσκελισμού του λογαριασμού, το ποσόν της ισόποσης επιταγής, ανεξαρτήτως αν αυτή είχε ή όχι εξοφληθεί. Η πραγματική δε χρέωση ελάμβανε χώρα μόνον μετά τη σφράγιση της επιταγής ως ακάλυπτης (βλ. την έκθεση πραγματογνωμοσύνης του Δ. Φ.), όπως στην ανωτέρω περίπτωση.
Συνεπώς, το ποσόν της χρέωσης έπρεπε να ανέρχεται στο ποσόν των 359.804.462 δρχ. και όχι στο ποσόν των 381.397.837 δρχ. Περαιτέρω, όσον αφορά το ποσόν της πίστωσης, αποδείχθηκε ότι το συνολικό ύψος της ονομαστικής αξίας των επιταγών που εξέδωσε ο ενάγων, κατά την άνω χρονική περίοδο, ανερχόταν στο ποσόν των 359.766.475 δρχ. (βλ. πραγματογνωμοσύνη, Δ. Φ.) και όχι στο ποσόν των 358.960.975 δρχ. που ανεγράφη στην καρτέλα τήρησης του λογαριασμού εκ μέρους της δευτέρας των εναγομένων, προφανώς από εσφαλμένο υπολογισμό. Εξάλλου, από την ίδια καρτέλα προκύπτει ότι προστέθηκε στο ποσόν της πίστωσης και το ποσόν των 17.795.250 δρχ. που αντιστοιχεί στις απευθείας πιστωθείσες στην καρτέλα αποστολές κερδισμένων "ΞΥΣΤΟ", ποσού 4.675.000 δρχ., 4.918.500 δρχ. και 3.937.100 δρχ. που καταχωρήθηκαν σ' αυτήν στις 3-9-1996, 10-9-1996, 17-9-1996 και 23-9-1996, αντίστοιχα. Όμως, με την ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής, καθ' ο μέρος έγινε δεκτή με την 697/2003 απόφαση του Εφετείου Λάρισας, το εκ δρχ. 17.773.750 ποσόν των αποστολών κερδισμένων "ΞΥΣΤΟ" του μηνός Σεπτεμβρίου 1996 προτάθηκε σε καταλογισμό και πράγματι καταλογίσθηκε στο ποσόν των επιταγών της διαταγής πληρωμής, με συνέπεια την εξόφληση τους κατ' αντίστοιχο τμήμα.
Συνεπώς, το ποσόν των 17.773.750 δρχ., ως καλυπτόμενο από το ποσόν των αναγραφομένων στη στήλη της πιστώσεως επιταγών της διαταγής πληρωμής, έπρεπε να αφαιρεθεί από το ποσόν των 17.795.250 δρχ. και να αναγραφεί στην εν λόγω στήλη μόνον η εκ δρχ. 21.500 δρχ. διαφορά τους (17.795.250 - 17.773.750).
Συνεπώς, το ποσόν της πίστωσης έπρεπε να ανέρχεται στο ποσόν των 374.710.875 δρχ., αφαιρουμένου του ποσού των 80.544 δρχ., το οποίο κατέθεσε ο πρώτος των εναγομένων, ως νόμιμος εκπρόσωπος της δευτέρας των εναγομένων, στο λογαριασμό όψεως του ενάγοντος στην τράπεζα επί πλέον του ποσού των αποστολών κερδισμένων "ΞΥΣΤΟ" που παρέλαβε (βλ.
την έκθεση πραγματογνωμοσύνης του Ι. Ζ., σε συνδυασμό με την ιδιωτική γνωμοδότηση του Β. Γ., που μετ' επικλήσεως προσκομίζονται και λαμβάνονται υπόψη ως δικαστικά τεκμήρια, από τις οποίες προκύπτει ότι ο πρώτος των εναγομένων εισέπραξε το ποσόν των 166.179.900 δρχ. από αποστολές "ΞΥΣΤΟ" και κατέθεσε στην τράπεζα το ποσόν των 166.260.444 δρχ.).
Ως εκ τούτου, το ποσόν της πίστωσης έπρεπε να ανέρχεται στο ποσόν των 374.630.331 δρχ. (374.710.875 - 80.544) και όχι στο ποσόν των 391.679.125 δρχ. που προκύπτει από την καρτέλα του λογαριασμού που τηρούσε η δευτέρα των εναγομένων. Κατόπιν τούτων κατά την χρονική περίοδο από 1-1-1996 έως 10- 10-1996 ο λογαριασμός έπρεπε να εμφανίζει χρεωστικό υπόλοιπο υπέρ του ενάγοντος, ύψους 14.825.869 δρχ. (359.804.462 - 374.630.331).
Περαιτέρω, σε σχέση με τη χρονική περίοδο από 1-1-1995 έως 31-12-1995, από την καρτέλα του τηρουμένου ως άνω από τη δευτέρα των εναγομένων δοσοληπτικού λογαριασμού για τις συναλλαγές με τον ενάγοντα, προκύπτει ποσόν χρέωσης 640.869.265 δρχ. και ποσόν πίστωσης 698.612.325 δρχ. Στο ποσόν της χρέωσης περιλαμβάνεται, 1) το ποσόν των 638.493.000 δρχ., για αγορές "ΞΥΣΤΟ", 2) το ποσόν των 90.120 δρχ., για μεταφορικά, 3) το ποσόν των 1.588.200 δρχ., για ένταλμα πληρωμής και 4) το ποσόν των 697.945 δρχ., για διαφορές χρέωσης, στο δε ποσόν πίστωσης περιλαμβάνεται 1) το ποσόν των 141.771.050 δρχ., για εμβάσματα, 2) το ποσόν των 391.111.125 δρχ., για επιταγές, 3) το ποσόν των 162.599.200 δρχ., για αποστολές κερδισμένων "ΞΥΣΤΟ" που πιστώθηκαν απευθείας στην καρτέλα, 4) το ποσόν των 1.121.950 δρχ., για πιστώσεις λανθασμένων καταστάσεων, 5) το ποσόν των 1.588.200 δρχ., για άλλες πιστώσεις καρτέλας και 6) το ποσόν των 9.000 δρχ., για εκπτώσεις μεταφορικών.
Ο ενάγων συνομολογεί καθ' υποφορά στην αγωγή του όλα τα ανωτέρω κονδύλια χρεωπίστωσης του λογαριασμού, τα οποία περιλαμβάνονται και στο πόρισμα της ενσωματωθείσας στην αγωγή της ιδιωτικής γνωμοδότησης του Β. Γ., που υιοθετείται πλήρως. Ισχυρίζεται, όμως, ότι πέραν του ποσού των 162.599.200 δρχ., ο πρώτος των εναγομένων είχε εισπράξει από αποστολές κερδισμένων "ΞΥΣΤΟ" και το ποσόν των 34.203.050 δρχ., το οποίο αθεμίτως εν γνώσει του απέκρυψε με την μη καταχώρησή του στη στήλη πίστωσης του λογαριασμού, με σκοπό παρανόμου περιουσιακού οφέλους, προς βλάβη του ενάγοντος, διότι το ποσόν αυτό είχε ήδη υπεξαιρέσει, ιδιοποιούμενος τούτο παράνομα.
Πιο συγκεκριμένα, κατά τους ισχυρισμούς του ενάγοντος, ο πρώτος των εναγομένων υπεξήρεσε τις εξής αποστολές κερδισμένου "ΞΥΣΤΟ" της άνω χρονικής περιόδου, 1) την αποστολή της 31-5-1995, ποσού 4.348.100 δρχ., 2) την αποστολή της 7-6-1995, ποσού 4.200.000 δρχ., 3) την αποστολή της 13-6-1995, ποσού 2.588.650 δρχ., 4) την αποστολή της 26-61995, ποσού 3.364.150 δρχ., 5) την αποστολή της 3-7-1995, ποσού 3.706.750 δρχ., 6) την αποστολή της 7-7-1995, ποσού 4.116.150 δρχ., 7) την αποστολή της 16-10-1995, ποσού 4.333.550 δρχ.
και 8) την αποστολή της 28-12-1995, ποσού 7.745.500 δρχ. Ωστόσο, σε σχέση με τις υπό στοιχεία 1 έως 5 αποστολές, από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι αυτές απεστάλησαν από τον ενάγοντα με παραλήπτη τη δευτέρα των εναγομένων ή τον πρώτο, ως διαχειριστή της τελευταίας, ενόψει του ότι η κατάθεση του μάρτυρος αποδείξεως και υιού του ενάγοντος, δεν κρίνεται επαρκής προς τούτο, δεδομένου ότι τη γνώση του για τις άνω αποστολές "ΞΥΣΤΟ" προς τους εναγομένους δε θεμελιώνει σε δική του αντίληψη ή σε πληροφόρηση εκ μέρους κατονομαζομένου προσώπου, αλλά στις κατεχόμενες από τον ενάγοντα αποδείξεις.
Όμως ο ενάγων, ως έχων το βάρος αποδείξεως δεν προσκόμισε με επίκληση ούτε αποδείξεις αποστολής (από εταιρία ταχυμεταφορών, από τα ΕΛΤΑ, το ΚΤΕΛ ή άλλο φορέα) ούτε άλλα αποδεικτικά στοιχεία από τα οποία να προκύπτει ότι οι συγκεκριμένες αποστολές "ΞΥΣΤΟ" είχαν ως παραλήπτη τον πρώτο ή τη δευτέρα των εναγομένων, ενόψει του ότι, όπως και ο ίδιος αποδέχθηκε, εξεταζόμενος ως διάδικος ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, είχε δικαίωμα να απευθύνει τις αποστολές, παρακάμπτοντας τη δευτέρα των εναγομένων, απευθείας στην ανώνυμη εταιρία "ΣΤΙΓΜΙΑΙΟ ΛΑΧΕΙΟ ΑΕ" και να εισπράττει τις εξαργυρώσεις ο ίδιος ή με τη μεσολάβηση τρίτου προσώπου άλλου από αυτό της εναγομένης.
Επομένως, η κατάθεση του ανωτέρω μάρτυρος αποδείξεως δεν ενισχύεται από κανένα αποδεικτικό στοιχείο και επί πλέον αναιρείται από την κατάθεση της μάρτυρος ανταποδείξεως, η οποία ρητά και κατηγορηματικά .αρνήθηκε ως υπάλληλος του λογιστηρίου της δευτέρας των εναγομένων ότι παρελήφθησαν από τους εναγομένους οι άνω αποστολές "ΞΥΣΤΟ".
Περαιτέρω, σε σχέση με τις λοιπές ως άνω αποστολές αποδείχθηκε ότι ουδόλως υπεξαιρέθηκαν από τον πρώτο των εναγομένων, αλλά ότι 1) η εκ δρχ. 4.116.150 αποστολή της 7-7-1995 εξαργυρώθηκε και το προϊόν της εξαργύρωσης κατατέθηκε στις 19-7-1995 στο λογαριασμό όψεως του ενάγοντος στην τράπεζα (βλ. τη λογιστική πραγματογνωμοσύνη του Δ.
