Supreme Court rejects correction request for appeal judgment as it exceeds statutory limits and re-examines untested grounds.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the petitioner's request to correct a 2014 appeal judgment regarding a technical organization dispute. The petitioner argued for correction of the 2014 ruling, but the court found the request effectively sought re-examination of appeal grounds already rejected. The court ruled that such re-examination exceeds the narrow scope of correction and interpretation permitted by law, leading to the dismissal of the application and an order for the petitioner to pay legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 315 to 320 of the Code of Civil Procedure; Correction of judgments is limited to drafting or calculation errors and does not permit re-examination of substantive appeal grounds or re-evaluation of facts already decided.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 815 / 2022 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 815/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα, και Ελένη Χροναίου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 14 Σεπτεμβρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αιτούσας: ... "...", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Λύτρα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Των καθ'ων η αίτηση: 1) ... με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην ….και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Ε. Κ. του Ε., κατοίκου ... και 3) Β. Λ., κατοίκου .... Το πρώτο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αικατερίνη Νταή, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η οποία κατέθεσε προτάσεις. Οι δεύτερη και τρίτος εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Απόστολο - Κωνσταντίνο Κωνσταντινίδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-12-2001 αγωγή του ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά και συνεκδικάσθηκε με την προφορικά ασκηθείσα πρόσθετη παρέμβαση των ήδη δεύτερου και τρίτου των αναιρεσιβλήτων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5347/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 296/2011 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε το Τεχνικό Επιμελητήριο της Ελλάδος με την από 25-04-2013 αίτησή του, επί της οποίας εκδόθηκε η 224/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την ως άνω εφετειακή απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκασή της στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Τη διόρθωση της ως άνω απόφασης του παρόντος Δικαστηρίου ζητεί η αιτούσα ανώνυμη εταιρεία με την από 4-09-2018 αίτησή της και τους από 6-12-2020 προσθέτους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με τις διατάξεις των άρθρων 315 έως 320 του ΚΠολΔ, οι οποίες, σύμφωνα με το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, εφαρμόζονται και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, ρυθμίζεται η διαδικασία της διόρθωσης και ερμηνείας των δικαστικών αποφάσεων. Ειδικότερα, κατά το άρθρο 315 του ΚΠολΔ: "Αν από παραδρομή κατά τη σύνταξη της απόφασης περιέχονται λάθη γραφικά ή λογιστικά ή το διατακτικό της διατυπώθηκε κατά τρόπο ελλιπή ή ανακριβώς, το δικαστήριο που την έχει εκδώσει μπορεί, αν το ζητήσει κάποιος διάδικος ή και αυτεπαγγέλτως, να τη διορθώσει με νέα απόφασή του".
Από τη διάταξη αυτή η οποία, ως εξαιρετική, υπηρετεί, στα πλαίσια της επιταγής για ασφάλεια δικαίου, τον κύριο σκοπό της δίκης, που είναι η δικαιοσύνη, συνάγεται ότι, κατόπιν αιτήσεως των διαδίκων ή και αυτεπαγγέλτως, είναι δυνατόν να γίνει διόρθωση των σφαλμάτων της απόφασης, που οφείλονται σε ασυμφωνία αυτών που ήθελε το δικαστήριο και εκείνων, που έχουν διατυπωθεί στην απόφαση, έστω και αν, από τη διόρθωση της ανακρίβειας της διατύπωσης, επέρχεται μεταβολή στο διατακτικό, αφού η μεταβολή αυτή, επιτρεπόμενη από το νόμο, δεν ανατρέπει αλλ' ορθώς διατυπώνει την αληθή δικαιοδοτική βούληση, δεν αποτελεί δε παραβίαση του δεδικασμένου (Ολ.
Α.Π. 29/2004, Ολ. Α.Π. 30/2004, Α.Π 1305/2007, Α.Π. 1259/2002). Η ανακριβής ή ελλιπής, εξάλλου, διατύπωση η οφειλόμενη σε παραδρομή και ευρισκόμενη σε αναντιστοιχία προς εκείνα που θέλησε το δικαστήριο, πρέπει να προκύπτει είτε από την ίδια την απόφαση, ήτοι από την όλη διάρθρωση της απόφασης και όσα συνέβησαν κατά τη σύνταξή της (Ολ.
Α.Π. 22/2004, Α.Π. 1034/1997), είτε από το συνδυασμό αυτής προς τα πρακτικά του δικαστηρίου ή και τα διαδικαστικά έγγραφα και, ιδίως, προς εκείνα, με τα οποία ζητήθηκε η συγκεκριμένη έννομη προστασία (Α.Π. 1305/2007, Α.Π. 1703/2006). Πρέπει δε η διόρθωση να μη σχετίζεται με την ουσία της υπόθεσης, ούτε να αλλοιώνει την έννοια της απόφασης και να μεταβάλει ή να ανακαλεί το περιεχόμενό της και, έτσι, να οδηγεί άμεσα ή έμμεσα σε επανεκτίμηση των αποδείξεων ή επανεξέταση της ουσίας της υπόθεσης.
Τούτο σημαίνει ότι, για τη διαπίστωση του σφάλματος του δικαστηρίου, δεν πρέπει να γίνεται επανεξέταση της ουσίας της διαφοράς, αλλά να προκύπτει αυτό από την απλή επισκόπηση της απόφασης, των πρακτικών ή και των δικογράφων των διαδίκων, ώστε να γίνεται, στη συνέχεια, η διόρθωσή της. Κατά συνέπεια, αντικείμενο διόρθωσης, δεν αποτελούν διαγνωστικά σφάλματα του δικαστηρίου, που αναφέρονται στην ερμηνεία ή στην εφαρμογή ουσιαστικής διάταξης, καθώς και στην εκτίμηση των αποδείξεων, τα οποία, εφόσον αποδειχθούν, αίρονται μόνο με την οδό των ένδικων μέσων, αλλά μόνον ακούσιες πλημμέλειες, που παρεισέφρησαν κατά τη σύνταξη ή την καθαρογραφή της απόφασης (Α.Π. 1479/2019, Α.Π. 359/2017, Α.Π. 318/2018, Α.Π. 1/2015, Α.Π. 1765/2013, Α.Π. 1672/2001).
