Legislator Case Law & Legislation
816/2011 AI generated

Supreme Court dismisses appeal finding fixed-term contract was de facto indefinite due to permanent needs.

Case Number 816/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed OTE's appeal against the Athens Court of Appeal's decision to reclassify a fixed-term employment contract as an indefinite-term one. The court found that despite the contractual duration limits, the employee performed permanent technical duties essential to the company's operations, indicating a de facto indefinite relationship. Consequently, the court ruled the time restrictions were a sham intended to circumvent mandatory termination laws, validating the lower court's finding of an indefinite contract.

Legislator headnote

AI generated

Articles 648, 649, 669, 671, 672 of the Civil Code; Article 1, Section 8, Paragraph 3 of Law 2112/1920: A fixed-term employment contract is deemed to have been renewed for an indefinite term if the employee continues working without the employer's objection after the term expires, and if the duration was set arbitrarily to circumvent mandatory termination provisions.

Keywords

AI generated
fixed-term contract indefinite term sham contract circumvention of law permanent needs employment law reclassification

Cited Legislation

AI generated
Articles 648, 649, 669, 671, 672 of the Civil Code
Article 1, Section 8, Paragraph 3 of Law 2112/1920
2112/1920 και της ρήτρας 5 § 1 του Παραρτήματος της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ, μη εφαρμοζομένων στην περίπτωση αυτή των περιορισμών που επιβάλλει ο Κανονισμός Προσωπικού της εναγομένης".
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 816 / 2011 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 816/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Φεβρουαρίου 2011, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ (ΟΤΕ) ΑΕ", που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρία Σωτηροπούλου - Πηλιχού.

Του αναιρεσιβλήτου: Ν. Χ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαργετίνα Στεφανάτου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-3-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου και άλλων προσώπων, που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1444/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 3217/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 17-10-2006 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Κομνηνάκης διάβασε την από 4-11-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 649, 669 και 672 του ΑΚ και 1 του ν. 2112/1920, συνάγεται ότι: α) Σύμβαση εργασίας αόριστου χρόνου είναι εκείνη στην οποία οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει ρητώς ή σιωπηρώς ορισμένη διάρκεια για την παροχή της εργασίας, ούτε η χρονική αυτή διάρκεια συνάγεται από το είδος και το σκοπό της εργασίας.

β) Σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου είναι εκείνη στην οποία ρητώς ή σιωπηρώς έχει συμφωνηθεί η λήξη της σε ορισμένο χρόνο ή η λήξη αυτή προκύπτει από το είδος και το σκοπό της εργασιακής συμβάσεως ή επιβάλλεται από διάταξη νόμου. Εξάλλου, ορίζεται: α) στο άρθρο 671 του ΑΚ ότι "η σύμβαση εργασίας που συνομολογήθηκε για ορισμένο χρόνο λογίζεται πως ανανεώθηκε για αόριστο χρόνο, αν μετά τη λήξη του χρόνου της ο εργαζόμενος εξακολουθεί την εργασία χωρίς να εναντιώνεται ο εργοδότης" και β) στο άρθρο 8 παρ. 3 του ν. 2112/1920 ότι "οι διατάξεις του νόμου τούτου εφαρμόζονται ωσαύτως και επί συμβάσεων εργασίας με ορισμένη χρονική διάρκεια, εάν ο καθορισμός της διαρκείας ταύτης δεν δικαιολογείται εκ της φύσεως της συμβάσεως, αλλ' ετέθη σκοπίμως προς καταστρατήγηση των περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής συμβάσεως διατάξεων του παρόντος νόμου".

Η διάταξη αυτή εφαρμόζεται και στην περίπτωση κατά την οποία η σύμβαση καταρτίστηκε υποχρεωτικώς ως ορισμένης διάρκειας εκ του νόμου, όπως στην περίπτωση της διάταξης του άρθρου 2 παρ. 2 του αναμορφωμένου ΓΚΠ-ΟΤΕ, που τέθηκε σε ισχύ με την από 10-6-1999 Επιχειρησιακή Συλλογική Σύμβαση Εργασίας (όρος 21 της εν λόγω Ε.Σ.Σ.Ε.) και έχει ισχύ ουσιαστικού νόμου (άρθρο 7 παρ. 1 ν. 1876/1990), κατά την οποία ο Οργανισμός δύναται προς κάλυψη έκτακτων και πρόσκαιρων αναγκών να προσλαμβάνει έκτακτο προσωπικό με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου κατά σύστημα, όρους, διαδικασία και προϋποθέσεις που καθορίζονται με απόφαση της Διοίκησης, αυτή δε η σύμβαση εργασίας απαγορεύεται να παραταθεί ή να ανανεωθεί ή να μετατραπεί σε σύμβαση αορίστου χρόνου.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχτηκε, μεταξύ άλλων, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: "Ο ενάγων προσλήφθηκε από την εναγομένη στις 15-5-2002 ως εργάτης, με έγγραφη σύμβαση, η οποία χαρακτηρίστηκε ως σύμβαση ορισμένου χρόνου και η διάρκειά της έληγε στις 15-1-2003.