Φ. και το συνημμένο σ' αυτήν Πίνακα II για τις αποστολές κερδισμένου "ΞΥΣΤΟ" σε τράπεζα κατά το από 24-5-1995 έως 31-12-1995 χρονικό διάστημα), 2) η εκ δρχ. 7.745.500 αποστολή της 28-12-1995 εξαργυρώθηκε και το προϊόν της εξαργύρωσης κατατέθηκε στις 2-1-1996 με κωδικό 70576911-00 στο λογαριασμό όψεως του ενάγοντα στην τράπεζα (βλ. την λογιστική πραγματογνωμοσύνη του Δ.
Φ. και το συνημμένο σ' αυτήν ως άνω Πίνακα II, σε συνδυασμό με την ιδιωτική γνωμοδότηση του Β. Γ.) και 3) η εκ δρχ. 4.333.550 δρχ. αποστολή της 16-10-1995 (το ποσόν της οποίας σημειωτέον ανέρχεται στην πραγματικότητα σε 4.146.350 δρχ. και όχι σε 4.333.550 δρχ.) ήχθη, όπως προεκτέθηκε, σε εξόφληση του ποσού των επιταγών της διαταγής πληρωμής, κατόπιν παραδοχής με την 697/2003 απόφαση του Εφετείου Λάρισας του συναφούς λόγου της ανακοπής που άσκησε ως άνω ο ενάγων κατά της διαταγής πληρωμής.
Ενόψει τούτων, το ποσόν της άνω αποστολής, ως καλυπτόμενο από το ποσόν των επιταγών της διαταγής πληρωμής που καταχωρήθηκε στη στήλη πίστωσης του λογαριασμού, δεν πρέπει να αναγραφεί και αυτό στη στήλη πίστωσης, παρά τα περί του αντιθέτου υποστηριζόμενα από τον πραγματογνώμονα, Δ. Φ., στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης που συνέταξε, διότι στην αντίθετη περίπτωση το εν λόγω ποσόν θα πιστωθεί δύο φορές, βάσει όσων ήδη αναφέρθηκαν ανωτέρω.
Μετά ταύτα, ορθώς ο λογαριασμός που τηρούσε η δευτέρα των εναγομένων, κατά τη χρονική περίοδο από 1-1-1995 έως 31-12-1995, εμφάνισε υπόλοιπο υπέρ του ενάγοντος 57.331.260 δρχ. (χρέωση 640.869.265 δρχ. - πίστωση 698.200.525 δρχ.). Τέλος, σε σχέση με τη χρονική περίοδο από 28-9-1994 έως 31-12-1994, από την καρτέλα του τηρουμένου ως άνω από τη δευτέρα των εναγομένων δοσοληπτικού λογαριασμού, για τις συναλλαγές της με τον ενάγοντα, προκύπτει ποσόν χρέωσης 171.387.455 δρχ.
και ποσόν πίστωσης 70.330.557 δρχ. Στο ποσόν της χρέωσης περιλαμβάνεται, 1) το ποσόν των 171.347.750 δρχ., για αγορές "ΞΥΣΤΟ", 2) το ποσόν των 39.605 δρχ., για μεταφορικά και 3) το ποσόν των 100 δρχ. για διάφορες χρεώσεις, στο δε ποσόν της πίστωσης περιλαμβάνεται, 1) το ποσόν των 23.121.900 δρχ., για εμβάσματα, 2) το ποσόν των 24.140.357 δρχ., για πληρωθείσες επιταγές, και 3) το ποσόν των 23.068.300 δρχ., για αποστολές κερδισμένου "ΞΥΣΤΟ", πιστωθείσες στην καρτέλα, και ειδικότερα για τις αποστολές της 21-11-1994 ποσού 4.501.650 δρχ., της 20-12-1994, ποσού 7.847.600, και της 27-12-1994, ποσού 10.719.050 δρχ.
Ο ενάγων συνομολογεί καθ' υποφορά στην αγωγή του όλα τα ανωτέρω κονδύλια χρεωπίστωσης του λογαριασμού, τα οποία περιλαμβάνονται και στο πόρισμα της ενσωματωθείσας στην αγωγή του ιδιωτικής γνωμοδότησης του Β. Γ., την οποία υιοθετεί πλήρως. Ισχυρίζεται όμως ότι, πέραν του ποσού των 23.068.300 δρχ., ο πρώτος των εναγομένων είχε εισπράξει από αποστολές κερδισμένων "ΞΥΣΤΟ" της άνω χρονικής περιόδου και το ποσόν των 38.130.350 δρχ., το οποίο αθεμίτως εν γνώσει του απέκρυψε με τη μη καταχώρησή του στη στήλη πίστωσες του λογαριασμού, με σκοπό παρανόμου περιουσιακού οφέλους, προς βλάβη του ενάγοντος, διότι το ποσόν αυτό είχε ήδη υπεξαιρέσει, ιδιοποιούμενος τούτο παράνομα.
Πιο συγκεκριμένα, κατά τους ισχυρισμούς του ενάγοντος, ο πρώτος των εναγομένων υπεξήρεσε τις εξής αποστολές κερδισμένου "ΞΥΣΤΟ" της εν λόγω χρονικής περιόδου, 1) την αποστολή της 3-10-1994, ποσού 4.030.750 δρχ., 2) την αποστολή της 9-10-1994 ποσού 1.790.000 δρχ., 3) την αποστολή της 10-10-1994, ποσού 1.790.000 δρχ., 4) την αποστολή της 24-10-1994 ποσού 3.883.200 δρχ., 5) την αποστολή της 1-11-1994, ποσού 4.395.150 δρχ., 6) την αποστολή της 8-11-1994, ποσού 4.587.100 δρχ., 7) την αποστολή της 14-11-1994, ποσού 4.492.950 δρχ., 8) την αποστολή της 2911-1994, ποσού 4.435.250 δρχ., 9) την αποστολή της 5-12-1994, ποσού 4.623.500 δρχ., και 10) την αποστολή της 12-12-1994, ποσού 4.187.550 δρχ.
Ωστόσο, από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι αυτές απεστάλησαν από τον ενάγοντα με παραλήπτη τη δευτέρα των εναγομένων ή τον πρώτο εξ αυτών, ως διαχειριστή της, ενόψει του ότι η κατάθεση του μάρτυρος αποδείξεως, για τους ίδιους λόγους που προαναφέρθηκαν σε σχέση με τις 1-5 αποστολές "ΞΥΣΤΟ" του έτους 1995, δεν κρίνεται επαρκής προς τούτο και δεν ενισχύεται ούτε από αποδείξεις αποστολής (από εταιρία ταχυμεταφοράς, ή από τα ΕΛΤΑ, ή από το ΚΤΕΛ ή άλλο φορέα) ούτε από άλλα αποδεικτικά στοιχεία, από τα οποία να προκύπτει ότι οι συγκεκριμένες αποστολές "ΞΥΣΤΟ" είχαν ως παραλήπτες τους εναγομένους, ενώ αντιθέτως η μάρτυρας ανταποδείξεως βεβαίωσε κατηγορηματικώς ότι δεν παρελήφθησαν από τους τελευταίους, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν ειδικότερα και για τις άνω υπό στοιχεία 1 έως 5 αποστολές "ΞΥΣΤΟ" του έτους 1995, προς αποφυγή άσκοπων επαναλήψεων.
Εξάλλου, δεν συνιστούν επαρκή αποδεικτικά στοιχεία προς τούτο τα αποδεικτικά παραλαβής δέματος της εταιρίας ταχυμεταφορών "Α. Π. - Ο. Ν. και ΣΙΑ ΟΕ" με αριθμούς 4130, 0482, 35752, 4172, 07061, 07009, καθόσον δεν φέρουν ημερομηνίες, και ως εκ τούτου δεν μπορεί να συναχθεί για ποιες αποστολές πρόκειται. Από δε τις από 17-11-1994 και 1-12-1994 αποδείξεις κατάθεσης συστημένου των ΕΛΤΑ που μετ' επικλήσεως προσκομίζει ο ενάγων, ουδόλως αποδεικνύεται η αποστολή στους εναγομένους των αμφισβητουμένων αποστολών "ΞΥΣΤΟ" της 14-11-1994 και 29-11-1994, καθόσον δεν υπάρχει καμία αντιστοιχία στις ημερομηνίες ούτε προκύπτει από τις άνω αποδείξεις κατάθεσης συστημένου το είδος του αντικειμένου που απεστάλη.
Συνεπώς, ουδεμία υπεξαίρεση αποδείχθηκε ότι έλαβε χώρα και ως εκ τούτου ορθώς ο τηρούμενος από τη δευτέρα των εναγομένων δοσοληπτικός λογαριασμός, κατά τη χρονική περίοδο από 28-9-1994 έως 31-12-1994, εμφάνισε χρεωστικό υπόλοιπο σε βάρος του ενάγοντος, ύψους 101.056.898 δρχ. (χρέωση 171.387.455 - πίστωση 70.330.557). Κατ' ακολουθία, συνυπολογιζομένων των άνω χρεωστικών υπολοίπων του λογαριασμού στις 31-12-1994, στις 31-12-1995 και στις 10-101996, προκύπτει ότι αυτός κατά τη λήξη της συνεργασίας των διαδίκων εμφάνισε υπόλοιπο οφειλής προς τη δευτέρα των εναγομένων εκ μέρους του ενάγοντος, ύψους 28.899.769 δρχ. (101.056.898 - 57.331.260 = 43.725.638 - 14.825.869).
Επομένως, αβασίμως υποστηρίζει ο ενάγων ότι ο λογαριασμός εμφάνισε χρεωστικό υπόλοιπο υπέρ του και μάλιστα υπεξαιρεθέν από τον πρώτο των εναγομένων ποσού 57.059.731 δρχ. Ωστόσο, ο ενάγων ισχυρίζεται, σύμφωνα και με τη γνωμοδότηση του τεχνικού του συμβούλου, Κ. Χ., ότι δεν έπρεπε να υπολογισθούν στις χρεώσεις του λογαριασμού τα αναφερόμενα στο τίμημα αγοράς "ΞΥΣΤΟ" ποσά που προσδιορίζει, συνολικού ύψους 86.792.625 δρχ., για το έτος 1994, 162.800.500 δρχ., για το έτος 1995 και 7.092.875 δρχ., για το έτος 1996, διότι στην καρτέλα του λογαριασμού δεν υπάρχει καταχώρηση δελτίου αποστολής ή σχετικής επιταγής ή απόδειξη εταιρίας μεταφοράς για τα ποσά αυτά και δεν αντιστοιχούν σε πραγματικές πωλήσεις λαχείων "ΞΥΣΤΟ" προς τον ενάγοντα.
Αυτός, όμως, τα ποσά χρέωσης του λογαριασμού που αναφέρονται στο τίμημα αγοράς των λαχείων, ως περιλαμβανόμενα στο ενσωματωθέν στην αγωγή πόρισμα της ιδιωτικής γνωμοδότησης του λογιστή, Β. Γ., την οποία όπως προαναφέρθηκε υιοθέτησε πλήρως, συνομολόγησε καθ' υποφορά στην αγωγή και μάλιστα απετέλεσαν τη βάση υπολογισμού για τον προσδιορισμό του ποσού των 57.059.731 δρχ.