Αρμόδιο για την εκδίκαση της αίτησης διόρθωσης δικαστήριο, είναι το δικαστήριο, που εξέδωσε τη διορθωτέα απόφαση (άρθρο 317 παρ. 2 του ΚΠολΔ), το οποίο μάλιστα παραμένει αρμόδιο, έστω και αν εκκρεμεί αναίρεση κατά της διορθωτέας απόφασης (Α.Π. 962/2007, Α.Π. 143/2002). Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 316 του ίδιου Κώδικα: "Αν η απόφαση είναι διατυπωμένη με τρόπο που γεννά αμφιβολίες ή είναι ασαφής, το δικαστήριο που την έχει εκδώσει μπορεί, αν το ζητήσει κάποιος διάδικος, να την ερμηνεύσει με νέα του απόφαση, έτσι που η έννοιά της να γίνει αναμφίβολη, η ερμηνεία, όμως, δεν μπορεί ποτέ να αλλάξει το διατακτικό της απόφασης που ερμηνεύεται".
Όπως προκύπτει από τη διάταξη αυτή, η ερμηνεία γίνεται από το ίδιο δικαστήριο, που έχει εκδώσει την αρχική απόφαση και με την ίδια διαδικασία, χωρίς χρονικό περιορισμό και μόνο ύστερα από αίτημα διαδίκου και όχι αυτεπάγγελτα. Η ερμηνεία αποβλέπει στην αποκατάσταση του αληθινού νοήματος της απόφασης, εφόσον αυτό δεν είναι κατανοητό από τους διαδίκους, για το λόγο ότι η διατύπωση είναι ασαφής ή αμφίβολη και, έτσι, με την ερμηνεία αίρονται οι ασάφειες και οι αοριστίες της διατύπωσης των σχετικών σημείων της απόφασης, με την επεξήγηση της αληθούς έννοιας και την αποκατάσταση του ακριβούς νοήματος αυτών.
Αμφίβολο, κατ' αρχήν, θεωρείται το νόημα της απόφασης, όταν η λεκτική διατύπωση, λόγω των όρων που χρησιμοποιήθηκαν, οδηγεί σε διάφορες ερμηνευτικές εκδοχές, ενώ η ασάφεια της απόφασης πρέπει να είναι τέτοια ώστε να δυσχεραίνεται ή να καθίσταται αδύνατη η κατανόηση αυτής ή η εκτέλεσή της και η οριοθέτηση του ουσιαστικού δεδικασμένου, που απορρέει από αυτή.
Το δικαστήριο, ενώπιον του οποίου εισάγεται η αίτηση ερμηνείας δικαστικής απόφασης (άρθρο 317 παρ. 2 του ΚΠολΔ), θα εξετάσει σε πρώτη φάση, αν πράγματι η απόφαση είναι ασαφής, αόριστη και με αμφίβολο νόημα. Μόνο τότε, ήτοι, αν διαγνωστεί ότι η απόφαση δεν είναι "σαφής", αλλά έχει ανάγκη ερμηνείας, θα προχωρήσει στην ερμηνεία της απόφασης, αναζητώντας την αληθινή βούληση του δικαστή (και όχι το νόημα της απόφασης καθ' εαυτό), λαμβάνοντας υπόψη, εφόσον είναι αναγκαίο και τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η ερμηνευόμενη απόφαση (αγωγή, προτάσεις και λοιπά δικόγραφα της δίκης εκείνης).
Δεν ερευνάται, δηλαδή, πώς θα ήταν ορθό να αποφανθεί το δικαστήριο, κατά τη δίκη εκείνη, αλλά πώς πράγματι αποφάνθηκε. Νομικές ή ουσιαστικές πλημμέλειες της απόφασης, δεν είναι δυνατό να καλυφθούν με τη μέθοδο της ερμηνείας και, συνεπώς, δεν επιτρέπεται, κατά την ερμηνεία, η επανεκτίμηση των αποδείξεων, που είχαν διεξαχθεί τότε, ούτε το δικαστήριο έχει εξουσία, με ερμηνεία ή προσθήκη νέας διάταξης, να αλλοιώσει την ουσία της απόφασης και την έννοια αυτής, ούτε να συμπληρώσει παραλείψεις, σε αιτήματα, που υποβλήθηκαν από τους διαδίκους, διότι τούτο αντίκειται στους κανόνες του δεδικασμένου Οι τυχόν απόψεις των διαδίκων για την έννοια της απόφασης, δεν δεσμεύουν το δικαστήριο.
Το δικαστήριο, κατά την ερμηνεία της απόφασής του, περιορίζεται στην επεξήγηση της αληθινής έννοιάς της, ήτοι στον καθορισμό των αόριστων και στην αποσαφήνιση των ασαφών σημείων του διατακτικού της ή και των αιτιολογιών της, όταν οι τελευταίες επέχουν θέση διατακτικού, χωρίς όμως να αλλάξει το διατακτικό της απόφασής του (Α.Π. 1735/2014, Α.Π. 1235/2014).
Επισημαίνεται ότι, από το συνδυασμό των προαναφερόμενων διατάξεων των άρθρων 315 και 316 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι, όπου χωρεί διόρθωση δικαστικής απόφασης δεν χωρεί ερμηνεία αυτής και αντίστροφα (Α.Π. 1479/2019, Α.Π. 359/2017). Εξάλλου, οι αναιρετικές αποφάσεις είτε της Ολομέλειας, είτε των τμημάτων του Αρείου Πάγου, ναι μεν δεν είναι δεκτικές εκτελέσεως, ούτε παράγουν δεδικασμένο, ωστόσο, παράγουν ενδοδιαδικαστική δέσμευση, αφού, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 4 του ΚΠολΔ, οι αποφάσεις αυτές δεσμεύουν τα δικαστήρια, που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση, ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν.
