Legislator Case Law & Legislation
816/2007 AI generated

Supreme Court dismisses appeal in libel case, awarding 3,000 euros for severe insult to professional reputation.

Case Number 816/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's decision to reduce damages from 10,000 to 3,000 euros. The appellants argued their comments were necessary for public information, but the court found they constituted a severe insult to the plaintiff's professional reputation. Consequently, the court upheld the lower court's finding of liability and the reduced compensation amount.

Legislator headnote

AI generated

Articles 57, 59, 914, 919, 920 of the Civil Code; Article 1 of Law 1178/1981; Articles 361, 367 of the Penal Code: When an act constitutes defamation or insult causing severe moral damage, the court may award reasonable monetary compensation based on the gravity of the offense and the principle of proportionality.

Keywords

AI generated
defamation of professional reputation insult and moral damage reasonable monetary compensation principle of proportionality libel in public information Civil Code Articles 57 59 Law 1178/1981

Cited Legislation

AI generated
Articles 57, 59, 914, 919, 920 of the Civil Code
Article 1 of Law 1178/1981
Articles 361, 367 of the Penal Code
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 816 / 2007 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 816/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Στέφανο Γαβρά, Αντιπρόεδρο, Εμμανουήλ Καλούδη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Ειρήνη Αθανασίου και Αλέξανδρο Νικάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Μαρτίου 2007, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) ...., 2) ..... και 3) ...., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Κουρκουβάτη, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 § 2 Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσιβλήτου: ...., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Διονύσιο Καραλή, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 § 2 Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-7-2001 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 18462/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 581/2003 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο ήδη αναιρεσίβλητος με την από 15-4-2003 αίτησή του.

Εκδόθηκε η 1393/2004 απόφαση του Αρείου Πάγου, που αναίρεσε την 581/2003 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης και παρέπεμψε την υπόθεση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.

Εκδόθηκε η 1463/2005 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 28-7-2005 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρήστος Αλεξόπουλος, διάβασε την από 8-3-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τα άρθρα 57, 59, 299, 330, 914, 919, 920 και 932 ΑΚ και 361, 362 ΠΚ συνάγεται ότι, αν κάποιος παράνομα προσβάλλεται στην προσωπικότητά του, ιδίως δε στην τιμή ή την υπόληψή του, από συμπεριφορά άλλου, νοούμενη ως θετική πράξη ή ως παράλειψη θετικής πράξεως, επιβαλλόμενης σ' αυτόν από το νόμο ή από δικαιοπραξία ή από την, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη, καλή πίστη, ή προσβάλλεται στην προσωπικότητά του κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη, προσβάλλεται δε από πρόθεση, το δικαστήριο μπορεί, αφού λάβει υπόψη το είδος της προσβολής, να καταδικάσει τον προσβολέα να ικανοποιήσει την ηθική βλάβη εκείνου που έχει προσβληθεί.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου μόνου του ν. 1178/1981, ο ιδιοκτήτης κάθε εντύπου υποχρεούται σε πλήρη αποζημίωση για την παράνομη περιουσιακή ζημία, καθώς και σε χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη, οι οποίες υπαιτίως προξενήθηκαν με δημοσίευμα το οποίο θίγει την τιμή ή την υπόληψη κάθε ατόμου, έστω και αν η κατά το άρθρο 914 του ΑΚ υπαιτιότητα, η κατά το άρθρο 919 του ΑΚ πρόθεση και η κατά το άρθρο 920 του ΑΚ γνώση ή υπαίτια άγνοια συντρέχει στον συντάκτη του δημοσιεύματος ή, αν αυτός είναι άγνωστος, στον εκδότη ή το διευθυντή συντάξεως του εντύπου.

