Supreme Court allows appeal against appellate court failure to examine tort claim in labor dispute.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against the Athens Court of Appeal's decision, ruling that the lower court committed a procedural error by failing to examine the plaintiff's tort claim. The plaintiff argued that the airline unreasonably delayed accepting his voluntary retirement request under Law 2271/1994, causing him to receive a lower pension than entitled. Although the appellate court dismissed the main contract claim, it overlooked the subsidiary tort claim based on the principle of equal treatment and unjust enrichment. The court held that this omission constituted a violation of Article 559(9)(c) of the Code of Civil Procedure, necessitating remittal for further examination of the tort claim.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(9)(c) and 580(3) of the Code of Civil Procedure; The appellate court must examine all legal grounds raised by the plaintiff; failure to review a subsidiary tort claim constitutes a procedural error requiring remittal.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 816 / 2006 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 816/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Χρήστο Μπαλντά, Αντιπρόεδρο, Σπυρίδωνα Κολυβά, Γεώργιο Χλαμπουτάκη, Ηλία Γιαννακάκη, Αθανάσιο Θεμέλη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Δεκεμβρίου 2005, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος : Μ. Γ. του Ζ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Απόστολο-Κων/νο Κωνσταντινίδη βάσει δηλώσεως του άρθρου 242§2 Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσίβλητης : Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΑΕΡΟΠΟΡΙΑ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο της Ανδρέα Πετρόπουλο. Δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30/3/1998 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 849/1999 του ίδιου Δικαστηρίου και 5582/2003 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 22/4/2004 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ηλίας Γιαννακάκης, ανέγνωσε την από 15 Νοεμβρίου 2005 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο λόγος αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψή της και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή από τις διατάξεις των παραγράφων 1, 4 και 7 εδ. α' και β' του άρθρου 2 του Ν.2271/1994 ''Εξυγίανση της Ολυμπιακής Αεροπορίας Α.Ε.'' προκύπτει ότι για να μειωθεί το προσωπικό της Ολυμπιακής Αεροπορίας Α.Ε. (Ο.Α.) και Ολυμπιακής Αεροπλοϊας Α.Ε., στο πλαίσιο του σχεδίου εξυγίανσης των εταιρειών αυτών που εγκρίθηκε από την επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, παρασχέθηκε η δυνατότητα και στους χειριστές και ιπτάμενους μηχανικούς της Ο.Α.
που συμπλήρωσαν 4.500 ημέρες ασφαλίσεως και 3.000 ώρες πτήσεως, από τις οποίες 500 τουλάχιστο την τελευταία δεκαετία, και είχαν συμπληρώσει ταυτόχρονα το 53ο έτος της ηλικίας τους, να αποχωρήσουν οικειοθελώς και να λάβουν πλήρη σύνταξη από το Ι.Κ.Α. και το ΤΕΑΠΑΕ καθώς και αυξημένη αποζημίωση (την αποζημίωση του Ν.2112/1920, προσαυξημένη κατά 25% και ποσό που αντιστοιχεί σε τακτικές αποδοχές δύο μηνών, χωρίς περιορισμό στο ανώτατο όριο) που θα υπόκειται σε ελαττωμένη φορολογία.
Το δικαίωμα της ως άνω οικειοθελούς αποχωρήσεως παρασχέθηκε στους χειριστές και ιπτάμενους μηχανικούς που συγκέντρωναν τις πιο πάνω προϋποθέσεις μέχρι τις 31-12-1997, εφόσον υπέβαλλαν αίτηση μέσα σε ένα μήνα από τότε που πληρούσαν τις προϋποθέσεις αυτές ή μέσα σε ένα μήνα από τη δημοσίευση του άνω νόμου (23-12-1994) για εκείνους που πληρούσαν τις εν λόγω προϋποθέσεις μέχρι τη δημοσίευσή του.
Περαιτέρω, με την παρ.7 εδ.γ' του ανωτέρω άρθρου 2 ορίζεται ότι σε περίπτωση που δεν υπάρξει επαρκής αριθμός οικειοθελώς αποχωρούντων, ώστε να μειωθεί το ιπτάμενο προσωπικό του θαλάμου διακυβέρνησης, σύμφωνα με τις υπηρεσιακές ανάγκες της Ο.Α., όπως αυτές διαμορφώνονται από το ετήσιο πρόγραμμα εκμετάλλευσής της και το νέο κανονισμό εργασίας, με κοινή απόφαση των Υπουργών Μεταφορών και Επικοινωνιών και Υγείας Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, μετά από Εισήγηση της Διοικήσεως της Ο.Α., συνταξιοδοτείται υποχρεωτικά ο αναγκαίος αριθμός των χειριστών και μηχανικών που συγκεντρώνουν τις προαναφερόμενες προϋποθέσεις, ενώ με την παρ.8 του ίδιου άρθρου διευκρινίζεται ότι ως επαρκής αριθμός οικειοθελώς αποχωρούντων θεωρείται ο αριθμός που αναφέρεται κατά κατηγορία προσωπικού στο σχέδιο εξυγίανσης που εγκρίθηκε από την Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, με δυνατή απόκλιση πλέον ή έλαττον κατά 15%.
Εξάλλου, η παρ.5 του πιο πάνω άρθρου, όπως συμπληρώθηκε με την παρ.3 του άρθρου 7 του Ν.2366/1995, ορίζει ότι ο Υπουργός Μεταφορών και Επικοινωνιών μπορεί με απόφασή του να προσδιορίζει, κατά κατηγορία και ειδικότητα προσωπικού, τον αριθμό και τον χρόνο της σταδιακής αποχωρήσεως των δικαιουμένων να αποχωρήσουν και προβλέπει επιπλέον ότι σε περίπτωση που οι υποβαλλόμενες αιτήσεις υπερβαίνουν τα όρια αυτά, γίνονται δεκτές οι αιτήσεις εκείνων που συμπληρώνουν τον μεγαλύτερο αριθμό ημερομισθίων μέχρι να καλυφθεί το ανώτατο όριο για κάθε περίοδο, καθώς και ότι όσοι υποβάλλουν εμπρόθεσμα αιτήσεις και παραμείνουν στην Ο.Α., σύμφωνα με τα παραπάνω οριζόμενα όρια, και συνταξιοδοτηθούν σε άλλο χρονικό σημείο από την πλήρωση των πιο πάνω προϋποθέσεων, η οποία όμως λαμβάνει χώρα σε κάθε περίπτωση μέχρι και τις 31-12-1997, υπάγονται στις ευνοϊκές ρυθμίσεις για τους οικειοθελώς αποχωρούντες.
Οι παραπάνω διατάξεις της παρ. 5 αναφέρονται στο προσωπικό εδάφους και στις ιπτάμενες συνοδούς και τους φροντιστές ( αρθρ. 2 παρ. 1 α και β') και δεν έχουν εφαρμογή στο ιπτάμενο προσωπικό του θαλάμου διακυβερνήσεως, αφού η οικειοθελής αποχώρηση του προσωπικού αυτού ρυθμίζεται ειδικά από την παρ. 7 του άρθρου 2 του Ν. 2271/1994 και το εδάφιο β' της παραγράφου αυτής παραπέμπει μόνο στην παρ. 4 που προβλέπει την προθεσμία υποβολής της αιτήσεως για οικειοθελή αποχώρηση και την καταβαλλόμενη στους οικειοθελώς αποχωρούντες αυξημένη αποζημίωση και όχι στην παρ. 5 του άνω άρθρου.
Επομένως οι χειριστές και ιπτάμενοι μηχανικοί που συγκέντρωναν τις απαιτούμενες προϋποθέσεις έπρεπε να αποχωρούν από την υπηρεσία μέσα σε εύλογο χρόνο από την εμπρόθεσμη υποβολή της προβλεπόμενης στην παρ. 4 αιτήσεως και δεν υπήρχε γι' αυτούς θέμα σταδιακής αποχωρήσεως, σύμφωνα με τον αριθμό και τις ειδικότητες που θα όριζε η Υ.Α.
του άρθρου 2 παρ. 5α ή μη αποδοχής της αιτήσεως τους και παραμονής αυτών στην υπηρεσία, λόγω συμπληρώσεως του καθοριζόμενου στην Υ.Α. αριθμού αποχωρήσεων. Παρά ταύτα στην 6096/617/1995 απόφαση του Υπουργού μεταφορών και Επικοινωνιών (ΦΕΚ 136 β'/1-3-1995) που εκδόθηκε με βάση την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 2 παρ. 5α και προσδιόρισε κατά κατηγορία προσωπικού τον αριθμό και τον χρόνο σταδιακής αποχωρήσεως των δικαιουμένων να αποχωρήσουν κατά το έτος 1995, προβλέπεται και η αποχώρηση κατά τη διάρκεια του έτους αυτού 10 χειριστών και 2 ιπτάμενων μηχανικών, ενώ στην 21570/2631/1996 απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Μεταφορών και Επικοινωνιών που εκδόθηκε με βάση την ίδια διάταξη για το έτος 1996, δεν υπάρχει πρόβλεψη για το προσωπικό του θαλάμου διακυβερνήσεως.