Επομένως, μόνο το περιέχον λύση των ζητημάτων αυτών μέρος του αιτιολογικού τους, υπόκειται σε ερμηνεία. Κατά την ερμηνεία, τέλος, αναζητείται η βούληση των δικαστών, που εξέδωσαν την ερμηνευόμενη απόφαση, με βάση τα στοιχεία γενικά της δίκης (Α.Π. 962/2017, Α.Π. 75/2017).
Τέλος, με τη διάταξη του άρθρου 308 παρ. 1 του ΚΠολΔ, η οποία, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου, ορίζεται ότι το δικαστήριο εκδίδει οριστική απόφαση αν κρίνει πως η υπόθεση είναι ώριμη γι' αυτό. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, οριστική είναι η απόφαση του Αρείου Πάγου, που περατώνει τη δίκη επί του ασκηθέντος ενδίκου μέσου της αίτησης αναίρεσης, είτε με την απόρριψη της αίτησης αυτής ως απαράδεκτης ή ως αβάσιμης είτε, μετά την κατάργηση του τμήματος παραπομπής του Αρείου Πάγου με το άρθρο 31 παρ.2 του Ν. 2172/1993, με την παραδοχή της αίτησης και την παραπομπή της υπόθεσης, προς περαιτέρω εκδίκαση, σε άλλο δικαστήριο, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 580 παρ. 2 και 3 του ΚΠολΔ.
Με την έκδοση της οριστικής του απόφασης, με την οποία απορρίπτεται τελικά η αίτηση αναίρεσης και η οποία έχει προφανώς την έννοια ότι δεν κρίθηκε βάσιμος κανένας παραδεκτός λόγος αναίρεσης, ή με την οποία έγινε δεκτή εν όλω ή εν μέρει η αίτηση αναίρεσης, καθότι κρίθηκε βάσιμος κάποιος λόγος αυτής και υπάρχει παραπεμπτική διάταξη στο δικαστήριο που την εξέδωσε, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, το δικαστήριο του Αρείου Πάγου απεκδύεται από κάθε εξουσία για νέα εξέταση της υπόθεσης και αναλώνεται η αξίωση του διαδίκου για παροχή έννομης προστασίας, με την έννοια της επανεξέτασης της διαφοράς, που είναι απαράδεκτη, λόγω της έλλειψης εκκρεμοδικίας.
Δεν αποκλείεται, δε, σε περίπτωση παραδοχής από τον Άρειο Πάγο, ως βάσιμου ενός εκ των προτεινομένων πλειόνων λόγων αναίρεσης, που ως εκ του περιεχομένου της αναιρετικής εμβέλειας αυτού καλύπτει στο σύνολό της την προσβαλλομένη απόφαση, με συνέπεια την αναίρεση αυτής στο σύνολό της, η εκ μέρους του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου παράλειψη της έρευνας των λοιπών λόγων αναίρεσης, ακόμη και χωρίς ειδική περί τούτου μνεία στο σκεπτικό, καθότι η περαιτέρω έρευνα αυτών, μετά την κατά τα άνω παραδοχή του εν λόγω αναιρετικού λόγου, καθίσταται, πλέον, άνευ αντικειμένου και μάλιστα ανεξαρτήτως της βασιμότητας ή μη των μη εξετασθέντων λόγων αναίρεσης και αδιαφόρως του εάν αυτοί είχαν κριθεί απορριπτέοι ή όχι στην Εισηγητική Έκθεση.
Κατά δε την έννοια του άρθρου 579 παρ. 1 του ΚΠολΔ, στο σύνολό της θεωρείται ότι αναιρείται η απόφαση, όταν η αναιρετική, κατά το διατακτικό της δεν περιορίζει, με σχετική διάταξη αυτού, την αναίρεση σε ορισμένο ή ορισμένα κεφάλαια της όλης δίκης ή ως προς μερικούς μόνον από τους διαδίκους (Ολ. Α.Π. 27/2007). Από τα προαναφερθέντα συνάγεται ότι, εφόσον υπάρχει στο διατακτικό της απόφασης ρητή απορριπτική διάταξη της αίτησης αναίρεσης στο σύνολο της, ή παραπεμπτική στο δικαστήριο που την εξέδωσε, δεν υπάρχει δυνατότητα εισαγωγής εκ νέου των λόγων, που δεν ερευνήθηκαν στο αναιρετικό τμήμα για επανεκδίκαση, γιατί στην περίπτωση αυτή έχει καταργηθεί η εκκρεμότητα του αιτήματος ενώπιον του Αρείου Πάγου, αφού το αίτημα τούτο έχει απορριφθεί και το Ακυρωτικό Δικαστήριο απεκδύθηκε κάθε εξουσίας, για νέα εξέταση της υπόθεσης, ενώ η έρευνα των ίδιων λόγων προϋποθέτει ανάκληση της οριστικής απορριπτικής ή παραπεμπτικής απόφασης επί της αίτησης αναίρεσης, που είναι ανεπίτρεπτη κατά τις διατάξεις των άρθρων 309 εδ.
α' και 555 του ΚΠολΔ (Ολ. Α.Π. 20/2009, Α.Π. 1235/2014, Α.Π. 1621/2012). Στην προκείμενη περίπτωση, με την υπό κρίση από 04-09-2018 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 1026/2020 αίτηση, η αιτούσα ζητεί τη διόρθωση της με αριθμό 224/2014 απόφασης του παρόντος Δικαστηρίου, που εκδόθηκε επί της από 25-04-2013 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 62/2013 αίτησης αναίρεσης του πρώτου των καθών η αίτηση νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "..." (...), ως εκ του νόμου υποκατάστατου, στα δικαιώματα των αναφερομένων μελών του διπλωματούχων Μηχανικών Ε.