Μετά την πάροδο του οκταμήνου και τη λήξη της διάρκειας της ως άνω σύμβασης, αυτή ανανεώθηκε από την εναγομένη, χωρίς να μεσολαβήσει καμία διακοπή, δυο φορές, αρχικά για ένα ακόμη οκτάμηνο, ήτοι μέχρι τις 14-9-2003, και στη συνέχεια για ένα εξάμηνο, ήτοι μέχρι τις 14-3-2004, οπότε η εναγομένη έπαυσε να δέχεται τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες του ενάγοντος.

Παρά το γεγονός, όμως, ότι ο ενάγων προσλήφθηκε ως εργάτης, από την αρχή της πρόσληψής του εκτελούσε εξειδικευμένη εργασία στις τεχνικές υπηρεσίες της εναγομένης και συγκεκριμένα απασχολήθηκε, καθ' όλο το ανωτέρω χρονικό διάστημα, ως βοηθός τεχνίτη σε υποστηρικτικές εργασίες του βλαβοληπτικού κέντρου Αλεξάνδρας, καλύπτοντας πάγιες και διαρκείς ανάγκες της εναγομένης, η εργασία του δε αυτή ήταν όμοια με αυτήν την οποία εκτελούσαν οι μόνιμοι υπάλληλοι της εναγομένης.

Συνεπώς, η σχέση εργασίας του ενάγοντος με την εναγομένη είχε από 15-5-2002 τα χαρακτηριστικά της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου, αφού η πρόσληψη και η απασχόληση αυτού δεν εξυπηρετούσε πρόσκαιρες και παροδικές ανάγκες της εναγομένης αλλά πάγιες, διαρκείς και μόνιμες ανάγκες των τεχνικών υπηρεσιών αυτής.

Ως εκ τούτου ο χρονικός περιορισμός της από 15-5-2002 σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, που καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων, και των εν συνεχεία διαδοχικών συμβάσεων ανανεώσεως αυτής δεν δικαιολογείτο από λόγους αντικειμενικούς και συγκεκριμένα, από την εποχικότητα των έργων της εναγομένης και από τη φύση των υπηρεσιών που παρείχε σ' αυτήν ο ενάγων ούτε από τη φύση των καλυπτόμενων από την εργασία του αναγκών της εναγομένης αλλά ούτε και υπαγορεύτηκε από κάποιο άλλο ειδικό λόγο αναγόμενο στις συνθήκες λειτουργίας των υπηρεσιών της εναγομένης.

Επομένως, η εν λόγω σύμβαση, όπως ανανεώθηκε στη συνέχεια, καταρτίστηκε προσχηματικά, με πρόθεση καταστρατήγησης των διατάξεων του ν. 2112/1920 ως προς τον καθορισμό ορισμένης χρονικής διάρκειας, με συνέπεια να καθίσταται αυτή άκυρη ως προς το χρονικό αυτό περιορισμό της διάρκειάς της και να συνιστά, έτσι, κατ' ορθό χαρακτηρισμό της, σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου, που συνεχίζει να υφίσταται και μετά τη συμφωνημένη λήξη της στις 14-3-2004, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 8 § 3 του ν. 2112/1920 και της ρήτρας 5 § 1 του Παραρτήματος της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ, μη εφαρμοζομένων στην περίπτωση αυτή των περιορισμών που επιβάλλει ο Κανονισμός Προσωπικού της εναγομένης".

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο ορθά εφάρμοσε τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 648, 649, 669, 671 και 672 του ΑΚ και 1, 8 παρ. 3 του ν. 2112/1920, το πραγματικό των οποίων περιέχεται στην ιστορική βάση της ένδικης αγωγής. Επομένως, ο περί του αντιθέτου μοναδικός λόγος αναίρεσης, από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 17-10-2006 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." (ΟΤΕ) για αναίρεση της υπ' αριθμ. 3217/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Μαΐου 2011. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24 Μαΐου 2011.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