που κατά τους ισχυρισμούς του εμφάνισε ως χρεωστικό υπόλοιπο ο λογαριασμός υπέρ του, το οποίο ζήτησε ως αποζημίωση, λόγω υπεξαίρεσής του από τον πρώτο εναγόμενο. Ως εκ τούτου, με την εκ των υστέρων αμφισβήτηση των ποσών αυτών επιχειρεί ανάκληση της ως άνω δικαστικής του ομολογίας, και επομένως φέρει το βάρος αποδείξεως ότι η ομολογία του δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια.
Εν τούτοις, κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προσκόμισε με επίκληση, από το οποίο να αποδεικνύεται ότι τα αμφισβητούμενα ποσά χρέωσης του λογαριασμού δεν αντιστοιχούν σε πραγματικές πωλήσεις προς αυτόν λαχείων "ΞΥΣΤΟ". Από το γεγονός δε ότι δεν υπάρχει στην καρτέλα του λογαριασμού καταχώρηση επιταγής ή απόδειξη εταιρίας μεταφοράς σε σχέση με τα ποσά αυτά, δεν συνάγεται, άνευ άλλου τίνος, ότι τα ποσά αυτά είναι πλασματικά.
Εξάλλου, από την επισκόπηση της καρτέλας του λογαριασμού προκύπτει σαφώς ότι έναντι εκάστου των αμφισβητουμένων ποσών χρέωσης αναγράφεται και ο αριθμός του οικείου παραστατικού που προφανώς πρόκειται για δελτίο αποστολής, και ως εκ τούτου αβασίμως υποστηρίζει ο ενάγων ότι δεν παρατίθεται στα ποσά αυτά σχετικό δελτίο αποστολής.
Κατ' ακολουθία, εφόσον δεν απέδειξε ότι η ομολογία του δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια, αυτή αποτελεί, κατ' άρθρ. 352 ΚΠολΔ πλήρη απόδειξη. Το δε πρωτοβάθμιο δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφαση δέχθηκε τα ίδια δεν έσφαλε και ο περί του αντιθέτου λόγος της έφεσης πρέπει να απορριφθεί. Μετά ταύτα, δεν αποδείχθηκε ότι ο πρώτος των εναγομένων διέπραξε καθ' οιονδήποτε τρόπο υπεξαίρεση σε βάρος του ενάγοντος και ως εκ τούτου η αγωγή κατά τα αιτήματα της τόσο για αποζημίωση όσο και για χρηματική ικανοποίηση που θεμελιώνονται στην υπεξαίρεση του πρώτου των εναγομένων έπρεπε να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσίαν.
Εξάλλου, πρέπει να σημειωθεί ότι ο πρώτος των εναγομένων με την 723/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Λάρισας (η οποία ήδη έχει καταστεί αμετάκλητη, βλ. τα πιστοποιητικά με αριθ. πρωτ. 5/4-10-2010 του Γραμματέα του Εφετείου Λάρισας και 4089/4-10-2010 του Αρείου Πάγου), για την ίδια ως άνω πράξη, για την οποία παραπέμφθηκε ενώπιον του, η οποία χαρακτηρίσθηκε ως υπεξαίρεση που διαπράχθηκε με απάτη, η οποία κρίθηκε ότι απορρόφησε την υπεξαίρεση (βλ.
το 93/2006 βούλευμα του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου σε Συμβούλιο, το οποίο εκδόθηκε επί αιτήσεως αναιρέσεως κατά του 213/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Λάρισας), κηρύχθηκε αθώος. Ομοίως δε αθώος, ελλείψει δόλου, κηρύχθηκε αυτός, με την ίδια απόφαση, και για την πράξη της απάτης στο Δικαστήριο, την οποία φέρεται ότι τέλεσε, παραπλανώντας το Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου να εκδώσει την 9/1997 διαταγή πληρωμής, με βάση τις προεκτεθείσες τέσσερις ακάλυπτες επιταγές της Τράπεζας Κρήτης, αποσιωπώντας αθεμίτως ότι αυτές είχαν εξοφληθεί.
Είναι γεγονός ότι με την 697/2003 αμετάκλητη απόφαση του Εφετείου Λάρισας έχει κριθεί, όπως προεκτέθηκε, με δύναμη δεδικασμένου ότι οι άνω επιταγές για τις οποίες εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής, έχουν εξοφληθεί με τις αναφερόμενες αναλυτικά ανωτέρω αποστολές κερδισμένου "ΞΥΣΤΟ" του ενάγοντος που καταλογίσθηκαν στο ποσόν αυτό.
Δεν αποδείχθηκε, όμως, ότι ο πρώτος των εναγομένων τελούσε σε γνώση της εξόφλησης και ότι αποσιώπησε την εξόφληση προκειμένου να παραπλανήσει το Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου να εκδώσει την επίμαχη διαταγή πληρωμής. Πιο συγκεκριμένα, η δευτέρα των εναγομένων, για λογαριασμό της οποίας ενεργούσε ο πρώτος εναγόμενος, ως νόμιμος εκπρόσωπος και διαχειριστής της, ήταν, όπως προαναφέρθηκε, κεντρικός πράκτορας της "ΣΤΙΓΜΙΑΙΟ ΛΑΧΕΙΟ ΑΕ" και είχε αναλάβει κατά μεγάλο μέρος τη διακίνηση του λαχείου "ΞΥΣΤΟ" στην Ελλάδα, με όγκο συναλλαγών που έφθανε τα 600.000.000.000 δρχ.
ετησίως και 370 πελάτες (βλ. την κατάθεση της μάρτυρος, Α. Α., στα πρακτικά και απόφαση με αριθ. 723/2009 του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Λάρισας που λαμβάνεται υπόψη ως δικαστικό τεκμήριο). Για την παρακολούθηση των συναλλαγών αυτών με τους πελάτες της διατηρούσε λογιστήριο από οκτώ υπαλλήλους, χωρίς, όμως, να τηρεί βιβλία νομίμως συντεταγμένα και θεωρημένα από την αρμόδια φορολογική αρχή, αλλά απλούς δοσοληπτικούς λογαριασμούς που καταχωρούσε σε καρτέλες.
Έτσι, επικρατούσε λογιστική αταξία, την οποία επέτεινε ο μεγάλος όγκος των συναλλαγών και η πολυπλοκότητα των δοσοληψιών, η οποία στη συγκεκριμένη περίπτωση δημιούργησε σύγχυση ως προς την ύπαρξη και το ύψος της οφειλής του ενάγοντος, δεδομένου ότι αυτός δεν ήταν πάντα συνεπής και καθυστερούσε να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του (βλ.
σαφή και κατηγορηματική κατάθεση της μάρτυρος ανταποδείξεως, Α. Α., τόσο στα άνω πρακτικά του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, όσο και στα πρακτικά και απόφαση με αριθ. 723/2009 του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Λάρισας). Χαρακτηριστικό της συγχύσεως είναι και η μεγάλη διάσταση που παρατηρείται στις εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης και ιδιωτικές γνωμοδοτήσεις των ειδικών προς τούτο επιστημόνων, οι οποίοι διορίσθηκαν προς διερεύνηση της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων.
Πιο συγκεκριμένα, με την 70/29-11-1999 έκθεση πραγματογνωμοσύνης ο λογιστής, Α. Κ., κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο ενάγων οφείλει στην δευτέρα των εναγομένων το ποσόν των 17.659.580 δρχ., με την από 31-8-2001 έκθεση λογιστικής πραγματογνωμοσύνης ο εφοριακός υπάλληλος, Ι. Ζ. κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η δευτέρα των εναγομένων οφείλει στον ενάγοντα το ποσόν των 51.986.331 δρχ., με την από 3-9-2003 ιδιωτική γνωμοδότηση ο λογιστής, Β.
Γ., κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η δευτέρα των εναγομένων οφείλει στον ενάγοντα το ποσόν των 57.059.731 δρχ., με την 29/31-3-2008 έκθεση λογιστικής πραγματογνωμοσύνης ο εφοριακός υπάλληλος, Δ. Φ., που όρισε προς τούτο το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο ενάγων οφείλει στη δευτέρα των εναγομένων το ποσόν των 30.466.075 δρχ., με την 2/15-4-2008 γνωμοδότηση ο τεχνικός σύμβουλος του ενάγοντος, Κ.
Χ., κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η δευτέρα των εναγομένων οφείλει στον ενάγοντα το ποσόν των 51.986.331 δρχ., με την από 26-4-2004 ιδιωτική γνωμοδότηση ο λογιστής της δευτέρας των εναγομένων, Π. Β., κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο ενάγων οφείλει στη δευτέρα των εναγομένων το ποσόν των 36.895.875 δρχ. και τέλος, με την από 15-3-2007 ιδιωτική γνωμοδότηση ο λογιστής, Κ.
Μ., κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο ενάγων οφείλει στη δευτέρα των εναγομένων το ποσόν των 35.016.950 δρχ. Εξάλλου, όπως προαναφέρθηκε, σε προγενέστερο χρόνο από αυτόν της σφράγισης των επιταγών της διαταγής πληρωμής, είχαν σφραγισθεί ως ακάλυπτες οι επιταγές με αριθ. ..., ... και ... της Τράπεζας Κρήτης, συνολικής ονομαστικής αξίας 12.418.125 δρχ.
Προκειμένου να καλυφθεί το ποσόν των επιταγών με πρωτοβουλία του λογιστηρίου της δευτέρας των εναγομένων ήχθησαν σε εξωλογιστικό συμψηφισμό με το εν λόγω ποσόν οι αποστολές "ΞΥΣΤΟ" του ενάγοντος της 15-7-1996, ποσού 4.202.150 δρχ., της 22-7-1996, ποσού 4.336.150 δρχ. και της 29-7-1996, ποσού 4.343.000 δρχ. Ο εξωλογιστικός συμψηφισμός, όμως, δεν επέφερε τα αποτελέσματα του, διότι την καταβολή των ποσών των ιδίων ως άνω αποστολών "ΞΥΣΤΟ" ο ενάγων προέβαλε στη συνέχεια σε εξόφληση του ποσού των επιταγών της διαταγής πληρωμής με την άνω ανακοπή του που έγινε δεκτή με την 697/2003 απόφαση του Εφετείου Λάρισας, και ως εκ τούτου με τις εν λόγω αποστολές εν τέλει αποσβέσθηκε κατ' αντίστοιχο μέρος το ποσόν των επιταγών της διαταγής πληρωμής.
Συνεπώς, ενόψει του γεγονότος ότι προ της ασκήσεως της ανακοπής επιχειρήθηκε από το λογιστήριο της δευτέρας των εναγομένων εξωλογιστικός συμψηφισμός των άνω αποστολών "ΞΥΣΤΟ" του ενάγοντος με προγενέστερη οφειλή του τελευταίου, ποσού 12.548.125 δρχ., αλλά και του γεγονότος ότι πράγματι ο λογαριασμός του ενάγοντος κατά τη λήξη της συνεργασίας του με τη δευτέρα των εναγομένων εμφάνιζε χρεωστικό υπόλοιπο σε βάρος του, ανερχόμενο στο ποσόν των 28.899.769 δρχ., σε συνδυασμό και με τη λογιστική αταξία και σύγχυση που επικρατούσε στο λογιστήριο της δευτέρας των εναγομένων σε σχέση με την οφειλή του ενάγοντος, δεν αποδείχθηκε ότι ο πρώτος των εναγομένων κατά το χρόνο υποβολής της αιτήσεως για την έκδοση της διαταγής πληρωμής είχε επίγνωση της εξόφλησης των επιταγών για τις οποίες εκδόθηκε .και ότι είχε πρόθεση να παραπλανήσει το Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου να εκδώσει αυτήν, με σκοπό παρανόμου περιουσιακού οφέλους προς βλάβη του ενάγοντος.
Ως εκ τούτου, δεν στοιχειοθετείται υποκειμενικά η παράνομη και ποινικά κολάσιμη πράξη της απάτης στο δικαστήριο που αποδίδει ο ενάγων στον πρώτο των εναγομένων με την κρινόμενη αγωγή προς θεμελίωση αξιώσεως χρηματικής ικανοποιήσεως, λόγω ηθικής βλάβης, σε βάρος του τελευταίου, και επομένως ελλείπει η παράνομη πράξη που απαιτείται για την τέλεση αδικοπραξίας, η οποία αποτελεί προϋπόθεση, κατ' άρθρ. 932 ΑΚ, για την επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης".
Με βάση τα ως άνω γενόμενα δεκτά, ως αποδειχθέντα το Εφετείο απέρριψε την έφεση, επικυρώνοντας την πρωτοβάθμια απόφαση.
3. Μετά την κατάργηση με τους ν. 2207/1994 και 2479/1997 της προδικαστικής αποφάσεως και της εισαγωγής της διαδικασίας του άρθρου 270 ΚΠολΔ, σε όλες τις υποθέσεις της τακτικής διαδικασίας δεν τίθεται θέμα υποκειμενικού βάρους αποδείξεως, με την έννοια του προσδιορισμού του διαδίκου, στον οποίο πρέπει να επιβάλει με απόφαση του την ευθύνη προσκομιδής του αποδεικτικού υλικού.
Αντίθετα το αντικειμενικό βάρος αποδείξεως, με την έννοια προσδιορισμού του διαδίκου, ο οποίος φέρει τον κίνδυνο της δημιουργούμενης στο δικαστήριο αμφιβολίας για την απόδειξη των θεμελιωτικών της αγωγής ή της ενστάσεως πραγματικών περιστατικών, εξακολουθεί να λειτουργεί, στο οποίο εντοπίζεται και περιορίζεται ο αναιρετικός έλεγχος από το άρθρο 559 αρ. 13 ΚΠολΔ, κατά του ορισμούς του οποίου ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της αποδείξεως.
Από τις διαλαμβανόμενες, στην προηγούμενη σκέψη της παρούσης, αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι στην αρνητική αξιολόγηση από ουσιαστική άποψη της αγωγής του αναιρεσείοντος κατέληξε το δικαστήριο της ουσίας, μετά το σχηματισμό πλήρους δικανικής πεποιθήσεως, για το κατ' ουσίαν αβάσιμο των θεμελιωτικών αυτής πραγματικών περιστατικών από τα προσκομισθέντα αποδεικτικά στοιχεία.
Με την έννοια αυτή δεν κατέληξε στην περί πραγμάτων κρίση του αυτή, παρά την αδυναμία των εναγομένων και ήδη αναιρεσίβλητων να βεβαιώσουν ανταποδεικτικώς τους αρνητικούς της αγωγής ισχυρισμούς τους, ώστε να τίθεται θέμα αναστροφής και παραβιάσεως του αντικειμενικού βάρους αποδείξεως, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τις διατυπούμενες αντίστοιχες αιτιάσεις, στους πρώτο και τρίτο λόγους της κρινόμενης αίτησης.
4. Ο από το άρθρο δε, 559 αρ. 12 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως ιδρύεται μόνον αν το δικαστήριο προσέδωσε σε αποδεικτικό μέσο αυξημένη αποδεικτική δύναμη, την οποία δεν είχε κατά νόμο, ή δεν του προσέδωσε τέτοια δύναμη, μολονότι την είχε κατά νόμο, και όχι αν έκρινε περισσότερο ή λιγότερο αξιόπιστο ένα από τα πολλά ισοδύναμα κατά νόμο αποδεικτικά μέσα).
Στα ιδιωτικά έγγραφα ο νόμος δεν προσδίδει αυξημένη, έναντι των λοιπών αποδεικτική δύναμη, αλλά συνεκτιμώνται ελεύθερα με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα. Εξάλλου,για να έχουν, την αυξημένη αποδεικτική δύναμη, κατ' άρθρο 448 ΚΠολΔ, τα εμπορικά βιβλία που αναφέρονται στο άρθρο 444 του ίδιου Κώδικα, θα πρέπει ο έμπορος να είναι υπόχρεως, για την τήρηση τέτοιων βιβλίων, καθώς και να έχουν συνταχθεί κατά τους νόμιμους τύπους, δηλαδή κατά τις διατάξεις του εμπορικού ή άλλου ειδικού νόμου.
Στην περίπτωση δε, κατά την οποία δεν υφίσταται υποχρέωση τήρησης τέτοιων βιβλίων, καθώς και στην περίπτωση άτακτης τήρησης, δεν παρέχουν πλήρη απόδειξη, αλλά μπορούν να χρησιμεύσουν για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον επιτρέπεται η απόδειξη με μάρτυρες. Άλλωστε, κατ' άρθρο 270 ΚΠολΔ, το δικαστήριο της ουσίας μπορεί να λαμβάνει υπόψη συμπληρωματικά και να εκτιμά ελεύθερα και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου.
Στην προκειμένη περίπτωση, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δέχτηκε ότι οι πρώτος και δεύτερη των εναγομένων, (όπως και δεν αμφισβητείται από τον αναιρεσείοντα) δεν τηρούσαν λογιστικά βιβλία νομίμως συντεταγμένα και θεωρημένα από την αρμόδια φορολογική αρχή, αλλά απλό δοσοληπτικό λογαριασμό, στον οποίο καταχωρούσαν σε ανεπίσημες καρτέλες, τις μετά του αναιρεσείοντα δοσοληψίες.
Έτσι λοιπόν, ανεξαρτήτως της υπόχρεωσης των εναγομένων αυτών στην τήρηση, από το νόμο λογιστικών βιβλίων, πρόκειται σε κάθε περίπτωση, για άτακτη τήρηση λογιστικών βιβλίων και οι καρτέλες αυτές δεν έχουν την από το άρθρο 448 ΚΠολΔ, αποδεικτική δύναμη, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο αναιρεσείων, με τις αντίστοιχες αιτιάσεις του, που περιλαμβάνονται στους 1ο, 3ο, 4ο, 5ο, 6ο, και 7ο , λόγους της κρινόμενης αίτησης, αλλά δικαστικά τεκμήρια, όπως δέχτηκε και η προσβαλλόμενη απόφαση.
Εξάλλου, ο από το τον αριθ. 1 του ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως ιδρύεται επί παραβιάσεως κανόνων ουσιαστικού δικαίου, όχι δε και του δικονομικού δικαίου. Επομένως, ο επί μέρους ισχυρισμός του αναιρεσείοντα ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με το να μη προσδώσει στις καρτέλες του λογιστηρίου των εναγομένων την αυξημένη αποδεικτική δύναμη του άρθρου 448 ΚΠολΔ, υπέπεσε στην από τον αριθ. 1 πλημμέλεια του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος και πρέπει να απορριφθεί, διότι η φερόμενη ως παραβιασθείσα διάταξη περιέχει κανόνα δικονομικού και όχι ουσιαστικού δικαίου.
Κατά συνέπεια, από την τυχόν παραβίασή του, δεν ιδρύεται ο προβλεπόμενος από την τελευταία διάταξη λόγος αναιρέσεως.
5. Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρ. 106 ΚΠολΔ), αλλά και την αρχή της ακρόασης των διαδίκων (άρθρ. 110§2 ΚΠολΔ), ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο και εκτιμώντας προφανώς εσφαλμένα τα διαδικαστικά έγγραφα (άρθρ. 561 §2 ΚΠολΔ) είτε έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
είτε δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν επίσης ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Νοούνται δε ως πράγματα οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, δηλαδή οι ισχυρισμοί που κατά το νόμο διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης.
Θα πρέπει δε, αν πρόκειται για ισχυρισμούς που δεν λήφθηκαν υπόψη, ενώ έπρεπε να ληφθούν, να προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας και μάλιστα από τον ήδη αναιρεσείοντα. Ειδικότερα αν προσβάλλεται για τον παραπάνω λόγο απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός που δεν αξιολογήθηκε, να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή αναλόγως, κατά το άρθρ. 240 ΚΠολΔ, με τις προτάσεις) και στο δεύτερο βαθμό και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο, εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρ. 562§2 ΚΠολΔ ή πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά κατά το άρθρ. 527 ΚΠολΔ προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη, που επίσης πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο.
Ακόμη, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων. Επομένως, δεν ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως αν δεν λήφθηκαν υπόψη επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως, όπως και οι νομικοί ισχυρισμοί ή η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων, ούτε οι ισχυρισμοί που ανάγονται στην κατ' ορθή ερμηνεία έννοια του εφαρμοστέου νόμου.
Επίσης, δεν ιδρύεται ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του ισχυρισμό αλλά τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό, γιατί η απόρριψη αυτή σημαίνει ότι έχει ληφθεί υπόψη ο ισχυρισμός, ανεξάρτητα αν δεν έγινε δεκτός, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν.
Δεν ιδρύεται δε, ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο της ουσίας παρέλειψε να απαντήσει σε ισχυρισμό εκπρόθεσμο, αόριστο και γενικώς απαράδεκτο, μη νόμιμο ή αλυσιτελή ή σε απλώς αρνητικό ή διευκρινιστικό ισχυρισμό, δηλαδή σε ισχυρισμό που δεν καταλήγει στην επίκληση έννομης συνέπειας. Οφείλει πάντως το δικαστήριο της ουσίας, κατά το σχηματισμό της κρίσης του για τους ουσιώδεις πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, διαφορετικά υποπίπτει στην πλημμέλεια που ιδρύει το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 11 γ του άρθρ.559 ΚΠολΔ.
Ειδικότερα ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα που παραδεκτά επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους, προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών κατά την ανωτέρω έννοια, δηλαδή νόμιμων ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, εφόσον βέβαια προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο) κατά τις παραπάνω διακρίσεις.
Για την ίδρυση του ως άνω λόγου αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, τα οποία όφειλε αυτό να λάβει υπόψη του. Ωστόσο στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου, και δεν απαιτείται να γίνεται διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη, αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, δηλαδή να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνο από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου.