Ε. Κ. και Β. Λ., επικαλούμενη ότι υπάρχει διάσταση μεταξύ εκείνων που θέλησε το Δικαστήριο, προς εκείνο που διατυπώθηκε στο σκεπτικό και στο διατακτικό της υπό διόρθωση απόφασης και συγκεκριμένα ζητεί τη διόρθωση της ως άνω αναιρετικής απόφασης, κατά το μέρος που στις αιτιολογίες και στο διατακτικό αυτής, έχει διατυπωθεί, από προφανή παραδρομή, ότι ο τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης έγινε δεκτός ως βάσιμος, προκειμένου να αντικατασταθεί η εσφαλμένη διατύπωση του λόγου αυτού στην απόφαση "βάσιμος", με την ορθή διατύπωση "αβάσιμος", έτσι ώστε να απορριφθεί ο τρίτος λόγος της ως άνω αίτησης αναίρεσης και συνακόλουθα και η αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της.
Η υπό κρίση αίτηση, παραδεκτώς φέρεται προς συζήτηση, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, που εξέδωσε την υπό διόρθωση απόφαση, κατ' άρθρο 317 παρ. 2 του ΚΠολΔ κατά το μέρος που αυτή απευθύνεται κατά του πρώτου των καθών νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "..." (...), ως εκ του νόμου υποκατάστατου των μελών του Ε.
Κ. του Ε. και Β. Λ. και είναι νόμιμη, στηριζόμενη στη διάταξη του άρθρου 315 του ΚΠολΔ Πρέπει, επομένως, να ερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν, κατά την ίδια διαδικασία, που εκδόθηκε η υπό διόρθωση απόφαση (άρθρο 318 παρ. 1 του ΚΠολΔ). Περαιτέρω, όμως, η ένδικη αίτηση απαραδέκτως στρέφεται και κατά των μελών του νομικού προσώπου, δεύτερης και τρίτου των καθών Ε.
Ε. Κ. και Β. Λ. ατομικώς και πρέπει, ως εκ τούτου, να απορριφθεί, καθόσον αυτοί δεν υπήρξαν διάδικοι στη δίκη επί της από 25-04-2013 αίτησης αναίρεσης, επί της οποίας εκδόθηκε η υπό διόρθωση με αριθμό 224/2014 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου και τους οποίους, συνεπώς, δεν αφορούν οι αποδιδόμενες πλημμέλειες της ως άνω απόφασης.
Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί η αιτούσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των δευτέρας και τρίτου των καθών η αίτηση, που παραστάθηκαν και κατέθεσαν χωριστές προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους (άρθρα 176, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό της απόφασης. Εξάλλου, οι από 06-12-2020 και αριθμό έκθεσης κατάθεσης 121/11-12-2020 πρόσθετοι λόγοι είναι απορριπτέοι, ως απαράδεκτοι, διότι δεν προβλέπεται στη διαδικασία διορθώσεως η άσκηση προσθέτων λόγων.
Από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, που επιτρεπτά επισκοπούνται, κατ' άρθρο 561 αρ. 2 του ΚΠολΔ, προκύπτουν, ως προς τη διαδικαστική πορεία της υπόθεσης, τα ακόλουθα: Με την από 20-12-2001 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 11503/20-12-2001 αγωγή του, απευθυνόμενη ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, το ενάγον και ήδη καθού η αίτηση νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "..." (…..), ως εκ του νόμου υποκατάστατο στα δικαιώματα των αναφερομένων μελών του διπλωματούχων Μηχανικών Ε.
Ε. Κ. και Β. Λ., όπως παραδεκτώς, κατ' άρθρο 224 του ΚΠολΔ, διόρθωσε την αγωγή αυτή, με προφορική δήλωση της πληρεξουσίας δικηγόρου του, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του ως άνω Δικαστηρίου, ισχυρίστηκε ότι στον Πειραιά, τον Νοέμβριο του έτους 1990, η εναγομένη και ήδη αιτούσα ανώνυμη εταιρεία, με την τότε επωνυμία "..." και ήδη "....", εκπροσωπούμενη από τον Ιωάννη Λύτρα, ανέθεσε στους δύο ως άνω υποκαθιστάμενους Μηχανικούς, να εκπονήσουν τις απαιτούμενες μελέτες για την ανέγερση ξενοδοχειακής μονάδας, στη νήσο ..., στη θέση "..." (κατηγορίας πολυτελείας, 17 δωματίων, 38 κλινών), αποτελούμενης από ένα κτίριο, σε οικόπεδο έκτασης 5.527,39 τ.μ., καθώς και την επίβλεψη από έκαστο αυτών (μηχανικών) διακριτά των, ειδικότερα αναφερομένων, επιμέρους εργασιών κατασκευής της εν λόγω οικοδομής.
Ότι οι υποκαθιστάμενοι μηχανικοί, η πρώτη, ως διπλωματούχος Αρχιτέκτων Μηχανικός και ο δεύτερος, ως διπλωματούχος Ηλεκτρολόγος Μηχανικός, εκπόνησαν τις μελέτες, η αμοιβή των οποίων τους έχει ήδη καταβληθεί από την εναγομένη, με βάση τις οποίες εκδόθηκε από το Τμήμα Πολεοδομίας Σύρου της Νομαρχίας Κυκλάδων, η με αριθμό 97/09-03-1994 οικοδομική άδεια και περί τον μήνα Απρίλιο του έτους 1994 άρχισαν οι εργασίες κατασκευής του έργου.
Ότι, μετά την έναρξη της εκτέλεσης των εργασιών, κατέστη αναγκαία η τροποποίηση της αρχικής αρχιτεκτονικής μελέτης, διότι, κατά την εκσκαφή των θεμελίων της οικοδομής, ανακαλύφθηκε, σε σημείο του ακινήτου, αρχαίος τάφος της Μυκηναϊκής εποχής. Ότι η εναγομένη, δια του ως άνω εκπροσώπου της, ανέθεσε την εκπόνηση της τροποποιητικής αυτής μελέτης στην πρώτη των ανωτέρω Μηχανικών Ε.
