Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds and inadmissibility of constitutional proportionality argument.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of Athens' decision regarding property ownership. The appellant argued the lower court distorted title deeds and violated the principle of proportionality, but the Court found the appeal inadmissible for failing to cite specific substantive law violations. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the state's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArt. 576 para. 2 KPolD; Art. 25 Constitution; The Supreme Court examines appeals ex officio when the respondent is absent due to valid summons, and holds that the principle of proportionality is not an independent ground for appeal without a substantive legal violation.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 815 / 2013 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 815/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Μιχαήλ Αυγουλέα, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 4 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ε. Κοκκίνη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Σ. Δ. του Κ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Σωτηρόπουλου, με δήλωση κατ' άρθρο 542 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών και στην προκειμένη περίπτωση από τον Προϊστάμενο της Κτηματικής Υπηρεσίας Δυτικής Αττικής, που εδρεύει στο Αιγάλεω και εκπροσωπείται νόμιμα. Το οποίο δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-8-2001 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5434/2002 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 3224/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 19-1-2011 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αιτών, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Μιχαήλ Αυγουλέας, ανέγνωσε την από 11-2-2012 έκθεση του κωλυομένου να συμμετέχει στην σύνθεση του Δικαστηρίου τούτου Αρεοπαγίτη και ήδη Αντιπροέδρου Γεωργίου Γιαννούλη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Κατά το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση, από τις προσκομιζόμενες με επίκληση από τον αναιρεσείοντα, ο οποίος επισπεύδει τη συζήτηση, 7712 Δ'/12-10-2012 και 7727 δ'/12-10-2012 εκθέσεις επίδοσης, του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών ..., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσης, επιδόθηκαν νομίμως και εμπροθέσμως, με επιμέλεια της αναιρεσίβλητου προς το αναιρεσείον. Επομένως, εφόσον το τελευταίο δεν εμφανίστηκε, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά της στο πινάκιο, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση, παρά την απουσία του.
2. Με την κρινόμενη αίτηση προσβάλλεται η εκδοθείσα, αντιμωλία των διαδίκων, κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, υπ' αριθ. 32324/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Με την απόφαση αυτή έγινε δεκτή έφεση του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου κατά της υπ' αριθ. 5434/2002 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει δεκτή ανακοπή του αναιρεσείοντος κατά του υπ' αριθ. 52/24-7-2001 πρωτοκόλλου καθορισμού αποζημιώσεως αυθαίρετης χρήσης αιγιαλού. Η αίτηση έχει ασκηθεί νομότυπα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ). Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
3. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του α.ν. 2344/1940 "περί αιγιαλού και παραλίας", που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 53 του ΕισΝΑΚ" ο αιγιαλός, ήτοι η περιστοιχούσα την θάλασσαν χερσαία ζώνη, η βρεχομένη από τας μεγίστας πλην συνήθεις αναβάσεις των κυμάτων, είναι κτήμα κοινόχρηστον, ανήκει ως τοιούτον εις το Δημόσιον και προστατεύεται και διαχειρίζεται υπ' αυτού".
Κατά τη σαφή έννοια της αμέσως πιο πάνω διάταξης, αιγιαλό αποτελεί η χερσαία ζώνη που περιστοιχίζει τη θάλασσα. Η ζώνη αυτή προσδιορίζεται από το ανώτατο σημείο μέχρι το οποίο φθάνουν κατά τις συνηθισμένες αναβάσεις τους τα κύματα της θάλασσας, όχι δε και από τις έκτακτες πλημμύρες. Έτσι, ακόμη και οι βράχοι, καθώς και οι απόκρημνες ή όχι ακτές αποτελούν μέρος του αιγιαλού, όπως, επίσης, αιγιαλό αποτελεί και το τμήμα αυτού που προστατεύεται με κρηπίδωμα, έτσι, ώστε να μη φθάνει μέχρι το τελευταίο, όπως προηγουμένως, το συνήθως μεγαλύτερο κύμα.
Ο καθορισμός, όμως, και μόνο των ορίων του αιγιαλού, που γίνεται σύμφωνα με τα άρθρα 2 και 3 του α.ν. 2344/1940, όπως το άρθρο 2 αντικαταστάθηκε εν μέρει με το άρθρο 20 του ν. 719/1977, από την προβλεπόμενη από το άρθρο 10 του α.ν. 1540/1939 διοικητική επιτροπή, με απόφαση της τελευταίας, με τη σύνταξη του σ' αυτή αναγραφόμενου τοπογραφικού και υψομετρικού διαγράμματος, που συνοδεύεται από σχετική έκθεση, δεν είναι ικανός να προσδώσει την ιδιότητα του αιγιαλού σε τμήμα γης, το οποίο στερείται τα πιο πάνω χαρακτηριστικά, δηλαδή, σε έδαφος μη βρεχόμενο από τα θαλάσσια κύματα, αφού, σε αντίθετη περίπτωση, ο κύριος του εδάφους που περιλήφθηκε στα όρια του αιγιαλού, χωρίς το τελευταίο να είναι κατά τα φυσικά όριά του αιγιαλός, θα έχανε την ιδιοκτησία του με απλή πράξη της διοίκησης, κατά παράβαση του προστατευτικού αυτής ορισμού του άρθρου 17 του Συντάγματος, ενόψει ακριβώς του οποίου και θεσπίστηκαν τα όσα διαλαμβάνονται στο άρθρο 4 του α.ν. 2344/1940, σύμφωνα με τα οποία, τμήματα ιδιωτικών κτημάτων, που χαρακτηρίστηκαν από την προαναφερόμενη επιτροπή ως ανήκοντα στον αιγιαλό, θεωρούνται ότι κηρύχθηκαν αναγκαστικώς απαλλοτριωτέα υπέρ του Δημοσίου, συγχρόνως με τη δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης της έκθεσης και του διαγράμματος της εν λόγω επιτροπής, εφαρμοζόμενης, κατά τα λοιπά, ως προς την αποζημίωση των ιδιοκτητών, της διαδικασίας του α.ν. 1731/1939 (και ήδη του ν.
δ. 797/1971), με την παρέκκλιση της καθιέρωσης εξάμηνης ανατρεπτικής προθεσμίας, που αρχίζει από την κατά την παρ. 3 του προηγούμενου άρθρου δημοσίευση της έκθεσης, για την υπό των ιδιοκτητών αναγγελία των αξιώσεών τους στον Υπουργό των Οικονομικών και την υποβολή των τίτλων τους, επί των οποίων στηρίζουν τα δικαιώματά τους στον ίδιο, με την παρέλευση όμως άπρακτης της πιο πάνω εξάμηνης προθεσμίας, τυχόν εμπράγματα ή αξιώσεις προς αποζημίωση, που δεν αναγγέλθηκαν στον Υπουργό των Οικονομικών, αποσβέννυνται κατά την παρ. 4 του ίδιου άρθρου.