Οι διατάξεις της πρώτης των ανωτέρω Υ.Α., κατά το μέρος που καθορίζουν τον αριθμό και τον χρόνο αποχωρήσεως των δικαιουμένων να αποχωρήσουν οικειοθελώς χειριστών και ιπτάμενων μηχανικών, είναι ανίσχυρες, διότι δεν καλύπτονται από τη νομοθετική εξουσιοδότηση που παρασχέθηκε στον άνω υπουργό με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 5 α' του Ν. 2271/1994, αφού η παρ. 5 του άρθρου αυτού δεν εφαρμόζεται, όπως αναφέρθηκε, στο προσωπικό του θαλάμου διακυβερνήσεως και δεν ήταν έτσι δυνατό οι Υ.Α που εκδόθηκαν με βάση διάταξη της παραγράφου αυτής να περιέχουν ρυθμίσεις για το παραπάνω προσωπικό.
Για το προσωπικό αυτό, λοιπόν, δεν προβλέπονται στο νόμο, ούτε μπορούσαν να τεθούν με τις Υ.Α. του άρθρου 2 παρ. 5 α' περιορισμοί ως προς το χρόνο της σταδιακής αποχωρήσεως και τον αριθμό των δικαιούμενων να αποχωρήσουν. Το αντίθετο δεν συνάγεται από τις διατάξεις της παρ. 7 γ' του άρθρου 2 του πιο πάνω νόμου που κάνουν λόγο για "επαρκή αριθμό" αποχωρούντων και τη διάταξη της παρ. 8 του ίδιου άρθρου που ορίζει την έννοια του "επαρκούς αριθμού", αφού οι διατάξεις αυτές αναφέρονται μόνο στην περίπτωση που δεν θα υποβληθούν οι απαιτούμενες αιτήσεις για την προγραμματισμένη μείωση του ιπτάμενου προσωπικού του θαλάμου διακυβερνήσεως και υπάρξει ανάγκη υποχρεωτικής συνταξιοδοτήσεως μέρους του προσωπικού αυτού για να συμπληρωθεί ''επαρκής αριθμός'' αποχωρούντων.
Το γεγονός μάλιστα ότι μόνο στην τελευταία αυτή περίπτωση γίνεται λόγος για ''επαρκή αριθμό οικειοθελώς αποχωρούντων'', συνδυαζόμενο με το γεγονός ότι δεν τίθεται ανώτατο όριο στον αριθμό των δικαιουμένων να αποχωρήσουν με τις ευνοϊκές ρυθμίσεις του νόμου, καθιστά σαφές ότι σκοπός του νομοθέτη - στον οποίο ήταν ασφαλώς γνωστός ο αριθμός των εργαζομένων που θα συγκέντρωναν μέχρι τις 31-12-1997 τις προϋποθέσεις της οικειοθελούς αποχωρήσεως - δεν ήταν να περιορίσει τον αριθμό των οικειοθελώς αποχωρούντων, αλλά να συμπληρώσει, έστω και με μικρές αποκλίσεις, τον αριθμό αποχωρήσεων που θα εξασφάλιζε την προβλεπόμενη στο σχέδιο εξυγίανσης ελάχιστη μείωση του προσωπικού.
Εξάλλου πρόθεση του νομοθέτη να περιορίσει τον αριθμό των οικειοθελώς αποχωρούντων χειριστών και ιπτάμενων μηχανικών δεν προκύπτει και από τις λοιπές διατάξεις της πιο πάνω παρ. 7γ, που προβλέπουν τη μείωση του ιπτάμενου προσωπικού θαλάμου διακυβερνήσεως "σύμφωνα με τις υπηρεσιακές ανάγκες της Ο.Α., όπως αυτές διαμορφώνονται από το ετήσιο πρόγραμμα εκμετάλλευσής της και το νέο κανονισμό εργασίας", αφού οι διατάξεις αυτές αναφέρονται αποκλειστικά στα κριτήρια καθορισμού του αριθμού των χειριστών και ιπτάμενων μηχανικών που θα συνταξιοδοτηθούν αναγκαστικά, με κοινή απόφαση των Υπουργών Μεταφορών και Επικοινωνιών και Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, σε περίπτωση που δεν υπάρξει επαρκής αριθμός οικειοθελών αποχωρήσεων και δεν θεσπίζουν κριτήρια για τον καθορισμό του αριθμού εκείνων που μπορούν να αποχωρήσουν οικειοθελώς ή που πρέπει να παραμείνουν στην υπηρεσία αν υπάρχει επαρκής αριθμός αποχωρούντων.
