Legislator Case Law & Legislation
816/2012 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on grounds that lower court correctly rejected illegal re-employment claim lacking statutory legal basis.

Case Number 816/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal's decision rejecting his claim for reinstatement. The appellant argued the employer illegally refused his services after termination, citing constitutional and labor code obligations to accept agreed employment. The court found the appeal baseless because the lower court correctly determined the claim lacked the specific legal elements required to establish a right to reinstatement under the relevant articles. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the opposing party's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 281, 349, 361, 648, 652, 653, 656 of the Civil Code and Article 32 of Law 1264/1982; An appeal is inadmissible if the lower court correctly rejects a claim for reinstatement due to the absence of statutory legal elements required to found the right to re-employment.

Keywords

AI generated
reinstatement claim illegal termination labor code obligations appeal inadmissibility legal basis requirement employment contract civil code articles

Cited Legislation

AI generated
Article 281 of the Civil Code
Article 349 of the Civil Code
Article 361 of the Civil Code
Article 648 of the Civil Code
Article 652 of the Civil Code
Article 653 of the Civil Code
Article 656 of the Civil Code
Article 32 of Law 1264/1982

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court of Greece, Case 3/1997
Supreme Court of Greece, Case 12/1997
Supreme Court of Greece, Case 11/1996
Supreme Court of Greece, Case 18/1998
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 816 / 2012 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 816/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 27 Μαρτίου 2012, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Π. Π. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά της πληρεξουσίας δικηγόρου του Μαργετίνας Στεφανάτου και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Ναυτιλιακής Εταιρίας με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΗ ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΚΡΗΤΗΣ (ΑΝΕΚ) Α.Ε.", που εδρεύει στα ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ευαγγελία Παπαντωνοπούλου και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23/4/2008 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 344/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5667/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 28/4/2011 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασία Καρέλλου ανέγνωσε την από 15/3/2012 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 28/4/2011 αιτήσεως αναιρέσεως.

Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δ δίδεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ή λόγου εφέσεως όχι δε και οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (Ολ.Α.Π. 3/1997).

Εξάλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιαδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.Α.Π. 12/1997) αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.Α.Π. 11/1996).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δ η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, όταν στο αιτιολογικό που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που εφαρμόσθηκε.

Επομένως, ο λόγος αυτός αναιρέσεως προϋποθέτει ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη ή αόριστη (Ολ.Α.Π. 44/1990).

Στην προκείμενη περίπτωση επί του αιτήματος του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, να επαναπροσληφθεί από την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη το Εφετείο δέχθηκε τα εξής: "Το αίτημα για επαναπρόσληψη του ενάγοντα, που περιέχεται στην αγωγή ... είναι απορριπτέο ως μη νόμιμο, διότι στο δικόγραφο αυτής (αγωγής ) δεν γίνεται επίκληση περιστατικών σύμφωνα με τα οποία η άρνηση του εργοδότη του, να αποδεχθεί τις προσφερόμενες εκ μέρους του υπηρεσίες, γίνεται κάτω από περιστάσεις, οι οποίες υπερβαίνουν προφανώς τα κριτήρια που θέτει το άρθρο 281 Α.Κ.

ή συνιστούν παράνομη προσβολή της προσωπικότητας του (57 ΑΚ) ή ότι εμπροθέσμως ζημιώνεται κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη (919 ΑΚ) ή ότι υπαιτίως προσβάλλεται το δικαίωμα του στην ανάπτυξη της προσωπικότητας του και της συμμετοχής του στην οικονομική ζωή, στοιχεία απαραίτητα για τη νομική θεμελίωση του, δεδομένου ότι ο εργοδότης στα πλαίσια του διευθυντικού του δικαιώματος έχει το δικαίωμα να ρυθμίζει την οργάνωση και λειτουργία της επιχείρησης του για την επίτευξη των σκοπών της, χωρίς κατ' αρχήν, να έχει υποχρέωση να απασχολεί τον μισθωτό εκτός αν η απόκρουση των προσφερομένων υπηρεσιών είναι παράνομη σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις".