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι χωρίς τη συνδρομή των προϋποθέσεων που προπαρατέθηκαν, διατηρούνται ακέραια τα δικαιώματα των ιδιωτών σε κτήματα, έστω και αν αυτά χαρακτηρίστηκαν από την παραπάνω Επιτροπή ως ανήκοντα σε αιγιαλό. Με την εξαίρεση, επομένως, της αμέσως πιο πάνω περίπτωσης, η ιδιότητα του αιγιαλού προκύπτει από φυσικά και μόνο φαινόμενα και δεν δημιουργείται με πράξη της Πολιτείας.
Σε κάθε δε, τοπική περίπτωση καθορισμός της έκτασης ως αιγιαλού ανήκει στην εκτίμηση του τακτικού δικαστή και ότι της διοίκησης. Όπως, προαναφέρθηκε, αιγιαλός, ως κτήμα κοινόχρηστο, ανήκει στο Δημόσιο, τόσο κατά τις διατάξεις του προϊσχύσαντος του ΑΚ δικαίου (ν. 93 βασ. Ββ', ν. 96, 112 πανδ. 50.16 και άρθρο 15 του νόμου "περί διακρίσεως κτημάτων" της 10.7.1837), όσο και κατά τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του α.ν. 2344/1940, καθώς και τις διατάξεις των άρθρων 967 και 968 ΑΚ.
Η κυριότητα στην οποία ο ΑΚ υπάγει τα δημόσια κτήματα είναι η κυριότητα του αστικού δικαίου, η οποία εξακολουθεί να υπάρχει και όταν αυτά (δημόσια κτήματα) παύσουν, κατά τη διάταξη του άρθρου 971 ΑΚ, να υπηρετούν την κοινή χρήση, παύσουν, δηλαδή, τα κοινής χρήσης πράγματα να είναι εκτός συναλλαγής. Εξάλλου, προκειμένου περί ακινήτων του Ελληνικού Δημοσίου, όπως είναι και ο αιγιαλός, σύμφωνα με τις διατάξεις του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου των Ν. 8 παρ. 1 (Κωδ. 7.39), Ν. 9 παρ. 1 Βασ. (50.14), Ν.2 παρ. 20 Πανδ. (41-4), Ν.6 Πανδ. (44.3), Ν.76 Πανδ. (18.1),Ν 73 Παρ. 3 Πανδ. (23.3), μη τροποποιηθείσες από τις διατάξεις των άρθρων 18 και 21 του Ν.
της 21-6/3-7-1837 "Περί διακρίσεως κτημάτων", οι οποίες έχουν εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση, κατ' άρθρο 51 ΕισΝΑΚ, εξαιρούνταν της τακτικής όχι όμως και της έκτακτης χρησικτησίας. Επομένως, μπορούσε, επί ακινήτου του Ελληνικού Δημοσίου, να αποκτηθεί η κυριότητα με έκτακτη χρησικτησία κατόπιν άσκησης νομής, με καλή πίστη, ήτοι με την ειλικρινή πεποίθηση του νομέα ότι με την κτήση της νομής τον πράγματος δεν προσβάλλει κατ' ουσία το δικαίωμα κυριότητας τρίτου, γεγονός που συνάγεται από το δικαστήριο της ουσίας, ενόψει της φύσης της καλής πίστης ως ενδιάθετης κατάστασης, σύμφωνα με τις διατάξεις των ν. 20 παρ. 12 πανδ. (5.8), 27 πανδ. (18.1), και διάνοια κυρίου σε χρονικό διάστημα μίας συνεχούς τριακονταετίας, με τη δυνατότητα αυτού που χρησιδέσποζε να συνυπολογίσει στον χρόνο της ίδιας του νομής και εκείνον του δικαιοπαρόχου του, εφόσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού (ΑΠ 33/2008), εφόσον η τριακονταετής νομή επ' αυτού, είχε συμπληρωθεί μέχρι και της 11ης Σεπτεμβρίου 1915.
Τούτο διότι, με τις διατάξεις του νόμου ΔΞΗ71912 και των διαταγμάτων "περί δικαιοστασίου" που εκδόθηκαν με βάση αυτόν, από 12.9.1915 μέχρι και της 16.5.1926 και του άρθρου 21 του ν. δ. της 22.4/16.5.1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης κλπ", που επαναλήφθηκε στο άρθρο 4 τον α.ν. 1539/1938 "περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων" και διατηρήθηκαν σε ισχύ και μετά την εισαγωγή τον ΑΚ με το άρθρο 53 ΕισΝΚΠολΔ, ανεστάλη κάθε παραγραφή ή δικαστική προθεσμία σε αστικές διαφορές και απαγορεύθηκε οποιαδήποτε παραγραφή των δικαιωμάτων τον Δημοσίου στα κτήματα του, άρα και η χρησικτησία πάνω σ' αυτά.
Από τις προαναφερόμενες, διατάξεις περί κτήσης κυριότητας επί δημοσίων κτημάτων με έκτακτη χρησικτησία του βυζαντορωμαϊκού δικαίου, προκύπτει ότι δεν έχουν εφαρμογή και δεν ασκούν έννομη επιρροή επί της κυριότητας που αποκτήθηκε με τη συμπλήρωση τριακονταετίας μέχρι 11.9.1915, οι μεταγενέστερες διατάξεις του α.ν. 1539/1938.
Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος, κατά την οποία οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου, προκύπτει, ότι το Σύνταγμα θεσπίζει όχι μόνο την ισότητα των Ελλήνων έναντι του νόμου, αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι αυτών, με την έννοια ότι δεσμεύεται ο νομοθέτης, όταν ρυθμίζει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις, που αφορούν περισσότερες κατηγορίες προσώπων, να μην αντιμετωπίζει κατά τρόπο ανόμοιο τις περιπτώσεις αυτές, εισάγοντας αδικαιολόγητες εξαιρέσεις και διακρίσεις, εκτός αν αυτές επιβάλλονται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος, τη συνδρομή του οποίου ελέγχουν τα δικαστήρια ενόψει της κατά το άρθρο 93 παρ. 4 εξουσίας τους να μην εφαρμόζουν νόμο που το περιεχόμενό του είναι αντίθετο προς το Σύνταγμα (Ολ.
ΑΠ 46/2005 και 22/2005).
Με τα δεδομένα αυτά οι διατάξεις του άρθρου 21 του ν. δ. της 22-4/16.5.1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης", που κυρώθηκε με την 24/1926 Συντακτική Απόφαση και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ με το άρθρο 53 του ΕισΝ.ΑΚ, (και του άρθρου 4 παρ. 1 του α.ν. 1539/1938), με τις οποίες απαγορεύθηκε κάθε παραγραφή των δικαιωμάτων του Δημοσίου επί των κτημάτων αυτού και, συνακόλουθα και επί του αιγιαλού, από τις οποίες προκύπτει, ότι επί δημόσιων κτημάτων η χρησικτησία τρίτων έπρεπε να είχε συμπληρωθεί μέχρι τις 11.9.1915, γιατί μετά την πιο πάνω χρονολογία δεν επιτρέπεται πλέον ούτε έκτακτη χρησικτησία επί των ακινήτων του Δημοσίου, δεν αντίκεινται στην κατά το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή της ισότητας, με την έννοια ότι, στη συγκεκριμένη περίπτωση, παραβιάζεται η συνταγματική αρχή (από το άρθρο 17 του Συντάγματος) της προστασίας των ελλήνων πολιτών έναντι του Ελληνικού Δημοσίου, αφού οι αμέσως πιο πάνω διατάξεις θεσπίστηκαν για λόγους γενικότερου δημόσιου συμφέροντος και, ειδικότερα, για την προστασία της ακίνητης περιουσίας του Ελληνικού Δημοσίου μέσα στα όρια της ελληνικής επικράτειας.