Για την πληρότητα όμως του ίδιου λόγου αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να καθορίζεται το αποδεικτικό μέσο που δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, μολονότι ήταν παραδεκτό και νόμιμο και να εκτίθεται ότι έγινε επίκληση και παραδεκτή προσαγωγή του στο δικαστήριο της ουσίας προς απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμου, κατά τα προεκτεθέντα, ισχυρισμού, ο οποίος πρέπει επίσης να εξειδικεύεται στο αναιρετήριο με παράλληλη αναφορά ότι υπήρξε παραδεκτή επίκλησή του στο δικαστήριο της ουσίας.
Εξάλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 352 του ΚΠολΔ, "η ομολογία του διαδίκου, ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει τη δίκη ή του εντεταλμένου δικαστή, αποτελεί πλήρη απόδειξη εναντίον εκείνον που ομολόγησε. Το δικαστήριο εκτιμά ελεύθερα την εξώδικη ομολογία". Από την διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με την διάταξη του άρθρου 335 του ΚΠολΔ., συνάγεται, ότι δικαστική ομολογία, η οποία παρέχει πλήρη απόδειξη, είναι μόνον εκείνη του διαδίκου, που γίνεται προφορικώς ή γραπτώς ενώπιον του δικαστηρίου, που δικάζει την δίκη (ή του εντεταλμένου δικαστού), κάθε δε άλλη ομολογία θεωρείται εξώδικος και εκτιμάται ελευθέρως από το δικαστήριο, έστω και αν έγινε ενώπιον δικαστηρίου, αλλά όχι στη συγκεκριμένη δίκη, στην οποία έγινε επίκλησή της, ως αποδεικτικού μέσου.
Η κατά τα ανωτέρω δε ομολογία, δηλαδή η παραδοχή, με μονομερή δήλωση, απευθυνόμενη προς το δικαστήριο, που δικάζει τη συγκεκριμένη δίκη, ενός κρισίμου γεγονότος από τον αντίδικο εκείνου που φέρει το βάρος της επικλήσεως και της αποδείξεώς του, πρέπει να έγινε με πρόθεση αυτόν, προς αναγνώριση του επιβλαβούς αυτού γεγονότος.
Απόδειξη, δηλαδή, δεν αποτελεί κάθε ομολογία, αλλά μόνον η γενομένη με σκοπό αποδοχής του αμφισβητουμένου και επιβλαβούς για τον ομολογούντα γεγονότος, πρέπει δε να είναι σαφής και συγκεκριμένη. Ειδικότερα, δικαστική ομολογία υπάρχει, όταν το ενώπιον του δικαστηρίου αναγνωριζόμενο από τον διάδικο επιζήμιο γι' αυτόν γεγονός αναφέρεται αμέσως στο αντικείμενο της δίκης.
Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει τον πιο πάνω λόγο της αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔ, υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διότι αντικείμενο αποδείξεως είναι μόνο πραγματικά γεγονότα που έχουν αυτή την επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 261 εδ. β' του ΚΠολΔ ορίζεται ότι "Εφ' όσον δεν αμφισβητήθηκε η αλήθεια κάποιου πραγματικού ισχυρισμού, απόκειται στο δικαστήριο να κρίνει, σε συνδυασμό με τη γενική άσκηση και το σύνολο των ισχυρισμών των διαδίκων, αν συνάγεται ομολογία ή άρνηση". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι προϋπόθεση για να συναγάγει το δικαστήριο της ουσίας από τη γενική άρνηση του διαδίκου και το σύνολο των ισχυρισμών του ομολογία για κάποιο πραγματικό ισχυρισμό, που αποτελεί στοιχείο της αγωγής ή της ένστασης, είναι η μη αμφισβήτηση του πραγματικού αυτού ισχυρισμού.
Επομένως, αν δεν υπάρχει η ειδική αυτή αμφισβήτηση, η ύπαρξη της οποίας και μόνο ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, ο τρόπος άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου, δηλαδή η ευχέρεια να συναγάγει ομολογία ή άρνηση του συγκεκριμένου ισχυρισμού δεν υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο διότι αποτελεί εκτίμηση πραγμάτων (Α.Π. 29/2011, 210/2010).
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 20 του ΚΠολΔ, αναιρείται η απόφαση, αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα, που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Παραμόρφωση υπάρχει, όταν το δικαστήριο κάνει διαγνωστικό λάθος (εσφαλμένη ανάγνωση) και αποδίδει σε ορισμένο αποδεικτικό έγγραφο, κατά την έννοια του άρθρου 339 και 432 επ.
του ΚΠολΔ, περιεχόμενο διαφορετικό εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα πόρισμα, ως προς τα πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έτσι παραμόρφωση μπορεί να γίνει είτε θετικώς, με τη λάθος ανάγνωση του κειμένου του εγγράφου είτε αρνητικώς με την παράλειψη αναγνώσεως κρίσιμων φράσεων ή περικοπών του.
Δεν υπάρχει όμως παραμόρφωση θετικώς με την πιο πάνω έννοια, όταν το δικαστήριο από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένως, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο προς εκείνο, που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, διότι τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Εξάλλου, την παραπάνω επιζήμια για τον αναιρεσείοντα κρίση πρέπει το δικαστήριο να σχημάτισε αποκλειστικώς ή κατά κύριο λόγο από το έγγραφο, που φέρεται ότι παραμορφώθηκε, προϋπόθεση, η οποία δεν υπάρχει, όταν τούτο εκτιμήθηκε μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαρθεί η σημασία του σε σχέση με το πόρισμα για την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του αποδεικτέου γεγονότος.
Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με αιτιάσεις που περιέχονται σε όλους τους λόγους της κρινόμενης αίτησης, πλην των 1ου και 10ου , προβάλλει την πλημμέλεια από τον αριθ. 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι το δικαστήριο της ουσίας προκειμένου να καταλήξει στην κρίση για το κατ' ουσία αβάσιμο της αγωγής του, δεν έλαβε και δεν συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις τα αναφερόμενα στους λόγους αυτούς αποδεικτικά στοιχεία και ειδικότερα: 1) μαρτυρικές καταθέσεις και εξετάσεις διαδίκων στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και στα ποινικά δικαστήρια, μηνύσεις του σε βάρος του πρώτου των εναγομένων και των πραγματογνωμόνων, ποινικές και πολιτικές αποφάσεις δικαστηρίων, διατάξεις Εισαγγελέων, δημοσιεύματα εφημερίδων, έγγραφα του λογιστηρίου των αντιδίκων του κλπ. 2) τις εξώδικες ομολογίες των αντιδίκων του, και 3) δεν συνήγαγε σιωπηρή ομολογία των αντιδίκων του, αν και δεν απάντησαν σε πραγματικούς ισχυρισμούς του.
Οι αιτιάσεις αυτές υπό στοιχεία 1 και 2, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμες. Τούτο διότι, από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση διαβεβαίωση ότι τα περιστατικά που έγιναν δεκτά από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ως αποδεικνυόμενα, όσον αφορά τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, αποδεικνύονται, μεταξύ άλλων "από τις καταθέσεις των ενόρκως εξετασθέντων στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου μαρτύρων αποδείξεως και ανταποδείξεως που περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκ των εκκαλουμένων 105/2006 προδικαστική απόφαση του ιδίου δικαστηρίου πρακτικά, οι οποίες εκτιμώνται καθ' εαυτές και σε συνδυασμό μεταξύ τους κατά το λόγο γνώσεως και το βαθμό αξιοπιστίας κάθε μάρτυρος, τις ανωμοτί καταθέσεις του ενάγοντος και των πρώτου, τρίτου και τέταρτου των εναγομένων, που εξετάσθηκαν ως διάδικοι, οι οποίες περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκ των εκκαλουμένων 233/2009 οριστική απόφαση Πρωτοβάθμιου δικαστηρίου πρακτικά την 29/31-3-2003 έκθεση λογιστικής πραγματογνωμοσύνης του Δ.
Φ., εφοριακού υπαλλήλου (ΠΕ/Α), που ορίσθηκε ως πραγματογνώμονας με την εκ των εκκαλουμένων 105/2006 προδικαστική απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, την 2/15-4-2008 γνωμοδότηση του διορισθέντος υπό του ενάγοντος ως τεχνικού του συμβούλου, Κ. Χ., λογιστή-φοροτεχνικού και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που επικαλούνται και νομίμως προσκομίζουν οι διάδικοι είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων,...", καθώς και από το όλο περιεχόμενο της απόφασης, δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία, ότι προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ως προς τους κρίσιμους ισχυρισμούς των διαδίκων, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και τα αποδεικτικά στοιχεία αυτά, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση του καθενός.
Όσον αφορά τις εξώδικες ομολογίες, λήφθηκαν υπόψη, αφού στην προσβαλλόμενη απόφαση γίνεται αναφορά των εγγράφων που περιέχονται καθώς και αξιολόγηση αυτών. Εξάλλου, η επί μέρους, υπό στοιχείο 3, αιτίαση για τη μη συναγωγή σιωπηρής ομολογίας, από τη μη ρητή αμφισβήτηση των ισχυρισμών του αναιρεσείοντος, ότι έλαβαν χώρα οι απ' αυτόν αποστολές των κερδισμένων λαχνών "ΞΥΣΤΟ" το έτος 1994, είναι απαράδεκτη, σύμφωνα με τα πιο πάνω διαλαμβανόμενα, καθόσον τούτο ανάγεται στην αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Περαιτέρω, υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχτηκε ότι συνάγεται ομολογία του για πραγματικά γεγονότα που αμφισβήτησε. Ειδικότερα υποστηρίζει το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχτηκε ότι με την αγωγή του συνολογήθηκαν "δήθεν" τα κάτωθι πλασματικά εμπορεύματα που είναι χρεωμένα στην καρτέλα των αναιρεσιβλήτων:
α) Για το έτος 1994, το από 28.9.1994 ποσό 7.495.625 δρχ. το από 20.10.1994 ποσό 9.934.500 δρχ., το από 1.11.1994 ποσό 5.638.500 δρχ., το από 3.11.1994 ποσό 4.698.750 δρχ., το από 21.11.1994 ποσό 10.292.500 δρχ., το από 10.12.1994 ποσό 7.160.000 δρχ., το από 15.12.1994 ποσό 9.397.500 δρχ., το από 20.12.1994 ποσό 6.578.250 δρχ., το από 21.12.1994 ποσό 25.597.000 δρχ., ήτοι το συνολικό ποσό των 86.792.625 δρχ.
β) για το έτος 1995 το από 19.1.95 για ποσό 17.184.000 δρχ., το από 23.1.1995 για ποσό 14.096.250 δρχ., το από 2.2.1995 για ποσό 14.096.250 δρχ., το από 16.2.1995 για ποσό 14.096.250 δρχ., το από 21.2.1995 για ποσό 44.750 δρχ., το από 3.3.1995 για ποσό 6.399.250 δρχ., το από 3.3.1995 για ποσό 9.397.500 δρχ., το από 8.3.1995 για ποσό 12.977.500 δρχ., το από 15.3.1995 για ποσό 9.397.500 δρχ., το από 24.3.1995 για ποσό 5.593.750 δρχ., το από 31.3.1995 για ποσό 35.084.000 δρχ., το από 11.4.1995 για ποσό 9.397.500 δρχ., το από 13.9.1995 για ποσό 1.342.500 δρχ., το από 19.9.1995 για ποσό 8.994.750 δρχ.
