Supreme Court dismisses appeal due to vague grounds failing to specify facts affecting case outcome.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the First Instance Court's rejection of his appeal. The appellant argued the appellate court failed to consider specific grounds regarding the rent claim's validity and the public auction process. The court rejected this because the grounds were too vague and did not detail the specific facts or their impact on the trial's result.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 577 of the Code of Civil Procedure; A cassation ground is inadmissible if it fails to specify the exact facts omitted or incorrectly considered and their material impact on the judgment.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 815 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 815/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Τζανερρίκο, Γεώργιο Χριστοδούλου, Βασίλειο Μαχαίρα και Ασημίνα Υφαντή - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Δεκεμβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ν. Μ. του Α., κατοίκου …, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Γιαννατσή με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΣΥΡΟΥ - ΕΡΜΟΥΠΟΛΗΣ" που εδρεύει στην Ερμούπολη Σύρου και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Επαμεινώνδα Ρέκκα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25/10/2016 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Σύρου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 72/ΕΠ/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 194/2018 του Μονομελούς Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 19/3/2019 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών υπ'αρθμ.194/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αιγαίου, που απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ'αρθμ.72/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σύρου, η οποία είχε δεχθεί εν μέρει την ανακοπή του (αναιρεσείοντος) και είχε ακυρώσει εν μέρει την υπ'αρθμ.22/2016 διαταγή αποδόσεως μισθίου και καταβολής μισθωμάτων, μόνο ως προς το κεφάλαιο των επιδικασθέντων τόκων υπερημερίας. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 αρθμ. 3 ΚΠολΔ).
Κατά το άρθρο 862 ΑΚ ο εγγυητής ελευθερώνεται, εφόσον από πταίσμα του δανειστή έγινε αδύνατη η ικανοποίησή του από τον οφειλέτη. Με τη διάταξη αυτή τίθεται ο κανόνας της ελευθερώσεως του εγγυητή, αν από πταίσμα (δόλο ή αμέλεια, έστω και ελαφρά) του δανειστή κατέστη αδύνατη η ικανοποίησή του από τον οφειλέτη, ενώ η εφαρμογή της εν λόγω διατάξεως δεν αποκλείεται από ενδεχόμενη παραίτησή του εκ των προτέρων από το, κατ' άρθρο 855 ΑΚ, δικαίωμα διζήσεως.
Λόγω του ενδοτικού χαρακτήρα της ανωτέρω ρυθμίσεως, ο εγγυητής μπορεί να παραιτηθεί εκ των προτέρων του θεσπιζομένου με αυτή ευεργετήματος (ελευθερώσεως), όχι όμως και για την περίπτωση κατά την οποία η ικανοποίηση του δανειστή κατέστη αδύνατη από δόλο ή βαριά αμέλεια του τελευταίου, δεδομένου ότι κατά τη διάταξη του άρθρου 332 εδ.
α ΑΚ είναι άκυρη κάθε εκ των προτέρων συμφωνία με την οποία αποκλείεται ή περιορίζεται η ευθύνη από δόλο ή βαριά αμέλεια (ΟλΑΠ 6/2000, ΑΠ 1491/2018). Εξάλλου, ο ορισμός της αμέλειας και δη με την αφηρημένη ελαφρά μορφή της, ως στοιχείου πταίσματος θεμελιωτικού λόγου ευθύνης, τόσο ενδοσυμβατικής όσο και αδικοπρακτικής , δίδεται με τη διάταξη του άρθρου 330 εδ.
β ΑΚ, σύμφωνα με την οποία αμέλεια υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, αυτή δηλαδή που πρέπει να καταβάλλεται κατά την συναλλακτική πίστη . Στον ΑΚ δεν περιλήφθηκε ορισμός της βαριάς αμέλειας. Έτσι, με κριτήριο την βαρύτητα της αμελούς συμπεριφοράς, ως βαριά αμέλεια θεωρείται αυτή, όταν η απόκλιση από την συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς ανθρώπου είναι ασυνήθιστα μεγάλη και ιδιαίτερα σοβαρή.
Η έννοια της αμέλειας είναι νομική και επομένως η αξιολογική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για το βαθμό της αμέλειας ελέγχεται αναιρετικά (Ολ ΑΠ 15/2006, ΑΠ 1431/2019).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Με τον λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ ΑΠ 6/2019,ΟλΑΠ 7/2006,Ολ ΑΠ 4/2005).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της παραβιάσεως των διατάξεων των άρθρων 330 και 862 ΑΚ με τη μη εφαρμογή τους, ενώ με βάση τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν και αναφέρονται στην ελάσσονα πρόταση, έπρεπε να εφαρμοσθούν οι εν λόγω διατάξεις και να γίνει δεκτή η ένσταση ελευθερώσεώς του από την εγγύηση.
Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, προκύπτει ότι το Εφετείο επί του ως άνω ζητήματος δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα: <<....από τα πιο πάνω δεκτά γενόμενα δεν αποδείχθηκε πταίσμα του εφεσιβλήτου - καθού η ανακοπή και μάλιστα επί μακρό χρόνο αμέλεια και συγκεκριμένα αδράνεια των αρμοδίων οργάνων του για να καταδιώξουν τον πρωτοφειλέτη μισθωτή, ο οποίος έγινε στη συνέχεια κατά τα άνω αναξιόχρεος.