Τέλος, από τις προαναφερόμενες διατάξεις προκύπτει ότι δεν αποκλείσθηκε η οικειοθελής αποχώρηση και των χειριστών ή ιπτάμενων μηχανικών που θα συνταξιοδοτούντο υποχρεωτικά, κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-1995 έως 31-12-1997, αρκεί κατά τον χρόνο υποβολής της σχετικής αιτήσεως να πληρούσαν τις προϋποθέσεις της οικειοθελούς αποχωρήσεως και να μην είχαν συμπληρώσει κατά τον χρόνο αυτό, αλλά και κατά το χρόνο της πραγματικής αποχωρήσεως τις προϋποθέσεις της υποχρεωτικής συνταξιοδοτήσεως.
Διότι αν είχαν συμπληρώσει κατά τον χρόνο υποβολής της αιτήσεως και τις άνω προϋποθέσεις, θα έπρεπε να αποχωρήσουν αναγκαστικά και δεν θα είχαν δικαίωμα οικειοθελούς ( όχι υποχρεωτικής) αποχωρήσεως, ενώ αν συμπλήρωναν τις εν λόγω προϋποθέσεις μετά την υποβολή της αιτήσεως, αλλά πριν πραγματοποιηθεί η οικειοθελής αποχώρηση αυτών, θα έπρεπε και πάλι να αποχωρήσουν αναγκαστικά, χωρίς τις ευνοϊκές ρυθμίσεις του νόμου, αφού δεν εφαρμόζεται στο ιπτάμενο προσωπικό του θαλάμου διακυβερνήσεως η προαναφερόμενη διάταξη της παρ. 5 β' του άρθρου 2 του Ν. 2271/1994 -που προβλέπει ότι όσοι υποβάλλουν εμπρόθεσμα αιτήσεις και παραμείνουν σ την υπηρεσία, λόγω συμπληρώσεως του οριζόμενου στις Υ.Α.
ανώτατου ορίου αποχωρήσεων, υπάγονται στις ευνοϊκές ρυθμίσεις του νόμου για την οικειοθελή αποχώρηση όταν συνταξιοδοτηθούν σε άλλο χρονικό σημείο - κατά τα προεκτεθέντα. Κατά συνέπεια οι χειριστές και ιπτάμενοι μηχανικοί που υπέβαλαν εμπρόθεσμα αιτήσεις για οικειοθελή αποχώρηση, αλλά παρέμειναν για οποιοδήποτε λόγο στην υπηρεσία μέχρι να συμπληρώσουν τις προϋποθέσεις της υποχρεωτικής συνταξιοδοτήσεως, δεν δικαιούνται, κατά την αποχώρησή τους, να λάβουν την προβλεπόμενη από τις διατάξεις του άρθρου 2 του Ν. 2271/1994 αυξημένη αποζημίωση, διότι, όπως αναφέρθηκε, οι διατάξεις αυτές εφαρμόζονται μόνο στους οικειοθελώς αποχωρούντες και όχι σε εκείνους που αποχωρούν αναγκαστικά, λόγω υποχρεωτικής συνταξιοδοτήσεως.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 9 περ. γ' Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως "αίτηση",κατά την έννοια της διάταξης αυτής νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, δηλαδή κάθε αίτηση με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή αυτής και η οποία δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα δίκης, τέτοια δε αίτηση είναι και η επικουρική βάση της αγωγής, για την οποία το δικαστήριο δεν αποφάνθηκε στο διατακτικό ή τις αιτιολογίες μετά την απόρριψη της κύριας βάσης της αγωγής.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το παραδεκτώς ελεγχόμενο δικόγραφο της ένδικης αγωγής ( αρθρ. 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ), ο αναιρεσείων ισχυρίσθηκε ότι συνδεόταν με την αναιρεσίβλητη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου από 21-8-1965, δυνάμει της οποίας προσέφερε σ' αυτήν τις υπηρεσίες του ως ιπτάμενος μηχανικός αεροσκαφών, ότι αν και είχε υποβάλει εμπρόθεσμα στις 11-1-1995 αίτηση για οικειοθελή αποχώρηση και πληρούσε τις απαιτούμενες γι' αυτό από το Ν. 2271/1994 προϋποθέσεις, η αναιρεσίβλητη παρέλειψε να προβεί αμέσως, όπως όφειλε, στη διαγραφή του από τη δύναμη του προσωπικού και να του καταβάλει την προβλεπόμενη από τις διατάξεις του άνω νόμου αυξημένη αποζημίωση, αλλά τον διατήρησε στην υπηρεσία μέχρι τις 31-12-1997, που συνταξιοδοτήθηκε υποχρεωτικά και έλαβε τη συνηθισμένη για τη συνταξιοδότηση αυτή μειωμένη αποζημίωση.