και το από 26.9.1995 για ποσό 4.698.750 δρχ. και γ) για το έτος 1996, το από 1/7/1996 ποσό 7.092.875 δρχ. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, όπως συνάγεται από τις παραδοχές του, όπως πιο πάνω εκτέθηκαν δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων στην αγωγή του (κατά παραδεκτή επισκόπηση αυτής σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.2 ΚΠολΔ), είχε ενσωματώσει την έκθεση, της από τον Β.
Γ. διενεργηθείσης πραγματογνωμοσύνης. Με βάση αυτήν προέκυπτε ότι δεν όφειλε κανένα ποσό στους αντιδίκους του, αλλά αντιθέτως εκείνοι του όφειλαν το ποσό των 57.059.731 δρχ. Στην έκθεση αυτή, την οποία πλήρως, με δήλωσή του υιοθέτησε ο αναιρεσείων, γινόταν αναφορά και στις ως άνω χρεωπιστώσεις στους λογαριασμούς του αναιρεσείοντα, χωρίς ο τελευταίος, καθώς και ο ενεργήσας τον λογιστικό έλεγχο, ως άνω πραγματογνώμονας, να αμφισβητήσουν την αλήθεια των εγγραφών αυτών, όπως έπραξαν με άλλες εγγραφές που είχαν καταχωρήσει οι εναγόμενοι-αναιρεσίβλητοι στους λογαριασμούς, που τηρούσαν αυτοί για τις συναλλαγές τους με τον αναιρεσείοντα,.
Επομένως το Εφετείο με το να δεχτεί ότι από τα εκτιθέμενα στην αγωγή, συναγόταν ομολογία του ενάγοντος για τα συγκεκριμένα κονδύλια, δεν έλαβε υπόψη του ανύπαρκτα αποδεικτικά στοιχεία ούτε δέχτηκε πράγματα χωρίς απόδειξη και οι περί του αντιθέτου αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμες και απορριπτέες.
Ο αναιρεσείων ισχυρίζεται, περαιτέρω, με επί μέρους αιτιάσεις του, στους τρίτο, τέταρτο και πέμπτο λόγους της αίτησής του, ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος, κατά την εξέτασή του, ως διαδίκου, στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, κατέθεσε: 1) ότι η αποστολή κερδισμένων λαχείων "ΞΥΣΤΟ", ήταν λάθος που καταχωρήθηκε στον κωδικό 098 της καρτέλας που τηρούσε το λογιστήριο, καθώς και ότι "...
λογαριασμό κρατούσε το λογιστήριο της ... για τα λαχεία τα κρατικά, τα οποία ήταν Λαϊκό και Κρατικό και το άλλο ήταν μόνο το Στιγμιαίο λαχείο, στην οδό .... Άλλο το ένα λογιστήριο άλλο το άλλο" και 2) "... μέχρι τα Χριστούγεννα, μέχρι τις 28 του μηνός Δεκεμβρίου, μπορεί να παραλάβετε και 15 φορές λαχεία". Ότι με τις δηλώσεις του αυτές ομολόγησε τους πραγματικούς του (αναιρεσείοντος) ισχυρισμούς, από τις οποίους επιβεβαιώνονταν ότι στην πρώτη περίπτωση είχε λάβει χώρα αποστολή εκ μέρους του, κερδισμένων λαχνών του "ΞΥΣΤΟ", στο υποκατάστημα της οδού ...
από το οποίο γινόταν η διακίνηση αυτών, με βάση και τις επικαλούμενες από αυτόν αποδείξεις συστημένων των ΕΛΤΑ, ήταν αληθής και συνακόλουθα ότι τα ποσά αυτών εισπράχθηκαν από τον αναιρεσίβλητο αυτό, ο οποίος και τα ιδιοποιήθηκε παράνομα. Στη δεύτερη περίπτωση ότι εκτός από τις πιο πάνω αναφερόμενες, από τον αναιρεσίβλητο, δεν υπήρξαν μεταγενέστερα άλλες τέτοιου είδους συναλλαγές, τις οποίες δέχτηκε ότι έλαβαν χώρα το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο.
Οι αιτιάσεις, όμως αυτές είναι αβάσιμες και πρέπει να απορριφθούν. Τούτο διότι, από την επισκόπηση των πρακτικών του Πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που περιέχουν την κατάθεση του α' αναιρεσίβλητου, ως διαδίκου, δεν συνάγεται ομολογία αυτού υπό την προεκτεθείσα έννοια (πρόθεση αυτού με σκοπό αποδοχής επιβλαβούς γεγονότος), για το ότι ιδιοποιήθηκε το αντίτιμο των αποσταλέντων κερδισμένων λαχνών, υπό το πρόσχημα της λανθασμένης εγγραφής τους στις καρτέλες του λογιστηρίου της επιχείρησής του, καθώς και ότι, μετά τις 28 Δεκεμβρίου και μέχρι τη λήξη της συνεργασίας τους (Οκτώβριος 1996), δεν έλαβε χώρα άλλη μεταξύ τους συναλλαγή που αφορούσε Κρατικά λαχεία, για τις οποίες (συναλλαγές), φερόταν ότι είχε χρεωθεί ο λογαριασμός του.
Αντιθέτως συνάγεται ότι τα γεγονότα αυτά αμφισβήτησε κατά την εξέτασή του, ο πρώτος αναιρεσίβλητος, στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Ακόμη ο αναιρεσείων, με επί μέρους αιτίαση, του τρίτου λόγου αναιρέσεως, ισχυρίζεται ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δέχτηκε πράγματα που δεν προτάθηκαν και συνακόλουθα υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Ειδικότερα, υποστηρίζει ότι, χωρίς να προταθεί, δέχτηκε ότι "επικρατούσε στο λογιστήριο των εναγομένων λογιστική αταξία, την οποία επέτεινε ο μεγάλος όγκος των συναλλαγών και η πολυπλοκότητα των, η οποία στη συγκεκριμένη περίπτωση δημιούργησε σύγχυση ως προς την ύπαρξη και το ύψος της οφειλής του ενάγοντος, δεδομένου ότι αυτός δεν ήταν πάντα συνεπής και καθυστερούσε να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του".
Οι παραδοχές αυτές δεν αποτελούν "πράγματα", υπό την προεκτεθείσα στην αρχή της σκέψης αυτής έννοια, αλλά συμπεράσματα του δικαστηρίου από την αξιολόγηση των αποδεικτικών στοιχείων. Εξάλλου, οι λοιπές, επί μέρους αιτιάσεις του αναιρεσείοντα, που περιέχονται σε όλους τους λόγους αναιρέσεως, με τις οποίες αποδίδεται η πλημμέλεια από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του τα μετ' επίκληση απ' αυτόν προσκομισθέντα αποδεικτικά στοιχεία, είναι απαράδεκτες και πρέπει να απορριφθούν, καθόσον όπως αναφέρθηκε πιο πάνω τα αποδεικτικά στοιχεία, δεν αποτελούν πράγματα, η μη λήψη των οποίων δεν θεμελιώνει τον πιο πάνω λόγο αναίρεσης.
Tέλος, οι περιεχόμενοι στους ίδιους πιο πάνω λόγους ισχυρισμοί του αναιρεσείοντα για το ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο των αναφερομένων σ' αυτούς (λόγους) εγγράφων, με την παράλειψη αναγνώσεως αυτών και τη μη λήψη υπόψη των κρισίμων περικοπών τους, είναι απαράδεκτοι και πρέπει να απορριφθούν.
Τούτο διότι, την επιζήμια για τον αναιρεσείοντα κρίση του το δικαστήριο δεν σχημάτισε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από τα έγγραφα αυτά, αλλά μετά από συνεκτίμησή τους με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα.
6. Κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 321, 322 και 324 ΚΠολΔ, η τελεσίδικη απόφαση αποτελεί δεδικασμένο που δεν επιτρέπει να αμφισβητηθεί και να καταστεί αντικείμενο νέας δίκης το δικαίωμα που κρίθηκε και η δικαιολογητική σχέση από την οποία αυτό έχει παραχθεί. Η απαγόρευση αυτή ενεργεί τόσο θετικά, με την έννοια ότι το δικαστήριο, ενώπιον του οποίου ανακύπτει εξ αφορμής άλλης δίκης, είτε ως κύριο είτε ως προδικαστικό ζήτημα, το δίκαιο που κρίθηκε με τελεσίδικη απόφαση οφείλει να θέσει ως βάση της απόφασής του το δεδικασμένο, που προκύπτει από την απόφαση αυτή, λαμβάνοντάς το ως αμάχητη αλήθεια, όσο και αρνητικά, με την έννοια ότι απαγορεύεται η συζήτηση νέας αγωγής για το ίδιο δικαίωμα για την ύπαρξη ή μη του οποίου υπάρχει δεδικασμένο.
Το δεδικασμένο αυτό εκτείνεται στο ουσιαστικό ζήτημα για έννομη σχέση που προβλήθηκε με αγωγή, ανταγωγή, κύρια παρέμβαση ή ένσταση συμψηφισμού. Έννομη σχέση, κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, είναι το σύνολο των έννομων συνεπειών που κρίθηκαν τελεσίδικα και όχι τα πραγματικά γεγονότα που γέννησαν ή απόσβεσαν τις έννομες συνέπειες.
Η ενέργεια αυτή του δεδικασμένου σε μεταγενέστερη δίκη προϋποθέτει ότι η νέα αυτή δίκη αναφέρεται στο ίδιο αντικείμενο και στηρίζεται στην ίδια ιστορική και νομική αιτία, δηλαδή στο ίδιο νομικό γεγονός το παραγωγικό, τροποποιητικό, καταργητικό ή αποσβεστικό της συγκεκριμένης έννομης σχέσης. Ειδικότερα, ταυτότητα ιστορικής αιτίας υπάρχει, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που συγκροτούν το πραγματικό της νομικής διάταξης που εφαρμόσθηκε κατά την προηγούμενη δίκη ήταν αναγκαία κατά νόμο για την κατάφαση ή άρνηση της διαγνωσθείσας έννομης συνέπειας και τα ίδια συγκροτούν το πραγματικό ενόλω ή εν μέρει της νομικής διάταξης που πρέπει να εφαρμοσθεί στη νέα δίκη.
Από το συνδυασμό δε των ως άνω διατάξεων με εκείνες των άρθρων 106, 216§1γ, 331, ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, αν με την αγωγή που προηγήθηκε έχει καταχθεί σε δίκη μέρος μόνον της απαιτήσεως, το οποίο και επιδικάσθηκε, δεδικασμένο (υπό την αρνητική και θετική του λειτουργία) γεννιέται μόνο ως προς το μέρος αυτό, αφού το επί πλέον δεν είχε προβληθεί, κατά τη διατύπωση του άρθρου 322§1 ΚΠολΔ, και συνεπώς το Δικαστήριο δεν επιλήφθηκε αυτού.