Και τούτο διότι αντέδρασε εντός εύλογου χρόνου από την έναρξη της καθυστέρησης των μισθωμάτων με τις ενέργειες, που έκανε. Συγκεκριμένα, όπως προεκτέθηκε, αποδείχθηκε ότι ο εφεσίβλητος - καθ'ου η ανακοπή Δήμος επιδίωκε ανά τακτά χρονικά διαστήματα, να εισπράξει τα οφειλόμενα μισθώματα ,είτε ξεκινώντας την απαιτούμενη διαδικασία δικαστικής επιδίκασής τους, είτε παρέχοντας στο μισθωτή διευκολύνσεις και ρυθμίσεις τακτοποίησης του χρέους του, ενημερώνοντας σχετικά και τον εκκαλούντα - ανακόπτοντα - εγγυητή, γεγονός που καταδεικνύεται από τα κατωτέρω προσκομιζόμενα έγγραφα και συγκεκριμένα:
α) από την από 20/3/2013 εξώδικη όχληση του εφεσιβλήτου - καθ'ου η ανακοπή προς τους Β. Ο. (μισθωτή) και Ν. Μ. (εκκαλούντα - εγγυητή), για την καταβολή οφειλόμενων μισθωμάτων του χρονικού διαστήματος των μηνών Απριλίου έως και Δεκεμβρίου 2012 και Ιανουάριου έως και Μαρτίου 2013, συνολικού ύψους 10.455,70 ευρώ, η οποία επιδόθηκε στον μισθωτή και στον ανακόπτοντα - εγγυητή, όπως προκύπτει από τις υπ' αριθμ. 6842/8-4-2013 και 6845/9-4-2013 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Σύρου, Μ.
Α., β) από την υπ' αριθμ. …/…-4-2013 απόφαση της Οικονομικής Επιτροπής του καθ' ου Δήμου Σύρου-Ερμούπολης, με την οποία εγκρίθηκε η προσωρινή διακοπή της διαδικασίας έξωσης του μισθωτή, κατόπιν της από 15/4/2013 αίτησης του τελευταίου, με την οποία ζητούσε τη διακοπή της αρξαμένης διαδικασίας εξώσεώς του από το μίσθιο, δηλώνοντας ότι θα κατέβαλε το ποσό των 5.000 ευρώ έναντι των οφειλομένων και ότι έκτοτε θα κατέβαλλε μηνιαίως μεγαλύτερο του οφειλόμενου μίσθωμα, προκειμένου κατά τον τρόπο αυτό να εξοφλήσει σταδιακά τα καθυστερούμενα μισθώματα, υποσχόμενος ταυτόχρονα ότι με την πρώτη ρύθμιση οφειλομένων χρεών που θα γινόταν από τον καθ' ου, θα υπέβαλε άμεσα τα δικαιολογητικά για την υπαγωγή του στη ρύθμιση αυτή, γ) από το από 28/8/2014 υπ' αριθμ.
… πρακτικό και την από ίδιας ημερομηνίας υπ' αριθμ. …/2014-απόφαση της Οικονομικής Επιτροπής του καθ' ου Δήμου Σύρου-Ερμούπολης, δυνάμει της οποίας εγκρίθηκε η ρύθμιση των ληξιπρόθεσμων οφειλών των οφειλετών του καθού ,μεταξύ των οποίων και του μισθωτή της ένδικης σύμβασης μισθώσεως, σε 72 δόσεις, ποσού 253,03 ευρώ η κάθε μία, με την επισήμανση ότι, σε περίπτωση που ο οφειλέτης, μεταξύ άλλων, δεν κατέβαλε μία δόση της ρύθμισης πέραν της μίας φοράς ή δεν ήταν γενικά ενήμερος στις οφειλές του από την ημερομηνία υπαγωγής στη ρύθμιση και μετά, η ρύθμιση θα χανόταν, με συνέπεια την υποχρεωτική άμεση καταβολή του υπολοίπου της οφειλής, σύμφωνα με τα στοιχεία της αρχικής βεβαίωσης και την άμεση επιδίωξη της είσπραξης του, δ) από το από 16/3/2016 υπ' αριθμ.
… πρακτικό και την από ίδιας ημερομηνίας υπ' αριθμ. …/2016 απόφαση της Οικονομικής Επιτροπής του καθ' ου Δήμου Σύρου- Ερμούπολης, με την οποία , παρόντων κατά την συνεδρίαση αυτή του μισθωτή και εκκαλούντα - εγγυητή, εγκρίθηκε η αναστολή ασκήσεως ενδίκων μέσων κατά του μισθωτή Β. Ο., υπό την προϋπόθεση καταβολής εκ μέρους του ποσού, ίσου με ένα μηνιαίο μίσθωμα μέχρι το τέλος Μαρτίου 2016, ενός ίσου ποσού μέχρι το τέλος Απριλίου 2016 και την εξόφληση όλων των οφειλών του μέχρι το τέλος Μαΐου του ίδιου έτους και αφού προηγουμένως ο ως άνω μισθωτής είχε καταθέσει την από 8/3/2016 αίτησή του στον καθού, με την οποία ζητούσε προθεσμία δύο μηνών για να τακτοποιήσει τις ληξιπρόθεσμες οφειλές του προς τον καθ' ου, δηλώντας ταυτόχρονα το ενδιαφέρον του για παράταση της μίσθωσης και μετά το χρόνο λήξης της συμβατικής διάρκειάς της, ε) από το από 10/6/2016 υπ' αριθμ.
… πρακτικό και την από ίδιας ημερομηνίας υπ' αριθμ. …/2016 απόφαση της Οικονομικής Επιτροπής του καθ' ου Δήμου Σύρου-Ερμούπολης, με την οποία αποφασίστηκε ομόφωνα η έναρξη της διαδικασίας ασκήσεως ενδίκων μέσων για την απόδοση του μισθίου και την καταβολή των μισθωμάτων σε βάρος του μισθωτή και του υπέρ αυτού εγγυητή-ανακόπτοντος, αφού ενημερώθηκε ο τελευταίος για την μη εξόφληση του χρέους και στ) το από 30/9/2016 απόσπασμα του υπ' αριθμ.
