Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds for failure to cite evidence clearly in second instance.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by ANEK Shipping against the Athens Court of Appeal's decision. The appellant argued the lower court ignored specific evidence, but the court found the appeal inadmissible because the claim of bias was not properly raised in the first instance. Furthermore, the specific document cited as evidence was not clearly identified or referenced in the appellant's submissions to the appellate court, violating procedural requirements for evidence presentation.
Legislator headnote
AI generatedArticles 669(2) of the Civil Code; Article 1 of Law 2112/1920; Articles 1 and 5 of Law 3198/1955; Article 281 of the Civil Code; Articles 174 and 180 of the Civil Code; Articles 106, 335, 338-340, 346 of the Code of Civil Procedure; Article 559(11γ') of the Code of Civil Procedure: An appeal is inadmissible if the grounds were not properly pleaded in the lower court, and evidence must be clearly and specifically cited in submissions to be considered by the appellate court.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 815 / 2012 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός: 815/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 27 Μαρτίου 2012, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Εταιρίας με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΗ ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΚΡΗΤΗΣ (ΑΝΕΚ) Α.Ε.", που εδρεύει στα Χανιά Κρήτης και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ευαγγελία Παπαντωνοπούλου και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Π. Π. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά της πληρεξουσίας δικηγόρου του Μαργετίνας Στεφανάτου και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23/4/2008 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 344/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5667/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 29/4/2011 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασία Καρέλλου ανέγνωσε την από 15/3/2012 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 29/4/2011 αιτήσεως αναιρέσεως.
Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από τα άρθρα 669 παρ.2 του Α.Κ., 1 του ν.2112/1920 και 1 και 5 του ν. 3198/1955 προκύπτει ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία και συνεπώς το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας για την οποία έγινε, αλλά αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζόμενου.
Η άσκηση όμως του δικαιώματος αυτού, όπως και κάθε δικαιώματος υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 Α.Κ., δηλαδή της μη υπερβάσεως των ορίων που επιβάλλει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, η υπέρβαση δε των ορίων αυτών καθιστά άκυρη την καταγγελία, σύμφωνα με τα άρθρα 174 και 180 του Α.Κ.
Εξ άλλου, η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας από τον εργοδότη είναι άκυρη, ως καταχρηστική, όταν υπαγορεύεται από ταπεινά ελατήρια που δεν εξυπηρετούν το σκοπό του δικαιώματος, όπως συμβαίνει στις περιπτώσεις που η καταγγελία οφείλεται σε εμπάθεια, μίσος ή έχθρα ή σε λόγους εκδικήσεως. Για να θεωρηθεί η καταγγελία άκυρη ως καταχρηστική, δεν αρκεί ότι οι λόγοι που επικαλέστηκε γι' αυτή ο εργοδότης ήταν αναληθείς ή ότι δεν υπήρχε εμφανής αιτία, αλλά απαιτείται η καταγγελία να οφείλεται σε συγκεκριμένους λόγους, που πρέπει να επικαλεσθεί και να αποδείξει ο εργαζόμενος, εξαιτίας των οποίων η άσκηση του σχετικού δικαιώματος του εργοδότη υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλει το άρθρο 281 Α.Κ.
Περαιτέρω, με την ατομική σύμβαση εργασίας είναι δυνατόν να συμφωνηθούν ουσιαστικοί περιορισμοί στην άσκηση του δικαιώματος της καταγγελίας εκ μέρους του εργοδότη, όπως το επιτρεπτό της καταγγελίας μόνο για σπουδαίο λόγο, η ανυπαρξία του οποίου έχει ως συνέπεια την ακυρότητα της καταγγελίας. Τέλος, στην περίπτωση που η προσβαλλόμενη απόφαση έχει επάλληλες αιτιολογίες (κύριες και επικουρικές) από τις οποίες η κάθε μία στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της, αν έστω και μία από αυτές δεν πλήττεται ή πλήττεται ανεπιτυχώς με λόγο αναιρέσεως, διότι οι κατ' αυτής λόγοι απορρίπτονται, οι λόγοι αναιρέσεως που πλήττουν τις υπόλοιπες είναι αλυσιτελείς.
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ανελέγκτως και τα ακόλουθα: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων προσελήφθη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου στις 7/3/1989 ως πρακτορειακός υπάλληλος και τοποθετήθηκε στο Κεντρικό Πρακτορείο της εναγομένης στην Αθήνα, όπου εργάστηκε με την ειδικότητα του βοηθού λογιστή έως και τις 30/9/1998, οπότε και ορίστηκε υπεύθυνος του άνω πρακτορείου με δικαίωμα υπογραφής.
Αυτός προσέφερε τις υπηρεσίες του επί πενθήμερο εβδομαδιαίως και με ημερήσιο ωράριο 8 ωρών, ενώ κατά την πρόσληψή του κατείχε πτυχίο λογιστή και είχε προϋπηρεσία 9 ετών στο ίδιο αντικείμενο, κατά δε το έτος 2000 απέκτησε, λόγω της προϋπηρεσίας του και την άδεια εξασκήσεως επαγγέλματος καθηκόντων φοροτεχνικού Λογιστή Γ' τάξεως του Οικονομικού Επιμελητηρίου.
Το Κεντρικό Πρακτορείο της εναγομένης στην Αθήνα λειτουργούσε ως εκδοτήριο εισιτηρίων γραμμών εσωτερικού και εξωτερικού, εφοδιάζοντας με εισιτήρια εξωτερικού και διαφημιστικό υλικό τα συνεργαζόμενα πρακτορεία Αττικής και λοιπής Ελλάδας, ενώ παράλληλα ως κεντρικό λογιστήριο της γραμμής εξωτερικού είχε την ευθύνη για τις εισπράξεις των εισιτηρίων του εξωτερικού και την οικονομική παρακολούθηση των υποπρακτορείων της Αττικής και της λοιπής Ελλάδας.
Ο ενάγων ως απασχολούμενος στο Λογιστήριο και ως υπεύθυνος του εν λόγω πρακτορείου είχε ως αντικείμενο της εργασίας του την επίβλεψη της λειτουργίας αυτού, τη σύνταξη αναλυτικών λογαριασμών των δρομολογίων των πλοίων εξωτερικού, την αποστολή αυτών στα πρακτορεία, καθώς και την είσπραξη αυτών, την ευθύνη για την καταβολή του μερίσματος στους μετόχους της Αττικής και της αύξησης του μετοχικού κεφαλαίου, την οικονομική διαχείριση του όλου πρακτορείου και την τήρηση των λογιστικών βιβλίων του Κεντρικού Πρακτορείου, καθώς και την ευθύνη για τον προγραμματισμό των δρομολογίων των λεωφορείων της γραμμής Αθήνας-Πειραιά-Πάτρα και αντιστρόφως για την εξυπηρέτηση επιβατών της γραμμής Ιταλίας, τον έλεγχο των τιμολογίων αυτών των δρομολογίων και την εξόφλησή τους.
Ο ενάγων εργάστηκε στην εναγομένη μέχρι 7/3/2006, οπότε η τελευταία κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας του, τηρώντας τον έγγραφο τύπο καταβάλλοντάς του τη νόμιμη αποζημίωση, ενώ στις 9/3/2006 έλαβε συστατική επιστολή από την εναγομένη, στην οποία αναφέρεται ότι κατά το χρονικό διάστημα από 7/3/1989 μέχρι 7/3/2006, είχε επιδείξει ζήλο, υποδειγματική συμπεριφορά, πνεύμα συνεργασίας, συνέπεια, επαγγελματισμό, εργατικότητα, άριστο ήθος και αποτελεσματικότητα σε όλες τις εργασίες που ανέλαβε να φέρει εις πέρας.
Δέχεται στη συνέχεια το Εφετείο, ότι δεν προέκυψε σπουδαίος λόγος για την καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του ενάγοντα, για τον οποίο και μόνο, όπως συμβατικά είχε συμφωνηθεί μεταξύ των διαδίκων με τη σύμβαση εργασίας, ήταν επιτρεπτή η καταγγελία. Συγκεκριμένα το Εφετείο δέχεται ότι ο ενάγων ήταν εργατικός και υπεύθυνος, πρόθυμος στην εργασία του, χωρίς να δημιουργεί οποιοδήποτε πρόβλημα σχετικά με τον τρόπο, χρόνο και συνέπεια στην παροχή της εργασίας του, ότι από τα εσωτερικά σημειώματα που προσκομίζει η εναγομένη προς απόδειξη της πλημμελούς εκτελέσεως των καθηκόντων του ενάγοντος και τα οποία αφορούν τις βιτρίνες του ως άνω πρακτορείου, την ώρα προσέλευσης στην εργασία του και την εκπαίδευσή του στην κράτηση εισιτηρίων, τα οποία είναι επουσιώδη, δεν μπορούν από μόνα τους να δικαιολογήσουν το επαχθέστερο των μέτρων, ήτοι την απόλυση του ενάγοντα, ούτε συνιστούν γεγονότα επαρκή και ικανά για να διακόψουν το πνεύμα συνεργασίας μεταξύ αυτού και της διοίκησης της εναγομένης, ούτε διαταράχθηκε η εύρυθμη λειτουργία της επιχείρησής της ή η πειθαρχική έννομη τάξη, ώστε η επακολουθήσασα απόλυση του ενάγοντα να κρίνεται αναγκαία για την αποκατάστασή τους, ότι δεν αποδείχθηκε ότι ο ενάγων παρέλειπε να εποπτεύει σε συχνά χρονικά διαστήματα τα τουριστικά πρακτορεία με αποτέλεσμα να μην ενημερώνεται η εταιρεία, ώστε να προβλέπει τις ανάγκες των επιβατών πελατών, ούτε ότι φρόντιζε πλημμελώς τις εργασίες του προσωπικού του κεντρικού καταστήματος, ώστε να διατυπώνονται παράπονα ή να έχει πληγεί η φήμη της εξαιτίας αυτού και ότι η μη πλημμελής εκτέλεση των καθηκόντων του ενάγοντα δεν προκύπτει από το έγγραφο που προσκομίζει η εναγομένη από το οποίο προκύπτει ότι παρατηρήθηκε, μετά την απόλυση του ενάγοντα, αύξηση κατά ποσοστό 17,74% στις εισπράξεις ναύλων εσωτερικού του εν λόγω πρακτορείου και κατά ποσοστό 23,73% στις εισπράξεις ναύλων εξωτερικού για τα έτη 2005-2006, αφού κατά το χρονικό διάστημα των ετών 2004-2005, που ο ενάγων υπηρετούσε στην εναγομένη, παρατηρήθηκε αύξηση των ως άνω εισπράξεων κατά ποσοστό 34,91% και 43,46% αντίστοιχα.
Δέχεται στη συνέχεια το Εφετείο, ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του ενάγοντα ήταν αποτέλεσμα της προσωπικής εμπάθειας του Υποδιευθυντή Εμπορικής Εκμετάλλευσης της εναγομένης Χ. Σ., ο οποίος επηρέαζε τα αρμόδια όργανα διοίκησης αυτής και έτρεφε στο πρόσωπό του αισθήματα εμπάθειας προσωπικά και πολλές φορές είχε εκφράσει σε βάρος του ενάγοντα την αντιπάθειά του αλλά και την πρόθεσή του να προκαλέσει την απόλυσή του και να τον καταστρέψει.
Κατόπιν αυτών, δέχεται το Εφετείο, ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του ενάγοντα υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος αυτής και επομένως είναι άκυρη, η εναγομένη περιήλθε σε υπερημερίας περί την αποδοχή των υπηρεσιών του και του οφείλει τις αποδοχές για το χρονικό διάστημα από 7/3/2006, που απολύθηκε, ως τον Οκτώβριο του 2006 και ότι από την ανωτέρω παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά των αρμοδίων οργάνων της εναγομένης, ο ενάγων προσβλήθηκε στην προσωπικότητά του και υπέστη ταλαιπωρία, αφού τον εμφάνισε με την αναίτια απόλυσή του, ως ανίκανο στην εργασία του, πλήττοντας έτσι την επαγγελματική του υπόσταση στον κύκλο των συναλλασσομένων μαζί του και δη στη στενή αγορά της ακτοπλοΐας και τους μελλοντικούς εργοδότες του, για την αποκατάσταση δε της ηθικής του βλάβης, πρέπει, ενόψει της βαρύτητας της προσβολής, του τρόπου με τον οποίο έγινε αυτή, της κοινωνικής κατάστασης του ενάγοντα και της οικονομικής κατάστασης των διαδίκων, εκ των οποίων η μεν εναγομένη είναι εύρωστη οικονομικά επιχείρηση, ενώ ο ενάγων δεν έχει άλλα εισοδήματα και είναι πατέρας δύο ανηλίκων τέκνων τα οποία σπουδάζουν, να του επιδικαστεί εύλογη χρηματική ικανοποίηση, ανερχομένη στο ποσό των 3.000 ευρώ.
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες στηρίζουν πλήρως το αποδεικτικό της πόρισμα και το διατακτικό της παρούσας, ως προς τα ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα, α) ως προς την καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας του ενάγοντα από την εναγομένη, οφειλόμενη σε εμπάθεια του ως άνω στελέχους της εναγομένης, και β) ως προς την προσβολή της προσωπικότητας του ενάγοντα από την απόλυσή του που έγινε υπό τις προαναφερθείσες συνθήκες.