Κατά τη διάταξη δε, του άρθρου 331 ΚΠολΔ, το δεδικασμένο εκτείνεται και στα ζητήματα που κρίθηκαν παρεμπιπτόντως και αποτελούν αναγκαία προϋπόθεση του κυρίου ζητήματος, αν το δικαστήριο ήταν καθ' ύλη αρμόδιο να αποφασίσει για τα παρεμπίπτοντα αυτά ζητήματα, δηλαδή όταν το δικαστήριο που εκδίδει την απόφαση θα ήταν αρμόδιο καθύλην για την έκδοση απόφασης στην παρεμπίπτουσα διαφορά αν αυτή εισαγόταν αυτοτελώς (ως κυρία) ενώπιον του.
Περαιτέρω, από το άρθρο 633 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με τις πιο πάνω διατάξεις, προκύπτει ότι η ακυρωτική απόφαση της διαταγής πληρωμής μπορεί να δημιουργήσει δεδικασμένο και για την ανυπαρξία ή απόσβεση της απαίτησης, για την πληρωμή της οποίας είχε εκδοθεί η ακυρούμενη διαταγή, ως προδικαστικό ζήτημα της ακυρότητας (άρθ.331 ΚΠολΔ), αλλά η επέκταση αυτή του δεδικασμένου εξαρτάται από το αν είχε προταθεί από τον ανακόπτοντα και είχε κριθεί από υλικά αρμόδιο δικαστήριο η ανυπαρξία ή απόσβεση της απαιτήσεως ως λόγος για την ακύρωση της διαταγής, αφού οι λόγοι της ανακοπής, συνδυαζόμενοι με το αίτημα αυτής προσδιορίζουν την έκταση της εκκρεμοδικίας και οριοθετούν δεσμευτικώς το αντικείμενο της δίκης επί της ανακοπής.
Εξάλλου, από το άρθρο 559 αριθ. 16 περ. α' ΚΠολΔ, που ορίζει, ότι αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο, συνάγεται ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει μόνο την "παράβαση νόμου", δηλαδή την ψευδή ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή των περί δεδικασμένου διατάξεων σε σχέση με όσα γίνονται ανελέγκτως δεκτά, δηλαδή, αν αυτά συνιστούν ή όχι την έννοια του δεδικασμένου και σε καταφατική, περίπτωση αν αυτό έχει την έκταση και τα αποτελέσματα που του προσέδωσε η απόφαση, ενώ διαφεύγει του αναιρετικού ελέγχου, ως κρίση περί τα πράγματα, η συνδρομή ή όχι των περιστατικών ως προς την ταυτότητα της διαφοράς και των διαδίκων.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του το Εφετείο δέχτηκε, ότι το δεδικασμένο που απορρέει από την 697/2003 προηγούμενη αμετάκλητη απόφασή του, που εκδόθηκε επί εφέσεως του ήδη αναιρεσείοντος κατά του πρώτου των αναιρεσίβλητων και την δέχτηκε ως εν μέρει κατ' ουσίαν βάσιμη, αφορά, κατά την έκταση και τα αποτελέσματα, μόνο το ζήτημα που έλυσε, το οποίο και μόνο ήταν αντικείμενο της δίκης εκείνης.
Ειδικότερα, ότι με αίτηση του πρώτου αναιρεσίβλητου εκδόθηκε σε βάρος του αναιρεσείοντος η 9/1997 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου, από ακάλυπτες επιταγές, που είχε εκδώσει ο τελευταίος, συνολικού ποσού 36.895.875 δρχ. Κατά της διαταγής αυτής ο καθού η ανακοπή (αναιρεσείων), άσκησε κατ' αυτής ανακοπή, η οποία έγινε εν μέρει δεκτή, με την 333/2000 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου και ακυρώθηκε η διαταγή πληρωμής για το πέραν των 17.659.580 δρχ.
ποσό. Κατά της απόφασης αυτής ο αναιρεσείων άσκησε έφεση και το Εφετείο Λάρισας με την αμετάκλητη, όπως πιο πάνω αναφέρθηκε, απόφασή του (υπ' αριθ. 697/2003), ακύρωσε τη διαταγή πληρωμής, για το πέραν των 2.094.975 δρχ. ποσό. Τούτο διότι, δέχτηκε ότι το εν λόγω ποσό είχε εξοφληθεί με αντίστοιχες αποστολές κερδισμένων λαχνών "ΞΥΣΤΟ".
Aκόμη, το Εφετείο δέχτηκε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ότι από την ως άνω προηγούμενη (697/2003) απόφασή του, δεν παράγεται δεδικασμένο που να δεσμεύει την κρίση του επί της ένδικης αγωγής: 1) για όσα παρεμπιπτόντως και πλεοναστικά, και χωρίς ανάγκη στήριξης του διατακτικού της, έκρινε για άλλες καταβολές από τον αναιρεσείοντα, προς αναιρεσίβλητους, που δεν είχαν σχέση με τις επιταγές της ως άνω διαταγής, καθόσον και 2) διότι η ένδικη απαίτηση του ενάγοντος- αναιρεσείοντος, για αποζημίωση του, κατά το ποσό των 51.986.331 δρχ.
που αποτελεί κατά τους ισχυρισμούς του προϊόν υπεξαιρέσεως του πρώτου αναιρεσίβλητου, ανάγεται σε ολόκληρη την έκταση των δοσοληψιών των διαδίκων, από την έναρξη έως και τη λήξη της συνεργασίας τους, αλλά και διότι θεμελιώνεται σε άλλη ιστορική και πραγματική αιτία. Με βάση τις παραδοχές του αυτές το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις περί δεδικασμένου διατάξεις του ΚΠολΔ.
Τα αντίθετα, λοιπόν, υποστηριζόμενα με τον έβδομο λόγο της κρινόμενης αίτησης, από τον αριθ. 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμα. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 321 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι δεδικασμένο, το οποίο, κατά το άρθρο 332 ίδιου Κώδικα, λαμβάνεται υπό αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, δημιουργούν οι τελεσίδικες αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων.
Η αμετάκλητη δικαστική απόφαση του Ποινικού Δικαστηρίου, που εκδόθηκε υπό την ισχύ του ΚΠολΔ, ο οποίος δεν περιέχει διάταξη όμοια προς εκείνη του άρθρου 12 της προϊσχύσασας Πολιτικής Δικονομίας, δεν παράγει δεδικασμένο για τα πολιτικά δικαστήρια. Επομένως, οι επί μέρους αιτιάσεις, που περιέχονται στην κρινόμενη αίτηση, με τις οποίες υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι το Εφετείο, κατά παράβαση των άνω περί δεδικασμένου διατάξεων, δεν δέχτηκε δεδικασμένο από τις αναφερόμενες σ' αυτές (αιτιάσεις) αποφάσεις και βουλεύματα των ποινικών δικαστηρίων, είναι απαράδεκτες.
7. Η καταψήφιση στη δικαστική δαπάνη του διαδίκου που ηττήθηκε δεν έχει ανάγκη ειδικής αιτιολογίας και είναι συνέπεια της αρχής της ήττας (άρθρο 176 ΚΠολΔ), ενώ ο συμψηφισμός εν όλω ή εν μέρει της δικαστικής δαπάνης, λόγω ιδιαίτερης δυσχέρειας που εμφανίζει η ερμηνεία του κανόνα δικαίου που εφαρμόστηκε (άρθρο 179 ΚΠολΔ), ή η κατανομή αυτών (εξόδων) ανάλογα με την έκταση της νίκης ή της ήττας καθενός (άρθρο 178 ΚΠολΔ) απόκειται στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου και δεν ελέγχεται αναιρετικά. Για τον προσδιορισμό δε και την εκκαθάριση των εξόδων, η οποία γίνεται από το δικαστήριο που δικάζει, αρκεί η υποβολή σχετικού αιτήματος και δεν είναι υποχρεωτική η υποβολή ειδικού καταλόγου και το δικαστήριο προβαίνει στην επιβολή των εξόδων, χωρίς ειδικότερη εξειδίκευση και ανάλυση, λαμβάνοντας υπό την όλη πορεία της υπόθεσης και τις γνωστές σ' αυτό δαπάνες, η κρίση του δε αυτή είναι αναιρετικά ανέλεγκτη. Εξάλλου η κρίση του δικαστηρίου, όσον αφορά το ύψος της επιδικαστέας δικαστικής δαπάνης, εφόσον αυτή υπερβαίνει τα ελάχιστα προβλεπόμενα, από το Δικηγορικό Κώδικα, όρια, ως αναγόμενη στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, δεν υπόκειται, κατά το άρθρο 561παρ. 1 ΚΠολΔ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δέκατο λόγο της κρινόμενης αίτησης, ο αναιρεσείων πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση, για την διάταξή της με την οποία επιβλήθηκε σε βάρος του το ποσό των 33.000 ευρώ ως δικαστική δαπάνη. Ειδικότερα, διατείνεται ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο προέβη στην επιβολή των δικαστικών εξόδων, χωρίς οι αντίδικοί του να έχουν υποβάλει κατάλογο εξόδων, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 190 ΚΠολΔ, ενώ δεν έλαβε υπόψη, αφενός ότι η πραγματογνωμοσύνη του Δ. Φ. δεν ήταν αληθής, αφετέρου δε, το από την απόφαση 1867/2005 του Αρείου Πάγου απορρέον δεδικασμένο. Ο λόγος αυτός αναίρεσης κατά τις πιο πάνω αιτιάσεις του είναι απαράδεκτος και πρέπει να απορριφθεί, σύμφωνα με όσα διαλαμβάνονται στη μείζονα σκέψη.
8. Kατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. (άρθρα 173 και 200 του ΑΚ). Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Κατά τη διάταξη δε, του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Εξάλλου, Από τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, που ορίζει ότι όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 297, 298 και 330 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι προϋποθέσεις της υποχρέωσης προς αποζημίωση, είναι: 1) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη παράλειψη), 2) παράνομος χαρακτήρας της πράξης ή παράλειψης, 3) υπαιτιότητα και 4) πρόσφορος αιτιώδης σύνδεσμος, μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς (νόμιμου λόγου ευθύνης) και αποτελέσματος (ζημίας).