… πρακτικού και την από ίδιας ημερομηνίας υπ' αριθμ. …/2016 απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου του καθού Δήμου, με την οποία, παρόντος κατά την συνεδρίαση αυτή και του συνηγόρου του εκκαλούντος - ανακόπτοντος, εγκρίθηκε η αναβολή της λήψης απόφασης περί επιβολής ή μη της ποινικής ρήτρας, που προβλέπεται σε βάρος του μισθωτή, με τον υπ' αριθμ.
… όρο του από 12/7/2010 ιδιωτικού συμφωνητικού μισθώσεως, προκειμένου να παραδοθεί οικειοθελώς το μίσθιο από τον μισθωτή. Από όλα τα ανωτέρω έγγραφα και παρά τα όσα περί του αντιθέτου ισχυρίζεται ο εκκαλών - ανακόπτων, αποδείχθηκε ότι ο εφεσίβλητος - καθού η ανακοπή Δήμος είχε ξεκινήσει ήδη από τις αρχές του έτους 2013 τη διαδικασία εξώσεως από το μίσθιο του μισθωτή και δικαστικής διεκδίκησης των οφειλομένων μισθωμάτων του, την οποία ωστόσο ανέστειλε κατόπιν της υπόσχεσης του μισθωτή ότι θα τακτοποιούσε τις οφειλές του, την οποία τήρησε μερικώς, καθόσον από το συνολικά οφειλόμενο, στις 20/3/2013, ποσό των 10.455,70 ευρώ για ληξιπρόθεσμα μισθώματα των μηνών Απριλίου μέχρι και Δεκεμβρίου 2012 και Ιανουάριου μέχρι και Μαρτίου 2013, ο μισθωτής κατέβαλε όλα τα μισθώματα του έτους 2012, μέρος του μισθώματος Φεβρουάριου 2013, (το οποίο υπερέβαινε τα 800 ευρώ), ενώ στη συνέχεια κατέβαλε διάφορα ποσά έναντι των οφειλομένων μισθωμάτων και συγκεκριμένα μέρος των μισθωμάτων των μηνών Ιανουάριου έως και Απριλίου 2014, για τους οποίους έμεινε υπόλοιπο ύψους 583,27 ευρώ, τα μισθώματα των μηνών Νοεμβρίου και Δεκεμβρίου 2014, τα οποία δεν ζητήθηκαν από τον εφεσίβλητο- καθ' ου η ανακοπή με την προαναφερομένη αίτηση, με τελευταία καταβολή την από 5/5/2015, ποσού 324,14 ευρώ.
Κατόπιν αυτών αποφασίστηκε, στις 28/8/2014, η υπαγωγή του οφειλέτη μισθωτή, όπως και άλλων οφειλετών του εν λόγω Δήμου, στις ρυθμίσεις του άρθρου 51 του ν. 4257/2014, περί καταβολής των ληξιπρόθεσμων οφειλών του σε 72 δόσεις, με απαλλαγή του από προσαυξήσεις, χωρίς να καταδεικνύεται υπαιτιότητα των αρμοδίων οργάνων του εφεσιβλήτου - καθ'ου η ανακοπή Δήμου να διεκδικήσουν τα ληξιπρόθεσμα μισθώματα από το γεγονός ότι ο μισθωτής απώλεσε τελικά τη σχετική ρύθμιση, καθόσον προέκυψε ότι και μετά την απώλεια της ρύθμισης από τον καθ' ου, ο τελευταίος εξακολούθησε να διαβεβαιώνει τα αρμόδια όργανα του Δήμου για την άμεση εξόφληση των οφειλομένων μισθωμάτων, δηλώνοντας μάλιστα, με την από 8/3/2016 αίτησή του προς τον καθ'ου, την πρόθεσή του να ζητήσει παράταση της συμβατικής διάρκειας της μισθώσεως αμέσως μετά την τακτοποίηση των "Οφειλών του, καταβάλλοντας στις 5-5-2015 το ποσό των 324,24 €;
όπως προαναφέρθηκε και στις 31-3-2016 το ποσό των 902,96 €. Ούτε, τέλος, δύναται να συναχθεί αμέλεια των αρμοδίων οργάνων του εφεσιβλήτου - καθ' ου η ανακοπή, ως προς την είσπραξη των οφειλομένων μισθωμάτων, από το ότι τελικά ο τελευταίος απώλεσε το δικαίωμα ενεχύρου στα εισκομισθέντα στο μίσθιο κινητά πράγματα ( επαγγελματικός εξοπλισμός ) και συγκεκριμένα επειδή αυτά, κατά τους ισχυρισμούς του εκκαλούντος - ανακόπτοντος,- καθόσον δεν αποδείχθηκε από κανένα έγγραφο η εκποίηση αυτών, εκποιήθηκαν από τον μισθωτή περί τα τέλη Ιουλίου 2016, διότι, ακόμα κι αν γίνει δεκτό, όπως ισχυρίζεται ο εκκαλών - ανακόπτων ότι ο μισθωτής έπαυσε την λειτουργία του καταστήματος τον Μάιο του 2016, ουδόλως αποδείχθηκε ότι ταυτόχρονα παρέδωσε και το μίσθιο ακίνητο στον εκμισθωτή, δεδομένου ότι ο τελευταίος άσκησε την από 13-9-2016 αίτηση και για έκδοση διαταγής απόδοσης μισθίου, επικαλούμενος ότι ο μισθωτής, αν και έληξε ο συμβατικός χρόνος μίσθωσης, παρακρατεί το μίσθιο, και επομένως δεν μπορούσε να προβλέψει το ενδεχόμενο της ενέργειας του μισθωτή για μεταβίβαση του επαγγελματικού εξοπλισμού του, ανερχομένου στην αξία που αναφέρθηκε παραπάνω, σε τρίτον και μάλιστα σε πολύ σύντομο διάστημα αφότου έπαυσε την λειτουργία του καταστήματος του, καθόσον αυτό δεν του είχε αποδοθεί για να γνωρίζει την ενέργεια αυτή του μισθωτή." Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ότι δεν αποδείχθηκε πταίσμα των αρμοδίων οργάνων του εφεσιβλήτου-καθ' ου η ανακοπή ως προς την είσπραξη των οφειλομένων μισθωμάτων από τον πρωτοφειλέτη - μισθωτή, διότι ο εφεσίβλητος Δήμος επεδίωκε ανά τακτά χρονικά διαστήματα να εισπράξει τα οφειλόμενα μισθώματα, είτε ξεκινώντας την διαδικασία δικαστικής επιδικάσεώς τους, είτε παρέχοντας στον μισθωτή διευκολύνσεις και ρυθμίσεις τακτοποιήσεως του χρέους του, ενημερώνοντας σχετικά και τον εκκαλούντα - εγγυητή και συγκεκριμένα α) απέστειλε τις από 20-3-2013 εξώδικες οχλήσεις του προς τον μισθωτή και τον εγγυητή - εκκαλούντα, με τις οποίες τους καλούσε να του καταβάλουν τα οφειλόμενα μισθώματα, ύψους 10.455,70 ευρώ, β) με την …/2013 απόφαση της Οικονομικής Επιτροπής του Δήμου εγκρίθηκε η προσωρινή διακοπή της διαδικασίας εξώσεως του μισθωτή κατόπιν δηλώσεως του τελευταίου ότι θα καταβάλει το ποσό των 5.000 ευρώ έναντι των οφειλομένων, γ) με την …/2014 απόφαση της ως άνω Επιτροπής εγκρίθηκε η ρύθμιση των ληξιπρόθεσμων οφειλών του μισθωτή σε δόσεις, δ) με την …/2016 απόφαση της ίδιας Επιτροπής εγκρίθηκε η αναστολή ασκήσεως ενδίκων μέσων κατά του μισθωτή, ε) με την …/2016 απόφαση της Επιτροπής αποφασίστηκε η έναρξη της διαδικασίας ασκήσεως ενδίκων μέσων για την απόδοση του μισθίου και την καταβολή των οφειλομένων μισθωμάτων σε βάρος του μισθωτή και του εγγυητή και στ) με την 22/2016 διαταγή αποδόσεως μισθίου και καταβολής οφειλομένων μισθωμάτων, ορθά απέρριψε την ένσταση του αναιρεσείοντος ότι ελευθερώθηκε από την εγγύηση και δεν εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 330 και 862 ΑΚ, οι οποίες δεν ήταν εφαρμοστέες σύμφωνα με τις παραδοχές του.
Επομένως, ο ως άνω λόγος αναιρέσεως κατά το πρώτο σκέλος του, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Περαιτέρω, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 1 εδ. β ΚΠολΔ, λόγο αναιρέσεως, όταν αυτά λαμβάνονται ή δεν λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο κατά την ερμηνεία των κανόνων του δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτούς των πραγματικών περιστατικών, όχι δε και όταν χρησιμοποιούνται ή δεν χρησιμοποιούνται για την εξακρίβωση των πραγματικών περιστατικών της υποθέσεως (ΑΠ 1279/2017).
Διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται οι γενικές αρχές που συνάγονται επαγωγικά από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν (ΑΠ 1216/2019, ΑΠ 1948/2014).
Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο σκέλος του ως άνω πρώτου λόγου της αναιρέσεως ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 1β του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, δεχόμενη 1) ότι δεν αποδείχθηκε πταίσμα του αναιρεσιβλήτου και μάλιστα επί μακρό χρόνο αμέλεια, δηλ. αδράνεια των αρμοδίων οργάνων του να καταδιώξουν τον πρωτοφειλέτη μισθωτή και τούτο διότι αντέδρασε εντός ευλόγου χρόνου από την έναρξη της καθυστερήσεως των μισθωμάτων με τις ενέργειες που έκανε (εξώδικες οχλήσεις, αποφάσεις της Οικονομικής Επιτροπής), ενώ τα διδάγματα της κοινής πείρας υπαγορεύουν ότι για να θεωρηθεί ότι ο εκμισθωτής αντιδρά εντός ευλόγου χρόνου από την υπερημερία του μισθωτή, θα πρέπει να εκκινήσει η διαδικασία αποδόσεως του μισθίου και καταβολής των μισθωμάτων ήδη από την παρέλευση διαστήματος το πολύ 3 μηνών από την έναρξη αυτής και πάντως όχι μετά τριετία και 2) ότι ήταν αδύνατο για τον αναιρεσίβλητο να προβλέψει το ενδεχόμενο μεταβιβάσεως του εισκομισθέντος στο μίσθιο επαγγελματικού εξοπλισμού, αξίας 35.000 ευρώ επειδή μέχρι τον Ιούλιο του 2016 δεν του είχε παραδοθεί το μίσθιο, ενώ κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας είναι λογικά και πραγματικά αδύνατο να μην μπόρεσε ο αναιρεσίβλητος να αντιληφθεί τη μεταφορά του εξοπλισμού από το μίσθιο, αφού στεγάζονταν στο ίδιο ακίνητο και μετά βεβαιότητας η μεταφορά θα απαιτούσε φορτηγό αυτοκίνητο , εργάτες και επί ώρες για τη μεταφορά τους εργασίες, οι οποίες ήταν αδύνατο να περάσουν απαρατήρητες.
Ο παραπάνω λόγος ως προς το δεύτερο σκέλος του είναι απαράδεκτος, διότι οι ανωτέρω αιτιάσεις συνιστούν επιχειρήματα του αναιρεσείοντος ικανά να χρησιμεύσουν μόνο για την εκτίμηση των αποδείξεων.