Περαιτέρω, κατά τις παραγράφους 1 και 2 του όρθρου 115 του από 11/12.11.1929 Δ/τος "περί διοικήσεως δημοσίων κτημάτων", το οποίο εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 2 του ν. 4266/1929 και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 5 του ν. 5895/33, όπως περαιτέρω τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκα με τα άρθρα 20 α.ν. 1540/38, 19 α.ν. 1919/39, 2 α.ν. 1925/51 και 5 § 4 του α.ν. 263/1968 "σε βάρος εκείνων, που χωρίς συμβατική σχέση καρπώνονται ή κάνουν χρήση δημόσιων κτημάτων, βεβαιώνεται αποζημίωση για το χρονικό διάστημα που έκαναν χρήση (§ 1).
Η αποζημίωση ορίζεται με πρωτόκολλο, το οποίο κοινοποιείται σε αυτόν που καρπώνεται ή χρησιμοποιεί το ακίνητο. Προϋπόθεση, όμως, για την έκδοση του ανωτέρω πρωτοκόλλου είναι η επί του ακινήτου ύπαρξη δικαιώματος κυριότητας, νομής ή κατοχής του Δημοσίου. Εντός μηνός δικαιούται αυτός να ασκήσει ανακοπή ενώπιον του αρμόδιου δικαστηρίου.
Κατά δε το άρθρο 4§1 του ν. 1650/1951, το οποίο αντικατάστησε και συμπλήρωσε τα εδάφια 5, 6 και 7 του ως άνω από 24/31.10.1940 β.δ/τος, ο Πρόεδρος Πρωτοδικών της περιφερείας του ακινήτου, κρίνοντας εκ των ενόντων επικυρώνει την απόφαση ή περιορίζει το δι' αυτής καθορισθέν ποσό αποζημιώσεως, μη δικαιούμενος να ακυρώσει εξ ολοκλήρου την απόφαση, ούτε και να εξετάσει κατά την ενώπιον αυτού διαδικασία ζητήματα, κυριότητος, νομής ή άλλης εννόμου σχέσεως.
Αποφάσεις Προέδρου Πρωτοδικών εκδοθείσες ή εκδιδόμενες καθ' υπέρβαση της ανωτέρω παρεχομένης αρμοδιότητος είναι αυτοδικαίως άκυροι. Η υπό των άνω διατάξεων προβλεπομένη ανακοπή, συνιστά μορφή ανακοπής του άρθρου 583 ΚΠολΔ, αποτελούσα εναντίωση του τρίτου, που δεν έλαβε μέρος, ούτε προσκλήθηκε κατά την έκδοση του πρωτοκόλλου δια του οποίου προσδιορίσθηκε εις βάρος του ως καταβλητέο ορισμένο ποσό αποζημιώσεως δια την υπ' αυτού παράνομη χρήση ή κάρπωση του ανταλλαξίμου ακινήτου.
Το αίτημα της εν λόγω ανακοπής είναι διαπλαστικό, και αποσκοπεί στην ακύρωση του πρωτοκόλλου. Καθύλην αρμόδιο, προς εκδίκαση της προαναφερομένης ανακοπής, μετά την εισαγωγή του ΚΠολΔ, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1 εδ. ε' και στ' και 4 του ΕισΝΚΠολΔ είναι το Μονομελές Πρωτοδικείο, το οποίο δικάζει κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 686 επ.
ΚΠολΔ. Η εκδιδομένη δε υπ' αυτού, απόφαση υπόκειται σε όλα τα ένδικα μέσα της εφέσεως και της αναιρέσεως. Δια της ασκήσεως της άνω ανακοπής ανοίγεται δίκη με αντικείμενο όχι τη λήψη κάποιου προσωρινού, εξασφαλιστικού ή ρυθμιστικού μέτρου με προσωρινή ισχύ, χωρίς να επηρεάζει την κύρια υπόθεση (άρθρο 695 ΚΠολΔ), που μπορεί μεταγενεστέρως να ανακληθεί ή μεταρρυθμιστεί, αλλά τη νομιμότητα της εκδόσεως του ως άνω πρωτοκόλλου από τα αρμόδια όργανα του Δημοσίου, αν δε ο ενδιαφερόμενος δεν ασκήσει ανακοπή, εντός των υπό των ως άνω διατάξεων οριζομένων προθεσμιών, ή η ασκηθείσα ανακοπή απορριφθεί τελεσιδίκως, το εκδοθέν πρωτόκολλο οριστικοποιείται και εκτελείται κατά του καθού αυτό εξεδόθη (βλ.
σχετ. περί της οριστικοποιήσεως του πρωτοκόλλου (ΟλΑΠ 21-22/2002). Δηλαδή στα πλαίσια της ανωτέρω δίκης τέμνεται οριστικώς η διαφορά και ο ενδιαφερόμενος δεν μπορεί, δι' άλλου ενδίκου βοηθήματος, όπως δι' εγέρσεως αρνητικής αναγνωριστικής αγωγής περί της ανυπαρξίας της οφειλής ή δι' ανακοπής κατά της εκτελέσεως του πρωτοκόλλου, να αμφισβητήσει την υποχρέωσή του να καταβάλει το ποσό της αποζημιώσεως, όπως αυτό αναφέρεται στο πρωτόκολλο ή όπως διαμορφώθηκε δια της υπό του δικαστηρίου, με την διαπλαστικού χαρακτήρα, απόφαση μεταρρύθμισή του.
Λόγω ακριβώς της δεσμευτικότητος, εκ της τελεσιδίκου δικαιοδοτικής κρίσεως περί του οφειλομένου ποσού της αποζημιώσεως, εκ της παρανόμου νομής ή κατοχής του φερόμενου ως δημόσιου κτήματος, ο ασκών την άνω ανακοπή ενδιαφερόμενος έχει άμεσο έννομο συμφέρον να προβάλει στη σχετική δίκη ισχυρισμούς, πλήττοντες την νομιμότητα του πρωτοκόλλου, είτε στο σύνολό του, είτε εν μέρει.
Περαιτέρω, η διάταξη του άρθρου 20§1 του Συντάγματος ορίζει ότι: "καθένας έχει δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια και μπορεί να αναπτύξει σ' αυτά τις απόψεις του για τα δικαιώματα ή τα συμφέροντά του, όπως ο νόμος ορίζει". Εκείνη δε, του άρθρου 6§1 της ΕΣΔΑ ορίζει ότι "παν πρόσωπο έχει δικαίωμα όπως η υπόθεση του δικασθεί δικαίως, δημόσια και εντός λογικής προθεσμίας, υπό ανεξαρτήτου και αμερολήπτου δικαστηρίου, νομίμως λειτουργούντος, το οποίον θα αποφασίσει είτε επί των αμφισβητήσεων επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεών του αστικής φύσεως, είτε επί του βασίμου πάσης εναντίον του κατηγορίας".
Από τις, ως άνω διατάξεις προστατεύεται το δικαίωμα του προσώπου για δικαστική προστασία, το οποίο εγγυάται τη δυνατότητα ακωλύτου και ισοτίμου προσβάσεως στη δικαιοσύνη με σκοπό τη δίκαιη, μετά από ακρόαση των διαδίκων, δημόσια επίλυση της διαφοράς και την έκδοση σε εύλογο χρόνο αιτιολογημένης αποφάσεως με σκοπό τη δεσμευτική διάγνωση εννόμου σχέσεως, δικαιώματος ή εννόμου συμφέροντος που έχει προσβληθεί.
Το συνταγματικώς προστατευόμενο δικονομικό δικαίωμα παροχής εννόμου προστασίας δεν εξαντλείται μόνον στην τυπική δυνατότητα προσβάσεως στα δικαστήρια, αλλά περιλαμβάνει και την αξίωση για απόδοση ουσιαστικής δικαιοσύνης υπό του εθνικού δικαιοδοτικού οργάνου, η οποία προϋποθέτει δικαστική προστασία πλήρη και αποτελεσματική, περιλαμβάνει δε (το δικαίωμα αυτό) τόσο το δικαίωμα προβολής ισχυρισμών, ως απόρροια του γενικοτέρου δικαιώματος ακροάσεως, όσο και εκείνο της προσαγωγής των αποδεικτικών μέσων προς απόδειξη των εν λόγω ισχυρισμών.
Και ναι μεν, από τις ως άνω διατάξεις δεν αποκλείεται στον νομοθέτη να θέτει όρους και περιορισμούς, υπό τους οποίους ασκείται το κατοχυρωμένο από αυτές δικαίωμα προς παροχή εννόμου προστασίας από τα δικαστήρια, πλην όμως οι περιορισμοί αυτοί δεν μπορούν να περιστέλλουν την δυνατότητα προσφυγής στα δικαστήρια και την δυνατότητα εκδόσεως ευνοϊκής για τον προσφεύγοντα αποφάσεως κατά τέτοιο τρόπο ή σε τέτοιο βαθμό, ώστε το δικαίωμα αυτό να προσβάλλεται στον ίδιο το πυρήνα του (Ολ.
ΑΠ 8/2003, ΑΠ 550/2003, 632/2004). Εκ των ανωτέρω συνάγεται ότι η προαναφερομένη διάταξη του άρθρου 4§1 του ν. 1650/1951, το οποίο αντικατέστησε και συμπλήρωσε τα εδάφια 5, 6 και 7 του από 24/31.10.1940 β.δ./τος που περιορίζει αφενός την δικαιοδοτική εξουσία του εκδικάζοντος την προαναφερομένη ανακοπή δικαστηρίου, μόνο στην επικύρωση ή μερική ακύρωση του πρωτοκόλλου δια της μειώσεως του ποσού της αποζημιώσεως για την αυθαίρετη χρήση του δημόσιου κτήματος, χωρίς να μπορεί να ακυρώσει εξ ολοκλήρου την αποζημίωση, αφετέρου δε ότι το δικάζον την ανακοπή δικαστήριο, δεν έχει τη δυνατότητα να εξετάσει δικαιώματα κυριότητας, νομής ή άλλης σχέσης, ακόμη και αν αποδεικνύονται βάσιμοι οι σχετικοί ισχυρισμοί του ανακόπτοντος, που σε περίπτωση ευδοκίμησής του έχουν ως αποτέλεσμα τη μη νομιμότητα της προσβαλλόμενης πράξεως (πρωτοκόλλου) περιορίζει υπέρμετρα το δικαστή και αντίκειται στις υπερνομοθετικού περιεχομένου διατάξεις των άρθρων 20 και 25 του Συντάγματος και του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ.
Τούτο διότι, αποστερούν τον ενδιαφερόμενο να αμυνθεί αποτελεσματικώς κατά μιας εις βάρος του εκδοθείσης πράξεως των οργάνων του Δημοσίου, δια της προβολής ισχυρισμών, οι οποίοι πλήττουν στο σύνολο ως μη νόμιμη την ανωτέρω εξώδικη πράξη, τους οποίους κάθε διάδικος, στα πλαίσια αστικής δίκης, μπορεί να προβάλει, εντός βεβαίως των, παραδεκτώς, υπό του νομοθέτου τιθεμένων περιορισμών ως προς τον τρόπο και τον χρόνο υποβολής των.
Η προαναφερθείσα, όμως, δικαιϊκή ρύθμιση, θεσπισθείσα προς τον σκοπό της δραστικής, πληρεστέρας, διασφαλίσεως των συμφερόντων του Δημοσίου, οδηγεί σε ουσιώδη περιορισμό των δικαιωμάτων του αντιδίκου του στα πλαίσια της δια της άνω ανακοπής ανοιγομένης δίκης, μη δυναμένου δι' άλλου ενδίκου βοηθήματος να προβάλλει ισχυρισμούς, που αφορούν στη νομιμότητα του εκδοθέντος πρωτοκόλλου ως προς την ύπαρξη της οφειλής, το οποίο, όπως ελέχθη, με την τελεσίδικη απόρριψη της ανακοπής, οριστικοποιείται και ο καθού αυτό εξεδόθη υποχρεούνται να καταβάλει το σχετικό ποσό της αποζημιώσεως.
4. Κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Έτσι με τον παραπάνω λόγο, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα, κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν.
Περαιτέρω κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται έτσι εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.
Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα.
Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους.
Ειδικότερα, για να μη στερείται νόμιμης βάσης η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας, με την οποία γίνεται δεκτό ότι εδαφική έκταση αποτελεί αιγιαλό, πρέπει να αναφέρονται, ως παραδοχή του δικάσαντος δικαστηρίου, τα περιστατικά, που κατά την ως άνω διάταξη (άρθρο 1 ν. 2344/1940), είναι αναγκαία για το χαρακτηρισμό της έκτασης αυτής, ως αιγιαλού.
Απλή επανάληψη της νομικής έννοιας η οποία προσδιορίζει την προϋπόθεση της εφαρμογής του νόμου δεν αρκεί (Ολ.ΑΠ 24/2000). Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, μετά από εκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων, δέχτηκε ανελέγκτως, τα εξής: "Σε βάρος του ανακόπτοντος - εφεσίβλητου εκδόθηκε από τον Προϊστάμενο της Κτηματικής Υπηρεσίας Δυτικής Αττικής το προσβαλλόμενο υπ' αριθ. 52/24-7-2001 Πρωτόκολλο Καθορισμού Αποζημίωσης (Π.Κ.Α.) αυθαίρετης χρήσης δημοσίου κτήματος και συγκεκριμένα κοινόχρηστο αιγιαλό έκτασης 199,29 τμ στην παραλιακή περιοχή ...