Περαιτέρω, ο παράνομος χαρακτήρας της κατά τις ανωτέρω διατάξεις αδικοπραξίας κατά της προσωπικότητας, που τελείται με την προσβολή της τιμής και υπολήψεως άλλου με εξύβριση ή δυσφήμηση δια του τύπου, αίρεται, κατά το άρθρο 367 ΠΚ, αν πρόκειται περί κρίσεων ή εκδηλώσεων που λαμβάνουν χώρα σε εκτέλεση νομίμων καθηκόντων ή άσκηση νόμιμης εξουσίας ή άλλου δικαιολογημένου ενδιαφέροντος, όπως είναι και εκείνο της συνταγματικής ελευθερίας και κοινωνικής αποστολής του τύπου (άρθρο 14 παρ. 1 του Συντάγματος και 10 της ΕΣΔΑ), εκτός αν πρόκειται περί συκοφαντικής δυσφημήσεως ή αν εκ του συνόλου των περιστάσεων προκύπτει ειδικός σκοπός εξυβρίσεως, δηλαδή σκοπός κατευθυνόμενος ειδικώς στην προσβολή της τιμής άλλου με αμφισβήτηση της ηθικής ή κοινωνικής ή επαγγελματικής αξίας του προσώπου του ή με την περιφρόνηση αυτού.

Τέτοιος ειδικός σκοπός, που ως νομική έννοια ελέγχεται αναιρετικώς, υπάρχει όταν η εκδηλωθείσα συμπεριφορά δεν ήταν αντικειμενικώς αναγκαία για την προστασία του επικαλουμένου ως προστατευτέου συμφέροντος. Τέλος, οι αναιρετικοί λόγοι των αριθμών 1 εδ. α και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ιδρύονται, ο μεν πρώτος, αν το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών διαπιστώσεών του στο εννοιολογικό περιεχόμενο του εν λόγω κανόνα, ο δε δεύτερος, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας δεν περιέχονται καθόλου ή δεν περιγράφονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά εκείνα γεγονότα που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του εφαρμοσθέντος κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή αν έγινε ή όχι ορθός νομικός χαρακτηρισμός των κρίσιμων πραγματικών γεγονότων, όχι όμως όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του συναχθέντος από αυτές και με σαφήνεια διατυπωμένου αποδεικτικού πορίσματος.

Η θεμελίωση του τελευταίου λόγου προϋποθέτει ελλείψεις σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όπως είναι οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που συνθέτουν την ιστορική βάση και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως. Δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογιών όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές μεν, αλλά πλήρεις αιτιολογίες.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, κατά κρίση ανέλεγκτη, τα εξής: Ο αναιρεσίβλητος (ενάγων) είναι μέτοχος του Οργανισμού Αστικών Συγκοινωνιών Θεσσαλονίκης (ΟΑΣΘ) και εκλεγμένος Πρόεδρος του Διοικητικού του Συμβουλίου επί σειρά ετών. Οι αναιρεσείοντες (ο πρώτος δεύτερος και τέταρτος των εναγομένων) είναι και αυτοί μέλη του ΟΑΣΘ και ο πρώτος απ' αυτούς Διευθυντής διοικητικής υπηρεσίας καθώς και ιδιοκτήτης και εκδότης ενός μηνιαίου ενημερωτικού φυλλαδίου με τον τίτλο "....", που εκδίδεται σε 2000 περίπου αντίτυπα και διανέμεται δωρεάν στα μέλη του ΟΑΣΘ, οι δε υπόλοιποι μέλη της συντακτικής επιτροπής του άνω φυλλαδίου.

Οι παραπάνω διάδικοι από ετών βρίσκονται σε αντιπαλότητα για παραταξιακούς και άλλους προσωπικούς λόγους. Ενόψει αυτής της αντιδικίας τους στο τεύχος Οκτωβρίου 2000, στην πρώτη και δεύτερη σελίδα του εν λόγω φυλλαδίου, δημοσιεύθηκε άρθρο που είχαν συντάξει οι δεύτερος και τέταρτος των εναγομένων, με τον τίτλο "....." και θέμα τις διαπραγματεύσεις για τη νέα σύμβαση του ΟΑΣΘ, εξαιτίας των χειρισμών του ενάγοντος (Προέδρου), στο οποίο αναφέρονταν και οι φράσεις "ο μοιραίος άνθρωπος για τη δουλειά μας δεν είναι άλλος από τον αλαζόνα και υπερόπτη πρόεδρο του ΟΑΣΘ ..........

το καθεστώς του ..... καταρρέει από το βάρος των ανομημάτων του". Το παραπάνω δημοσίευμα, με τον τρόπο που παρατίθενται τα περιστατικά, δίδει την εντύπωση στο αναγνωστικό κοινό του άνω εντύπου ότι ο ενάγων είναι πρόσωπο με επιλήψιμη ηθική υπόσταση, επιρρεπής σε οικονομικές ατασθαλίες σε βάρος των μετόχων του ΟΑΣΘ, πετυχαίνοντας επισφαλείς συμφωνίες και κατά των συμφερόντων του άνω οργανισμού και ότι διοικεί τον οργανισμό με απολυταρχικό τρόπο.

Και τούτο, γιατί από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκε ότι ο ενάγων, που χαίρει της εκτίμησης της πλειοψηφίας των μετόχων, αφού και μετά απ' αυτό εξελέγη πρόεδρος του Οργανισμού, είχε και έχει σχέση με οικονομικές συναλλαγές σε βάρος των συμφερόντων των μετόχων οι οποίες αποκαλύφθηκαν στους τελευταίους, ώστε να καταρρέει από τα ίδια τα "ανομήματά του".

Από τα παραπάνω επίσης αποδεικτικά μέσα, συνεχίζει το Εφετείο, προκύπτουν και τα εξής: 1) Ότι το άνω δημοσίευμα συνέταξαν από κοινού ο δεύτερος και τέταρτος των εναγομένων και ο πρώτος των εναγομένων ιδιοκτήτης του εντύπου επέτρεψε τη δημοσίευσή του, 2) ότι το παραπάνω δημοσίευμα είναι αυθαίρετο και ψευδές, 3) ότι αυτά τα περιστατικά, όπως παρατέθηκαν, μπορούσαν να βλάψουν και πράγματι έβλαψαν την τιμή και την υπόληψη του ενάγοντος και ότι η προσβολή της προσωπικότητας του τελευταίου ήταν παράνομη, αφού αυτή η παρουσίαση έγινε χωρίς αποδεικτικά στοιχεία και έπρεπε να αποφευχθεί η αποφυγή της προσβολής που βάρυνε περισσότερο, 4) ότι οι εναγόμενοι γνώριζαν, λόγω των ιδιοτήτων τους, ότι τα επίμαχα αποσπάσματα ήταν βλαπτικά της τιμής και υπόληψης του ενάγοντος και γι' αυτό ακριβώς έπρεπε να είναι ιδιαίτερα προσεκτικοί στο να μην αναφερθούν κατά το χρόνο της προσβολής σ' αυτόν χωρίς μάλιστα και να ελέγξουν την ακρίβεια των πληροφοριών τους για τα συμβαίνοντα στον άνω Οργανισμό και 5) ότι οι εναγόμενοι υπαιτίως παρέλειψαν να τηρήσουν το καθήκον σεβασμού της κοινωνικής και οικονομικής υπόστασης του ενάγοντος που αποτελεί και έκφανση της προσωπικότητάς του, με αποτέλεσμα να επέλθει ζημία από την παράσταση ψευδών γεγονότων σε τρίτους, στους οποίους δημιουργήθηκαν δυσμενείς εντυπώσεις ότι ο ενάγων δεν φροντίζει τα συμφέροντα των μελών.

Οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι δεν υποχρεούνται να καταβάλουν τη ζητούμενη χρηματική ικανοποίηση: α) γιατί από το περιεχόμενο του επίμαχου δημοσιεύματος δεν στοιχειοθετείται το αδίκημα της εξύβρισης λόγω του ότι δεν προκύπτει σκοπός εξύβρισης του ενάγοντος και β) γιατί προέβησαν στη δημοσίευση αυτού από δεδικαιολογημένο ενδιαφέρον, που συνίσταται στην ενημέρωση του αναγνωστικού (ελληνικού) κοινού για σημαντικά θέματα και ως εκ τούτου έχει αρθεί ο άδικος χαρακτήρας της πράξης των, κατά το άρθρο 367 παρ. 1 και 2 ΠΚ.