Ε. Κ., η οποία και την εκπόνησε, μετατοπίζοντας τον χώρο του γυμναστηρίου και της δισκοθήκης, ενώ ο σχετικός φάκελος της τροποποιητικής μελέτης κατατέθηκε στον Ε.Ο.Τ. και εγκρίθηκε από αυτόν στις 09-08-1996. Ότι, οι εν λόγω υποκαθιστάμενοι μηχανικοί από την έναρξη των εργασιών, επέβλεψαν συνεχώς την εκτέλεση των επιμέρους εργασιών του έργου, ελέγχοντας την εφαρμογή των μελετών, τόσο σε επίπεδο κατασκευαστικό, όσο και σε επίπεδο επιμετρήσεων, στις οποίες και προέβαιναν, έως και τον Ιούλιο του έτους 1997 οπότε και περατώθηκε πλήρως και παραδόθηκε το έργο στην εναγομένη εταιρεία.
Ότι η ελάχιστη νόμιμη αμοιβή τους, όπως εξάλλου αυτή καθορίστηκε και μεταξύ των συμβαλλομένων μερών, με βάση τις αναφερόμενες διατάξεις του π.δ/τος 696/1974, τόσο για την τροποποιητική μελέτη, όσο και για την επίβλεψη και επιμέτρηση των εργασιών, ανέρχεται στα αναφερόμενα σ' αυτήν (αγωγή) ποσά. Ακολούθως, παρατίθενται με πίνακες στην αγωγή οι επιμέρους εργασίες, κατά τετραγωνικό ή κυβικό μέτρο (ανάλογα με το είδος των εργασιών) που εκτελέστηκαν, υπό την επίβλεψη των υποκαθιστάμενων μηχανικών, καθώς και :
α) αναλυτικός προϋπολογισμός, για την αναθεώρηση της οικοδομικής άδειας, ως προς τμήμα της οικοδομής, αναφορικά με την αιτούμενη αμοιβή της τροποποιητικής μελέτης και β) αναλυτική οριστική επιμέτρηση (απολογισμός) των δαπανών, οι οποίες πραγματοποιήθηκαν για τις εκτελεσθείσες εργασίες, αναφορικά με τις αιτούμενες αμοιβές της επίβλεψης και επιμέτρησης των εργασιών.
Με βάση το ιστορικό αυτό και με παράθεση πίνακα, στον οποίο αναγράφονται λεπτομερώς οι αιτούμενες αμοιβές και οι κατηγορίες, στις οποίες υπάγονται οι ως άνω επιμέρους εργασίες, το ενάγον, επικαλούμενο ότι η εναγομένη αρνείται την καταβολή της νόμιμης αμοιβής των ως άνω μηχανικών, ζήτησε να υποχρεωθεί η τελευταία να καταβάλει σ' αυτό τη νόμιμη αυτή ελάχιστη αμοιβή τους, τόσο για την τροποποιητική μελέτη, όσο και για την επίβλεψη - επιμέτρηση των εργασιών εκτέλεσης του έργου, η οποία ανέρχεται στο συνολικό χρηματικό ποσό των 36.666.388 δραχμών (ήδη 107.604,95 ευρώ, εκ των οποίων ζητεί 107.604 ευρώ), ήτοι:
α) στο ποσό των 33.125.152 δραχμών (ήδη 97.212 ευρώ), για την πρώτη αναφερομένη Μηχανικό και β) στο ποσό των 3.541.236 δραχμών (ήδη 10.392 ευρώ), για τον δεύτερο αναφερόμενο Μηχανικό (μετ' αφαίρεση των ποσών που έχουν ήδη καταβληθεί από την εναγομένη, έναντι των οφειλομένων αμοιβών της για την επίβλεψη), με το νόμιμο τόκο από τον χρόνο όχλησης αυτής, ήτοι από τις 16-12-2000.
Ζήτησε, επίσης, να αναγνωριστεί ότι η εναγομένη οφείλει να του καταβάλει τον φόρο προστιθέμενης αξίας (Φ.Π.Α.) και τους τόκους επί του ποσού αυτού μέχρι την εξόφληση, με το ποσοστό που θα ισχύει κατά το χρόνο που θα εκδοθεί το σχετικό δελτίο παροχής υπηρεσιών από τους ως άνω μηχανικούς, να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει τους τόκους επί του ποσού των 4.434.793 δραχμών (ήδη 13.014,80 ευρώ), στο οποίο ανέρχονται οι τόκοι από ανατοκισμό του ποσού των 36.666.388 δραχμών (ήδη 107.604 ευρώ) για το χρονικό διάστημα από τις 16-12-2000 (χρόνος όχλησης της εναγομένης) έως τις 17-12-2001 (χρόνος αναμενόμενης άσκησης της αγωγής) και, τέλος, να αναγνωριστεί ότι η εναγομένη οφείλει να του καταβάλει τον Φ.Π.Α.
επί των τόκων από ανατοκισμό, με το ποσοστό που θα ισχύει κατά τον χρόνο της εξόφλησης. Επικουρικώς, ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγομένη, κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού, να του καταβάλει το ανωτέρω χρηματικό ποσό των 36.666.388 δραχμών (ήδη 107.604 ευρώ), με το νόμιμο τόκο από τις 16-12-2000 και να αναγνωριστεί ότι οφείλει και τον Φ.Π.Α.
Επί της υπόθεσης αυτής εκδόθηκε, κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων και κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από αμοιβές για την παροχή εργασίας (άρθρα 677 έως 681 του ΚΠολΔ), η με αριθμό 5347/2007 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με την οποία, αφού έγινε δεκτό ότι η κύρια βάση της αγωγής ήταν νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 361 και 681 του Α.Κ., σε συνδυασμό με αυτήν του άρθρου 1 του π.δ/τος 48/1994, απορρίφθηκε, ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, διότι κρίθηκε ότι, όπως αποδείχθηκε, είχε συμφωνηθεί μεταξύ της εναγομένης και των ως άνω μηχανικών, τους οποίους ήδη υποκαθιστά το ..., να υπολογιστεί η αμοιβή των τελευταίων (τόσο για την τροποποιητική μελέτη, όσο και για την επίβλεψη), με βάση τον εμβαδομετρικό προϋπολογισμό του έργου και όχι με βάση τον αναλυτικό προϋπολογισμό του έργου, τον οποίο αβασίμως επικαλείται το ενάγον με την αγωγή του, ως συμφωνημένο, ενώ επιπροσθέτως, δεν υπάρχει στην αγωγή, επικουρικό αίτημα καταβολής της αμοιβής, με βάση τον εμβαδομετρικό προϋπολογισμό του έργου.