Επομένως οι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αρ. 8 και 19 του Κ.Πολ.Δ αντίστοιχα, με τους οποίους ο αναιρεσείων αιτιάται το Εφετείο, α) ότι κρίνοντας ως άνω επί του αιτήματος του για πραγματική απασχόληση από την εναγομένη δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και β) ότι στην προσβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνονται αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το ζήτημα της πραγματικής του απασχόλησης από την εναγομένη που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης , είναι απαράδεκτοι, γιατί το αίτημα του αναιρεσείοντος για πραγματική απασχόληση του από την αναιρεσίβλητη απορρίφθηκε ως μη νόμιμο με την προσβαλλόμενη απόφαση και σ' αυτή δεν διαλαμβάνονται ουσιαστικές παραδοχές.

Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 648, 652, 653, 656 και 361 ΑΚ προκύπτει ότι ο εργοδότης διαθέτοντας με βάση το διευθυντικό του δικαίωμα , την εξουσία να ρυθμίζει όλα τα θέματα που ανάγονται στην οργάνωση και λειτουργία της επιχειρήσεως του για την επίτευξη των σκοπών της δεν έχει καταρχήν, εκτός από αντίθετη συμφωνία, υποχρέωση να απασχολεί το μισθωτό και η μη αποδοχή εκ μέρους του των προσφερομένων υπηρεσιών αυτού δεν έχει κατά τις εν λόγω διατάξεις άλλες συνέπειες εκτός από εκείνες που επέρχονται από την υπερημερία του.

Η καταρχήν όμως νόμιμη άρνηση του εργοδότη να αποδεχθεί την εργασία του μισθωτού καθίσταται παράνομη όταν υπερβαίνει προφανώς τα κριτήρια που θέτει το άρθρο 281 ΑΚ και αποβαίνει έτσι καταχρηστική, όπως όταν θίγει υλικά ή ηθικά συμφέροντα του εργαζομένου ή επιφέρει χωρίς λόγο προσβολή της προσωπικότητας του κατά το άρθρο 59,914 και 932 ΑΚ , οπότε παρέχεται σ' αυτόν αξίωση για την άρση της προσβολής και την παράλειψη της στο μέλλον , καθώς και για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, περιστατικά, τα οποία πρέπει να κρίνονται σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση.

Περαιτέρω η διάταξη του άρθρου 23 παρ. 2 του ν. 1264/1982, που επιβάλλει στον εργοδότη, με απειλή ποινικών κυρώσεων, την υποχρέωση για πραγματική απασχόληση του μισθωτού, αναφέρεται στην εξαιρετική περίπτωση που ο εργαζόμενος απολύθηκε και η απόλυση του κρίθηκε άκυρη με δικαστική απόφαση. Ωστόσο και στην περίπτωση αυτή, η υποχρέωση του εργοδότη για αποδοχή των υπηρεσιών του εργαζομένου δεν ανακύπτει ως αυτόματη συνέπεια της αναγνώρισης της ακυρότητας της καταγγελίας , αλλά με τη συνδρομή των παραπάνω περιστάσεων.

Δηλαδή, για τη νομική θεμελίωση της αγωγή του εργαζόμενου με την οποία ζητείται, να αποδέχεται ο εργοδότης τις υπηρεσίες του, θα πρέπει να εκτίθενται στο δικόγραφο αυτής περιστατικά με τα οποία η άρνηση του εργοδότη να αποδεχθεί τις προσφερόμενες υπηρεσίες εκ μέρους του εργαζόμενου γίνεται κάτω από περιστάσεις οι οποίες υπερβαίνουν προφανώς τα κριτήρια που θέτει το άρθρο 281 Α.Κ.

ή συνιστούν παράνομη προσβολή της προσωπικότητας του ή ότι εκ προθέσεως ζημιώνεται κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη ή ότι υπαιτίως προσβάλλεται το δικαίωμα του στην ανάπτυξη της προσωπικότητας του και της συμμετοχής του στην οικονομική ζωή (Ολ.Α.Π. 9/2011). Εξ άλλου , κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, Ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας εφάρμοσε κανόνα ουσιαστικού δικαίου μη εφαρμοστέο ή παρέλειψε την εφαρμογή του εφαρμοστέου ή εφάρμοσε τέτοιο κανόνα εσφαλμένα, προσδίδοντας σ' αυτόν έννοια διαφορετική από εκείνη που πράγματι έχει (Ολ.Α.Π. 7/2006).