Οι άνω ισχυρισμοί, από τους οποίους ο δεύτερος συνιστά και νόμιμη ένσταση, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι για τους παραπάνω μνημονευόμενους λόγους και γιατί: 1) η σύνδεση του ονόματος του ενάγοντος με την αναφορά στα παραπάνω, αποδεικνύει πρόθεση των εναγομένων να αμφισβητήσουν την ηθική και κοινωνική αξία του ενάγοντος και παράλληλα να εκφράσουν την καταφρόνηση στο πρόσωπό του, τα οποία γνώριζαν ότι ήταν ικανά να βλάψουν την τιμή και υπόληψή του και 2) τα παραπάνω περιστατικά δεν ήταν αντικειμενικά αναγκαία για την πληροφόρηση του κοινού, αφού δεν υπήρξε και καμμιά δημοσίευση μεταγενέστερη αποκαταστατική της αλήθειας.

Συνεπώς, και το αδίκημα της εξύβρισης στοιχειοθετείται και ο άδικος χαρακτήρας της πράξης τους αυτής δεν αίρεται, αφού η προσβολή της τιμής του ενάγοντος ήταν εξαιρετικά βαριά και έλαβαν γνώση αυτής όλοι οι συνάδελφοι και γνωστοί του τελευταίου. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι από την παράνομη προσβολή της προσωπικότητας ο ενάγων υπέστη και ηθική βλάβη, για την αποκατάσταση της οποίας δικαιούται εύλογη χρηματική ικανοποίηση.

Ενόψει του είδους, της βαρύτητας και των συνθηκών τελέσεως της προσβολής, του τόπου και χρόνου, αλλά και του μέσου που τελέσθηκε, της υπαιτιότητας των εναγομένων, των επιπτώσεων που είχε και της κοινωνικής επαγγελματικής καταστάσεως των διαδίκων μερών, σε συνδυασμό με την αρχή της αναλογικότητας μεταξύ του χρησιμοποιούμενου μέτρου και του επιδιωκόμενου σκοπού, που απορρέει από τη συνταγματική αρχή του κράτους δικαίου κατά την οποία (αρχή) μπορεί το Δικαστήριο να επιδικάσει χρηματική ικανοποίηση και κάτω από τα ελάχιστα όρια που προβλέπονται από την παρ. 2 του Ν. 1178/1991, το Δικαστήριο κρίνει, ότι ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση, πρέπει να επιδικασθεί στον ενάγοντα το ποσό των 3.000 ευρώ.

Ακολούθως, το Εφετείο, κατά παραδοχή των αντιθέτων εφέσεων των διαδίκων, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία είχε επιδικασθεί στον ενάγοντα ως χρηματική αποζημίωση ποσό 10.000 ευρώ, και δέχθηκε την ένδικη αγωγή για το ανωτέρω ποσό των 3.000 ευρώ. Με τις κρίσεις του αυτές, το Εφετείο δεν παρεβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή, τις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914, 932 ΑΚ, 1 του Ν. 1178/1981 και 361, 367 ΠΚ, διέλαβε δε στην απόφασή του σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες, αναφορικά με τη συνδρομή στο πρόσωπο των αναιρεσειόντων ειδικού σκοπού εξυβρίσεως, έτσι ώστε να καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των σχετικών με το ζήτημα αυτό ως άνω διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου.

Επομένως, ο περί του αντιθέτου, μοναδικός από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ, λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως είναι αβάσιμος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 28.7.2005 αίτηση των ...., ..... και ..... περί αναιρέσεως της 1463/2005 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Μαρτίου 2007.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 17 Απριλίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