του Δήμου Βιλλίων, κατά τα έτη 1997, 1998, 1999, 2000, 2001 συνολικού ποσού δρχ. 2.989.350. Το πρωτόκολλο αυτό εκδόθηκε με βάση την από 24-7-2007 έκθεση ελέγχου, του τοπογράφου εργοδηγού της Κτηματικής Υπηρεσίας Δ. Υ., κατά την οποία, μετά τη διενέργεια αυτοψίας, μετρήσεων, μελέτης τηρουμένων φακέλων και στοιχείων, τοπογραφικής αποτύπωσης και εφαρμογής των οριογραμμών Αιγιαλού και Παραλίας στην περιοχή ...
του Δήμου Βιλλίων, διαπιστώθηκε ότι ο ανακόπτων έχει καταλάβει αυτοβούλως και χρησιμοποιεί αυθαίρετα το τμήμα ενεργού αιγιαλού, όπως απεικονίζεται υπό στοιχεία 486 - 487 - 408 - 402 - 401 - 398 - 397 -363 - 709 - 708 - 706 - 707 - 705 - 486 στο με αριθ. 63 τοπογραφικό διάγραμμα του ως άνω τοπογράφου, που συντάχθηκε από την Τοπογραφική αποτύπωση του Ιουλίου 2001 και γενομένης εμβαδομέτρησης του συγκεκριμένου χώρου αιγιαλού επί του διαγράμματος, βρέθηκε ότι έχει έκταση 199,29 τμ.
Η οριογραμμή του αιγιαλού καθορίστηκε με τη δημοσιευθείσα στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης (Φ.Ε.Κ. 540/15-12-1977, τ. Δ') υπ αριθ. 19115/16-11-1977 απόφαση του Νομάρχη Αττικής που επικύρωσε την από 3 1-1-1977 έκθεση της κατά το άρθρο 5 του α. ν. 263/1968 επιτροπής καθορισμού της οριογραμμής του αιγιαλού (χειμερίου κύματος) στην περιοχή...
Αττικής, καθώς επίσης και το από μηνός Αυγούστου 1974 συνοδεύον την έκθεση διάγραμμα υπό κλίμακα 1:500 της ίδιας επιτροπής, η οποία για τη σύνταξη τούτων έλαβε υπόψη , μεταξύ άλλων, τα στοιχεία της διενεργηθείσας την 3 1-1- 1977 αυτοψίας της, κατά τα οποία η χαραχθείσα οριογραμμή του αιγιαλού τεκμηριώθηκε "επί των νυν υφισταμένων φυσικών ιχνών διαβρώσεων λόγω της εντόνου παρουσίας του θαλασσίου ύδατος" σημειώνοντας επιπλέον στην εν λόγω έκθεση της ότι διαπίστωσε παράνομη, ήτοι χωρίς άδεια του άρθρου 12 αν 2344/40 εκτέλεση προσχώσεων και τεχνικών έργων στους κοινόχρηστους χώρους, καθώς επίσης και ύπαρξη οικιών εντός της ζώνης του αιγιαλού , οι διαπιστώσεις δε αυτές δεν αναιρούνται από τις προσκομιζόμενες αποδείξεις.
Εξάλλου σύμφωνα με το υπ' αριθ. πρωτ. 2456/4-10-2001 έγγραφο της Κτηματικής Υπηρεσίας Δυτικής Αττικής (τμήμα αιγιαλού), ο χώρος για τον οποίο καλείται ο ανακόπτων να πληρώσει αυθαίρετη χρήση είναι κοινόχρηστος χώρος αιγιαλού όπως προκύπτει από το διάγραμμα αιγιαλού (Φ.Ε.Κ 540/Τ.Δ./15-12-1977) επί της επιφάνειας δε που αναφέρεται στην έκθεση ελέγχου και κάνει αυθαίρετη χρήση η απέναντι καφετέρια ιδιοκτησίας του, έχουν αναπτυχθεί τραπεζοκαθίσματα και πρόχειρη σκιάδα.
Ήδη ο ανακόπτων αρνούμενος την αυθαίρετη χρήση του περιγραφόμενου στην ως άνω έκθεση ελέγχου επιδίκου χώρου, ισχυρίζεται ότι η κατοχή του είναι νόμιμη και σύμφωνη προς τους περί έκτακτης χρησικτησίας νόμους του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, καθόσον η εν λόγω έκταση περιήλθε στον ίδιο εν μέρει από πατρομητρική κληρονομιά, την οποία αποδέχθηκε μετά των συγκληρονόμων του, δυνάμει της υπ' αριθ. .../1989 πράξης του συμβολαιογράφου Βιλλίων Αναστασίου Ρούσση σε συνδυασμό με το υπ' αριθ. .../1989 διανεμητήριο αυτού, που μεταγράφηκαν νόμιμα, ενώ στον καθολικό δικαιοπάροχο πατέρα του Κ.
Δ. τούτο είχε περιέλθει με αγορά, δυνάμει του νομίμως μεταγραφομένου υπ' αριθ. .../1940 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Ειδυλλίας Παναγιώτη Καράλη από το Δ. Σ., στον οποίο είχε περιέλθει δυνάμει του νομίμως μεταγραφομένου υπ' αριθ. .../1929 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Βιλλίων Κ. Κριμπόγιαννη με αγορά από τον Κ.
Μ., στον οποίο είχε περιέλθει δυνάμει του νομίμως μεταγραφομένου υπ' αριθ. .../1885 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Ειδυλλίας Π. Φλουράκη, με αγορά από τον Ι. Σ. που κατείχε αυτό από κληρονομιά του πατέρα του Α. Σ., υποστηρίζοντας, μεταξύ άλλων, ότι στο πέραν της υπάρχουσας σε αυτό από το έτος 1885 αγροικίας και προς ανατολάς εκτεινόμενο τμήμα του επιδίκου οι απώτεροι δικαιούχοι του τοποθετούσαν τα καυσόξυλα με τις τροφές των ζώων τους εντός της περιφράξεως με αγκαθωτά φυτά, που είχαν κατασκευάσει, η δε οικογένεια του κατά την περίοδο της κατοχής και εντεύθεν, τοποθετούσε τραπέζια και καρέκλες για τις ανάγκες της μικρής ταβέρνας που διατηρούσε, κάτω από την καλαμωτή με την οποία το είχαν σκεπάσει, χωρίς οποιαδήποτε ενόχληση από το Ελληνικό Δημόσιο ή τρίτο κατά τη διάρκεια των 116 ετών της κατοχής του.
Αναφορικά με τους ως άνω ισχυρισμούς του ο ανακόπτων προσκομίζει, μεταξύ άλλων 1) την από 14-6-2002 τεχνική έκθεση, πολιτικού μηχανικού Ν. Π., στην οποία, ο συντάκτης της, μνηνομεύοντας ότι μελέτησε τα σχετικά συμβόλαια .../1885, .../1929, .../1940, .../1989 εκθέτει, μεταξύ άλλων τα εξής : Ο Ι. Σ., αρχικός δικαιοπάροχος του Σ. Δ. (ήδη ανακόπτοντος), είχε στην αποκλειστική κυριότητα και κατοχή του αγρό εκτάσεως τριών στρεμμάτων στη θέση ..., περιοχή της παραλίας ..., συνορευόμενο βορείως κατά το .../1885 συμβόλαιο με θάλασσα, τμήμα δε τούτου και μάλιστα προς τη βόρεια πλευρά του αρχικού κτήματος, δηλαδή προς τη θάλασσα, εκτάσεως 122 τμ., όπως φαίνεται στο συνημμένο στο .../24-8-89 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Βιλλίων Αναστ, Ρούσση σχέδιο του αρχιτέκτονα μηχανικού Ε.