Η νομική δε αοριστία της αγωγής που ελέγχεται αυτεπάγγελτα, δηλαδή η συνδεόμενη με τη νομική εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου ελέγχεται αναιρετικά ως παραβίαση από το άρθρο 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. εάν το δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσης του για τη νομική επάρκεια και πληρότητα της αγωγής και τη νομική βασιμότητα της σε αναφορά με συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αξίωσε περισσότερα στοιχεία από εκείνα που ορίζει ο κανόνας αυτός για τη θεμελίωση του αγωγικού δικαιώματος ή αντιθέτως αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία ή διάφορα από αυτά (Ολ.Α.Π. 18/1998).

Στην προκείμενη περίπτωση από την κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ. Πολ. Δ. επισκόπηση από το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου του δικογράφου της ένδικης αγωγής προκύπτει ότι σ' αυτό ιστορούνται, ως προς το αίτημα επαναπρόσληψης του ενάγοντος από την εναγομένη, ότι μετά την απόλυση του παρά το ότι προσφέρθηκε στη συνέχιση της εργασίας του η εναγομένη αρνήθηκε να αποδεχθεί τις υπηρεσίες του και παρέμεινε στην απόφαση απόλυσης του .Όμως η θέση εργασίας του και μετά την απόλυση του δεν έπαυσε να υφίσταται .Έτσι η εναγομένη, μετά την καταγγελία της συμβάσεως του, τελείως απροκάλυπτα προέβη αμέσως στην κάλυψη της θέσης που κατείχε, τοποθετώντας σ' αυτή τη νεότερη υπάλληλο Δ.

Π., η οποία είχε προσληφθεί μόλις προ δεκαετίας από την εναγομένη και εργαζόταν έως το 2001 στο πρακτορείο της εναγομένης στον Πειραιά ως πρακτορειακός υπάλληλος -εκδότρια εισιτηρίων . Η τελευταία, η οποία είναι σύζυγος του Διευθυντή Τεχνικών Υπηρεσιών Ι. Β., από το 2001 απασχολείτο στο κεντρικό Πρακτορείο της Αθήνας και είχε εκπαιδευτεί από αυτόν στο αντικείμενο της συγκεκριμένης θέσης και ότι ο εργοδότης έχει υποχρέωση, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1, 5 παρ. 1 και 22 παρ. 1 του Συντάγματος και 57, 200, 281, 652, 656, 668, 677 και 678 Α.Κ, και του ν. 2112/1920, να δέχεται τις συμφωνημένες υπηρεσίες του μισθωτού και την πραγματική απασχόληση αυτού, η δε εναγομένη εταιρεία αρνείται παράνομα και χωρίς να έχει προηγηθεί έγκυρη καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του, να δεχθεί τις υπηρεσίες του .Με αυτό το περιεχόμενο η ένδικη αγωγή ως προς το αίτημα επαναπρόσληψης του ενάγοντος είναι μη νόμιμη, καθ' όσον δεν διαλαμβάνονται τα προαναφερόμενα για τη νομική θεμελίωση αυτής στοιχεία, ήτοι ότι η άρνηση της αναιρεσίβλητης να αποδέχεται τις υπηρεσίες του αναιρεσείοντος εργαζομένου γίνεται κάτω από περιστάσεις, οι οποίες υπερβαίνουν προφανώς τα κριτήρια που θέτει το άρθρο 281 Α.Κ.

ή ότι συνιστούν παράνομη προσβολή της προσωπικότητας του ή ότι εκ προθέσεως ζημιώνεται κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη ή ότι υπαιτίως προσβάλλεται το δικαίωμα του στην ανάπτυξη της προσωπικότητας του και της συμμετοχής του στην οικονομική ζωή και το Εφετείο, που, με την προσβαλλόμενη απόφαση, την απέρριψε ως μη νόμιμη, δεν παρεβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 349, 361, 648, 652, 653, 656 Α.Κ.

και 32 παρ. 2 του ν. 1264/1982 και δεν αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτούνται για την ορθή εφαρμογή τους. Επομένως, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ είναι αβάσιμος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 28/4/2011 αίτηση για αναίρεση της 5667/2010 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Απριλίου 2012. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Μαΐου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