Κατά το άρθρο 574 ΑΚ με τη σύμβαση της μισθώσεως πράγματος ο εκμισθωτής έχει υποχρέωση να παραχωρήσει στον μισθωτή τη χρήση του πράγματος για όσο χρόνο διαρκεί η σύμβαση και ο μισθωτής, κύρια υποχρέωση έχει, για την ομαλή λειτουργία της μισθωτικής σχέσεως, να καταβάλει το συμφωνημένο μίσθωμα κατά το χρόνο που έχει συμφωνηθεί. Από την πιο πάνω διάταξη, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 340, 341 και 342 του ΑΚ προκύπτει ότι κύρια υποχρέωση του μισθωτή για την ομαλή λειτουργία της μισθωτικής σχέσεως είναι η καταβολή του μισθώματος κατά το χρόνο που έχει συμφωνηθεί, διαφορετικά ο μισθωτής γίνεται υπερήμερος με μόνη την παρέλευση της ορισμένης ημέρας και χωρίς όχληση, η δε υπαιτιότητά του, που αποτελεί στοιχείο της υπερημερίας, τεκμαίρεται με μόνη την παρέλευση του χρόνου καταβολής (ΑΠ 86/2005). Προϋποθέσεις για την έκδοση διαταγής πληρωμής των μισθωμάτων είναι: α) η σύναψη έγκυρης μισθώσεως, β) αποδεικνυόμενη με έγγραφο, δημόσιο ή ιδιωτικό , γ) η σύμβαση να είναι ενεργός κατά το χρόνο που αναφέρεται στα οφειλόμενα μισθώματα, δηλαδή η σύμβαση να μην έχει λυθεί είτε με την πάροδο του χρόνου που συμφωνήθηκε είτε με καταγγελία για προβλεπόμενο στο νόμο λόγο και δ) το συμφωνημένο μίσθωμα(ΑΠ 274/2020, ΑΠ 914/2018).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό δίκαιο (ΟλΑΠ 2/2001). Με το λόγο αυτό κρίνεται και η έκδοση διαταγής πληρωμής με βάση έγγραφο που, κατά παράβαση του άρθρου 623 ΚΠολΔ, δεν αποδεικνύει αμέσως την απαίτηση και το ποσό αυτής, ώστε να δημιουργείται διαδικαστικό απαράδεκτο, ελεγχόμενο με τον παρόντα λόγο (Ολ ΑΠ 10/1997).
Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 623, 624 παρ. 1, 626, 628 παρ. 1 εδ. α' , 632 παρ. 1 και 633 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι μπορεί να ζητηθεί η έκδοση διαταγής πληρωμής για χρηματική απαίτηση, εφόσον η απαίτηση αυτή δεν εξαρτάται από αίρεση ή προθεσμία, όρο ή αντιπαροχή και αποδεικνύεται (η απαίτηση και το οφειλόμενο ποσό) με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο ή με συνδυασμό τέτοιων εγγράφων που επισυνάπτονται στην αίτηση.
Αν η απαίτηση ή το ποσό δεν αποδεικνύονται εγγράφως, ο δικαστής οφείλει, κατ' άρθρο 628 ΚΠολΔ να μην εκδώσει διαταγή πληρωμής. Αν δε παρά την έλλειψη της διαδικαστικής αυτής προϋποθέσεως εκδοθεί διαταγή πληρωμής αυτή ακυρώνεται μετά από ανακοπή του οφειλέτη κατά τα άρθρα 632 και 633 ΚΠολΔ. Η ακύρωση της διαταγής πληρωμής στην περίπτωση αυτή απαγγέλλεται λόγω διαδικαστικού απαραδέκτου ανεξαρτήτως της υπάρξεως της απαιτήσεως και της δυνατότητας να αποδειχθεί με άλλα αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 1850/2017, ΑΠ 872/2017).
Κατά την παρ. 2 του άρθρου 626 ΚΠολΔ, το δικόγραφο της αιτήσεως για έκδοση διαταγής πληρωμής πρέπει να περιέχει: α) όσα ορίζουν τα άρθρα 117 ή 118 και η παράγραφος 1 του άρθρου 119 του Κώδικα αυτού, β) αίτηση για την έκδοση διαταγής πληρωμής και γ) την απαίτηση και το ακριβές ποσό των χρημάτων ή των χρεογράφων, με τους τυχόν οφειλόμενους τόκους, των οποίων ζητείται η καταβολή, κατά δε την παρ. 3 του ίδιου άρθρου, στην αίτηση του δικαιούχου για την έκδοση διαταγής πληρωμής πρέπει να επισυνάπτονται και όλα τα έγγραφα, από τα οποία προκύπτει η απαίτηση και το ποσό της.
Από τις διατάξεις αυτές, που δεν περιλαμβάνουν παραπομπή στο άρθρο 216 παρ. 1 περ. α' του ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 623 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι στο δικόγραφο της αιτήσεως για την έκδοση διαταγής πληρωμής, για τον προσδιορισμό της χρηματικής απαιτήσεως, για την οποία ζητείται η έκδοσή της, ούτως ώστε να πληρούται ο αντίστοιχος νόμιμος όρος, δεν απαιτείται να παρατίθεται το σύνολο των γενεσιουργών της απαιτήσεως περιστατικών, αλλά αρκεί η παράθεση πραγματικών περιστατικών, που να εξατομικεύουν την απαίτηση, καθόσον αφορά στο αντικείμενο, το είδος και τον τρόπο γεννήσεώς της και που να δικαιολογούν συμπέρασμα αντίστοιχης συγκεκριμένης οφειλής εκείνου, κατά του οποίου απευθύνεται η αίτηση έναντι του αιτούντος (ΑΠ 999/2019, ΑΠ 15/2017).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τους δεύτερο, τρίτο και πέμπτο λόγους της αναιρέσεως ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρθμ. 14 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν κήρυξε άκυρη τη διαταγή πληρωμής α) γιατί η ένδικη απαίτηση δεν αποδεικνύεται εγγράφως με την προσκόμιση της αποφάσεως που αναπροσάρμοσε το μηνιαίο μίσθωμα, β) λόγω αοριστίας της αιτήσεως για την έκδοσή της ως προς τον τρόπο υπολογισμού των οφειλομένων μισθωμάτων και γ) λόγω αοριστίας της αιτήσεως ως προς το στοιχείο της παραδόσεως της χρήσεως του μισθίου στον μισθωτή.
Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, το Εφετείο επί των ζητημάτων αυτών δέχθηκε τα ακόλουθα: "Στην προκειμένη περίπτωση ο εκκαλών- ανακόπτων ισχυρίσθηκε με τον τρίτο λόγο της ανακοπής του, τον οποίο επαναφέρει ως λόγο έφεσης, ότι η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής εκδόθηκε χωρίς να συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις πρός έκδοση της, λόγω της μη έγγραφης απόδειξης της αιτουμένης απαίτησης, δεδομένου ότι το με το από 12/7/2010 μισθωτήριο, το μίσθωμα της ένδικης μισθώσεως ορίσθηκε σε 1.125 ευρώ, αναπροσαρμοζόμενο κατά ποσοστό ίσο προς τον επίσημο δείκτη τιμών καταναλωτή, προσαυξημένο κατά 2%, ενώ το αιτούμενο μηνιαίο μίσθωμα υπολογίζεται στο ποσό των 878,75 ευρώ και 898,22 ευρώ, χωρίς να αποδεικνύεται αυτό από τα προσκομιζόμενα με την αίτηση έγγραφα.
Ο λόγος αυτός ανακοπής κρίνεσαι ωστόσο απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον όπως προκύπτει από την επισκόπηση της παραπάνω διαταγής πληρωμής, αλλά και της αίτησης προς έκδοσής της, αναφέρεται τόσο στην αίτηση, αλλά και στην ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής ρητώς ότι έλαβε υπόψη και τα επικληθέντα και προσκομισθέντα από τον αιτούντα - εκμισθωτή έγγραφα, που αποδεικνύουν της απαίτησή του, μεταξύ των οποίων και το από 12-7-2010 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης ακινήτου, δυνάμει του οποίου το συμφωνηθέν μηνιαίο μίσθωμα ορίστηκε στα 1.125 € ,πλέον του αναλογούντος χαρτοσήμου, αναπροσαρμοζόμενο ετησίως και οι από 27-7-2016 εξώδικες δηλώσεις - οχλήσεις, μαζί με την από 26-7-2016 ατομική ειδοποίηση της Ταμειακής Υπηρεσίας του αιτούντος και ήδη εφεσιβλήτου - καθού η ανακοπή Δήμου, που επιδόθηκαν στον μισθωτή και στον εκκαλούντα - ανακόπτοντα στις 8 και 11/8/2016, όπως προκύπτει από τις με αριθμούς 7415/2016 και 7422/2016 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Σύρου, Μ.
Α., στις οποίες αναλύεται ο τρόπος υπολογισμού των οφειλομένων μισθωμάτων και τα έγγραφα, από τα οποία προέκυπτε το εκάστοτε μηνιαίο μίσθωμα, δεδομένου ότι στις ως άνω εξώδικες οχλήσεις, οι οποίες, όπως προαναφέρθηκε, προσκομίστηκαν ενώπιον του Δικαστή, που εξέδωσε την ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής και λήφθηκαν υπόψη για την έκδοσή της, όπως ρητά αναφέρεται γι'αυτό στην παραπάνω διαταγή πληρωμής, αναφέρεται ότι, ενώ το αρχικό μίσθωμα είχε οριστεί στο ποσό των 1.125 ευρώ, με την υπ' αριθμ. 6/2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σύρου, που εκδόθηκε κατόπιν αγωγής του μισθωτή, το μίσθωμα μειώθηκε στο ποσό των 844 ευρώ μηνιαίως, οφειλομένων έκτοτε, σύμφωνα με την από 26/7/2016 ατομική ειδοποίηση της ταμειακής υπηρεσίας του εφεσιβλήτου - καθ' ου, που επισυνάφθηκε στη δήλωση, του συνολικού ποσού των 34.814,23 ευρώ, το οποίο κλήθηκαν να του καταβάλουν ο μισθωτής και ο εκκαλών - ανακόπτων εγγυητής, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 637 ΚΠολΔ.
Επομένως η απαίτηση για την οποία εκδόθηκε η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής, αποδεικνυόταν εγγράφως από τα έγγραφα που προσκομίστηκαν με την αίτηση προς έκδοση αυτής. Το ότι δεν έγινε επίκληση και δεν προσκομίστηκε η με αριθμό 6/2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σύρου, με την οποία αναπροσαρμόστηκε το μηνιαίο μίσθωμα, δεν σημαίνει, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο εκκαλών - ανακόπτων, την έλλειψη απόδειξης της απαίτησης, καθόσον αυτή (απόφαση) με το περιεχόμενο της περιλαμβανόταν στις ως άνω επιδοθείσες εξώδικες δηλώσεις - οχλήσεις, που προσκομίσθηκαν και λήφθηκαν νομότυπα για την έκδοση της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής .......