Κ., περιήλθε τελικά στο Σ. Δ.. Προ της παραπάνω οικοπεδικής έκτασης του Σ. Δ. και προς την πλευρά της θάλασσας εκτείνεται επιστρωμένη κοινοτική επιφάνεια ποικίλου πλάτους και ειδικότερα προ της ιδιοκτησίας Δ. πλάτους μεγαλύτερου των 50 μέτρων διότι έχει εκεί δημιουργηθεί προβλήτα του μικρού λιμενίσκου, επί της οποίας έχει κτισθεί ισόγεια οικία στεγάζουσα το Ναυτικό Όμιλο ..., προς δυσμάς της εν λόγω ιδιοκτησίας και επί της αυτής ευθείας υπάρχει παλαιό ιδιόκτητο κτίσμα χρησιμοποιούμενο ως εστιατόριο, πέραν του οποίου προς τη θάλασσα υπάρχει αυλή του κτιρίου, ενώ προς ανατολάς αυτής και επί της ίδιας ευθείας υπάρχουν πλείστα ισόγεια, μόνιμα κτίσματα, αποτελούντα τμήμα του οικισμού.
Επίσης ανατολικά του ως άνω τμήματος των 122 τμ και σε επαφή με αυτό βρίσκεται η μεταβιβασθείσα ήδη στο Σ. Δ. ιδιοκτησία του αδελφού του επιφάνειας 54,4 τμ, ώστε η ολική σήμερα επιφάνεια ιδιοκτησίας Δ. είναι 175,40 τμ, περιλαμβανομένη στο προσβαλλόμενο πρωτόκολλο, αντί των 199,29 τ μ, που αναγράφεται σε αυτό κατ' εσφαλμένη εκτίμηση. 2) Την υπ' αριθ. 10024/2002 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα Δ.
Μ. του Ν. ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, κατά την οποία το ακίνητο που ανήκει σήμερα στο Σ. Δ., όπου υπήρχε και το πατρικό σπίτι του τελευταίου, κτισμένο από τον παππού του μάρτυρα Κ. Μ. πριν το έτος 1890, όταν αγόρασε τούτο σε μεγαλύτερη έκταση από κάποιο Σακελάριου, βρίσκεται δίπλα στο δρόμο, έχει επιφάνεια 180-200 τμ.
περίπου και συνορεύει νότια με το δρόμο, βόρεια με διαμορφωμένο από μπετόν εσωτερικό δρόμο, ανατολικά με την ιδιοκτησία Τ. και δυτικά με δίοδο προς παραλία ιδιοκτησίας Κ. Μ.. 3) Το υπ' αριθ. .../19-9-1991 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Ειδυλλίας Αναστασίο Ρούσση, με το οποίο ο Ι. Δ. του Κ. δώρησε κατά πλήρη κυριότητα στον αδελφό του Σ.
Δ. (ήδη ανακόπτοντα) ένα οικόπεδο εκτάσεως 54,40 τμ, μέσα στα όρια του παλαιού οικισμού ..., στη θέση παραλία ... της κτηματικής Περιφέρειας του Δήμου Βιλλίων, εμφαινόμενο υπό στοιχεία Δ-Ε-Β-Η-Δ στο από Αυγούστου 1989 τοπογραφικό διάγραμμα του αρχιτέκτονα μηχανικού Ε. Κ., συνημμένο στο .../1989 συμβόλαιο, που συνορεύει βόρεια με παραλία και θάλασσα, ανατολικά με ιδιοκτησία Τ., νότια με παραλιακή οδό, δυτικά με Σ.
Δ. και κατά δήλωση του δωρητή Ι. Δ. είχε περιέλθει σε αυτόν από αγορά δυνάμει του υπ' αριθ. .../1961 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Παναγιώτη Καράλη. Σύμφωνα δε με το ως άνω τοπογραφικό διάγραμμα το επί της ίδιας ευθείας όμορο οικόπεδο των 122 τμ του Σ. Δ., επί του οποίου υπάρχουν ερείπια παλαιάς αγροικίας εμφαινόμενο σε αυτό υπό τα στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Ε-Ζ-Α, συνορεύει βόρεια με παραλία και θάλασσα, ανατολικά με ιδιοκτησία Ι.
Δ., δυτικά με ιδιοκτησία Κ. Π. Μ. και νότια με παραλιακή οδό Μεγάρων - .... Ωστόσο κατόπιν αιτήσεως του ανωτέρω αδελφού του ανακόπτοντος Ι. Δ., ως εκμεταλλευτή εξοχικού παραθαλάσσιου κέντρου στην περιοχή ..., για τη χορήγηση άδειας κατασκευής σκιάδας στην παραλία, με το υπ' αριθ. πρωτ. Δ. 7989/8144/18-12-1961 έγγραφο της Διεύθυνσης Δημοσίων Κτημάτων του Υπουργείου Οικονομικών εγκρίθηκε η, έναντι αποζημίωσης, χρησιμοποίηση του έμπροσθεν του καταστήματος του παραλιακού χώρου και η εγκατάσταση επί αυτού σκιάδας μη μονίμου κατασκευής για ένα έτος, με την υποχρέωση να αποσύρει τη σκιάδα, χωρίς άλλη όχληση, κατά τη συμπλήρωση του παραπάνω χρόνου, λαμβανομένης προς τούτο υπόψη, εκτός άλλων, και της υπ' αριθ. 772/17-4-61 αναφοράς του Οικονομικού Εφόρου Ελευσίνας με το εξής περιεχόμενο : "Εκ των προσκομισθέντων υπό του αιτούντος τίτλων προκύπτει ότι την 1-10-1940 ηγοράσθη υπό του πατρός του δυνάμει του υπ' αριθ. ...
συμβολαίου συμβολαιογράφου Μεγάρων Παναγ. I. Καράλη από του Δ. Α. Σ., η γειτνιάζουσα με τον υπό έρευναν χώρον ερειπομένη νυν οικία. Ωσαύτως την 17-3-1961 δυνάμει του υπ' αριθμ. ... συμβολαίου του αυτού ως άνω συμβολαιογράφου, ηγοράσθη υπό του αιτούντος από τον Δ. Σ. ο χώρος εις ον ούτος προτίθεται να κατασκευάσει σκιάδα.
Κατά γενομένης όμως υφ' ημών αυτοψίαν εις την ως άνω περιοχήν εμορφώσαμεν την γνώμη ν ότι ο μεταξύ της οδού και θαλάσσης περιλαμβανόμενος χώρος τυγχάνει κοινόχρηστος παραλιακός τοιούτος, αι δε προ τριακονταετίας και πλέον αναγερεθείσαι και νυν υφιστάμεναι πεπαλαιωμέναι μικροοικοδομαί ως και ο χώρος εις ον βούλεται ο Ι.
Κ. Δ. να κατασκευάσει σκιάδα, κείνται εντός της ως άνω παραλιακής κοινοχρήστου περιοχής. Κατόπιν των ανωτέρω και έχοντες υπ' όψει ότι ο εν λόγω χώρος είναι παραλιακός και ότι ο αιτών έναντι τούτου διατηρεί επί ιδιοκτήτου ακινήτου καφενείον (εξοχικόν κέντρον) εισηγούμεθα όπως εφόσον ηθέλατε εγκρίνει, παραχωρηθή εις τούτον η χρήσις του εν λόγω χώρου δια την κατασκευήν σκιάδος έναντι ενοικίου".
Τέτοια άδεια της Υπηρεσίας Δημοσίων Κτημάτων ζήτησε και έλαβε ο ανωτέρω Ι. Δ., προς εξυπηρέτηση των πελατών του καφενείου του και για τα έτη 1962, 1963, 1964, 1965, καταβάλλοντας την καθοριζόμενη σε βάρος του αποζημίωση των δρχ. 2600. Επιπλέον ο Ι. Δ. με την από 13-12-1966 αίτησή του προς την ίδια Υπηρεσία, αφού ανέφερε ότι ο παραχωρούμενος με την υπ' αριθ.
Ν. 2857/2620/25-5-1964 απόφαση παραλιακός χώρος για την ως άνω χρήση, παραβιάζεται από τον ιδιοκτήτη του συνορευομένου ανατολικά με το καφενείο του οικοπέδου Κωνσταντίνο Τ., ο οποίος εμποδίζει την κατασκευή της σκιάδας του κατά τα εγκριθέντα σχέδια και αξιώνει να εισχωρήσει σε μέρος του ανωτέρω χώρου ανατρέποντας την υφισταμένη κάθετη γραμμή επί της οδού και της θάλασσας, που διατηρούν όλα τα έχοντα πρόσοψη επί της παραλίας οικόπεδα και οικοδομήματα της περιοχής, ζήτησε τη λήψη των αναγκαίων μέτρων, ώστε να αποφευχθεί τυχόν επεισόδιο μεταξύ τους, καθώς και την ακριβή σημείωση των διαχωριστικών γραμμών από αρμόδιο υπάλληλο.
Σύμφωνα δε με το υποβαλλόμενο στην ως άνω υπηρεσία από 12-6-1967 τοπογραφικό διάγραμμα του αρχιτέκτονα μηχανικού Κ. Π., σχετικά με την ιδιοκτησία του Κ. Τ., τις περί αυτή ιδιοκτησίες και την αιτούμενη κατασκευή σκιάδας έμπροσθεν της ιδιοκτησίας του, η ιδιοκτησία του Κ. Τ. με το όμορο κατάστημα της Ε. Δ. βρίσκονται πάνω από την παραλιακή οδό, ενώ ο χώρος κατασκευής της αιτούμενης σκιάδας με τον όμορο χώρο εγκατάστασης της σκιάδας και του οικήματος Δ.
βρίσκονται κάτω από την ως άνω παραλιακή οδό, σε έκταση μεταξύ αυτής και της θάλασσας, που ανήκει στη δημόσια περιουσία και είναι ανεπίδεκτη ιδιωτικής κτήσης". Με βάση τα πιο πάνω αποδειχθέντα το Εφετείο, δέχτηκε ως κατ' ουσίαν βάσιμη την έφεση του Ελληνικού Δημοσίου και εξαφάνισε την πρωτοβάθμια απόφαση, που είχε δεχτεί την ανακοπή του αναιρεσίβλητου.
Στη συνέχεια δέχτηκε ότι το τμήμα που περιγράφεται στο προσβαλλόμενο πρωτόκολλο, είναι αιγιαλός και ανήκει στο Ελληνικό Δημόσιο, ενώ απέρριψε τον ισχυρισμό του ανακόπτοντα για ίδια κυριότητα του στο τμήμα αυτό. Μετά από αυτά δέχτηκε ότι εγκύρως εκδόθηκε σε βάρος του ανακόπτοντα το προσβαλλόμενο πρωτόκολλο, καθώς και ότι η επιβληθείσα, για τα έτη 1997-2001 αποζημίωση ύψους 2.989.350 δρχ.
είναι η προσήκουσα, συνεκτιμώντας τα ίδια, ως άνω αποδεικτικά στοιχεία και λαμβάνοντας υπόψη τη θέση, έκταση, χρησιμότητα, κατάσταση του επιδίκου καθώς και τη μισθωτική αξία αυτού, η οποία και δεν αμφισβητήθηκε από τον ανακόπτοντα-αναιρεσείοντα. Με τις κρίσεις του αυτές, το Εφετείο, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 1, 2, παρ. 3, 4 και 6 του α.
ν. 2344/1940, καθώς και εκείνες της έκτακτης χρησικτησίας του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου. Τούτο διότι, τα ανελέγκτως, πιο πάνω, δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, το ακίνητο που καταλήφθηκε από τον αναιρεσείοντα και κατείχε αυθαίρετα, αποτελεί τμήμα του ενεργού αιγιαλού, υπό την έννοια της χερσαίας ζώνης που βρέχεται από μέγιστες πλην συνήθεις αναβάσεις του χειμέριου κύματος, πληρούν το πραγματικό της νομικής έννοιας του αιγιαλού ως κοινοχρήστου πράγματος, που ανήκει κατά κυριότητα στο Ελληνικό Δημόσιο.
Αντιθέτως, εφόσον κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν αποδεικνύεται ότι, κατά την τριακονταετία μέχρι τις 11-9-1915, κάποιος δικαιοπάροχος του ανακόπτοντος, ασκούσε πράξεις νομής στο επίμαχο τμήμα του αιγιαλού, δεν κατέστη ο τελευταίος κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία, υπό τους ορισμούς του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, ορθώς απορρίφθηκε ο σχετικός λόγος της ανακοπής του αναιρεσείοντος.
Κατά συνέπεια, δικαιολογείται η παραδοχή της έφεσης και η απόρριψη στη συνέχεια της ανακοπής. Από τις ίδιες, ως άνω, παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση και μάλιστα την απαιτούμενη αιτιολογία. Τούτο διότι, καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις, με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειάζεται οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό των εφαρμοστέων πιο πάνω διατάξεων, τις οποίες το Εφετείο δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Αντιθέτως, δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων τόσο στον προσδιορισμό της καταληφθείσης, από τον αναιρεσείοντα, εδαφικής έκτασης ως αιγιαλού, όσο και της εύλογης αποζημίωσης ως νομικών εννοιών, με τη συνεκτίμηση για το ύψος της καταβλητέας αποζημίωσης, ως κατάλληλων και πρόσφορων κριτηρίων και συγκριτικών στοιχείων, εκείνων που αναφέρθηκαν πιο πάνω (θέση, έκταση, χρησιμότητα, κατάσταση του επιδίκου καθώς και τη μισθωτική αξία αυτού).
Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι κρινόμενης αίτησης είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Εξάλλου, οι ίδιοι λόγοι αναίρεσης, ως προς τις υπόλοιπες αιτιάσεις τους που αναφέρονται σε αυτούς, κατά το άλλο μέρος τους, καθώς και οι επί μέρους αιτιάσεις που περιέχονται στους λοιπούς λόγους της κρινόμενης αίτησης, από τις διατάξεις των άρθρων 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, και 561 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, ότι υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης ή ανεπάρκεια των αιτιολογιών, σχετικά με ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων, που αφορούν τα ίδια πιο πάνω αναφερόμενα κρίσιμα ζητήματα, και τα επί του αντιθέτου επιχειρήματα του αναιρεσείοντα, που έχουν σχέση με το τελικό αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο και βρίσκονται κατά την αναιρεσείοντα σε αντίθεση με τους ισχυρισμούς που προέβαλε στο δικαστήριο της ουσίας, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι, αφού, κατά πιο πάνω αναφερόμενα, το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, πειστικότητα και κατά λογική ακολουθία τρόπο στην προσβαλλόμενη απόφαση, με τους ίδιους δε λόγους, κατά τα λοιπά, εκ του περιεχομένου των οποίων δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από εκείνες του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, πλήττεται πλέον, μέσω των προαναφερομένων επιχειρημάτων του αναιρεσείοντα, η ουσία αποκλειστικά της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
4. Ο από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας παραμόρφωσε το περιεχόμενο αποδεικτικού, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ. ΚΠολΔ, εγγράφου, δηλαδή προέβη σε εσφαλμένη ανάγνωση του κειμένου του, αποδίδοντας σ' αυτό περιεχόμενο καταδήλως διαφορετικό από το αληθινό, στη συνέχεια δε, στηρίζοντας την κρίση του αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο τούτο, κατέληξε σε επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα σχετικώς με πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τα ως άνω παρέπεται: α) ότι δεν αποτελούν έγγραφα κατά την έννοια του άρθρ. 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ και άρα δεν είναι δεκτικά παραμορφώσεως οι γνωμοδοτήσεις (τεχνικές εκθέσεις) προσώπων που έχουν ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης κατά το άρθρ. 390 ΚΠολΔ και οι ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων ενώπιον ειρηνοδίκη, και β) ότι δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν το δικαστήριο, από την, έστω και εσφαλμένη, εκτίμηση και αξιολόγηση του εγγράφου, κατέληξε σε πόρισμα αντίθετο εκείνου που ο αναιρεσείων θεωρεί ως ορθό, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση που ανάγεται στην εκτίμηση πραγμάτων, η οποία κατά το άρθρ. 561 § 1 ΚΠολΔ είναι αναιρετικά ανέλεγκτη.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως από το άρθρ. 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση, ότι το Εφετείο υπέπεσε στην παραπάνω πλημμέλεια, διότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο α) των προσκομισθέντων τίτλων ιδιοκτησίας του, β) της ένορκης βεβαίωσης του μάρτυρα Δ. Μ. ενώπιον ειρηνοδίκη, και γ) της από 14.6.2002 τεχνικής έκθεσης του πολιτικού μηχανικού Ν.
Π., και δέχθηκε εσφαλμένα ως αποδεικνυόμενα πραγματικά γεγονότα διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στα έγγραφα αυτά. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, κατά το μέρος που αφορά την παραμόρφωση των υπό στοιχεία β και γ εγγράφων είναι, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, μη νόμιμος, γιατί τα έγγραφα αυτά δεν υπάγονται στην έννοια των αποδεικτικών εγγράφων του άρθρ. 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ.
Κατά τα λοιπά, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο σωστά ανέγνωσε το κείμενο των τίτλων ιδιοκτησίας του αναιρεσείοντος και εκτίμησε αυτούς όπως πράγματι έχουν, το γεγονός δε ότι, συνεκτιμώντας με αυτούς όλα τα μνημονευόμενα στην απόφασή του αποδεικτικά στοιχεία, οδηγήθηκε σε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ως ορθό, δηλαδή ότι η επίμαχη έκταση δεν αποτελούσε τμήμα του κοινόχρηστου αιγιαλού, αλλά ακίνητο που ανήκε στην κυριότητα, νομή και κατοχή του, δεν συνιστά παραμόρφωση των τίτλων ιδιοκτησίας του, αλλά κρίση που ανάγεται σε εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται αναιρετικά.
Επομένως, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως είναι εν μέρει μη νόμιμος και εν μέρει απαράδεκτος.
5. Η καθιερούμενη, από το άρθρο 25 του Συντάγματος, αρχή που θέτει όρια στους περιοριστικούς των ατομικών δικαιωμάτων νόμους, απευθύνεται κατ' αρχήν στο νομοθέτη, ενώ στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου επίκληση της αρχής της αναλογικότητας μπορεί να γίνει αν ο κοινός νομοθέτης είτε έχει παραβιάσει την αρχή αυτή, θεσπίζοντας με νόμο υπέρμετρους περιορισμούς ατομικών δικαιωμάτων, οπότε ο δικαστής, ελέγχοντας τη συνταγματικότητα του νόμου, οφείλει να μην εφαρμόσει αυτόν κατά τη ρητή επιταγή του άρθρ. 93§4 του Συντάγματος, είτε έχει παραλείψει να ασκήσει τις συνταγματικές του υποχρεώσεις, καταλείποντας κενό, οπότε η αρχή της αναλογικότητας καλείται επικουρικά σε εφαρμογή. Υπό την έννοια αυτή η παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας δεν ιδρύει αυτοτελή λόγο αναίρεσης, αλλά προϋποτίθεται η ύπαρξη λόγου αναίρεσης για κακή εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου που προσβάλλεται ως αντισυνταγματικός, οπότε κατά το σχετικό έλεγχο θα κριθεί και η συμφωνία του με την αρχή αυτή (Ολ.ΑΠ 7/2012).
Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως προβάλλει, ότι το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του παραβίασε την κατοχυρωμένη με το άρθρ. 25 του Συντάγματος δικαιϊκή αρχή της αναλογικότητας. Ο λόγος αυτός, στον οποίο δεν γίνεται περαιτέρω ουδεμία αναφορά σε παράβαση συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου και παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας κατά την επιχειρηθείσα τελολογική ερμηνεία αυτού, είναι απαράδεκτος. Ενόψει αυτών πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση. Τέλος, η δικαστική δαπάνη πρέπει να επιβληθεί σε βάρος του αναιρεσείοντος, ως ηττωμένου διαδίκου, μειωμένη όμως, κατ' άρθρο 22 ν. 3693/1957, αφού στη δίκη μετέχει το Ελληνικό Δημόσιο, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 19-1-2011 αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθ. 3224/2008 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Επιβάλει στον αναιρεσείοντα την δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου την οποία ορίζει στο ποσό των εννιακοσίων (900) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Μαρτίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24 Απριλίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