Από την ίδια διάταξη του άρθρου 914 του ΑΚ, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 386 του ΠΚ), προκύπτει ότι γενεσιουργό λόγο της υποχρέωσης σε αποζημίωση αποτελεί και η απάτη σε βάρος του ζημιωθέντος, η οποία υπάρχει όταν κάποιος από δόλο προκαλεί, ενισχύει ή διατηρεί με κάθε μέσο ή τέχνασμα σε άλλον τη σφαλερή αντίληψη πραγματικών γεγονότων, ένεκα της οποίας αυτός προβαίνει σε δήλωση βούλησης ή επιχείρηση πράξης, από την οποία υφίσταται ζημία, εφόσον το χρησιμοποιηθέν απατηλό μέσο υπήρξε αποφασιστικό για τη γενόμενη δήλωση βούλησης ή την επιχειρηθείσα πράξη, ενώ δεν αποκλείεται ή τυχόν χρησιμοποιηθείσα για την απάτη ψευδής παράσταση να αναφέρεται σε μελλοντικό γεγονός ή να συνδέεται με απόκρυψη κρίσιμων γεγονότων αναγομένων στο παρόν, την ύπαρξη των οποίων αγνοούσε ο ζημιωθείς και γνώριζε αυτός που τον εξαπάτησε, (ΑΠ 1516/1999), χωρίς να είναι αναγκαίο η προκληθείσα από την απατηλή συμπεριφορά ζημία να συνδέεται αποκλειστικά με ωφέλεια αντίστοιχη, που επήλθε στο πρόσωπο του εξαπατήσαντος, αφού αυτή μπορεί να αφορά και τρίτο.
Αδικοπραξία, ακόμη, κατά την έννοια της διατάξεως του προαναφερομένου άρθρου 914 ΑΚ, αποτελεί και η παράνομη ιδιοποίηση κινητού ξένου πράγματος, που περιήλθε οπωσδήποτε στην κατοχή του δράστη, σύμφωνα με το άρθρο 375 § 1 ΠΚ. Κατά τη διάταξη αυτή, η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της υπεξαιρέσεως συνίσταται στην παράνομη ιδιοποίηση του πράγματος, που είναι κάθε ενέργεια ή παράλειψη του δράστη, η οποία δηλώνει τη θέληση αυτού να εξουσιάζει και διαθέτει το πράγμα ως να είναι κύριος, η δε υποκειμενική, στην ύπαρξη του δόλου που ενέχει την γνώση ότι το πράγμα είναι ξένο (ολικά ή εν μέρει), ανήκει δηλαδή κατά κυριότητα σε άλλον, έστω και άγνωστο στο δράστη και ότι κατέχει, καθώς και την θέληση να ιδιοποιηθεί το πράγμα παράνομα, χωρίς τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη.
Ξένο θεωρείται το πράγμα όταν είναι υπό ξένη κυριότητα, όπως αυτή διαπλάθεται στο αστικό δίκαιο και δεν περιήλθε στην κατοχή του υπαιτίου με κάποια μεταβιβαστική της κυριότητας πράξη. Κατά το άρθρο 375 §§1,2 ΠΚ, όπως η § 2 αντικ. με το άρθ. 1 § 9 ν. 2408/96 και συνεπληρώθηκε με το άρθρο 14 § 3β ν. 2721/99, όποιος ιδιοποιείται ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και αν το αντικείμενο της υπεξαιρέσεως είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους.
Από την διάταξη αυτή προκύπτει, ότι για τη συγκρότηση του εγκλήματος της υπεξαιρέσεως απαιτείται το ξένο κινητό πράγμα να έχει περιέλθει με οποιονδήποτε τρόπο στην κατοχή του δράστη, και ο τελευταίος να έχει ιδιοποιηθεί τούτο παρανόμως κατά τον χρόνο που ευρίσκεται στη κατοχή του. Έτσι ο εντολοδόχος δεν έχει κυριότητα επί των χρημάτων ή άλλων κινητών τα οποία αποκτά από την εκτέλεση της εντολής είτε αυτά αποκτώνται με μετρητά είτε με επιταγές ή συναλλαγματικές, αφού, σύμφωνα με την διάταξη του άρθ. 719 ΑΚ, έχει υποχρέωση να αποδώσει στον εντολέα οτιδήποτε έλαβε για την εκτέλεση της εντολής ή απέκτησε από την εκτέλεση της, ανεξάρτητα από τον τρόπο κτήσεως ή τη φύση του αντικειμένου.
Εξάλλου, κατά την έννοια των ως άνω διατάξεων ερμηνευομένων ενόψει και του άρθρου 27 του Ποινικού Κώδικα, δόλος συντρέχει όχι μόνον όταν ο δράστης επιδιώκει την πρόκληση ζημίας, αλλά και όταν αποδέχεται την πιθανότητα προκλήσεως της ίδιας ζημιάς, είτε ως αναγκαία είτε ως ενδεχόμενη συνέπεια της παράνομης συμπεριφοράς του.
Από τη διάταξη του άρθρου 298 εδ. β' του ΑΚ προκύπτει ότι η απαραίτητη για τη θεμελίωση της αξίωσης αποζημίωσης αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της προκληθείσας ζημίας υπάρχει όταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας (άρθρο 336 παρ. 4 του ΚΠολΔ), η φερόμενη ως ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης (άρθρο 298 του ΑΚ) ήταν επαρκής, ικανή (πρόσφορη) να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα και επέφερε αυτό στη συγκεκριμένη περίπτωση.
Εφόσον οι πιο πάνω έννοιες της υπαιτιότητας και της αιτιώδους συνάφειας είναι αόριστες νομικές έννοιες, η από το δικαστήριο της ουσίας κρίση περί της συνδρομής ή μη αυτών, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως απ' αυτήν προκύπτει, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων που αναφέρει, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, δέχτηκε ως αποδειχθέντα τα όσα αναφέρονται στην υπό στοιχείο 2 σκέψη της παρούσης. Με τις άνω κρίσεις του, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ορθώς δεν εφάρμοσε τις προδιαληφθείσες διατάξεις των άρθρων 914 ΑΚ, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 375 και 386 ΠΚ.
Τούτο διότι, από τις ανέλεγκτες παραδοχές του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου δεν επιβεβαιώνονται οι αναγκαίες, για την εφαρμογή των διατάξεων αυτών, παράνομες και υπαίτιες ενέργειες του πρώτου των αναιρεσίβλητων, και ιδίως ότι αυτός από πρόθεση ενεργώντας υπεξαίρεσε τα εισπραχθέντα για λογαριασμό του ενάγοντα, αναφερόμενα στην αγωγή ποσά, καθώς και ότι με ψευδείς παραστάσεις τον διαβεβαίωσε ότι οφείλει στη δεύτερη των εναγομένων διάφορα χρηματικά ποσά, για την αγορά λαχνών το τίμημα των οποίων είχε εξοφλήσει και μάλιστα ότι προέβη στην παράσταση αυτών εν γνώσει της αναλήθειάς τους.
Με τις προεκτεθείσες, δε κρίσεις του, δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού από το αιτιολογικό αυτής προκύπτουν τα πραγματικά περιστατικά, που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση περί μη συνδρομής των διατάξεων που δεν εφαρμόσθηκαν, ενώ έχει σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ειδικότερα, από τις πιο πάνω ανέλεγκτες παραδοχές της απόφασης προκύπτει με σαφήνεια: 1) ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος τα ποσά που εισέπραττε, για λογαριασμό του ενάγοντος, από την εξόφληση των κερδισμένων λαχνών του ''ΞΥΣΤΟ'', το λογιστήριο των επιχειρήσεων του, καταλόγιζε στις οφειλές του ενάγοντος, όχι μόνο από την πώληση σ' αυτόν των ως άνω λαχνών αλλά στο σύνολο των οφειλών του, στις οποίες περιλαμβάνονταν και χρέη του και από άλλες μεταξύ τους συναλλαγές, όπως αναφέρονται στην απόφαση, οι οποίες είχαν καταστεί ληξιπρόθεσμες, για τις οποίες (συναλλαγές) τηρούσαν δοσοληπτικό λογαριασμό, έτσι ώστε να μη προκύπτει ότι τα ποσά αυτά υπεξαιρέθηκαν από τον αναιρεσίβλητο αυτό.
Και 2) ότι ο αναιρεσίβλητος αυτός, δεν παρέστησε, εν γνώσει του, ψευδώς στον ενάγοντα ότι οφείλει στη δεύτερη των εναγομένων τα αναφερόμενα στην αγωγή ποσά, τα οποία ο τελευταίος κατά τους ισχυρισμούς του είχε εξοφλήσει, με αποτέλεσμα να μην έχει διαπράξει το αδίκημα της απάτης. Τέτοιες ενέργειες, ουδόλως περιέχονται στο, με σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις, πιο πάνω εκτεθέν αποδεικτικό πόρισμα της προσβαλλόμενης απόφασης.
Αντιθέτως από τις παραδοχές αυτές προκύπτει ότι ο αναιρεσίβλητος στις παραστάσεις αυτές προέβαινε, μετά την ενημέρωσή του από το λογιστήριο των επιχειρήσεων του, αναφερόμενος πάντοτε στο οφειλόμενο ποσό για το σύνολο των συναλλαγών τους, με βάση τον τηρούμενο μεταξύ τους δοσοληπτικό λογαριασμό και όχι στις επί μέρους συναλλαγές από τα πωλούμενα κάθε φορά διαφορετικά είδη λαχνών στον ενάγοντα.
Τυχόν δε, ελλιπής ενημέρωσή του από τους υπαλλήλους του λογιστηρίου και συνακόλουθη αναληθής ανακοίνωση στον ενάγοντα, δεν ενέχει, χωρίς και άλλα στοιχεία, που δεν αποδείχτηκαν, διάπραξη εκ μέρους του αδικήματος της απάτης. Επομένως, ο ενδέκατος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδονται οι πλημμέλειες από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Εξάλλου ο ίδιος λόγος αναίρεσης, ως προς τις υπόλοιπες αιτιάσεις τους που αναφέρονται σε αυτούς, κατά το άλλο μέρος τους, καθώς και οι επί μέρους αιτιάσεις που περιέχονται στους λοιπούς λόγους της κρινόμενης αίτησης, από τις διατάξεις των άρθρων 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, και 561 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, ότι υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης ή ανεπάρκεια των αιτιολογιών, σχετικά με ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων, που αφορούν τα ίδια πιο πάνω αναφερόμενα κρίσιμα ζητήματα, και τα επί του αντιθέτου επιχειρήματα του αναιρεσείοντα, που έχουν σχέση με το τελικό αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο και βρίσκονται κατά την αναιρεσείοντα σε αντίθεση με τους ισχυρισμούς που προέβαλε στο δικαστήριο της ουσίας, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι, αφού, κατά τα πιο πάνω αναφερόμενα, το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, πειστικότητα και κατά λογική ακολουθία τρόπο στην προσβαλλόμενη απόφαση, με τους ίδιους δε λόγους, κατά τα λοιπά, εκ του περιεχομένου των οποίων δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από εκείνες του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, πλήττεται πλέον, μέσω των προαναφερομένων επιχειρημάτων του αναιρεσείοντα, η ουσία αποκλειστικά της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Ενόψει όλων αυτών, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση και να επιβληθεί σε βάρος του αναιρεσείοντος, ως ηττώμενου διαδίκου η δικαστική δαπάνη των αναιρεσίβλητων (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 1-9-2011 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 311/2011 απόφασης του Εφετείου Λάρισας.
Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τη δικαστική δαπάνη των αναιρεσίβλητων, την οποία ορίζει στο ποσό των δυο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Μαρτίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24 Απριλίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