Επιπλέον εξέθεσε ο αναιρεσείων ότι για την παραμονή του στην υπηρεσία μέχρι την παραπάνω ημερομηνία της υποχρεωτικής συνταξιοδοτήσεώς του δεν συνέτρεχε κανένας λόγος, αφού και ο προβλεπόμενος στο σχέδιο εξυγίανσης της Ο.Α. αριθμός των 23 χειριστών και ιπτάμενων μηχανικών που μπορούσαν να αποχωρήσουν με τις ευνοϊκές ρυθμίσεις του Ν. 2271/1994 δεν είχε συμπληρωθεί και αυτός είχε πραγματοποιήσει, κατά τον χρόνο υποβολής της αιτήσεώς του ή της οικειοθελούς αποχωρήσεων άλλων συναδέλφων του, περισσότερα ημερομίσθια από εκείνους.
Ακολούθως ισχυρίσθηκε ο αναιρεσείων ότι η αναιρεσίβλητη Ο.Α. παράνομα και καταχρηστικά δεν προέβη στην άμεση αποδοχή της αιτήσεως οικειοθελούς αποχωρήσεως αυτού και στη λύση της συμβάσεώς του με ταυτόχρονη καταβολή της ως άνω αυξημένης αποζημιώσεως και ζήτησε μετά ταύτα να του καταβάλει η αναιρεσίβλητη τη διαφορά μεταξύ της αποζημιώσεως που έλαβε και της αποζημιώσεως που προβλέπει ο Ν. 2271/1994, κυρίως με βάση τις διατάξεις του νόμου αυτού και επικουρικά με βάση την αρχή της ισότητας, άλλως της ίσης μεταχείρισης και άλλως της αδικοπραξίας.
Η επίκληση της τελευταίας αυτής επικουρικής βάσης της αγωγής από την αδικοπραξία (άρθρα 914 και 71 ΑΚ) δεν γίνεται πανηγυρικά στο δικόγραφο της αγωγής, συνάγεται όμως σαφώς από όλο το περιεχόμενό της και ειδικότερα από την αναφερόμενη παραβίαση των διατάξεων του Ν. 2271/1994 και την προβαλλόμενη έντονα σ' αυτή παράλειψη της αναιρεσίβλητης να αποδεχθεί αμέσως την αίτηση οικειοθελούς αποχωρήσεως.
Το Εφετείο απέρριψε (ορθώς, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν παραπάνω) με την προσβαλλόμενη απόφαση την αγωγή κατά την κύρια νομική της βάση και τις δύο πρώτες επικουρικές νομικές της βάσεις, αλλά δεν ερεύνησε την πιο πάνω επικουρική βάση της αγωγής από την αδικοπραξία. Επομένως, ανεξάρτητα από τη βασιμότητα, νομική και ουσιαστική, της επικουρικής αυτής νομικής βάσης της αγωγής, το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.9 περ.
γ του Κ.Πολ.Δ. και επομένως, ο σχετικός από το άρθρο αυτό μοναδικός λόγος αναιρέσεως πρέπει να γίνει δεκτός και να αναιρεθεί κατά το μέρος αυτή η προσβαλλόμενη απόφαση (δηλαδή κατά το μέρος που δεν ερεύνησε την πιο πάνω επικουρική βάση της αγωγής), να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη σε πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 5582/2003 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατά το μέρος που αναφέρεται στο αιτιολογικό.
Παραπέμπει την υπόθεση κατά το ανωτέρω μέρος προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει σε χίλια εκατό (1100) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Μαρτίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 2 Μαϊου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