Ο εκκαλών- ανακόπτων ισχυρίσθηκε με τον δεύτερο λόγο της ανακοπής του, τον οποίο επαναφέρει ως λόγο έφεσης, ότι η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής εκδόθηκε χωρίς να συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις προς έκδοσή της, λόγω αοριστίας , διότι δεν αναφέρεται σ' αυτήν, όσο και στην από 13/9/2016 αίτηση του εφεσιβλήτου - καθ' ου Δήμου προς έκδοσή της, ο τρόπος υπολογισμού των οφειλόμενων και αιτουμένων μισθωμάτων, με αποτέλεσμα να μην είναι εκκαθαρισμένη η απαίτηση, λόγω της αντίφασης που υπάρχει μεταξύ του αρχικού μισθώματος, που αναφέρεται ότι ανέρχεται στο ποσό των 1.125 ευρώ με το καταρτισθέν ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης, και του αιτουμένου και εν τέλει επιδικαζομένου μισθώματος, που υπολογίζεται στο ποσό των 878,75 ευρώ και 898,22 ευρώ αντίστοιχα, χωρίς ωστόσο να επεξηγείται με την παράθεση συγκεκριμένων στοιχείων ή την παραπομπή σε συγκεκριμένα έγγραφα πως διαμορφώθηκε το ύψος των ως άνω οφειλόμενων μισθωμάτων.
Ο λόγος αυτός ανακοπής κρίνεται ωστόσο απορριπτέος, ως μη νόμιμος, καθόσον όπως προκύπτει από την επισκόπηση της παραπάνω διαταγής πληρωμής, αυτή περιέχει όλα τα απαιτούμενα κατά την προαναφερθείσα στη μείζονα πρόταση διάταξη του άρθρου 630 στοιχ. γ' και δ' Κ.Πολ.Δικ στοιχεία, δηλαδή την αιτία της πληρωμής (οφειλόμενα μισθώματα από μίσθωση ακινήτου), η αναφορά του ύψους του μηνιαίου μισθώματος και το ποσό των χρημάτων (34.814,23 €), που έπρεπε να καταβληθεί, καθόσον δεν απαιτείται η λεπτομερής έκθεση των γενεσιουργών της απαίτησης περιστατικών, αλλά αρκεί η παράθεση των περιστατικών εκείνων που εξατομικεύουν την απαίτηση και η αναφορά του ύψους του μισθώματος, χωρίς να απαιτείται η παράθεση του τρόπου υπολογισμού του, αναφέρεται δε ρητώς σ'αυτήν ότι ελήφθησαν υπόψη και τα επικληθέντα και προσκομισθέντα από τον αιτούντα εκμισθωτή έγγραφα, μεταξύ των οποίων και το από 12-7-2010 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης ακινήτου και οι από 27-7-2016 επιδοθείσες στους καθών η αίτηση εξώδικες δηλώσεις - οχλήσεις, μαζί με την από 26-7-2016 ατομική ειδοποίηση της Ταμειακής Υπηρεσίας του αιτούντος και ήδη εφεσιβλήτου - καθού η ανακοπή Δήμου, στις οποίες αναλύεται ο τρόπος υπολογισμού των οφειλομένων μισθωμάτων, χωρίς να απαιτείται να περιλαμβάνει πλήρεις και εμπεριστατωμένες αιτιολογίες και χωρίς να απαιτείται η παράθεση του τρόπου υπολογισμού του μισθώματος, αρκούσε δε προς τούτο η εξατομίκευση της εγγράφως αποδεικνυόμενης επίδικης απαίτησης.
Τέλος πράγματι από τα ως άνω έγγραφα, που ρητά αναφέρονται στην εν λόγω διαταγή πληρωμής αποδεικνύονται η μισθωτική σύμβαση, η ανενόχλητη χρήση του μισθίου και τα οφειλόμενα μισθώματα.... όταν ο εφεσίβλητος - καθ' ου η ανακοπή Δήμος κατέθεσε στη Γραμματεία του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σύρου την από 13/9/2016 και με αριθμό κατάθεσης 381/2016 αίτηση εκδόσεως διαταγής απόδοσης του ως άνω μισθίου και καταβολής οφειλόμενων μισθωμάτων κατά του μισθωτή και του εκκαλούντος - ανακόπτοντος- εγγυητή και παρά το γεγονός ότι δεν διαλαμβάνεται στην αίτηση αυτή ρητή αναφορά της παράδοσης της χρήσης του μισθίου από τον καθ' ου Δήμο στον μισθωτή, εντούτοις εγκύρως εξεδόθη επί της ως άνω αιτήσεως η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 22/2016 διαταγή απόδοσης μισθίου και καταβολής μισθωμάτων του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σύρου, καθόσον γίνεται επίκληση σε αυτή (διαταγή πληρωμής), όσο και στην αίτηση εκδόσεώς της, του από 12/7/2010 ιδιωτικού συμφωνητικού μισθώσεως, από το οποίο, όπως προαναφέρθηκε ,αποδείχθηκε η παράδοση της χρήσης του μισθίου στο μισθωτή και μάλιστα αναφέρεται ρητά ότι το παρέλαβε ο εκκαλών - ανακόπτων την ίδια ημέρα της υπογραφής του παραπάνω ιδιωτικού συμφωνητικού μισθώσεως ( 12-7-2010 ).
Όμως πέραν αυτού, μπορεί να μην γίνεται ρητή αναφορά στην αίτηση για παράδοση της χρήσης του μισθίου, γίνεται όμως σ' αυτή ρητή αναφορά ότι η μίσθωση αυτή, αν και έληξε στις 11-7-2016, ο μισθωτής εξακολουθεί να παρακρατεί το μισθίο και στην προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής γίνεται ρητά λόγος για το ότι ο μισθωτής, αν και χρησιμοποιεί ανεμπόδιστα το μίσθιο, δεν έχει καταβάλλει από δυστροπία τα οφειλόμενα μισθώματα, από τα οποία αποδεικνύεται η επίκληση, τόσο στην αίτηση, όσο και στην ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής, παράδοσης της χρήσης του μισθίου από τον εκμισθωτή στον μισθωτή".