Επίσης, απορρίφθηκε ως μη νόμιμη και η επικουρική αγωγή βάση του αδικαιολογήτου πλουτισμού, για τους διαλαμβανόμενους στην απόφαση αυτή λόγους και, τέλος, απορρίφθηκε και η προφορικώς ασκηθείσα πρόσθετη παρέμβαση υπέρ του ενάγοντος των ανωτέρω μηχανικών. Ακολούθως, το Τριμελές Εφετείο Πειραιώς, επιλαμβανόμενο της υπόθεσης, μόνο κατά την κύρια βάση της αγωγής, στο πλαίσιο του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της από 17-07-2009 και αριθμό έκθεσης κατάθεσης 967/01-09-2009 έφεσης του ενάγοντος νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "..." (...), με την οποία παραπονέθηκε για λόγους, που ανάγονταν σε εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία του νόμου, καθώς και για πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ζητώντας να γίνει δεκτή αυτή, ώστε να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση, με σκοπό να γίνει δεκτή η αγωγή του, ως προς την κύρια αυτής βάση, εξέδωσε τη με αριθμό 296/2011 απόφασή του, με την οποία, αφού συνεκδίκασε την ένδικη έφεση και την, ασκηθείσα με τις προτάσεις τους, από 20-01-2011 πρόσθετη, υπέρ του εκκαλούντος, παρέμβαση των ως άνω μηχανικών, απέρριψε την πρόσθετη παρέμβαση ως απαράδεκτη, δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση, επικυρώνοντας έτσι, την, ομοίως αποφανθείσα, απόφαση του πρωτοδίκως δικάσαντος Δικαστηρίου, το οποίο είχε απορρίψει την αγωγή, όπως παραπάνω αναφέρθηκε, ως αβάσιμη κατ' ουσίαν.
Την αναίρεση της ως άνω τελεσίδικης απόφασης, για τους διαλαμβανόμενους λόγους, ζήτησε το ήδη καθού η αίτηση νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "..." (...), με την από 25-04-2013 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 62/2013 αίτηση αναίρεσης επί της οποίας, ύστερα από σύνταξη της από 28-11-2013 σχετικής Έκθεσης της Εισηγήτριας Αρεοπαγίτη, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο της αίτησης και μετά την έρευνα στην Εισηγητική Έκθεση και των έξι (6) λόγων αυτής, εκδόθηκε η υπό διόρθωση με αριθμό 224/2014 απόφαση του Β2 Πολιτικού Τμήματος του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου.
Με την απόφαση αυτή αναιρέθηκε, στο σύνολό της, η προσβαλλόμενη με αριθμό 296/2011 οριστική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς και παραπέμφθηκε, κατ' άρθρο 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ, η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως την υπόθεση.
Συγκεκριμένα με την απόφαση αυτή έγινε δεκτός ο σχετικός τρίτος λόγος αναίρεσης, εκ του άρθρου 559 αριθ. 8 εδαφ. β' του ΚΠολΔ, ήτοι περί μη λήψης υπόψη από το Εφετείο πραγμάτων, που προτάθηκαν από το ήδη καθού η αίτηση με το δικόγραφο της αγωγής του και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Η απόφαση αυτή, διέλαβε στις αιτιολογίες της, κατ' ακριβή κατά τούτο αντιγραφή της, τα εξής: "...Στην προκείμενη περίπτωση, το αναιρεσείον με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, μέμφεται το Εφετείο ότι δεν έλαβε υπόψη πράγματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και προτάθηκαν με το δικόγραφο της αγωγής και συγκεκριμένα, ενώ με αυτή ζητούσε την καταβολή της νόμιμης αμοιβής των υποκαθισταμένων από αυτό (ενάγον) πολιτικών μηχανικών Ε.
Κ. και Β. Λ. για την τροποποιητική μελέτη και επίβλεψη του επίδικου έργου από αυτούς, όπως η αμοιβή αυτή προσδιορίζεται, με βάση τις διατάξεις των άρθρων 3, 6, 85 παρ. 1, 93 και 95 παρ. 4 β του Π.Δ. 696 /1994, σε συνδυασμό με αυτές του Π.Δ. 515/1989, το Εφετείο δέχθηκε ότι για " τη συμφωνημένη αμοιβή " και ειδικότερα αυτή του εμβαδομετρικού υπολογισμού του έργου δεν υπάρχει σχετικό (επικουρικό) αίτημα.
Ο λόγος αυτός είναι βάσιμος, καθόσον, όπως από την παραδεκτή επισκόπηση της αγωγής (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει, το αναιρεσείον δεν επικαλείται συμφωνία για αμοιβή μεταξύ των ως άνω μηχανικών και της εργοδότριας εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης και, επομένως, δεν ζητεί συμφωνημένη αμοιβή, αλλά (ζητεί) τη νόμιμη αμοιβή, όπως αυτή προσδιορίζεται από τις προαναφερθείσες διατάξεις του Π.Δ. 696/1974, εκθέτοντας σ' αυτή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται από το νόμο για τον προσδιορισμό της αμοιβής των υποκαθισταμένων από το αναιρεσείον μηχανικών.
Συνεπώς, θα πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, του οποίου η συγκρότηση από άλλους δικαστές είναι δυνατή (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) ...". Από το ως άνω περιεχόμενο του σκεπτικού και του διατακτικού της με αριθμό 224/2014 απόφασης του Αρείου Πάγου, της οποίας ζητείται η διόρθωση, σε συνδυασμό και με το αιτητικό της αίτησης αναίρεσης, δεν προκύπτει ότι το διατακτικό της διατυπώθηκε κατά τρόπο ελλιπή ή ανακριβώς, ώστε να χρήζει διόρθωσης.
Και τούτο διότι ο Άρειος Πάγος, ερευνώντας, εντός των ορίων της αναιρετικής αιτίασης και από πλευράς ουσιαστικής βασιμότητας τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, εκ του άρθρου 559 αριθμός 8 εδαφ. β' του ΚΠολΔ, δέχθηκε αυτόν ως βάσιμο και, συνεπώς, τα αντίθετα υποστηριζόμενα από την αιτούσα είναι αβάσιμα.
Ειδικότερα, όπως προκύπτει από το φάκελο της δικογραφίας, είχε συνταχθεί και κατατεθεί αρμοδίως η από 28-11-2013 Έκθεση της Εισηγήτριας Αρεοπαγίτη, για το παραδεκτό και το βάσιμο όλων των λόγων της ως άνω αίτησης αναίρεσης, η οποία αποτελούσε, σύμφωνα με τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 562, 569, 571 και 574 του ΚΠολΔ, αναγκαία διαδικαστική προϋπόθεση για την πρόοδο της αναιρετικής δίκης.
Ωστόσο το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου, με τη με αριθμό 224/2014 απόφασή του, πέραν της έρευνας του τρίτου λόγου της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο προβλήθηκε από το τότε αναιρεσείον η, από το άρθρο 559 αριθμός 8 εδαφ. β' του ΚΠολΔ αιτίαση, δεν ασχολήθηκε καθόλου με την εξέταση των λοιπών πέντε (5) λόγων αναίρεσης, με τους οποίους απέδιδε στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τους αριθμούς 1, 9 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, εφόσον καμία αναφορά δεν έκανε σ' αυτούς, ούτε και διέλαβε μνεία ότι παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων αναιρέσεως, λόγω του ότι η αναιρετική εμβέλεια του εξετασθέντος και δεκτού γενομένου λόγου αναίρεσης, καταλαμβάνει το σύνολο της προσβαλλόμενης απόφασης, ήτοι ότι καταλαμβάνει και τους μη εξετασθέντες λοιπούς λόγους, όπως άλλωστε είχε την περί τούτου ευχέρεια, καθότι η έρευνα των λοιπών λόγων ήταν πλέον χωρίς αντικείμενο, μετά την παραδοχή του πιο πάνω τρίτου αναιρετικού λόγου.
Από δε το διατακτικό της πιο πάνω απόφασης, με το οποίο ορίζεται ότι: "
Αναιρεί την 296/2011 απόφαση του Εφετείου Πειραιά.
Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές", σε συνδυασμό με τις προαναφερθείσες αιτιολογίες του γενομένου δεκτού λόγου αναίρεσης, σαφώς προκύπτει ότι η αναίρεση, άρα και η εξαφάνιση της αναιρεσιβληθείσας εφετειακής απόφασης, υπήρξε ολική. Επομένως, δεν μπορεί να λεχθεί ότι τα σφάλματα που αποδίδονται με την αίτηση διορθώσεως στην διορθωτέα απόφαση ή η παράλειψη εξέτασης των λοιπών λόγων αναίρεσης οφείλονται σε ακούσιες πλημμέλειες, που παρεισέφρησαν κατά την σύνταξη ή την καθαρογραφή της αποφάσεως, ότι, δηλαδή, το Δικαστήριο, από πρόδηλη παραδρομή, άλλο θέλησε να εκφράσει στην απόφασή του και άλλο εξέφρασε, ώστε να υφίσταται περίπτωση διόρθωσης, κατά το μέρος που στις αιτιολογίες και στο διατακτικό αυτής, έχει διατυπωθεί, ότι ο τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης έγινε δεκτός ως βάσιμος, με την αντικατάσταση της εσφαλμένης διατύπωσης "βάσιμος", με την ορθή διατύπωση "αβάσιμος", αφού αυτό δεν έχει διατυπωθεί ελλιπώς και δεν βρίσκεται σε αναντιστοιχία με εκείνο που πράγματι θέλησε το Δικαστήριο.
Αντιθέτως, πρόκειται για περίπτωση, κατά την οποία το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου, όπως είχε την ευχέρεια, δεν εξέτασε και δεν αποφάνθηκε επί των λοιπών λόγων της αίτησης αναίρεσης, ζήτημα που εκφεύγει της διαδικασίας της διορθώσεως, που προβλέπεται από την διάταξη του άρθρου 315 ΚΠολΔ, εφόσον απαιτείται η εξέταση και η διάγνωση, από το παρόν δικαστήριο, της βασιμότητος των λοιπών μη εξετασθέντων λόγων αναιρέσεως.
Υπό τα δεδομένα αυτά και σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που αναφέρονται στην προεκτεθείσα μείζονα πρόταση της παρούσας, το Δικαστήριο τούτο κρίνει ότι, σύμφωνα με τις ανωτέρω αιτιολογίες της με αριθμό 224/2014 απόφασης του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου, η βούληση των Δικαστών που την εξέδωσαν, ήταν να αναιρεθεί στο σύνολό της η προσβαλλομένη με αριθμό 296/2011 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς, κατά παραδοχή του από τον αριθμό 8 εδαφ.
β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ τρίτου λόγου της από 25-04-2013 αίτησης αναίρεσης και, ως εκ τούτου, δεν συντρέχει περίπτωση διόρθωσης της απόφασης αυτής, αφού τούτο θα αλλοίωνε την έννοια της απόφασης και θα μετέβαλε το περιεχόμενό της.
Περαιτέρω, για την περίπτωση που ήθελε γίνει δεκτό ότι στην υπό κρίση αίτηση εμπεριέχεται, επικουρικά αίτημα ερμηνείας της με αριθμό 224/2014 απόφασης του Αρείου Πάγου, από τα ανωτέρω ήδη εκτεθέντα προκύπτει ότι, το αιτιολογικό και το διατακτικό της είναι σαφές, ορισμένο και αναμφίβολο, ο δε αναιρετικός λόγος που έγινε δεκτός, πλήττει, κατά νομική ακολουθία, το κύρος της όλης απόφασης, έστω και αν δεν γίνεται μνεία για επέκταση της αναιρετικής εμβέλειας του γενομένου δεκτού λόγου στο σύνολο της εφετειακής απόφασης και, ως εκ τούτου, η απόφαση αυτή, δεν είναι διατυπωμένη με τρόπο που να γεννά αμφιβολίες, ούτε και είναι ασαφής, ως προς την έκταση της παραπομπής, έτσι ώστε να προκύπτει αβεβαιότητα, ως προς την απορρέουσα από αυτήν ενδοδιαδικαστική δέσμευση, αλλά, αντίθετα, προκύπτει, αναμφίβολα και με σαφήνεια για το πώς το Δικαστήριο τούτο πράγματι αποφάνθηκε.
Επομένως, δεν τίθεται θέμα ερμηνείας της απόφασης αυτής, όπως αβάσιμα υποστηρίζει η αιτούσα, συσχετίζοντας απαραδέκτως τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, από τον αριθμό 8 εδαφ. β' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ο οποίος έγινε δεκτός από τη με αριθμό 224/2014 απόφαση του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου με τον πρώτο λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αλλά και με τους λοιπούς αναιρετικούς λόγους, οι οποίοι, κατά την Εισηγητική έκθεση, κρίθηκαν απορριπτέοι και τους οποίους το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου δεν ερεύνησε, εφόσον η απόφαση δεν είναι διατυπωμένη με τρόπο που γεννά αμφιβολίες, ούτε και είναι ασαφής, αλλά αντίθετα, προκύπτει αναμφίβολα και με σαφήνεια για το πώς το Δικαστήριο εκείνο πράγματι αποφάνθηκε, χωρίς βεβαίως, σε κάθε περίπτωση, να είναι επιτρεπτό να ερευνηθεί πώς θα ήταν ορθό να αποφανθεί, δεδομένου μάλιστα ότι, σε αντίθετη περίπτωση και κατά τα διαλαμβανόμενα στη μείζονα σκέψη που προηγήθηκε, η ερμηνεία της ως άνω αναιρετικής απόφασης, θα οδηγούσε σε αλλαγή του διατακτικού, πράγμα που ρητά απαγορεύεται από τη διάταξη του άρθρου 316 του ΚΠολΔ.
Σημειώνεται ότι τελείως διάφορο είναι το ζήτημα της πλημμέλειας από την παράλειψη εκδίκασης από το δικαστήριο της ουσίας βάσης της αγωγής οπότε ιδρύεται ο από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος, από το ζήτημα της πλημμέλειας της εσφαλμένης εκτίμησης του περιεχομένου της άνω βάσης της αγωγής, με την παράλειψη λήψης υπόψη πραγματικών ισχυρισμών που τη θεμελιώνουν, οπότε ιδρύεται ο από τον αριθμό 8 του ίδιου άρθρου αναιρετικός λόγος.
Συνοψίζοντας τα ανωτέρω, η υπό κρίση αίτηση, όπως εκτιμάται, αφορά στην πραγματικότητα στην επανεξέταση των αναιρετικών λόγων, που εκφεύγει των ορίων της διόρθωσης και ερμηνείας της απόφασης αυτής. Σημειώνεται, τέλος, ότι και αν ακόμα ήθελε εκληφθεί ότι η αιτούσα, υποβάλει αίτημα να εξετασθεί η βασιμότητα και των λοιπών λόγων αναίρεσης, τους οποίους ο Άρειος Πάγος παρέλειψε να ερευνήσει, το αίτημα τούτο κρίνεται απορριπτέο ως απαράδεκτο διότι, σύμφωνα και με όσα στην οικεία νομική σκέψη αναφέρονται, δεν υπάρχει δυνατότητα εισαγωγής εκ νέου των λόγων, που δεν ερευνήθηκαν, ώστε ο Άρειος Πάγος να επανέλθει και να τους εξετάσει.
Κατ' ακολουθίαν τούτων, εφόσον η με αριθμό 224/2014 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου έχει σαφείς διατυπώσεις, που δεν χρήζουν διόρθωσης ή ερμηνείας, δεν υφίσταται έδαφος εφαρμογής των προαναφερθεισών διατάξεων και, κατά συνέπεια, η υπό κρίση αίτηση πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη και να καταδικαστεί η αιτούσα που ηττήθηκε στη δίκη, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του πρώτου των καθών η αίτηση, που παραστάθηκε και κατέθεσε χωριστές προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά του (άρθρα 176, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό της απόφασης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει ως απαράδεκτη την από 04-09-2018 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 1026/2020 αίτηση της αιτούσας ανωνύμου εταιρείας με την επωνυμία "..." περί διόρθωσης της με αριθμό 224/2014 απόφασης του B2 Πολιτικού Τμήματος του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου, κατά το μέρος που αυτή στρέφεται ατομικώς κατά των δευτέρας και τρίτου των καθών η αίτηση Ε. Ε. Κ. και Β. Λ.. Επιβάλλει εις βάρος της αιτούσας τα δικαστικά έξοδα των δευτέρας και τρίτου των καθών η αίτηση, το ύψος των οποίων ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800,00) ευρώ.
Απορρίπτει την αίτηση διόρθωσης, ως ουσιαστικά αβάσιμη, κατά το μέρος που αυτή στρέφεται κατά του πρώτου των καθών νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "..." (...), ως εκ του νόμου υποκατάστατο των μελών του Ε. Κ. του Ε. και Β. Λ. .
Απορρίπτει ως απαράδεκτους τους από 06-12-2020 και αριθμό έκθεσης κατάθεσης 121/11-12-2020 πρόσθετους λόγους .
Επιβάλλει εις βάρος της αιτούσας τα δικαστικά έξοδα του πρώτου των καθών η αίτηση, το ύψος των οποίων ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800,00) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Ιανουαρίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Μαΐου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