Οι αιτιάσεις περί ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών, με τις παραδοχές, ότι η καταγγελία της συμβάσεως έγινε από προσωπική εμπάθεια του διευθυντή της εμπορικής εκμετάλλευσης της εναγομένης Χ.Σ., ο οποίος είχε την πρόθεση να προκαλέσει την απόλυσή του και να τον καταστρέψει και στη συνέχεια ότι η διοίκηση της εναγομένης χορήγησε στον ενάγοντα συστατική επιστολή, που περιείχε κολακευτικά γι' αυτόν σχόλια και κρίσεις, είναι αλυσιτελείς γιατί πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση μόνο ως προς την επάλληλη αιτιολογία της καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος καταγγελίας από την εναγομένη, που στηρίζεται στο άρθρο 281 ΑΚ, όχι δε και την αιτιολογία περί ελλείψεως σπουδαίου λόγου για την καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντα, η οποία στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως.
Επομένως ο πρώτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δ. είναι αβάσιμος. Επειδή, κατά το άρθρο 562 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό που δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται, α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Η διάταξη αυτή καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των αναιρετικών λόγων, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Ειδικότερα, πρέπει, για τη διαδικαστική πληρότητα του λόγου αναιρέσεως, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που τον στηρίζει είχε προταθεί παραδεκτά και νόμιμα στο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, να αναφέρεται δηλαδή ο χρόνος και ο τρόπος προτάσεως του ισχυρισμού στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, καθώς και ο τρόπος επαναφοράς του στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο.
Στην προκείμενη περίπτωση η αναιρεσείουσα με την επίκληση του άρθρου 559 αρ.1 και 14 Κ.Πολ.Δ. αιτιάται το Εφετείο ότι η ένδικη αγωγή, στην οποία γίνεται επίκληση από τον αναιρεσείοντα ότι η καταγγελία της εργασιακής του σχέσεως με την αναιρεσείουσα επιτρέπονταν, με συμβατικό όρο της εργασιακής συμβάσεως, μόνο για σπουδαίο λόγο, ασκήθηκε μετά την πάροδο της τρίμηνης αποσβεστικής προθεσμίας του άρθρου 6 παρ.1 του ν. 3198/1955, ενώ στην προγενέστερη αγωγή του αναιρεσίβλητου, η οποία απορρίφθηκε τελεσίδικα ως αόριστη αναφέρονταν ως λόγος ακυρότητας της καταγγελίας η εμπάθεια προς το πρόσωπό του.
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, καθόσον δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός αυτός, έστω και αν λαμβάνεται αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο, είχε προταθεί παραδεκτά και νόμιμα στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, δηλαδή δεν αναφέρεται ο χρόνος και ο τρόπος προτάσεως του ισχυρισμού αυτού στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, καθώς και ο τρόπος επαναφοράς του στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ούτε συντρέχει κάποια από τις προαναφερόμενες εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ.2 περ.
α'- γ' του Κ.Πολ.Δ. για την βραδεία προβολή του. Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338 έως 340 και 346 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι το δικαστήριο, προκειμένου να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση περί της αλήθειας ή μη των πραγματικών ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα (αλλά και μόνο εκείνα) τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11γ' του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του, "αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν". Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 106, 237 εδ. 1 στοιχ. β', 346 και 453 παρ.1 Κ.Πολ.Δ., η πρώτη από τις οποίες εισάγει το συζητητικό σύστημα στη διαγνωστική δίκη, δηλαδή της ενεργείας του δικαστηρίου κατόπιν πρωτοβουλίας των διαδίκων, προκύπτει ότι για να ληφθούν υπόψη από το δικαστήριο οι αποδείξεις που προσκομίσθηκαν θα πρέπει να γίνει σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε.
Σαφής και ορισμένη είναι η επίκληση εγγράφου, όταν είναι ειδική και από αυτή προκύπτει η ταυτότητά του.
Στην προκείμενη περίπτωση με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αρ. 11γ' του Κ.Πολ.Δ. η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την 1979/2009 ένορκη βεβαίωση του αντιδίκου της, την οποία είχε προσκομίσει και επικαλεστεί όχι ως ένορκη βεβαίωση αλλά ως έγγραφο. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθόσον το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του την ως άνω ένορκη βεβαίωση και για το λόγο ότι δεν έγινε επίκληση αυτής από την αναιρεσείουσα, με τη μνεία ότι "... η εναγομένη προσκομίζει την υπ' αριθμ. 1972/2009 ένορκη βεβαίωση δεν την επικαλείται όμως ...". Η αναιρεσείουσα διατείνεται μεν ότι επικαλέστηκε την ως άνω ένορκη βεβαίωση ως έγγραφο, πλην όμως δεν προσκομίζει τις προτάσεις που κατέθεσε ενώπιον του Εφετείου.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 29/4/2011 αίτηση για αναίρεση της 5667/2010 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε, αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 24 Απριλίου 2012 και
Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στην Αθήνα στις 15 Μαϊου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