Έτσι που έκρινε το Εφετείο ότι α) στη διαταγή πληρωμής αναφέρεται ρητώς ότι έλαβε υπόψη τα επικληθέντα και προσκομισθέντα από τον εκμισθωτή έγγραφα που αποδεικνύουν την απαίτησή του, μεταξύ των οποίων και το ιδιωτικό συμφωνητικό μισθώσεως, με το οποίο το μηνιαίο μίσθωμα ορίστηκε στο ποσό των 1.125 ευρώ...
και οι από 27-7-2016 εξώδικες οχλήσεις μαζί με την από 26-7-2016 ατομική ειδοποίηση της Ταμειακής Υπηρεσίας του εκμισθωτή που επιδόθηκαν στον μισθωτή και στον ανακόπτοντα - εκκαλούντα, στις οποίες αναφέρεται ότι, ενώ το αρχικό μίσθωμα είχε οριστεί σε 1.125 ευρώ, με την 6/2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σύρου μειώθηκε αυτό στο ποσό των 844 ευρώ μηνιαίως, οφειλομένου έκτοτε σύμφωνα με την ως άνω ατομική ειδοποίηση του συνολικού ποσού των 34.814,23 ευρώ..., χωρίς να απαιτείται και η προσκομιδή της παραπάνω αποφάσεως που αναπροσάρμοσε το μίσθωμα, καθόσον το περιεχόμενό της περιλαμβανόταν στις παραπάνω επιδοθείσες εξώδικες οχλήσεις, β) στη διαταγή πληρωμής δεν απαιτείτο η λεπτομερής έκθεση των γενεσιουργών της απαιτήσεως περιστατικών, αλλά αρκούσε η παράθεση των περιστατικών που εξατομικεύουν την απαίτηση και η αναφορά του ύψους του μισθώματος, χωρίς να απαιτείται η παράθεση του τρόπου υπολογισμού του και ότι γίνεται στη διαταγή πληρωμής αναφορά ότι λήφθηκαν υπόψη και οι εξώδικες οχλήσεις μαζί με την ατομική ειδοποίηση της Ταμειακής Υπηρεσίας του εκμισθωτή Δήμου, στις οποίες αναλύεται ο τρόπος υπολογισμού των οφειλομένων μισθωμάτων και γ) από το μισθωτήριο που αναφέρεται στη διαταγή πληρωμής προκύπτει η παράδοση της χρήσεως του μισθίου στον μισθωτή αυθημερόν με την υπογραφή του και από την αναφορά στη διαταγή πληρωμής ότι ο μισθωτής, αν και χρησιμοποιεί ανεμπόδιστα το μίσθιο, δεν έχει καταβάλει από δυστροπία τα μισθώματα, προκύπτει η παράδοση της χρήσεως του μισθίου στον μισθωτή, δεν προέβη σε παρά το νόμο μη κήρυξη απαραδέκτου.
Επομένως, οι δεύτερος, τρίτος και πέμπτος λόγοι της αναιρέσεως, από τον αριθμ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με τους οποίους ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι.
Κατά το άρθρο 559 αρθμ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση, αντένσταση ή με λόγο εφέσεως ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΟλΑΠ 9/1997, ΑΠ 1020/2019, ΑΠ 1681/2018 ).
Δεν αποτελούν "πράγματα" και άρα δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναιρέσεως αν δεν ληφθούν υπόψη οι ισχυρισμοί που αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 701/2008). Ο ισχυρισμός που στηρίζει τον ως άνω λόγο αναιρέσεως πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο τρόπος και ο χρόνος προτάσεως ή επαναφοράς του στο Εφετείο, ώστε να μπορεί να κριθεί από το αναιρετήριο αν αυτός ήταν νόμιμος και παραδεκτός, και, αν το δικαστήριο εξέτασε την υπόθεση στην ουσία της, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές υπό τις οποίες έγινε η επικαλούμενη παραβίαση (ΑΠ 1681/2018, ΑΠ 1545/2017).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο της αναιρέσεως, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια , κατ'εκτίμηση, από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ , ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τους λόγους της εφέσεώς του, με τους οποίους παραπονείτο ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο εσφαλμένα απέρριψε τους λόγους της ανακοπής του που αφορούσαν στην αοριστία της αιτήσεως για την έκδοση της διαταγής πληρωμής λόγω μη αναφοράς σ'αυτήν του διατηρητέου χαρακτήρα του μισθίου και της δημοπρατικής διαδικασίας συνάψεως της συμβάσεως, στην ακυρότητα της διαταγής πληρωμής λόγω μη ενεργούς μισθώσεως και στην έλλειψη του εκκαθαρισμένου της απαιτήσεως.
Ο λόγος αυτός είναι αόριστος και εντεύθεν απαράδεκτος, διότι δεν εκτίθενται στο αναιρετήριο οι πραγματικοί ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος, όπως αυτοί προτάθηκαν στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επαναφέρθηκαν στο Εφετείο, ώστε να μπορεί να κριθεί αν αυτοί ήταν παραδεκτοί και νόμιμοι, ούτε εκτίθεται ο λόγος για τον οποίο θα ασκούσαν αυτοί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 αρθμ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου που κατέθεσε προτάσεις, μειωμένα όμως κατ' άρθρο 281 παρ. 2 Ν 3463/2006, όπως ορίζονται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 19-3-2019 αίτηση για αναίρεση της υπ' αρθμ.194/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αιγαίου.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια (1.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Απριλίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 25 Ιουνίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
(Και τούτης αποχωρήσασας από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης)